Πέτρος Αποστολίδης – Ο πρώτος «κόκκινος» Δήμαρχος Ιωαννίνων για την αιχμαλωσία του στο Μικρασιατικό Μέτωπο

Ο Ηπειρώτης γιατρός Πέτρος Αποστολίδης συμμετείχε ενεργά σε όλους τους αγώνες της λαϊκού κινήματος και στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και γι’ αυτό φυλακίστηκε και εξορίστηκε επανειλημμένα.

Το 1944 εκλέχτηκε ο πρώτος «κόκκινος» Δήμαρχος των Ιωαννίνων.

Ο Πέτρος Αποστολίδης γεννήθηκε στην Καλουτά του Ζαγορίου το 1896,  τελείωσε την Ζωσιμαία Σχολή στα Γιάννενα και σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι όπου ειδικεύτηκε στη Δερματολογία – Αφροδισιολογία και δούλεψε  στα Γιάννενα από το 1923 – 1967.

Από το 1924 συμμετείχε ενεργά σε όλους τους αγώνες της λαϊκού κινήματος και στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ  και γι’ αυτό φυλακίστηκε και εξορίστηκε επανειλημμένα. Το 1944, με την απελευθέρωση και όσο κυριάρχησε το ΕΑΜ στα Γιάννενα εκλέχτηκε Δήμαρχος από τα εργατικά και επαγγελματικά σωματεία.

Ο πρώτος Κόκκινος Δήμαρχος των Ιωαννίνων.

Το 1981 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος ο πρώτος τόμος του δίτομου έργου του με τον τίτλο Όσα θυμάμαι. Αναφέρεται στα χρόνια της αιχμαλωσίας του στη Μικρά Ασία  (1922 – 1923) όταν υπηρέτησε εκεί ως έφεδρος ανθυπίατρος. Τιμήθηκε το 1983 με το βραβείο ειρήνης και φιλίας Ιπεχτσί. Ο δεύτερος τόμος αναφέρεται στα χρόνια μετά την αιχμαλωσία (1900 – 1922 και 1923 – 1969).

Παραθέτουμε αποσπάσματα από τις αναμνήσεις αυτού του σπουδαίου ανθρώπου, αγωνιστή  και ηπειρώτη.

Πρώτα, ένα απόσπασμα από το σημείωμά του στον πρώτο τόμο, για να γνωρίσουμε λίγο καλύτερα τον ίδιο και να πάρουμε μια γεύση από την εποχή που έζησε και έδρασε ο Πέτρος Αποστολίδης:

«Η δική μου η γενιά από το τέλος του περασμένου αιώνα μέχρι σήμερα έζησε μέσα σε μια παγκόσμια δίνη γεγονότων, Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, Οκτωβριανή επανάσταση, Β’ Παγκόσμιος , Ψυχρός πόλεμος κ.λ.π. Στην Ελλάδα το κύμα φουσκώνει, Γουδί – Βενιζέλος, Πόλεμος 1912 – 13, Βενιζέλος – Κωνσταντίνος, Μικρασιατική Καταστροφή, Μεταξάς, Αλβανία, Κατοχή, Εθνική Αντίσταση, Εμφύλιος, 21η Απριλίου και αγωνιώδικη προσπάθεια να αποκατασταθεί κάποια γαλήνη.

Εγώ χωριατόπαιδο από την Καλουτά του Ζαγοριού, μαθητούδι και γυμνασιόπαιδας συνέχεια στα Γιάννενα, έζησα μέχρι την απελευθέρωση του 12 – 13 υπό τουρκική κατοχή.

Στον ύπνο και στον ξύπνιο μας, όνειρο κι απαντοχή μας ήταν το πότε θα λευτερωθούμε. Καθημερινές σχεδόν κουβέντες μας μέσα κι έξω από το σχολειό ήταν οι δόξες των προγόνων κι η λευτεριά.

