Amedeo Bertolo: Οι φανατικοί της ελευθερίας

Είμαι ένας φανατικός εραστής της ελευθερίας

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

Ο αναρχισμός είναι μια υπερβολή της ιδέας της ελευθερίας

ΚΑΡΛ ΠΟΠΠΕΡ

Επέλεξα να ξεκινήσω με αυτές τις δυο δηλώσεις με την ελπίδα να συλλάβω τη διάθεση  τόσο του αναρχισμού όσο και αυτού του κειμένου. Καλό θα ήταν ο αναγνώστης να τις έχει κατά νου κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Είναι εύκολο να χαθεί κανείς στις μυριάδες των ορισμών της λέξης «ελευθερία», η οποία είναι ίσως η πλέον υπερχρησιμοποιημένη ιδέα στη θεσμισμένη πολιτική θεωρία.  

Τα πρόσφατα  γεγονότα στην κεντρική και στην ανατολική Ευρώπη δημιούργησαν μια πραγματική  πλημμύρα  σημείων  αναφοράς, μειώνοντας ακόμα περισσότερο  την αξία της, καθώς η χρήση της επεκτάθηκε ως η γλώσσα της πολιτικής αισιοδοξίας στη μετα-λενινιστική εποχή. Όπως συμβαίνει με το νόμισμα, η υπερπληθώρα του οποίου οδηγεί στην υποτίμηση της αξίας του, έτσι και η σημασιολογική αξία του όρου «ελευθερία» κινδυνεύει να υποτιμηθεί με την ταχύτητα των νοτιοαμερικανικών νομισμάτων –ή των νομισμάτων της πάλαι ποτέ Comecon!  Πρόσφατα, η δεξιά πτέρυγα  του Movimento Sociale Italiana έδωσε  στον  εαυτό  της  το όνομα  «Φασισμός και Ελευθερία» –ένα ωραίο παράδειγμα μαύρου χιούμορ, ίσως.

Αλλά ακόμη και οι φασίστες έχουν δικαίωμα να μιλούν για την ελευθερία σε μια από τις διαστρεβλωμένες μορφές  της, τη λεγόμενη «θετική» ελευθερία, την ελευθερία του να είναι κανείς κύριος του εαυτού του.  Ο Στάλιν και ο Wojtyla έκαναν το ίδιο, ακολουθώντας  τον Πλάτωνα και τον Μοντεσκιέ, οι οποίοι αφαίρεσαν την επιλογή από τη διάσταση της ελευθερίας. Με τα λόγια του Πλάτωνα: «ο άνθρωπος  γίνεται ελεύθερος  όταν κατευθύνεται  προς  το Αγαθό».  Ή με τα λόγια του Μοντεσκιέ: «η ελευθερία συνίσταται στο να έχει κανείς τη δυνατότητα να κάνει αυτό που πρέπει να θέλει».

Σ’ αντίθεση με τα παραπάνω, οι μόνες έννοιες της ελευθερίας που θα πρέπει να μας ενδιαφέρουν είναι εκείνες που είναι χρήσιμες για τον ορισμό της θεωρητικής και της πρακτικής διάστασης της ελευθερίας με την αναρχική της έννοια.

