Κλάους Μπάρμπι: Ο χασάπης της Λυών

Το παρόν κείμενο αναφέρεται στη ζωή, στη δράση και τη δίκη του ναζιστή Κλάους Μπάρμπι, ο οποίος καταδικάστηκε το 1987 στην πόλη Λυών της Γαλλίας για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο Μπάρμπι που για ένα διάστημα κυκλοφορούσε στη Γερμανία με διάφορα ψευδώνυμα, πέρασε λαθραία στη Βολιβία, ενώ από το 1947 μέχρι και τη δεκαετία του εξήντα εργαζόταν για την αμερικανική υπηρεσία στρατιωτικών πληροφοριών CIC, όπως επίσης για την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών της Γερμανίας, υπηρετώντας ταυτόχρονα τις διάφορες δικτατορίες στη Βολιβία, συνεχίζοντας την εγκληματική δράση του (ΠΓ).

της Horsta Krum

Πριν από 75 χρόνια, στις 11 Νοεμβρίου 1942, τα γερμανικά και τα ιταλικά στρατεύματα κατέλαβαν και το νότιο τμήμα της Γαλλίας, το οποίο μετά την ανακωχή της 22ας Ιουνίου 1940 βρισκόταν υπό την κυβέρνηση του στρατάρχη Φιλίπ Πεταίν και θεωρούνταν «ελεύθερη ζώνη» [1]. Η περιοχή αυτή, ωστόσο, δεν ήταν ελεύθερη αλλά ο Πεταίν και η κυβέρνησή του εξαρτιόνταν σε μεγάλο βαθμό από τη γερμανική στρατιωτική κυβέρνηση του Παρισιού. Υπήρχε όμως διαφορά στο αν για την πολιτική ζωή, για τη συνολική διοίκηση καθώς και για τα στρατόπεδα κράτησης ήταν υπεύθυνοι Γερμανοί ή Γάλλοι: Οι διωκόμενοι, τα καθοδηγητικά όργανα των Οργανώσεων, στα οποία ανήκαν επίσης το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, νότια της γραμμής οριοθέτησης, ήταν λιγότερο εκτεθειμένοι στους διωγμούς.

Η απόβαση των αγγλο-αμερικανικών στρατευμάτων στη βόρεια Αφρική προκάλεσε ανησυχία στους γερμανούς διοικητές του στρατού, και οι αντιστασιακές ομάδες αποκτούσαν όλο και περισσότερο άμεση και έμμεση υποστήριξη, κυρίως στο νότο. Οι κατακτητές έθεσαν, επομένως, τώρα υπό τον έλεγχό τους και τη νότια Γαλλία. Τώρα χρειάζονταν πεπεισμένους και έμπειρους, κυρίως αδίστακτους ναζί, ώστε να καταπολεμήσουν αποτελεσματικά την Αντίσταση και να αποκτήσουν όσο το δυνατό περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα περαιτέρω πολεμικά σχέδια των συμμάχων. Ένας από αυτούς που είχε ήδη δοκιμαστεί, ήταν ο Κλάους Μπάρμπι.

Γιατί ο Κλάους Μπάρμπι; Κόσμος του ήταν ο ναζιστικός κόσμος, ιδεολογικά και επαγγελματικά. Άλλες πεποιθήσεις δεν φαίνεται να είχε μέχρι το τέλος της ζωής του. Οι πολιτικές του δραστηριότητες, τις οποίες άσκησε αρχικά μέχρι τη φυγή του στη Βολιβία το 1951, χρησίμευαν μόνο για την υλική διασφάλιση της ζωής –μεταβατικά, μέχρι που ήταν ξανά σε θέση να επιστρέψει στη δραστηριότητα που του ήταν οικεία και στην οποία είχε εξειδικευτεί ήδη από παλιά: να εντοπίζει κομμουνιστές και Εβραίους, να τους βασανίζει και να τους σκοτώνει, να τους εκδικείται για όλα αυτά, με οποιονδήποτε τρόπο, επειδή αντιτάχθηκαν στη ναζιστική κυριαρχία.

Στη Λυών

Το 1935,σε ηλικία 22 ετών, έδωσε όρκο στα Ες Ες, από τις 20.4.1940 υπήρξε ούντερστουρμφυρερ [αντιστοιχεί στο βαθμό του ανθυπολοχαγού, Π. Γ.], διηύθυνε το τμήμα αντικατασκοπείας της Υπηρεσίας Ασφαλείας. Η μονάδα του στάλθηκε τον Απρίλιο του 1940 στην Ολλανδία για να εντοπίσει Εβραίους, ελευθεροτέκτονες και γερμανούς μετανάστες. Κατά το διάστημα αυτό ήταν υπεύθυνος για την εκτόπιση 389 Εβραίων και για πολλές διώξεις, ενώ συχνά καθοδηγούσε ο ίδιος τις επιθετικές ενέργειες. Για τα εγκλήματά του το Γερμανικό Ράιχ τον αντάμειψε με τον Σιδηρού Σταυρό Β’ Τάξης, τα Ες Ες τον προήγαγαν σε όμπερστουρμφυρερ [αντιστοιχούσε στο βαθμό του υπολοχαγού, Π. Γ.]. Στα τέλη του 1942 το Κεντρικό Γραφείο Ασφαλείας του Ράιχ τον έστειλε στη Λυών, η οποία μέχρι τότε ανήκε στη μη κατεχόμενη ζώνη.

Γιατί ειδικά στη Λυών; Εδώ διασταυρώνονται ανέκαθεν οι εμπορικοί δρόμοι μεταξύ Δύσης και Ανατολής, μεταξύ Ατλαντικού και της κοντινής Γενεύης, καθώς και μεταξύ βορρά και νότου, που ευνοείται από τους ποταμούς Ροδανό και Σον, οι οποίοι συμβάλλουν στη Λυών. Το εμπόριο και η υφαντουργία μεταξιού μετέτρεψαν τη Λυών σε μια ευημερούσα πολιτιστική πόλη και ταυτόχρονα σε τόπο διαμαρτυρίας των φτωχών ενάντια στους πλούσιους [2]. Η περιοχή της Λυών στην οποία οι υφαντουργοί μεταξιού ζούσαν, εργάζονταν και από το 1832 έκαναν εξεγέρσεις, σφραγίζεται μέχρι σήμερα από αυτή την παράδοση.

Στη Λυών, στη «πρωτεύουσα της Αντίστασης», είχαν την έδρα τους μικρές και μεγάλες αντιστασιακές ομάδες, τα τυπογραφεία τους και τα οπλοστάσιά τους. Εδώ σχεδιάστηκαν σαμποτάζ σε εργοστάσια και πρατήρια καυσίμων˙ εδώ γινόταν η επικοινωνία με την εξόριστη κυβέρνηση στο Λονδίνο, η οποία, μεταξύ άλλων, προμήθευε όπλα με αλεξιπτωτιστές˙ από δω διατηρούσαν οι «κούριερ», τις περισσότερες φορές ήταν νεαρές γυναίκες, επαφές με τις αντιστασιακές ομάδες˙ από δω μεταφέρονταν οι φυγάδες σε ασφαλή μέρη και τα μέλη της Résistance [Αντίστασης] μοιράζονταν στα γύρω βουνά. Έτσι ήταν λογικό να στείλει η Υπηρεσία Ασφαλείας τον «δοκιμασμένο» συνεργάτη της Κλάους Μπάρμπι στη Λυών ως επικεφαλή του Τμήματος IV, της Μυστικής Κρατικής Αστυνομίας [Γκεστάπο].

Η παλιά πόλη-φρούριο της Λυών είχε μια στρατιωτική φυλακή, η οποία ήταν χτισμένη σαν φρούριο, γι’ αυτό και δικαιολογημένα ονομάζεται «Fort Montluc». Ο Μπάρμπι σχετικά γρήγορα γέμισε αυτή τη φυλακή με πολιτικούς κρατούμενους. Προσέλαβε περίπου 120 συνεργάτες, Γερμανούς, Γάλλους, άντρες άλλων εθνικοτήτων, τους εκπαίδευσε, τους έστελνε σε σπίτια, στην περιοχή γύρω από τη Λυών, στη συνέχεια στην επαρχία, ώστε εμφανιζόμενοι ανοιχτά ή με δήθεν φιλικές διαθέσεις, να εντοπίζουν Εβραίους και αγωνιστές της Αντίστασης και τους υποστηρικτές τους, καθώς και νεαρούς άντρες των ετών 1921/22, οι οποίοι διέφυγαν την καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία.

Στην αρχή ο Μπάρμπι και οι άντρες του δεν είχαν ακόμη πρόσβαση σε μια περιοχή ανατολικά του [ποταμού] Ροδανού μέχρι και τα ελβετικά σύνορα, επειδή η περιοχή αυτή μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1943 βρισκόταν υπό ιταλικό έλεγχο. Έτσι ήταν ακόμη δυνατό να φτάσουν από δω στην Ελβετία οι φυγάδες, μέχρι που οι γερμανοί κατακτητές έκλεισαν και αυτό το δρόμο.