Δεν ήταν ανυπόφερτη σε μας τους αστούς η στυγνή τουρκική καταπίεση και εκμετάλλευση, πάντα με το μπαχτσίσι γίνονταν αρκετά ανεκτή η ζωή, όλο το βάρος έπεφτε στην πλάτη του δύσμοιρου αγρότη, αλλά αισθανόμασταν αφόρητη την αυθαιρεσία και τη βαναυσότητα του Τούρκου υπαλλήλου και ζαπτιέ. Περιμέναμε την ώρα και τη στιγμή να ξεκουμπιστούν από πάνω μας. Μισούσαμε και περιφρονούσαμε κάθε τι το τούρκικο.

Έφτασε καμιά φορά η ευλογημένη ώρα, η Λευτεριά.

Πήγα φοιτητής της ιατρικής στην Αθήνα. Δεν ονειρευόμουν πλούτη κι αρχοντιές, όνειρό μου ήταν να σπουδάσω καλά και να μπορέσω να προσφέρω κάποια βοήθεια στους πατριώτες μου.

Κηρύχτηκε ο Α’ Παγκόσμιος και μπήκα στο στρατό, πέντε χρόνια συνέχεια υπηρεσία και το τελευταίο αιχμάλωτος στους Τούρκους.

Λίγος καιρός ας πούμε ειρήνης και ξεσπάει ο Β’ Παγκόσμιος, Αλβανία, Κατοχή, Εθνική Αντίσταση, ο Εμφύλιος και η γενική αναστάτωση. Από ιδιοσυγκρασία και εκλογή μου δεν ήμουνα μόνο θεατής, όλον αυτόν τον καιρό, αλλά μπλέχτηκα με τα γεγονότα και πήρα κι εγώ μέρος.

Ο Πέτρος Αποστολίδης, ο «Κόκκινος Δήμαρχος», στα χέρια των Γιαννιωτών ΕΑΜιτών κατά την είσοδό του στην πόλη

Είδα πολλά και διδάχτηκα περισσότερα. Βγήκα στο τέλος ζωντανός ευτυχώς χωρίς απώλειες δικών μου ανθρώπων και όχι ταπεινωμένος. Κάθησα κι έγραψα ό,τι θυμόμουν από την πολυτάραχη αυτή ζωή μου.

Ύστερα από το θάνατο της Αθηνάς, της γυναίκας μου, της απλής, ήμερης και πολιτισμένης εκείνης ψυχής και πολύτιμης συμπαραστάτιδάς μου, με σκότωνε η μοναξιά. Αγόρασα και έμαθα γραφομηχανή και βάλθηκα να ξανασυντάξω τις αναμνήσεις μου.

Άρχισα από την αιχμαλωσία. Η περιπέτεια αυτή σημάδεψε βαθειά τη ζωή μου, είδα κι έπαθα πολλά – και πολλά Ταμπού που είχα σωριάστηκαν ερείπια. Τίποτε πια δεν ήταν το ίδιο: εγώ, οι άλλοι, οι Τούρκοι, όλοι.(…)»

 

Ακολουθούν αποσπάσματα από τον πρώτο τόμο (Πέτρος Αποστολίδης, Όσα θυμάμαι 1900 -1969, Α’ ΓΚΑΡΝΙΖΟΝ ΟΥΣΙΑΚ 1922 -1923, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1981):

Άποψη του Ουσιάκ από βορρά. (Σημ. συγγρ.: Απο δώ μάς οδήγησαν αιχμαλώτους μετά τη σύλληψή μας)

«10 Αυγούστου 1922. Διαταγή το Τάγμα μας να φύγει από το χωριό Μπελσεμίτσα που ήταν καταυλισμένο και να πάρει θέση πιο μπροστά, στο λόφο Στασινοπούλου,τη λοφοσειρά βορειοδυτικά του Αφιόν Καραχισάρ. Γιατροί του Τάγματος ήμασταν εγώ και ο έφεδρος ανθυπίατρος Μήτσος Παληοδήμος από την Άρτα.

Από τα ξημερώματα της 13 προς τη 14 Αυγούστου μάς ξύπνησαν απανωτά μπουμπουνητά από την κατεύθυνση του Αφιόν, οι Τούρκοι μάς βομβάρδιζαν με το βαρύ τους πυροβολικό.