Στη ροή των τρεχουσών  πολιτικών εξελίξεων και της αόριστης και πολλαπλής χρήσης της, η έννοια της ελευθερίας μπορεί να διατηρήσει την αξία της για τους αναρχικούς  μόνο αν μπορέσουμε να την ορίσουμε  επακριβώς  στο πλαίσιο των αξιών που έχουν κεντρική σημασία για τους στόχους μας. Αυτό θα μας επιτρέψει να επανακυρώσουμε την ανεξάντλητη διαφορετικότητα του αναρχισμού, κυρίως στην αντιπαράθεσή του με τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Την ίδια στιγμή, μπορούμε να διαλευκάνουμε τη διαφορετικότητα αυτή και να αποφύγουμε αστήριχτες θέσεις όπως: «από μια αναρχική οπτική, η δικτατορία και η δημοκρατία είναι ένα και το αυτό». Επιπλέον, μπορεί να βρούμε στην έννοια της ελευθερίας μια «ουδέτερη» περιοχή η οποία θα επιτρέψει τη γνήσια επικοινωνία και δράση μεταξύ αναρχικών και μη αναρχικών. Δηλαδή, ενώ θα πρέπει να διατηρούμε  την ταυτότητά  μας και τη διάκρισή μας από τους μη αναρχικούς, δεν θα πρέπει να εμφανιζόμαστε ως υπερβολικά «μοναδικοί». Πολιτισμικά μεταλλαγμένοι, ίσως –αλλά όχι Αρειανοί! Μοιραζόμαστε ένα μεγάλο μέρος της κοινής πολιτισμικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας και ιδιαίτερα, στο βαθμό  που αφορά  στις αξίες, του ευρωπαϊκού  πολιτισμού –κυρίως του πολιτισμού της περιόδου  από το Διαφωτισμό και μετά. Υπάρχουν ορισμένες διαφορές  που είναι σημαντικές, στην πραγματικότητα  θεμελιώδεις, για την ταυτότητά μας, αλλά εντέλει μόνο ορισμένες. Για να χρησιμοποιήσουμε μια γενική μεταφορά: η διάκρισή μας δεν αφορά παρά ελάχιστα πολιτισμικά γονίδια ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα.

Επιπλέον, θα πρέπει  να δούμε  ότι ένας μόνο ορισμός  της ελευθερίας  δεν είναι αρκετός. Χρειαζόμαστε διάφορους ορισμούς, παρότι δεν μπορούν  όλοι αυτοί οι ορισμοί να αποτελούν μέρος μιας αναρχικής αντίληψης για την ελευθερία. Υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα, διαφορετικά περιβάλλοντα, διαφορετικά περιεχόμενα που αντανακλούν, αμέσως ή εμμέσως, την αναρχική έννοια της ελευθερίας τόσο στο περιγραφικό  όσο και στο καθοριστικό της πλαίσιο, στους οργανωτικούς και τους ηθικούς σκοπούς της.

II

Ο Max Planck υποστήριξε ότι «το πρόβλημα της ελευθερίας οδηγεί κατευθείαν στην καρδιά του σκοτεινού δάσους μέσα στο οποίο έχει εξαφανιστεί η φιλοσοφία». Αναζητούμε ένα μονοπάτι που να οδηγεί σ’ αυτό, ένα μονοπάτι που μπορεί να είναι δύσκολο να βρεθεί. Με τα λόγια της Χάννα Άρεντ.

Το να θέσουμε  το ερώτημα  σχετικά με το «τι είναι η ελευθερία» φαίνεται αδύνατο… Στην πιο απλή της μορφή, η δυσκολία μπορεί να συνοψιστεί στην αντίθεση μεταξύ της συνείδησής μας που μας λέει ότι είμαστε ελεύθεροι και άρα  υπεύθυνοι  και στην καθημερινή  εμπειρία  του κόσμου  γύρω  μας στον οποίο καθοδηγούμαστε από την αρχή της αιτίας και του αποτελέσματος.

Το 1963, ήμουν μέλος μιας ομάδας αναρχικών που ίδρυσαν και εξέδιδαν, για σύντομο χρονικό διάστημα, ένα περιοδικό με τον τίτλο Υλισμός και Ελευθερία. Καθώς ήμαστε (ή νιώθαμε ότι ήμαστε) υλιστές και –την ίδια στιγμή– θεωρούσαμε τους εαυτούς μας (και ήμαστε) βαθιά ελευθεριακούς, πιστεύαμε ότι δεν μπορούσε, στην πραγματικότητα, δεν θα έπρεπε, να υπάρχει καμιά αντίφαση μεταξύ των δύο πραγμάτων. Ο ίδιος ο Μπακούνιν δεν είχε μιλήσει για «την υλιστική αντίληψη της ελευθερίας»; Αφού το είχε πει ο «μεγάλος γέροντας»… Εκείνον τον καιρό ήμουν είκοσι δύο ετών.

Σήμερα, η «υλιστική διάσταση της ελευθερίας» μου φαίνεται να είναι ένα πολύ πιο σύνθετο φιλοσοφικό ερώτημα απ’ ό,τι πιστεύαμε τότε. Συγκεκριμένα, θεωρώ την ελευθερία (όχι μόνο με την αναρχική έννοια, αλλά την ελευθερία απλά και καθαρά) ασύμβατη με την αναγωγιστική έννοια του μηχανιστικού υλισμού τον οποίο τόσο περήφανα  υποστηρίζαμε. Ποιος μπορεί σήμερα να είναι τόσο σίγουρος σχετικά με τη φύση της πραγματικότητας, όταν πια δεν είμαστε σίγουροι ούτε για τη φύση της ύλης –όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τις σύνθετες υποθέσεις στο υποατομικό και στο αστροφυσικό άκρο του φάσματος των επιστημονικών ερμηνειών.

Εν τούτοις, εξακολουθώ  να θεωρώ τον εαυτό μου «υλιστή», παρά την από μέρους  μου ειλικρινή παραδοχή της αβεβαιότητας  που  περιβάλλει  τον φιλοσοφικό αυτόν όρο. Αυτός ο «υλιστής» θα πρέπει, και πιθανότατα  πάντοτε έπρεπε, να θεωρείται ως υποστηρικτής του ποππεριανού «ρεαλισμού της κοινής λογικής».   Είμαι υλιστής στο βαθμό που, σ’ αντίθεση με τους διάφορους τύπους και διαφόρων  επιπέδων  ιδεαλιστές, θεωρώ την «ύλη» (με την έννοια του φυσικού κόσμου) ως ένα αναγκαίο θεωρητικό μοντέλο για την πραγματικότητα. Αλλά ο λόγος μπορεί ακόμα να εξηγήσει και να μετασχηματίσει αυτήν την πραγματικότητα  –έχοντας πάντοτε κατά νου ότι τα όργανα  της λογικής μας είναι ασφαλώς πολύ διαφορετικά από την εργαλειακή λογική.

Αν θέλουμε να βρούμε μια λογική εξήγηση των «πραγμάτων», πρέπει να συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε το επίμονο πρόβλημα  της σχέσης μεταξύ ντετερμινισμού και ελευθερίας. Αν πρόκειται η πραγματικότητα να αναχθεί σε καθαρά ντετερμινιστικές σχέσεις, πώς μπορεί να υπάρχει και να γίνει αντιληπτή η ελευθερία; Αν τα πάντα είναι καθορισμένα, τότε η ελευθερία της επιλογής–της κάθε επιλογής– είναι εντελώς φαινομενική, τίποτα παραπάνω  από ένας τρόπος να περιγράφουμε την άγνοια όλων των αιτιών που έχουν κατ’ ανάγκη καθορίσει εκείνη τη συνέχεια φαινομένων που έχουμε επιλέξει. Το να είμαστε επομένως ελεύθεροι σημαίνει ότι θα πρέπει να τροποποιήσουμε ή να απορρίψουμε τον απόλυτο ντετερμινισμό.

Υπάρχει μια πιο ελαστική εκδοχή του ντετερμινισμού, που αποκαλείται επίσης και αυτο-ντετερμινισμός  (μολονότι ελάχιστη σχέση έχει με αυτό που στη συνέχεια θα ονομάσω αυτοκαθορισμό), η οποία παρουσιάζει ενδιαφέρον  (και είναι σχεδόν πειστική) από την οπτική ενός «ελευθεριακού υλισμού» –αλλά παραμένει ανεπαρκής. Αυτός ο ελαστικός ντετερμινισμός όπως τον έχει χαρακτηρίσει ένας αναλυτής, συνοψίζεται από τον Berlin ως εξής: «Η φύση και η δομή της προσωπικότητας, τα αισθήματα, οι συμπεριφορές, οι επιλογές, οι αποφάσεις και άλλες πράξεις που πραγματοποιούνται θα διαδραματίσουν ένα βασικό ρόλο σ’ αυτό που συμβαίνει, αλλά θα είναι επομένως το αποτέλεσμα αιτιών, είτε ψυχολογικών είτε φυσικών, κοινωνικών ή ατομικών, οι οποίες είναι με τη σειρά τους τα αποτελέσματα άλλων αιτιών και ούτω καθεξής σε μια ατέρμονη ακολουθία. Σύμφωνα με την πιο γνωστή εκδοχή αυτού του αξιώματος, είμαι ελεύθερος  εάν μπορώ να κάνω αυτό που θέλω… Εν τούτοις, η ίδια μου η επιλογή είναι αιτιωδώς καθορισμένη, γιατί σε διαφορετική  περίπτωση θα αποτελούσε ένα τυχαίο συμβάν».

Η τύχη είναι το μαύρο πρόβατο  των ντετερμινιστών, τόσο των αυστηρών όσο και των ελαστικών. Παρόλο που προσωπικά  βρισκόμουν  πάντοτε κοντά στη θέση των ντετερμινιστών, φαίνεται ότι η λύση στο φιλοσοφικό δίλημμα της ελευθερίας  μπορεί να αρχίσει να διαφαίνεται μόνο με την εισαγωγή της «τύχης» στο πλευρό του αιτιώδους καθορισμού.

Το τυχαίο αποτελεί μια λογική κατηγορία από τα αρχαία χρόνια, η οποία τέθηκε απαξιωτικά στο περιθώριο από τη νεωτερική επιστήμη (στη θεωρία, εάν όχι στην πράξη) ως καθαρή άγνοια όσον αφορά στις σχέσεις αιτίας και αποτελέσματος, μέχρι λιγότερο από έναν αιώνα πριν. Τότε ο ποσοτικός ιντετερμινισμός (μη-αιτιοκρατία) και οι συνακόλουθες εξελίξεις στη φυσική και στη γενετική επανέφεραν το τυχαίο εκ νέου στη συζήτηση, όχι μόνο στο υποατομικό επίπεδο, αλλά και στο μακρομοριακό. Έτσι, η τύχη φαίνεται να έχει γραπωθεί γερά στο πλευρό της αιτίας και του αποτελέσματος  ως «επιστημονικό» γεγονός, εισβάλλοντας στην αιτιώδη αλυσίδα.

Εν τούτοις, αυτό δεν είναι ακόμη ελευθερία. Ο ιντετερμινισμός της τύχης (παρότι η πιθανότητα μπορεί να προχωρήσει  προς μια κατεύθυνση αναγωγής του τυχαίου στο πεδίο του καθορίσιμου) δεν είναι περισσότερο  ελευθερία απ’ ότι ο αιτιώδης καθορισμός. Ωστόσο, και τα δύο μαζί μπορούν να ιδωθούν ως οι απαραίτητες  προϋποθέσεις, οι λογικά αναγκαίες συνθήκες για την ύπαρξη της επιλογής σ’ ένα ανθρώπινο, δηλαδή στο κοινωνικο-πολιτισμικό, επίπεδο.

Η ελευθερία, αντιληπτή ως ατομική ή συλλογική επιλογή συμπεριφοράς μεταξύ ποικίλων δυνατοτήτων, σε μια συγκεκριμένη κατάσταση πραγμάτων, προϋποθέτει μια ανοιχτότητα  (openness)  σε σχέση με τη συμπεριφορά που είναι εξίσου συμβατή: α) με την ήδη εγκαθιδρυμένη κατάσταση πραγμάτων και β) με την εθελούσια παρέμβαση  στα καθορίσιμα στοιχεία της.

Η τύχη μπορεί επίσης να ιδωθεί από την ενεργητική ανθρώπινη προοπτική ως ένα είδος φυσικού προηγούμενου της ελευθερίας,  πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει στο σημείο αυτό να αναδυθεί  μια ανοιχτή σε μεταβολές  ανθρώπινη φύση, ένα βιολογικό ον του οποίου η συμπεριφορά δεν είναι ουσιωδώς καθορισμένη  από τους «νόμους» της βιολογίας.  Είναι αλήθεια ότι και άλλα είδη επιδεικνύουν μια συμπεριφορά η οποία είναι σε κάποιο βαθμό εθελούσια, «ελεύθερη», αλλά μόνο στο ανθρώπινο  είδος αυτή η διάσταση της ελευθερίας, της εθελούσιας φύσης της συμπεριφοράς, έχει καταστεί ουσιώδης και χαρακτηριστική.