Από τη [φυλακή] Montluc ο Μπάρμπι έστελνε τακτικά φυλακισμένους στην έδρα της Γκεστάπο. Αυτή ήταν το πρώην κτίριο στο οποίο εκπαιδεύονταν οι στρατιωτικοί γιατροί, ένα μεγάλο, πολυώροφο κτίριο με ένα εκτεταμένο υπόγειο. Εκεί έγιναν οι περισσότερες «ανακρίσεις». 

Οι άντρες του Μπάρμπι είχαν εκπαιδευτεί επίσης σε μεθόδους βασανιστηρίων. Έβριζαν και βασάνιζαν Εβραίους και προσπαθούσαν να αποσπάσουν ομολογίες από τους πολιτικούς κρατούμενους, τους άντρες και τις γυναίκες. Συχνά βασάνιζε ο ίδιος ο Μπάρμπι και οι βοηθοί του παρακολουθούσαν, ή, αυτός παρακολουθούσε, επενέβαινε ή έπινε αλκοόλ, φλέρταρε με μια γραμματέα. Τα βασανιστήρια, στα οποία χρησιμοποιούνταν επίσης εκπαιδευμένα λυκόσκυλα, ήταν φρικτά, έτσι που σήμερα αναρωτιόμαστε πως είχαν τη δύναμη μερικά θύματα να αντισταθούν χωρίς να ομολογήσουν.

Μετά τις «ανακρίσεις» οι κρατούμενοι μεταφέρονταν ξανά στο Montluc. Η Ντόρα Σαούλ, γερμανίδα κομμουνίστρια αγωνίστρια της Αντίστασης, είχε καταφέρει να προσληφθεί ως υπάλληλος γραφείου. Από το γραφείο της ήταν σε θέση να παρακολουθεί πως έφθαναν ένα ή και περισσότερα αυτοκίνητα στην αυλή, πως έσπρωχναν οι φρουροί τους κρατούμενους από το αυτοκίνητο, και πως αυτοί στη συνέχεια μετά από ώρες σπρώχνονταν ξανά στο αυτοκίνητο, συχνά με αίματα και μισολιπόθυμοι. Η Ντόρα Σαούλ έστειλε μια λίστα με ονόματα στο Λονδίνο για τα μέλη της Γκεστάπο της Λυών. Έτσι, μέσω του ραδιοφώνου στο Λονδίνο έγινε για πρώτη φορά γνωστό το όνομα του Κλάους Μπάρμπι.

Μερικά θύματα στέλνονταν στο «παράπηγμα για τους Εβραίους» της φυλακής ή, ακριβέστερα: τους πετούσαν. Εδώ οι συνθήκες υγιεινής και η στενότητα του χώρου ήταν ακόμη χειρότερες. Το παράπηγμα για τους Εβραίους δεν υπάρχει πλέον, φαίνονται μόνα τα περιγράμματά του στην αυλή.

Στο μεταξύ το Fort Montluc είναι προσβάσιμο στο κοινό ως μνημείο. Η ίδια η φυλακή με πολλούς ορόφους, με τα στενά, γυμνά κελιά, στους τοίχους των οποίων έχουν σήμερα στερεωθεί μερικές φωτογραφίες των φυλακισμένων, με τις λίγες πρωτόγονες εγκαταστάσεις υγιεινής –όλο το κτιριακό συγκρότημα με την αυλή και έναν στενό διάδρομο, ο οποίος οδηγεί σε έναν ψηλό τοίχο, στον οποίο τουφεκίζονταν οι φυλακισμένοι- εδώ, ακόμη και σήμερα πλημμυρίζει κανείς απ’ τη ψυχρή φρίκη.

Η μεγαλύτερή του «επιτυχία»

Ο Μπάρμπι για είκοσι περίπου μήνες έκανε πράξη το μίσος του που του δίδαξε η ναζιστική ιδεολογία. Ο απολογισμός των εγκλημάτων του είναι τρομακτικός: 4.342 δολοφονίες, 7.581 εκτοπισμένοι Εβραίοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, 14.311 αγωνιστές της Αντίστασης, για τους οποίους διέταζε να φυλακιστούν και να μεταφερθούν˙ τα δεινά των θυμάτων δεν μπορούν να εκφραστούν σ’ αυτούς τους αριθμούς. Στις 24 Αυγούστου 1944 η Αντίσταση απελευθέρωσε τη φυλακήMontluc.