Κατά τις 10 το πρωί παίρνουμε διαταγή να αφήσουμε το λόφο και να βαδίσουμε προς τα πίσω, υποχωρούσαμε λοιπόν. Δεν ξέρω από πού και πώς, άρχισε να ψιθυρίζεται ότι οι Τούρκοι είχαν διασπάσει τη γραμμή μας κάπου αριστερά του Αφιόν.

Καθώς κατηφορίζαμε, βλέπαμε στον κάμπο δικά μας συνταγμένα τμήματα να κινούνται προς τα πίσω. Σε μένα που για πρώτη φορά αντίκριζα επιχειρήσεις αυτό δεν έκανε μεγάλη εντύπωση, έβλεπα όμως τον Παληοδήμο πολύ ανήσυχο και τον ρωτώ: « τι συμβαίνει Μήτσιο;» « Υποχωρούμε» μου απαντάει κοφτά και ρίχνει γύρω του ανήσυχες ματιές. Δεν επιμένω και συνεχίζουμε την πορεία μας αμίλητοι.

Το βράδι καταυλιστήκαμε στον κάμπο σε κάποιο ξεροπόταμο. Όλη τη νύχτα σκεπτόμουν τι θα γίνει αν έχουμε καμιά νυχτερινή επίσκεψη του τουρκικού ιππικού, η νύχτα όμως πέρασε ήσυχη. Ξημέρωσε και ξεκινήσαμε για το Αριέτ που φθάσαμε το βράδι και διανυκτερεύσαμε(…)

Η μάχη συνεχιζόταν, ο γιατρός του Συντάγματός μας Μπόγδανος , ο Παληοδήμος κι εγώ, καθισμένοι σε έναν όχτο περιμέναμε διαταγές(…)

Δίνεται διαταγή εκκίνησης. Κατεβαίνω τη χαραδρίτσα με την αγωνία τι θα κάνω για τη μεταφορά των τραυματιών. Δεν βρήκα κανέναν εκεί. Κάποιοι τραυματιοφορείς ή μεταγωγικοί πέρασαν και τους πήραν. Ανάπνευσα με ανακούφιση.

Είχε νυχτώσει πλέον και σε λίγο φθάνουμε σε κάποιο χωριό. Οι δρόμοι του χωριού έρημοι, βλέπαμε όμως να βαδίζουμε από τις φλόγες των σπιτιών που καίγονταν εδώ κι εκεί.

Ποιος είχε δώσει τη διαταγή να καούν τα σπίτια των φτωχών χωρικών; Τέτοια διαταγή δεν ξέρω και ούτε είχε προηγηθεί μάχη, γιατί ούτε νεκρούς ούτε τραυματίες έβλεπες πουθενά. Οι χωροφύλακες της στρατονομίας ή οι διάφοροι αλήτες και φυγάδες έκαναν τη συμφορά και την πλήρωσαν οι δύστυχοι χωρικοί και εμείς, που η δικαιολογημένη αγανάχτησή τους ξέσπασε αργότερα επάνω μας.

Δεν υπάρχει θλιβερότερο θέαμα από το να βρίσκεσαι νύχτα μέσα σε έρημο και εγκαταλειμένο χωριό, γύρω σου παντού ερημιά, κάπου κανένα γαύγισμα ή ούρλιαγμα σκυλιού και τα φτωχικά νοικοκυριά των ανθρώπων να λαμπαδιάζουν. Έβλεπα γύρω μου τους στρατιώτες λυπημένους και πολλούς αγαναχτισμένους να βλέπουν αυτό το θέαμα.