Στη φυσική ιστορία του ανθρώπινου  είδους η ελευθερία αναδύθηκε ως μια νέα διάσταση της πραγματικότητας μεταξύ αιτιότητας και τύχης. Η ελευθερία δεν είναι ούτε ντετερμινισμός ούτε ο ιντετερμινισμός της τύχης που αναφέραμε παραπάνω. Είναι αυτοκαθορισμός. Και είναι σ’ αυτό το σημείο όπου η κοινωνικο-ιστορική  δημιουργία  αναλαμβάνει  την  εξέλιξη της  ανθρώπινης εμπειρίας από την απλή αλληλεπίδραση μεταξύ τύχης και αναγκαιότητας.

Στην πορεία της εξέλιξης της ανθρωπότητας, ο ρόλος του ενστίκτου συρρικνώνεται διαρκώς  και έχει αντικατασταθεί από τον πολιτισμό, δηλαδή  από νόρμες, κανόνες, κώδικες επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης. Όπως έχω γράψει αλλού: «Είναι ακριβώς σ’ αυτήν την αντικατάσταση στην οποία εδράζεται η ιδιαίτερη ελευθερία του ανθρώπου στο υψηλότερο επίπεδό της: τον «αυτοκαθορισμό». Στην πραγματικότητα, οι πολιτισμικά καθορισμένοι  παράγοντες δε δίδονται στον άνθρωπο  (από το Θεό ή από τη φύση), αλλά ο άνθρωπος τους δημιουργεί μόνος του. Οι νόρμες όχι μόνο δεν αντανακλούν φυσικές αναγκαιότητες αλλά και δημιουργούν αυθαίρετες  αναγκαιότητες. Αυτό σημαίνει ότι η δημιουργία  νορμών είναι αναγκαία, επειδή είναι «εγγεγραμμένη» στην ανθρώπινη  φύση (στην ανθρώπινη  ελευθερία, η οποία κατά παράδοξο τρόπο επιβάλλει τον αυτοκαθορισμό της), δεν είναι αναγκαία όμως τα ατομικά στοιχεία των νορμών αυτών. Ο άνθρωπος  πρέπει κατ’ ανάγκη να δημιουργεί νόρμες, μπορεί όμως να δημιουργεί τις νόρμες που επιθυμεί».

Αυτή η ελευθερία των ανθρώπινων  όντων, η οποία ανήκει στο σκεπτόμενο ον ως είδος και σε κάθε επιμέρους μέλος του είδους, είναι μια ελευθερία που εδράζεται στην κριτική αποτίμηση των γεγονότων. Έτσι, η ελευθερία δεν καθίσταται καθαυτή ηθική αξία· και είναι η ελευθερία ως αξία που με ενδιαφέρει. Ωστόσο, αυτή η ανθρωπολογική διάσταση της ελευθερίας, όχι ακόμα ηθική αλλά με ορισμένες ηθικές πλευρές, αποτελεί τον εύθραυστο  θεμέλιο λίθο της ηθικής ελευθερίας σε κάθε πιθανή ερμηνεία της –περιλαμβανομένης και της δικής μας. Αυτό αποτελεί μια ουσιαστική συνθήκη για τη συζήτησή μας.  Για να παραφράσω τον Μπακούνιν όταν μιλούσε για την ανυπαρξία του θεού, «ο άνθρωπος  είναι και θέλει να είναι ελεύθερος, άρα ο απόλυτος ντετερμινισμός δεν υπάρχει».

