Η τραγωδία του Μποπάλ 3ης Δεκεμβρίου 1984

33 χρόνια έχουν περάσει από τη μέρα που σημειώθηκε το χειρότερο βιομηχανικό ατύχημα της ιστορίας στην πόλη Μποπάλ της κεντρικής Ινδίας. Χιλιάδες άνθρωποι μετρούν μέχρι σήμερα τις πληγές τους

Τα ξημερώματα της 3ης Δεκεμβρίου του 1984, πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι εκτέθηκαν σε 40 τόνους ισοκυανικού μεθυλίου, καθώς και σε άλλες τοξικές ουσίες, έπειτα από μαζική διαρροή που σημειώθηκε στο εργοστάσιο εντομοκτόνων της Union Carbide India Limited, στην πόλη Μποπάλ.

Τα ακριβή αίτια της διαρροής δεν έγιναν ποτέ γνωστά. Σύμφωνα, πάντως, με σχετικό Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου , η ινδική Union Carbide, αν και θυγατρική της αμερικανικής πολυεθνικής Union Carbide Corporation, δεν εφάρμοσε ποτέ τα ίδια πρότυπα ασφαλείας κατά το σχεδιασμό ή τη λειτουργία του εργοστασίου της Μποπάλ όπως είχε κάνει στα εργοστάσια των ΗΠΑ. «Ειδικότερα, δεν υπήρχε στη Μποπάλ σφαιρικό πρόγραμμα ή σχέδιο έκτακτης ανάγκης για την προειδοποίηση των τοπικών κοινοτήτων για διαρροές», και αυτό μάλιστα παρά τις προειδοποιήσεις – ήδη από το 1982 – για τα σοβαρά προβλήματα ασφαλείας του συγκεκριμένου εργοστασίου. Αξίζει να σημειωθεί πως μεταξύ των μετόχων της ινδικής θυγατρικής ήταν και η ίδια η κυβέρνηση της χώρας.

Άγνωστος παραμένει σε μεγάλο βαθμό και ο αριθμός των θυμάτων της διαρροής. Μόνο τις πρώτες 2-3 μέρες περισσότεροι από 7.000 άνθρωποι πέθαναν και πολύ περισσότεροι τραυματίστηκαν, ενώ τα επόμενα 20 χρόνια 15.000 έως και 30.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από ασθένειες που σχετίζονται με τη διαρροή των τοξικών ουσιών. Μέχρι σήμερα, οι χημικές ουσίες τις οποίες άφησε πίσω της η Union Carbide εξακολουθούν να δηλητηριάζουν τον εφοδιασμό με νερό, προκαλώντας καρκίνο και αναπηρίες κατά τη γέννηση.

Είναι ενδεικτικό πως 15 χρόνια μετά το ατύχημα, το 1999, εξετάσεις στα υπόγεια ύδατα και στα ύδατα πηγαδιών κοντά στον τόπο της διαρροής αποκάλυπταν την παρουσία υδραργύρου σε επίπεδα από 20.000 έως 6 εκατομμύρια φορές ανώτερα των αναμενομένων, ενώ παράλληλα ανιχνεύθηκε τριχλωροαιθένιο (ουσία που έχει αποδειχθεί ότι βλάπτει την ανάπτυξη των εμβρύων) σε επίπεδα 50 φορές ανώτερα των ορίων ασφαλείας της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ.