Οι Σύριοι πρόσφυγες μιλάνε: «Το πρόβλημα μας είναι η ζωή χωρίς αξιοπρέπεια»

Um Khaled, Μητέρα (Χαλέπι)

 Το σπίτι μας βομβαρδίστηκε και κατέρρευσε πάνω από τα κεφάλια μας. Περάσαμε ένα χρόνο πηγαίνοντας από μέρος σε μέρος μέσα στη Συρία. Ξοδέψαμε όσα χρήματα είχαμε. Στην αρχή πήγαμε στην εξοχή. Ήμασταν τριανταπέντε άτομα σε ένα σπίτι. Οι γυναίκες κοιμόνταν στο ένα δωμάτιο και οι άνδρες στο άλλο. Όταν έπεφταν βόμβες βρισκόμασταν περίπου τριακόσια άτομα στο υπόγειο καταφύγιο.

Η μικρότερη μου κόρη, η Hayat, ήταν στην πρώτη τάξη. Ξυπνούσε ουρλιάζοντας μέσα στη νύχτα και ο πατέρας της την έπαιρνε αγκαλιά. Τελικά μου είπε, «Δεν θα το αντέξεις άλλο αυτό. Θα σε καταστρέψει. Θα σε πάω σε άλλη χώρα».

Του είπα, «Έλα μαζί μας».

Μου απάντησε, «Όχι, θέλω να πάω σε ασφαλές μέρος». Ήθελε να μείνει γιατί η μεγάλη μας κόρη θα έμενε. Ήταν παντρεμένη και είχε τέσσερα παιδιά.

Έτσι φύγαμε και ήρθαμε στο Λίβανο και ό άντρας και η κόρη μου έμειναν στην Συρία. Του μιλούσα και του έλεγα να φύγει από εκεί. Μου απαντούσε, «Έχεις ακόμη μια κόρη στη Συρία και θέλω να μπορώ να την προσέχω. Τα αδέρφια σου και τα αδέρφια μου και τα παιδιά τους είναι και αυτοί εκεί. Δεν θα φύγω. Το σημαντικό είναι πως είμαι ήσυχος για εσένα». Με ρωτούσε αν είμαι καλά και του έλεγα ναι. Δεν ήμουν καλά. Ήθελα μόνο να είναι ήσυχος για εμένα.

Βρήκαμε μια αποθήκη που μπορούσαμε να μείνουμε.

Είχα μερικά χρυσαφικά και πούλησα λίγα για να πληρώσω το νοίκι. Ο χώρος δεν είχε νερό, ηλεκτρικό, τίποτα. Αλλά ήταν ένα μέρος για εμάς για να κοιμηθούμε – εγώ και τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου και ένας από τους γαμπρούς μου που ήταν άρρωστος στο συκώτι. Είμαι νοικοκυρά και δεν έχω εργασιακή εμπειρία. Βρήκα όμως δουλειά σε ένα εργοστάσιο και δούλεψα για έξι μήνες. Δεν το είπα στον άνδρα μου.

Μετά έμαθα πως ένα αεροπλάνο έριξε μια βόμβα και εφτά άνθρωποι σκοτώθηκαν. Ο άντρας μου ήταν αναμεσά τους. Δεν ξέρω αν ήταν μέσα ή έξω από το σπίτι. Το σπίτι ανατινάχτηκε. Προσπάθεια να μαζέψω πληροφορίες, να καταλάβω τι είχε συμβεί. Μου είπαν πως έγινε όπως με όλους τους άλλους: είσαι στο δρόμο και ένας πύραυλος έρχεται ή ποιος ξέρει τι. Μου έστειλαν μια φωτογραφία της ταφής του για να πιστέψω πως ήταν νεκρός.

Αυτό ήταν τρία χρόνια πριν.

Όταν πέθανε έπρεπε να κρατήσω μια περίοδο πένθους όπως αναμένεται από τη θρησκεία μας. Έτσι σταμάτησα να δουλεύω και έμεινα σπίτι. Δεν είχαμε να φάμε και να πιούμε. Έφερα εδώ τις άλλες μου κόρες από τη Συρία, ένας θεός ξέρει πως. Η μια ήταν οχτώ μηνών έγκυος. Στον άντρα της δεν του επιτράπηκε η είσοδος. Υπέφερε. Λιποθυμούσε κάθε φορά που στεκόταν όρθια. Έκλαιγα και σκεφτόμουν πως θα πεθάνει.

Βρήκα άλλη δουλειά, έπλενα σκάλες σε κτίρια και σκούπιζα πάρκινγκ. Ήμασταν πια δεκαοχτώ άτομα που κοιμόμασταν στην αποθήκη: οι τέσσερεις παντρεμένες κόρες μου, οι τρεις γαμπροί μου, τα εννιά τους παιδιά, η Hayat και εγώ. Το χειμώνα έβαζα ένα λεπτό πάπλωμα στο δάπεδο για τα παιδιά και το δίπλωνα από πάνω τους. Μετά που ξυπνούσαν το έβαζα πάνω μου εγώ.