III

Ακόμα και εάν η ελευθερία είναι μια επιθυμητή δυνατότητα, την οποία οφείλουμε να επιδιώκουμε, δεν μπορεί να είναι επιθυμητή  σ’ ένα απομονωμένο πλαίσιο. Οι ηθικές αξίες ή στόχοι δεν υπάρχουν  ανεξάρτητα από άλλες αξίες. Δεν υπάρχουν  μεμονωμένες  αξίες αλλά μόνο συστήματα αλληλοσυνδεόμενων αξιών.

Αυτό ισχύει εξίσου και για το αναρχικό σύστημα αξιών, του οποίου ο ουσιώδης πυρήνας (όπως άλλωστε ο πυρήνας των άλλων τέκνων του Διαφωτισμού, του φιλελευθερισμού  και του σοσιαλισμού) μπορεί να αναχθεί στη διαφωτιστική-επαναστατική τριάδα της Γαλλικής Επανάστασης: ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα.

Είμαστε αντιμέτωποι  επομένως  με μια διάρθρωση αξιών, στην  οποία  η σχέση μεταξύ των διάφορων  μερών λογοδοτεί για τον χαρακτήρα  και το περιεχόμενο  τόσο των μερών όσο και του συνόλου. Δυστυχώς η γλώσσα μας μπορεί  να ακολουθήσει  μόνο το γραμμικό μονοπάτι  της ειρημένης  σκέψης· στην καλύτερη περίπτωση, δισδιάστατο  με διαχωρισμούς, παρεκκλίσεις και επίμετρα. Εν τούτοις, για να μιλήσουμε σωστά για την ελευθερία, απαραίτητη προϋπόθεση είναι το να μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτήν από μια πολλαπλότητα προοπτικών ταυτόχρονα, να μπορούμε  να συμπεριλάβουμε όλες τις «διαρθρώσεις» της.

Πρέπει επομένως να δούμε την ελευθερία υπό το πρίσμα άλλων ουσιωδών αναρχικών αξιών, αποδίδοντας έτσι σ’ αυτήν τα στοιχεία των σχέσεων της με τις άλλες πλευρές της αξιολογικής διάρθρωσης. Σαν να πιέζουμε ένα τρισδιάστατο σώμα σ’ ένα δισδιάστατο  πεδίο, ενσωματώνοντας  άλλες αξίες στην ελευθερία. Η ελευθερία, στην εννοιολογική διάρθρωση του αναρχισμού, διαθέτει μια «πολυτέλεια» που συνίσταται στο ότι άλλες αξίες μπορούν, αν και με κάποια προσπάθεια, να αναγνωριστούν και ως προκείμενες και/ή ως συνέπειές της.

Η πλέον εξέχουσα από αυτές είναι –όπως είναι αναμενόμενο–  η ισότητα, την οποία οι φιλελεύθεροι επίμονα παρουσιάζουν ως την άσχημη αδελφή της ελευθερίας. Από μια αναρχική οπτική ωστόσο οι δύο αξίες όχι μόνο μπορούν αλλά και πρέπει αναπόφευκτα  να είναι συμβατές. Στους φιλελεύθερους  που θα έλεγαν ότι η ισότητα είναι το ηθικό και λογικό αντίθετο της διαφορετικότητας, επισημαίνουμε ότι η διαφορετικότητα αντιτίθεται στην ομοιομορφία. Κάνοντας τη διαφορετικότητα μια λογική κατηγορία καθαυτή και εγείροντας στις τάξεις συγκεκριμένων αξιών, η ισότητα φτάνει στο σημείο να αποτελεί την άρνησή της.