Πολύ θλιβερό αλλά και φοβερό μαζί να βλέπεις ένα μέχρι πριν λίγες μέρες αήττητο στρατό να διαλύεται ξαφνικά, γιατί πολλοί επικεφαλής του δείλιασαν και εγκατέλειψαν τα τμήματά τους στην τύχη τους. Σε τέτοιες περιστάσεις βγαίνει στην επιφάνεια κάθε αντικοινωνικό στοιχείο, οι κάθε λογής κλέφτες, σαδιστές, βιαστές και παλιάνθρωποι. Είναι αφάνταστο το τι μπορούν να κάνουν αυτοί (…) και έτσι νομίζω εξηγείται η ιδιαίτερη σκληρότητα του πληθυσμού του Ουσιάκ απέναντί μας τις πρώτες μέρες (…)

Δεν ήταν λοιπόν μόνον το πατροπαράδοτο μίσος αιώνων, αλλά προστέθηκαν και τα όργια των αχρείων αυτών και εξαγρίωσαν τον τουρκικό πληθυσμό εναντίον μας. Και τα πλήρωσε πανάκριβα με βάσανα και ποτάμια αίμα ο αθώος ελληνικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας και το άνθος της νεολαίας μας, που εξοντώθηκε με θάνατο μαρτυρικό(…)

Η υποχώρηση συνεχίζονταν την άλλη μέρα και την άλλη. Κατηφορίζαμε κάποια πλαγιά και μάς αρχίζει το τουρκικό πυροβολικό. Οι οβίδες περνούσαν από πάνω μας η μια κοντά στην άλλη και έσκαγαν μια εδώ μια εκεί(…)

Το διάβα των οβίδων κάνει έναν χαρακτηριστικό ήχο· χλου, χλου, χλου και μπαμ, η έκρηξη. Εγώ πρώτη φορά τύχαινα σε μάχη και με το χλου, χλου, χλου, έσκυβα βαθιά και το κεφάλι μου ακουμπούσε στη χαίτη του αλόγου μου. Ο μακαρίτης ο Λιναρδάτις μού φώναζε από πίσω: « Μην τις φοβάσαι αυτές, δεν είναι δικές μας, οι δικές μας δεν μας ειδοποιούν με κανένα χλου , χλου, δεν θα ακούσεις τίποτε, αλλά χωρίς να νιώσεις τίποτε θα βρεθείς κομμάτια στον αέρα», και γελούσε καλόκαρδα(…)

Η περιπλάνησή μας συνεχίζεται. Φθάσαμε κάποια φορά σε κάτι υψώματα και απ’ εκεί κάτω άρχιζε ο κάμπος του Ουσιάκ.

Μπροστά από τη φάλαγγα, όπως πάντα, βάδιζε η διμοιρία των ανιχνευτών. Τους βλέπω κάποια στιγμή να σταματούν απότομα και κάποιον να τρέχει προς τα πίσω. Ήταν αγγελιοφόρος προς τον Τρικούπη, ότι πιο κάτω στην πεδιάδα βρίσκονται παραταγμένα μεγάλα τμήματα τουρκικού στρατού. Ο Τρικούπης διατάζει στάση και στέλνει αγγελιοφόρο στους Τούρκους ότι είμαστε διατεθειμένοι να παραδοθούμε υπό ορισμένους όρους. Του απάντησαν, ή παραδινόμαστε αμέσως άνευ όρων ή διατάζουν το πυροβολικό τους ν’ αρχίσει αμέσως να βάζει, έδιναν δε προθεσμία ενός τετάρτου της ώρας. Αυτά λέγονταν τότε(…)

Κανένας μας εκείνη τη στιγμή ούτε καν να φαντασθεί μπορούσε τι θα πει αιχμαλωσία, ειδικά στους Τούρκους. Όλοι είχαμε δει τους Τούρκους αιχμαλώτους αξιωματικούς στην Ελλάδα. Βρίσκονταν μεν κάτω από κάποια επιτήρηση, αλλά όλοι τους ήταν ντυμένοι με τη στολή και τα ένσημα του βαθμού τους, έμεναν σε διάφορα ξενοδοχεία, έβγαιναν ομαδικά περίπατο και πολλοί αγόραζαν ξενόγλωσσα βιβλία ή ό,τι ήθελαν από την αγορά.