Ο Jean Moulin ήταν ανώτερος δημόσιος υπάλληλος του γαλλικού κράτους και μέλος της Αντίστασης. Ο στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ, επικεφαλής της εξόριστης κυβέρνησης στο Λονδίνο, του ανέθεσε να συνενώσει τις διάφορες αντιστασιακές ομάδες που υπήρχαν στη Γαλλία σε ένα ενιαίο κίνημα. Αυτό ενίσχυσε την Αντίσταση και απλοποίησε την επικοινωνία με το Λονδίνο. Έτσι, ο Jean Moulin έγινε μεταξύ των αγωνιστών της Αντίστασης το άτομο που καταζητούνταν περισσότερο˙ την έδρα του την είχε στη Λυών.

Για την 21η Ιουνίου 1943 είχε προσκαλέσει επτά ηγέτες της Αντίστασης σε μια συνάντηση στο προάστιο της Λυών,Caluire, στο σπίτι του γιατρού Frédéric Dugoujon. Αυτός δεν ήταν ενεργός στην Αντίσταση, υποστήριζε όμως και συμφωνούσε ότι η συνάντηση, τις λεπτομέρειες της οποίας δεν ήθελε να μάθει, μπορούσε να λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της απογευματινής ώρας της επίσκεψης. Οι οκτώ άνδρες της Αντίστασης έφτασαν οι ένας μετά τον άλλο˙ οι πρώτοι πέντε οδηγήθηκαν από τον υπάλληλο του σπιτιού επάνω, οι επόμενοι κάθισαν στο δωμάτιο αναμονής. Τότε έφθασαν πολλά αυτοκίνητα της Γκεστάπο, πήδηξαν έξω άντρες και υπό την αρχηγία του Κλάους Μπάρμπι όρμησαν στο σπίτι του γιατρού και συνέλαβαν όλους τους παρόντες, συμπεριλαμβανομένου του γιατρού και του υπαλλήλου του. Όλοι μεταφέρθηκαν στο Montluc. Ο υπάλληλος του σπιτιού και αυτοί που προφανώς ήταν ασθενείς, αφέθηκαν γρήγορα ελεύθεροι. Μεταξύ των αντρών που παρέμειναν έπρεπε να βρίσκονται και αγωνιστές της Αντίστασης. Ο Μπάρμπι ήθελε να θέσει υπό τον έλεγχό του τον Jean Moulin, του οποίου το ψευδώνυμο ήταν «Μαξ». Μετά από δυό ημέρες γνώριζε ποιος ήταν ο «Μαξ». Πίστευε ότι με τη σύλληψη του Jean Moulin θα μπορέσει να τσακίσει την Αντίσταση, και ήθελε με τη βία να αποσπάσει απ’ αυτόν πληροφορίες, όπως για παράδειγμα σχετικά με τα σχέδια των συμμάχων και την εξόριστη κυβέρνηση στο Λονδίνο. Ο σημαντικότερος όμως κρατούμενός του σιωπούσε. Ο Μπάρμπι διέταξε να μεταφερθεί στο Παρίσι και προηγουμένως τον είχε βασανίσει με τέτοια κτηνωδία, που επικρίθηκε και από τους ανωτέρους του. Κατά τη μεταφορά στη Γερμανία, ο Jean Moulin πέθανε. Το ποιος είχε πληροφορήσει τη Γκεστάπο για την επικείμενη συνάντηση στο Caluire, είναι αβέβαιο. Ύποπτος θεωρήθηκε ο συνταγματάρχης René Hardy επειδή ήταν ο μόνος που μπόρεσε να διαφύγει. Μετά το 1945 ο Hardy έπρεπε να απολογηθεί στο δικαστήριο και δυό φορές αθωώθηκε λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων.

Το εκτενές βιβλίο του ιστορικού Jacques Gelin για αυτό το θέμα αφήνει πίσω πολλά ερωτηματικά στον αναγνώστη, φέρει όμως τεκμήρια ότι μέσα στην Αντίσταση υπήρχαν ισχυροί φόβοι ότι οι κομμουνιστές ήθελαν να «διεισδύσουν» στο αντιστασιακό κίνημα, να πάρουν την εξουσία και, μάλιστα, ότι προχωρούν τόσο πολύ, που προδίνουν τους συντρόφους τους στους Γερμανούς. Ο Jean Moulin θεωρούνταν από πολλούς ως «κρυπτοκομμουνιστής» και ενδεχομένως ως σοβιετικός πράκτορας [3].