Δεν πρόκειται εδώ για ένα παιχνίδι λέξεων, αλλά στην πραγματικότητα  για ένα σημασιολογικό εγχείρημα σύμφωνο όχι μόνο με την αναρχική μας παράδοση αλλά ακόμα και με την πιο έντιμη φιλελεύθερη παράδοση. Οι αναρχικοί πάντοτε θεωρούσαν  τη διαφορετικότητα ως υπόρρητο κομμάτι της ελευθερίας ως αξίας, όπως ο αναπόφευκτος ατομισμός μας, η προφανής «ακρότητά» μας, επιδεικνύει διαρκώς  στην πράξη. Βρίσκεται επίσης στην καλύτερη φιλελεύθερη παράδοση, όπως όταν ο John Stuart Mill έγραφε ότι τα κείμενά του για την ελευθερία «σχηματίζουν ένα είδος φιλοσοφικού εγχειριδίου μιας μοναδικής αλήθειας… δηλαδή, της σπουδαιότητας που έχει για τον άνθρωπο και την κοινωνία μια ευρεία ποικιλία χαρακτήρων  και μια πλήρης ελευθερία της ανθρώπινης  φύσης να αναπτυχθεί  σε αναρίθμητες  διαφορετικές  κατευθύνσεις».

Καθιστώντας ρητό αυτό που ως τώρα είναι υπόρρητο, όπως έχω προτείνει και αλλού,  πρέπει  να δούμε  τη διαφορετικότητα –αντιληπτή ως διαφορά απαλλαγμένη  από  οποιεσδήποτε ιεραρχικές  συνδηλώσεις–  ως μια αξία καθαυτή, πράγμα που σημαίνει να αναγνωρίσουμε  ως αξία ένα αναμφισβήτητο γεγονός  της φύσης: την άπειρη διαφορετικότητα της πραγματικότητας.  Οι περιβαλλοντιστές και οι φεμινίστριες επιτελούν ένα ανάλογο εγχείρημα. (Ταυτόχρονα πρέπει να τονιστεί η αρνητική αξία της ανισότητας, της εμποτισμένης με ιεραρχικά στοιχεία διαφορετικότητας).

Σ’ αυτό το σημείο, φτάνουμε  στην ισότητα ως μια αξία απαλλαγμένη  από την αμφισημία, μια αξία που έχει αναχθεί στην ουσιώδη μορφή της ως ποιοτική ισότητα: ισότητα στην ελευθερία. Αυτό από μόνο του δεν εξαλείφει την ποσοτική ποιότητα της ισότητας όπως ορίζεται από τον Καστοριάδη: «αριθμητική» («που κατέχεται ισότιμα από όλους») και «γεωμετρική» («στον καθένα ανάλογα με…», «κατ’ αναλογία με…»).  Εν τούτοις, αυτή η ποσοτική διάσταση μπορεί να αναχθεί σε εφαρμογές  που είναι μόνο μερικές και μπορεί να συζητηθεί υπό το φως της ποιοτικής ισότητας –η οποία είναι ισότητα όσον αφορά στη δύναμη και κατά συνέπεια είναι και ελευθερία. Ακόμα και ένας ομολογημένος εχθρός της ισότητας, όπως ο Raymond Polin, μπορεί να το παραδεχτεί αυτό: «Είναι αλήθεια ότι ακόμη κι εγώ υποστηρίζω  ότι είναι αναμφισβήτητο ότι οι άνθρωποι  γεννιούνται ελεύθεροι, δηλαδή ικανοί για την ελευθερία, και επιπλέον ότι γεννιούνται με τη δυνατότητα να υπάρχουν εν ελευθερία. Η ικανότητα για ελευθερία και συνείδηση, που είναι στην πραγματικότητα  ένα και το αυτό, αποτελεί την ίδια την ουσία της ανθρώπινης φύσης. Από αυτό απορρέει ότι οι άνθρωποι  πρέπει να θεωρούνται  ίσοι ως προς την ικανότητά τους να είναι ελεύθεροι».

Παρόλ’ αυτά, για να είναι εξίσου ελεύθερα τα ανθρώπινα όντα πρέπει να είναι ίσα. Η ισότητα πρέπει να θεωρηθεί ως μια αξία, εάν είναι να προχωρήσουμε περαιτέρω.

Αλλά τι συμβαίνει τώρα με την αδελφότητα  ή, με μια πιο σύγχρονη  διατύπωση, με την αλληλεγγύη, τη «Σταχτοπούτα» της επαναστατικής τριάδας; Ελάχιστα προβληματική  μου φαίνεται στο πλαίσιο της παρούσας  συζήτησης για την ελευθερία.