Είχαμε δει τους Τούρκους στρατιώτες αιχμαλώτους να τρώνε το κανονικό συσσίτιο του Έλληνα στρατιώτη, ντυμένους με τα ρούχα τους, ή, αν καταστρέφονταν, να τους τα αντικαθιστούν με ρούχα Έλληνα στρατιώτη, έστω και λίγο μεταχειρισμένα καμιά φορά, με άρβυλα στα πόδια τους, να πηγαίνουν διάφορες αγγαρίες, αλλά σπάνια να τους τυχαίνει κανένας βάναυσος ή αγροίκος συνοδός να τους βρίζει, γιατί κακοποίηση ή ξυλοκόπημα αιχμαλώτου τιμωρούνταν αυστηρά, όλος δε ο κόσμος, πολίτες και στρατιώτες, τους έβλεπαν με συμπόνια και τους λυπούνταν. Κατάσταση περιορισμού βέβαια, αλλά ανεκτή ζωή και παροδική.

Πού να φανταστεί όμως κανείς μας το όργιο και τη βαναυσότητα που θα συναντούσαμε σαν αιχμάλωτοι των Τούρκων. Ίσως μερικοί Μικρασιάτες να είχαν κάποια γεύση. Είμαι δε βέβαιος ότι αν το ήξεραν οι στρατιώτες μας, θα προτιμούσαν να πεθάνουν με το ντουφέκι τους στο χέρι, πουλώντας ακριβά το τομάρι τους , παρά να παραδοθούν.

Αιχμάλωτους βέβαια μάς κατάντησε η σύγχυση και η ανικανότητα της Ανωτέρας Διοίκησης της Στρατιάς. Ήταν εντελώς ανίκανη και ανάξια να οδηγήσει ένα στρατό εμπειροπόλεμο, η δε αντικατάσταση από τους « Κωνσταντινικούς» των εμπειροπόλεμων πριν διοικητών των επιμέρους τμημάτων με άλλους της φατρίας τους, άκαπνους και ανίκανους και σε πολλές περιπτώσεις δειλούς, είχε σαν αποτέλεσμα να διαλυθούν πάνω στη μάχη οι πλείστοι των σχηματισμών.

Παρ’ όλα αυτά όμως νομίζω, πως, αν οι στρατιώτες μας είχαν συνειδητοποιήσει τι τους περίμενε σαν αιχμαλώτους, θα έβρισκαν μόνοι τους μεταξύ τους τούς ικανότερους για αρχηγούς – τούτο εξ άλλου είχε γίνει κι άλλες φορές – θα πουλούσαν πολύ ακριβά το τομάρι τους και πολλά τμήματα θα έφταναν στη Σμύρνη και στην Ελλάδα. Συνέβηκε εξ άλλου και αυτό με μερικά τμήματα που είχαν ικανούς διοικητές, όπως το Σύνταγμα Πλαστήρα και το Σύνταγμα Ζήρα στο βόρειο συγκρότημα, που μόνο αυτό διέφυγε από την ΧΙΙ Μεραρχία του Κλαδά, που, όπως έλεγαν, παραδόθηκε βλακωδώς. Δεν θα σκόρπιζαν με τις πρώτες ντουφεκιές.

Μου διηγούνταν στη Σμύρνη, ότι στη φονικότατη, πριν ένα χρόνο μάχη του Τουμλού Μπουνάρ, μερικοί λόχοι είχαν αποδεκατιστεί, από τους αξιωματικούς τους πολλοί είχαν σκοτωθεί, μερικοί δε κάπου είχαν τρυπώσει εγκαταλείποντας τους άνδρες τους. Λοιπόν, οι αποδεκατισμένοι αυτοί λόχοι υποχώρησαν συνταγμένοι, έχοντας επικεφαλής τους από έναν αξιωματικό, ένας δε λόχος γύρισε με επικεφαλής έναν υποδεκανέα.