Μετά τον πόλεμο ο Μπάρμπι ταξίδευε στη Δυτική Γερμανία με διάφορα ονόματα, διέφευγε από τους Άγγλους και τους Αμερικανούς. Μέσω δικτύων πρώην μελών των Ες Ες, έρχεται, όμως, σε επαφή με τους Αμερικανούς και τελικά την Απρίλιο του 1947 προσλαμβάνεται από την αμερικανική υπηρεσία στρατιωτικών πληροφοριών CIC (CounterIntelligence Corps). Η παραμονή του στο στρατόπεδο κράτησης [στην πόλη] Όμπερουρσελ δεν επέδρασε αρνητικά στην καριέρα του, ανακλήθηκε μάλιστα η αρχική κατηγορία περί βασανιστηρίων και δολοφονιών.

Ναι μεν τον αναζητούσαν οι δυτικογερμανικές και οι γαλλικές υπηρεσίες, οι αμερικανικές όμως μυστικές υπηρεσίες αποφάσισαν να τον μεταφέρουν στη νότια Αμερική υπό τη νέα ταυτότητα Κλάους Άλτμαν. Επειδή είχαν χρησιμοποιήσει επίσης τον Μπάρμπι για κατασκοπία κατά της Γαλλίας, ήθελαν να αποφύγουν την έκδοσή του στο Παρίσι.

Στη γραμμή των αρουραίων

Προς το τέλος του πολέμου το Βατικανό οργάνωσε διαδρομές διαφυγής, αρχικά για τα μέλη της φασιστικής Ουστάσα, ιδιαίτερα όμως για τους κροάτες ιερείς, οι οποίοι είχαν κακοποιήσει σέρβους κρατούμενους και τους προσηλύτιζαν βίαια στον καθολικισμό. Στόχος ήταν αυτοί να διαφύγουν από τη γιουγκοσλαβική Δικαιοσύνη. Είναι βέβαιο ότι και οι γερμανοί καθολικοί αξιωματούχοι βοήθησαν επίσης με τέτοιους τρόπους πολλούς ναζί να βγουν έξω από τη χώρα.

Από το 1947 η CIC χρησιμοποίησε επίσης αυτές τις διαδρομές, τις οποίες ονόμασε «γραμμές των αρουραίων». Ο Μπάρμπι δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος υψηλόβαθμος ναζί που πέρασε κατ’ αυτό τον τρόπο λαθραία στη νότια Αμερική. Όπως και άλλοι, «μεριμνούσε» για αυτόν, τη γυναίκα του και τα παιδιά του από τη Γένοβα ο κροάτης ιερέας Krunoslav Draganovic. Ο Draganovic είχε καλές σχέσεις με το Βατικανό και με τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό στη Ρώμη, και μέχρι τη δεκαετία του εξήντα εργαζόταν και για την CIC. Στον πόλεμο είχε διακριθεί ιδιαίτερα ως στρατιωτικός γιατρός μέσω εξαναγκαστικών προσηλυτισμών σέρβων κρατουμένων και μετέπειτα βρήκε άσυλο στο Βατικανό.

Για κάθε άτομο που περνούσε λαθραία ο Draganovic με εντολή της CIC λάμβανε 1000 δολάρια, για τα παιδιά τα μισά. Για τον Μπάρμπι πήρε «οικονομική βοήθεια για το ξεκίνημα» 5000 δολάρια. Αργότερα ο Μπάρμπι είπε για τονDraganovic, ότι αυτός βοήθησε για καθαρά ουμανιστικούς λόγους, συνολικά περίπου 200 αντικομουνιστές: «τόσο τους καθολικούς όσο και τους προτεστάντες, ιδιαίτερα όμως τους αξιωματικούς των Ες Ες. Μου είπε: “Πρέπει να δημιουργήσουμε μια εφεδρεία απ’ την οποία θα μπορούμε να αντλήσουμε αργότερα.” Πιστεύω ότι αυτή ήταν και η πρόθεση του Βατικανού.» [4].

Ο Μπάρμπι ήθελε να μεταφερθεί στην Αργεντινή, αλλά ο Draganovic τον έπεισε να πάει στη Βολιβία: Εκεί –κατά τονDraganovic- υπάρχουν πολλά υποσχόμενα κοιτάσματα πετρελαίου, και το 60% της οικονομίας βρίσκονται στα χέρια της γερμανικής αποικίας, η οποία θα υποδεχτεί τον νεοφερμένο με το «Χάιλ Χίτλερ».