Η Hayat ξυπνούσε στη μέση της νύχτας φωνάζοντας, «Μαμά, σκότωσαν το μπαμπά!» της έλεγα, «Είναι εντάξει, ο θεός να αναπαύσει τη ψυχή του».

Τα άλλα παιδιά έλεγαν, «Γιαγιά κοίτα το ποντίκι!» του έλεγα, «Είναι εντάξει, δεν θα κάνει τίποτα»

Nur, αισθητικός (Χαλέπι)

Μετά από δυο χρόνια στο Λίβανο, η δουλειά του άντρα μου καταστράφηκε. Γυρίσαμε στο Χαλέπι, αλλά βρήκαμε τα πράγματα χειρότερα από ότι τα αφήσαμε. Έπρεπε να βρούμε κάπου αλλού να πάμε.

Φύγαμε για τη Τουρκία και φτάσαμε στα παράλια. Πακετάρισα προσεκτικά μια τσάντα με τα απαραίτητα: τα χαρτιά, τα διαβατήρια, νερό, ασπιρίνες, οινόπνευμα για εντριβή, οδοντόκρεμα, μια αλλαξιά ρούχα και μπισκότα για τα παιδιά. Ο διακινητής μας είπε πως δεν υπήρχε χώρος και πως έπρεπε να τα αφήσουμε όλα πίσω.

Η βάρκα έφτασε. Η εμπειρία του να μπεις μέσα ήταν σα να πέφτεις σε μια βαθιά, σκοτεινή τρύπα. Ο άντρας μου με κοίταξε και είπε, «Να γυρίσουμε πίσω;», του απάντησα «Σε τι;».

Στην Ελλάδα αρχίσαμε να περπατάμε. Ό άνδρας μου κουβαλούσε το γιο μας σε ολόκληρο το ταξίδι των τριών εβδομάδων.

Εγώ κρατούσα τη κόρη μας από το χέρι. Περάσαμε από την Ελλάδα, στην Μακεδονία και μετά στη Σερβία, την Ουγγαρία και την Αυστρία πριν φτάσουμε στην Γερμανία. Τις μέρες καιγόμασταν και τη νύχτα παγώναμε. Τα πόδια μου μάτωσαν και το μόνο που ήθελα ήταν να κοιμηθώ. Σε κάθε βήμα που κάναμε, βρίσκαμε τους εαυτούς μας να κοιτάνε το προηγούμενο. Όταν κοιμόμασταν στο δρόμο, λέγαμε «Πόσο όμορφα ήταν στη βάρκα». Μετά φτάναμε σε ένα χωράφι που χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν για μέρες για να περάσουν τα σύνορα από τη μια χώρα στην άλλη. Λέγαμε «Πόσο όμορφα ήταν όταν κοιμόμασταν στο δρόμο».

Κάποτε καθώς περίμενα για ένα ραντεβού σε μια από τις κρατικές υπηρεσίες εδώ, συνάντησα μια δημοσιογράφο. Μου είπε, «το σημαντικότερο είναι πως είσαι ασφαλής πιά». Της απάντησα, «Μα δεν ήρθαμε εδώ ψάχνοντας ασφάλεια. Δε φοβόμαστε να πεθάνουμε»

Και είναι αλήθεια. Δεν έχουμε πρόβλημα με το θάνατο. Το πρόβλημά μας είναι η ζωή δίχως αξιοπρέπεια. Αν γνωρίζαμε τι μας περίμενε δεν θα ερχόμασταν. Ήρθαμε όμως και τώρα δε μπορούμε να πάμε πίσω. Δεν υπάρχει οδός επιστροφής. Είναι σαν να περπατάμε σε ένα σκοινί που κάθε φορά που προχωρούσαμε μπροστά κοβόταν πίσω μας. Όπως στα κινούμενα σχέδια, όταν οι ήρωες περνάνε μια γέφυρα που καταρρέει από κάτω τους καθώς την περνάνε τρέχοντας.

*Wendy Pearlman

Αρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα TruthOut. Η Wendy Pearlman είναι καθηγήτρια στο Northwestern University με εξειδίκευση στην πολιτική της Μέσης Ανατολής, έχει γράψει βιβλία για τον Παλαιστινιακό αγώνα. Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο της We Crossed a Bridge and It TrembledVoices from Syria (Harper CollinsPublishers, 2017) με συνεντεύξεις και μαρτυρίες Σύριων προσφύγων.

Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

geniusloci2017