Την ώρα που γίνονταν η ολιγόλεπτη συνενόηση για την παράδοση παρακολουθούσα τη συμπεριφορά των φαντάρων μας. Μερικοί έσπαζαν τα όπλα τους στα βράχια, ένας δε νοσοκόμος μου το έσπαζε μονολογώντας με δάκρυα στα μάτια του « αυτό το έρημο το σέρνω χρόνια στην πλάτη μου χωρίς να το ντροπιάσω, δεν μπορώ, είναι κρίμα, να τ’ αφήκω γερό στα χέρια των Τούρκων».

Ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε την ψυχολογική κατάσταση που βρίσκονταν ο φαντάρος μας εκείνη την κρίσιμη στιγμή.

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς υπηρετούσαν συνεχώς επί τρία ή και περισσότερα χρόνια. Φτωχοί αγρότες οι περισσότεροι, είχαν αφήσει πίσω στο χωριό τους μανάδες, αδελφάδες ή και μικρά παιδιά που βολοκοπούσαν για να εξοικονομήσουν το ξεροκόμματο της ημέρας.

Αναστατωνόσουν, μου έλεγε ο φίλος μου γιατρός Δελακοβίας, διαβάζοντας τα γράμματα που έπαιρναν από τα σπίτια τους. Πριν να τους δοθούν τα γράμματα λογοκρίνονταν στο γραφείο της μονάδας. Θυμάμαι ένα που έγραφε: «…μάθε ότι πουλήσαμε τη γίδα μας τη Φλόρα και πήραμε 25 δραχμές. Χρωστούσαμε και δώσαμε στο μπακάλη τις δώδεκα, σου στέλνουμε και σένα 8 δραχμές».

Τιμωρούσα κανέναν για καμιά αταξία με φυλάκιση δύο ή τριών ημερών και καλούσα μετά τον επιλοχία μου του χειρουργείου, του έδινα λίγα χρήματα λέγοντάς του να τα δώσει στον τιμωρημένο χωρίς να του πει ποιος τα έδωκε. Γιατί με τη φυλάκιση κόβονταν και το ημερομίσθιο, που τότε ήταν 50 λεπτά, αυτό δε το έρημο πενηντάλεπτο ήταν το μοναδικό χαρτζιλίκι για τους περισσότερους.

Εύκολα κατανοητή λοιπόν η λαχτάρα τους να γυρίσουν το γρηγορότερο στο σπίτι. Πάνω αυτού πόνταρε ο γνωστός Βλάχος της «Καθημερινής», με το πολυδιαφημιζόμενο τότε εκείνο « Οίκαδε», που έπιασε θαυμάσια και έχασε ο Βενιζέλος τις εκλογές, κι αυτό ήταν ο πρόδρομος της καταστροφής. Αυτό εξηγεί τη γενική ψυχολογία της φυγής από τη Μικρά Ασία.

Τη στιγμή εκείνη της παράδοσης, ο φαντάρος μας βρίσκονταν κυριολεκτικά εξουθενωμένος. Σε συνεχή πορεία από το πρωί μέχρι το βράδι και πολλές φορές και τη νύχτα, περισσότερο από μια βδομάδα, νηστικός, μόνο με νεράκι από τις βρύσες και τα κουτσολάκια και με υπερένταση της προσοχής του, αυτιά και μάτια δεκατέσσερα, γιατί κανένας δεν ήξερε τι μπορούσε να συμβεί από τη μια στιγμή στην άλλη.

Το μοναδικό που κυριαρχούσε στη σκέψη του, η μοναδική του επιθυμία ήταν πότε επιτέλους θα τελειώσει αυτό το μαρτύριο, πότε θα φθάσουμε στο Ουσιάκ ή όπου αλλού και θα πάρει μια ανάσα.

Η αιχμαλωσία έρχονταν τώρα σαν μια λύση, η χειρότερη μεν, αλλά επιτέλους σαν κάποιο τέρμα του Γολγοθά του.