Δεν ήταν [όμως] ακόμη στη συνέχεια ακριβώς έτσι. Τουλάχιστον κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών η οικογένεια Άλτμαν έπρεπε να τα βγάλει πέρα με κόπο. Σύντομα, όμως, ο Μπάρμπι είχε πρόσβαση στη Γερμανική Λέσχη στη Λα Παζ, εκεί έγινε ευυπόληπτο μέλος και το 1957 απέκτησε την βολιβιανή ιθαγένεια. Από το 1964 μπόρεσε τελικά, υπηρετώντας τις δικτατορίες, οι οποίες ακλουθούσαν η μια την άλλη, να ασκήσει τη δραστηριότητα που του ήταν οικεία από την Ευρώπη: «Καταπολέμηση εξεγέρσεων», έτσι λεγόταν στη νέα του πατρίδα. Παρεμπιπτόντως, εκεί εργαζόταν και για την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών [της Γερμανίας]. Τον Φεβρουάριο του 1980 υπέγραψε μια «Συμφωνία πίστης» με τη βολιβιανή κυβέρνηση και δεσμεύτηκε «να υπηρετήσει χωρίς όρους το βολιβιανό στρατό στον τομέα των μυστικών υπηρεσιών» [5]. Για το λόγο αυτό διορίστηκε αντισυνταγματάρχης honoris causa [τιμής ένεκεν, Π. Γ.] και από τότε είχε το δικαίωμα να φορέσει ξανά στολή. Υπό τη διοίκησή του έγιναν λεηλασίες, βασανιστήρια και δολοφονίες˙ το εμπόριο ναρκωτικών και όπλων, από το οποίο επωφελήθηκε επίσης υλικά, πήρε πρωτοφανείς διαστάσεις.

Πολλοί άνθρωποι από διάφορες χώρες συνέβαλαν με επίπονη και επίμονη δουλειά ώστε να γίνει δυνατή η μεταφορά του Μπάρμπι στη Γαλλία. Γνωστοί έγιναν ο Σερζ και η Μπεάτε Κλάρσφελντ, οι οποίοι μπόρεσαν να αποδείξουν την ταυτότητα του Μπάρμπι. Οι εντυπωσιακές ενέργειες της Μπεάτε Κλάρσφελντ κάνουν γνωστό τον «χασάπη της Λυών» στη διεθνή κοινή γνώμη.

Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Siles Zuazo, η οποία διήρκεσε από τον Οκτώβριο του 1982 μέχρι τον Ιούνιο του 1985, ο Μπάρμπι απελάθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1983 από τη Βολιβία στη Γαλλική Γουιάνα. Την επιχείρηση αυτή διηύθυνε ο αναπληρωτής υπουργός Πληροφοριών Gustavo Sánchez. Το βράδυ της 5ης Φεβρουαρίου 1983 ο Μπάρμπι μεταφέρθηκε ως κρατούμενος στη φυλακή Montluc.

Η δίκη

Ήδη το 1952 και το 1954 ο Μπάρμπι είχε καταδικαστεί ερήμην σε θάνατο από τα γαλλικά δικαστήρια λόγω των εγκλημάτων πολέμου. Από το 1972 που έγινε γνωστή η ταυτότητά του, η Γαλλία προσπαθούσε για την έκδοσή  του. Πέρα απ’ το ότι από το 1981 δεν υπήρχε πλέον η ποινή του θανάτου, είχε τεθεί σε εφαρμογή η παραγραφή. Μετά από μια συζήτηση με αντιμαχόμενες απόψεις, η γαλλική Δικαιοσύνη εισήγαγε την έννοια «Εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», επικαλούμενη τις Δίκες της Νυρεμβέργης, τις οποίες διεξήγαγαν οι τέσσερις σύμμαχοι μετά το 1945 κατά υψηλόβαθμων ναζί.

Για να μην επαναληφθεί τίποτα από τις προηγούμενες δίκες, η κατηγορούσα αρχή περιόρισε το πλαίσιο και εκδίκασε κυρίως τρία εγκλήματα: τη σύλληψη και τον εκτοπισμό των παιδιών του Izieu˙ τη διαταγή για τη μεταφορά των Εβραίων και των αγωνιστών της Αντίστασης με τραίνο, το οποίο εγκατέλειψε τη Λυών στις 11 Αυγούστου 1944˙ τη σύλληψη και τον εκτοπισμό 85 Εβραίων του σπιτιού με αριθμό 12 στο δρόμο Αγία Αικατερίνη. Ο δρόμος Αγία Αικατερίνη είναι μια μικρή στενή οδός στο κέντρο της Λυών. Μερικοί από τους παρευρισκομένους στο σπίτι Εβραίους είχαν πλαστά χαρτιά και μπόρεσαν να διαφύγουν τη σύλληψη˙ οι άλλοι 85 εκτοπίστηκαν. Το τραίνο που εγκατέλειψε τη Λυών στις 11 Αυγούστου 1945 με διαταγή του Μπάρμπι, μετέφερε περίπου 600 αγωνιστές της Αντίστασης και Εβραίους στα στρατόπεδα εξόντωσης. Επειδή οι σύμμαχοι πλησίαζαν, οι φασίστες ήθελαν να δολοφονήσουν από πριν όσο το δυνατό περισσότερους κρατούμενους.

Το τρίτο σημείο κατηγορίας αφορούσε στον εκτοπισμό των εβραιόπουλων του Izieu, ένα ορεινό χωριό που βρισκόταν βορειοανατολικά της Λυών. Αυτά τα παιδιά κατάγονταν από την Αλγερία, από ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, από τη Γαλλία, την Αυστρία και τη Γερμανία. Την Πέμπτη, παραμονή του Πάσχα, στις 6 Απριλίου 1944, ο Μπάρμπι τηλεγράφησε στο Παρίσι: «Σήμερα τις πρωινές ώρες έγινε έφοδος στο εβραϊκό ορφανοτροφείο “Colonie enfant” στοIzieu – Ain. Συνολικά συνελήφθησαν 41 παιδιά ηλικίας 3 έως 13 ετών. Επιπλέον, πέτυχε η σύλληψη όλου του εβραϊκού προσωπικού, αποτελούμενου από 10 κεφάλια, εκ των οποίων 5 γυναίκες. Δεν έγινε δυνατή η εξασφάλιση μετρητού χρήματος ή άλλων περιουσιακών στοιχείων = Η μεταγωγή [στην πόλη] Drancy θα πραγματοποιηθεί στις 7.4.44…» [6]. Η ακριβής τήρηση βιβλίων των ναζί αποδείχνει ότι ο διευθυντής του ορφανοτροφείου και δυό αγόρια πυροβολήθηκαν στο δρόμο προς το Άουσβιτς.

Κατά τη διάρκεια των ερευνών του το ζευγάρι Κλάρσφελντ είχε διαπιστώσει ότι την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1944 εκτοπίστηκαν επιπλέον περισσότερα από πενήντα εβραιόπουλα ηλικίας μεταξύ 15 μηνών και 15 ετών από την περιοχή της Λυών.

Στις 11 Μαΐου 1987 άρχισε η δίκη [7]. Διήρκεσε 37 ημέρες ανάκρισης˙ 107 μάρτυρες εκπροσωπούμενοι από 39 δικηγόρους, απάντησαν σε ερωτήσεις˙ ο δικηγόρος Jacques Vergès ανέλαβε την υπεράσπιση, υποστηριζόμενος από έναν κογκολέζο και έναν αλγερινό δικηγόρο. Αφότου τέθηκαν ερωτήσεις για το πρόσωπο του Μπάρμπι, αυτός επέμενε να επιστρέψει στο κελί του. Επικαλέστηκε τη βολιβιανή του ιθαγένεια και χαρακτήρισε παράνομη την απέλαση και τη μεταφορά του στη Γαλλία.

Υπήρχαν μάρτυρες, οι οποίοι μπόρεσαν να καταθέσουν με πολύ μεγάλη δυσκολία επειδή ανακάλεσαν στη μνήμη το φοβερό παρελθόν. Μερικές φορές στην αίθουσα υπήρξε νεκρική σιγή. Μια παιδοκόμος από το Izieu, η οποία είχε φύγει στις 6 Απριλίου 1944, φώναζε με δάκρια: «Και τα 44 παιδιά; Τι ήταν αυτά; Ήταν αγωνιστές της Αντίστασης;» Η καρέκλα όμως του Μπάρμπι, την οποία ήθελε να πετάξει στο πρόσωπο, παρέμεινε κενή.