Πού να φαντασθεί ο δύσμοιρος, ότι εκείνη τη στιγμή δρασκέλιζε την Πύλη που μπάζει στην Κόλαση;

Μας ειδοποιούν ότι παραδιδόμαστε, οι αξιωματικοί θα παραμείνουν κοντά στα τμήματά τους και θα παραδοθούν μαζί με τους άνδρες τους, τα δε όπλα θα τοποθετηθούν σε σωρούς. Λύνω τη ζώνη της κοιλιάς του αλόγου μου, τραβώ τις δυό κουβέρτες που είχα σαν υπόσαγμα κάτω από τη σέλα και τις δίνω στους νοσοκόμους μου και το άλογο το αφήνω ελεύθερο.

Βαδίζουμε σχεδόν κατά τετράδες, προς την κατεύθυνση που μας έδειξαν. Το συμπαθέστατο εκείνο ζώο δεν απομακρύνθηκε αλλά βάδιζε πλάγια έξω από την τετράδα, έριχνε πότε πότε καμιά ματιά προς εμένα και βάδιζε στο ίδιο ύψος. Στην τραγική εκείνη θέση που βρισκόμουν, βλέποντας το άλογό μου να βαδίζει στο πλευρό μου και να μη με αποχωρίζεται, σαν καλός φίλος, συγκινήθηκα, μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια και σκεφτόμουν « ποια τύχη τάχα σε περιμένει και σένα κακόμοιρο ζώο!»(…)

(…) Εμένα και δυο τρεις άλλους μάς βάλαν σε κάποιο διώροφο σπίτι, περάσαμε ένα λιθόστρωτο χαγιάτι, ανεβήκαμε μια ξύλινη σκάλα σε μια κρεβάτα (χωλ) και πάμε απέναντι σε ένα δωμάτιο. Στο δωμάτιο βρήκαμε και άλλους αξιωματικούς, οι περισσότεροι του πυροβολικού(…)

(…) Κατά το μεσημέρι μάς μαζεύουν όλους από τα διάφορα οικήματα, αξιωματικούς και στρατιώτες και μας περνούν μια φάλαγγα κατά τετράδες διαμέσου της αγοράς.

Στα πεζοδρόμια δεξιά και αριστερά μας ο όχλος ούρλιαζε, βλαστημούσε και έριχνε πάνω μας ό,τι έβρισκε και χτυπούσε με ξύλα, βέργες και καμουτσίκια. Άκουγες, ωχ, μάνα μου, από δω, το κεφάλι μου από κει, φωνές, αίματα και ο ένας επάνω στον άλλο, οι δε φρουροί μας δεξιά κι αριστερά να γελούν και να χαχανίζουν.

Βρισκόμουν στην κεφαλή της φάλαγγας, στην 4η ή 5η τετράδα αριστερά, έξω, και δέχουμαι μια καμουτσικιά στο κεφάλι, αλλά μόνο η άκρη της χειρολαβής του καμουτσικιού με χτύπησε ελαφρά στο αριστερό μάγουλο. Γυρίζω να ιδώ ποιος με χτύπησε. Ήταν ένας μικρόσωμος ανθρωπάκος, ίσως καραγωγέας. Μόλις συναντήθηκαν τα βλέμματά μας, εκείνος έσκυψε τα μάτια του κάτω, σαν να ντράπηκε.

Δε θα ξεχάσω εκείνο το βλέμμα. Ήταν σαν να μου’ λεγε, τι να σου κάνω καημένε; Δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά εγώ, αφού, όπως βλέπεις, όλοι οι άλλοι χτυπάν(…)

Στο οίκημα που μας έβαλαν, πριν φυλακές δικές μας, στον ένα θάλαμο τον μικρότερο, έμειναν οι ανώτεροι αξιωματικοί, από ταγματάρχη και πάνω, στον μεγαλύτερο δε όλοι εμείς οι άλλοι, από λοχαγό και κάτω.

Το βραδάκι μάς φέρνουν σε μισούς γκαζοτενεκέδες ζεστή αλευρόσουπα – κουρκούτι το λέγαμε στο χωριό μου – κάθε δέκα άτομα μισός γκαζοτενεκές και κουτάλια τα δικά τους.