Η υπεράσπιση είχε δυό στρατηγικές: Έθεσε υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη γνησιότητα των ντοκουμέντων, και παρέθεσε τα εγκλήματα της Γαλλίας κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας, ώστε να σχετικοποιήσει τα εγκλήματα του Μπάρμπι. Ο Vergès έκανε την μακρά αγόρευσή του με μια εξαιρετική ρητορική˙ εδώ υπήρξαν συχνά αναταραχές στην αίθουσα.

Από το 1972 ο Μπάρμπι ζούσε μόνος του. Το 1971 ο γιος του Κλάους (γεννημένος το 1946) υπέστη θανατηφόρο ατύχημα, σύντομα πέθανε η σύζυγός τού Μπάρμπι. Η κόρη του Ούτε (γεννημένη το 1941) ζούσε από το 1969 στη Γερμανία και στη συνέχεια στην Αυστρία. Ήταν παρούσα κατά τη διάρκεια της δίκης. Στους δημοσιογράφους ανέφερε: «Τον γνωρίζω ως πατέρα μου, όχι ως εγκληματία. Είναι πατέρας μου και έτσι θα παραμείνει» [8].

Προς το τέλος της δίκης οδηγήθηκε στην αίθουσα ο Μπάρμπι, ο οποίος πήρε το λόγο και δήλωσε στα γαλλικά, ασάλευτος όπως πάντα: «Δεν πραγματοποίησα την έφοδο στο Izieu. Δεν είχα ποτέ την εξουσία να αποφασίζω για εκτοπίσεις. Καταπολέμησα σκληρά την Αντίσταση, την οποία σέβομαι. Αλλά αυτός ήταν πόλεμος. Και ο πόλεμος τέλειωσε – ευχαριστώ.»

Μετά από εξίμισι ώρες σύσκεψης των ενόρκων, ανακοινώθηκε η απόφαση τις πρώτες πρωινές ώρες την 4η Ιουλίου 1987: ισόβια κάθειρξη.

______

Σημειώσεις

[1] Το γεγονός ότι οι Γερμανοί επισφράγισαν το τέλος της «ελεύθερης ζώνης» ειδικά στις 11 Νοεμβρίου, ήταν μια κυνική προσβολή κατά της Γαλλίας και ιδιαίτερα κατά του στρατάρχη Πεταίν, ο οποίος από τις 11 Νοεμβρίου 1918 θεωρείται σύμβολο νίκης επί του γερμανικού Ράιχ του κάιζερ. Η 11η Νοεμβρίου εξακολουθεί να γιορτάζεται και σήμερα ως κρατική γιορτή.

[2] Οι «Φτωχοί της Λυών» από το 1200 διώχτηκαν από την Καθολική Εκκλησία και επιβίωσαν στις Άλπεις, μέχρι που τον 19ο αιώνα ίδρυσαν την προτεσταντική εκκλησία στην Ιταλία, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα ως μικρή μειονότητα.

[3] Jacques Gelin: L’affaire Jean Moulin, Paris 2013, σ. 516 σσ.

[4] Tom Bower: Klaus Barbie. Itinéraire d’un bourreau ordinaire, Paris 1984, σ. 191

[5] Gustavo Sánchez Salazar und Elisabeth Reimann: Barbie in Bolivien, Berlin 1989, σ. 153

[6] Serge Klarsfeld: Les enfants d’Izieu, Paris 1984˙ σ. 95. Ο συγγραφέας απαριθμεί 44 ονόματα παιδιών ηλικίας 4 έως 17 ετών και επτά ενηλίκων. Κατά τη διάρκεια της αγόρευσής του ο δικηγόρος υπεράσπισης του Μπάρμπι, Vergès, μοίρασε αυτό το βιβλίο και προσπάθησε έτσι να αποδείξει ότι τα ντοκουμέντα είναι πλαστά.

[7] Σε αντίθεση με το λοιπό Δίκαιο, η δίκη τραβήχτηκε σε ταινία. Οι λήψεις δείχνονται από τότε τακτικά στο «Centre de l’Histoirede la Déportation et de la Résistance» της Λυών. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στην αγορά μια κασέτα με έξι DVD, η οποία περιέχει τις μαγνητοσκοπήσεις με περισσότερες από 19 ώρες της δίκης και μερικά σχόλια.

[8] Αχρονολόγητο άρθρο της ημερήσιας εφημερίδας της Λυών Le Progrès.

Πηγή: junge Welt, 11.11.2017

Μετάφραση: Παναγιώτης Γαβάνας

orizondas