Ζεστό φαγητό! κανένας μας δεν σκέφτηκε, πλυμένα ή άπλυτα είναι τα κουτάλια, στρωθήκαμε σταυροπόδι γύρω στους γκαζοτενεκέδες και άρχισαν οι κουταλιές να ανεβοκατεβαίνουν με ρυθμό πλήκτρων γραφομηχανής. Λίγο να καθυστερήσεις κι ο γκαζοτενεκές έφθανε στον πάτο. Είχαμε δέκα σχεδόν μέρες να βάλουμε ζεστό φαγητό στο στόμα μας και το κουρκούτι εκείνο μάς φάνηκε νέκταρ.

Μετά το φαγητό έρχεται κάποιος ανθυπολοχαγός και λέει, όσοι θέλουμε μπορούμε να του δώσουμε λεφτά να μας αγοράσει από το παζάρι κουτάλια, πηρούνια ή άλλα μικροπράγματα. Γύρισε σε λίγο φέρνοντας τις παραγγελίες, αλλά μαζί μ’ αυτές, με δική του πρωτοβουλία, μας αγόρασε και αρκετά χαρτοφάκελα, να γράψουμε στα σπίτια μας στην Ελλάδα. Λαμπρή ιδέα. Πού το σκέφτηκε ο καλός αυτός άνθρωπος; Ποιος ξέρει, μπορεί να βρέθηκε κι αυτός αιχμάλωτος και να γνώρισε τη γεύση. Να γράψουμε λέει μόνο λίγες λέξεις και στη γαλλική γλώσσα, ότι δηλαδή βρισκόμαστε αιχμάλωτοι στο Ουσιάκ ( Garnison Uchac) και είμαστε καλά, τίποτε άλλο. Τα γράμματα αυτά θα σταλούν στην Άγκυρα, θα λογοκριθούν και μετά θα τα φροντίσει η Ερυθρά Ημισέληνος. Είναι να μην ευγνωμονείς αυτόν τον άνθρωπο για την ανθρωπιστική τους αυτή ιδέα; Η καημένη η μάνα μου θα πήγαινε να τρελαθεί από την αγωνία της.

Έγραψα τότε τρία γράμματα, ένα για τη μάνα μου στο χωριό, δεύτερο για τον πατέρα μου στη Ρουμανία και το τρίτο στο φίλο μου Τάκη Βαλέκα στην Αθήνα, κάποιο, σκέφτηκα, από τα τρία θα πάει. Πήγαν και τα τρία ύστερα από τρεις μήνες.

Το γράμμα αυτό του Βαλέκα σώθηκε, μετά από τόσα χρόνια, κάπου βρίσκεται στα χαρτιά μου. Το είχε στείλει στη μάνα μου, για να το ιδεί με τα μάτια της και να βεβαιωθεί ότι βρίσκομαι στη ζωή.

Μας έβγαζαν μόνο μία ώρα την ημέρα στο προαύλιο της φυλακής, γύρω πολυβόλα και  μούτρα βλοσυρά να μας παρακολουθούν. Για σωματική σου ανάγκη μόνον ύστερα από άδεια και με συνοδεία.

Κάναμε βόλτες μέσα στο θάλαμο και βλέπουμε από το παράθυρο μερικούς ανθρώπους σκελετωμένους, ρούχα χακί, στραπατσαρισμένα ή απροσδιόριστης προέλευσης, ξυπόλυτους και ξεσκούφωτους, να καθαρίζουν το προαύλιο και τα γύρω της φυλακής. Ακούμε να μιλάν μεταξύ τους ελληνικά και τους ρωτάμε από το παράθυρο: « Ποιοι είστε σεις;» « Έλληνες στρατιώτες αιχμάλωτοι», μας απαντούν.

Μένουμε αποσβολωμένοι. Πάνε οι στρατιώτες μας, λέμε. Τότε συνειδητοποιήσαμε την καταστροφή που έπαθε ο ελληνικός στρατός και η πατρίδα. Αυτοί δεν ήταν άνθρωποι, αλλά πτώματα που περπατούσαν.»

Κατιούσα