Είναι σαφώς δύσκολο να φανταστούμε ένα τόσο χαρακτηριστικά κοινωνικό ον όπως οι εαυτοί μας να υπάρχει χωρίς μια ευρεία και επεκτεινόμενη εφαρμογή αλληλοβοήθειας.  Η αυτονομία των ατόμων πρέπει να συνυπάρχει με την κοινωνική αλληλεξάρτηση (ένας ακόμη όρος ο οποίος είναι αρκετά προσφιλής στην περιβαλλοντική σκέψη). Αλλά η αλληλεγγύη είναι επίσης απαραίτητη στο επίπεδο των επιδιωκόμενων αξιών, ως το θεμέλιο της ελευθερίας, της ισότητας και της διαφορετικότητας, για να διασφαλίζει ότι η ελευθερία  δεν καταντά αδιαφορία  και ότι η διαφορετικότητα δεν γίνεται ανισότητα. Πρέπει επίσης να διασφαλίσει ότι η δικαιοσύνη δεν είναι τυφλή, αποφεύγοντας ό,τι ο Μπούκτσιν αποκαλεί ανισότητα των ίσων, μια «de facto ανισότητα» μεταξύ «ανθρώπων που έχουν ίσα δικαιώματα» και περιφρουρώντας τις διαφορές και τα μέσα μιας ισότητας στη διαφορετικότητα. Η αλληλεγγύη είναι απαραίτητη για να δώσει μια αίσθηση συνοχής στο φαινομενικό παράδοξο του «κοινοτιστικού ατομικισμού», στον οποίο ο Alan Ritter εύστοχα ανάγει τον εννοιολογικό πυρήνα του αναρχισμού.

Εν τούτοις, αυτό το αίτημα για μια αίσθηση κοινότητας δεν πρέπει να μας απομακρύνει από το γεγονός ότι η αναρχική αλληλεγγύη δεν περιορίζεται σε μικρές ομάδες. Επεκτείνεται πέρα από την οικογένεια, την πατρίδα, τη φυλή ή το έθνος  για να συμπεριλάβει  ολόκληρο  το ανθρώπινο  είδος, μολονότι αναπόφευκτα  σε μια σειρά ομόκεντρων  κύκλων μειούμενης έντασης (και με ιδιαίτερη σημασία να δίνεται προς τους πιο αδύναμους). Η ένταση αυτής της αλληλεγγύης μπορεί να μειώνεται, αλλά η φύση της παραμένει  αναλλοίωτη χωρίς ποτέ να καθίσταται παράταιρη.

IV

Αυτός είναι ο σκελετός του περιεχομένου της αναρχικής ερμηνείας της ελευθερίας ως αξίας. Το πρώτο βήμα για να επενδυθεί με σάρκα ο σκελετός αυτός μπορεί να βρεθεί στα γραπτά του Μπακούνιν. Αυτή η «πνευματική αναγνώριση» δε συνιστά με κανένα τρόπο  μια υπόκλιση μπροστά  σε μια αυθεντία, αλλά είναι απλώς αποτέλεσμα του γεγονότος ότι δεν κατόρθωσα να βρω κάτι καλύτερο –παρά το γεγονός ότι οι ορισμοί του Μπακούνιν είναι μάλλον εν μέρει διαισθητικοί (και πρέπει να κατανοηθούν διαισθητικά) παρά πλήρως ερμηνεύσιμοι λογικά.

Πέραν αυτού, η αναρχική αντίληψη για την ελευθερία, στα θεμέλιά της, βρίσκεται πιθανώς έξω από τα όρια της λογικής ανάλυσης και δεν μπορεί να αναχθεί σ’ έναν ακριβή και πλήρως ορθολογικό ορισμό. Είναι σχεδόν ακατάληπτη και μπορεί να εξηγηθεί μόνο με μεταφορές. Παρότι απέχω πολύ από το να επικαλούμαι το πέπλο του μυστικισμού, ακόμα κι εγώ, άθεος και ορθολογιστής από πολύ νεαρή ηλικία, πρέπει να αποδεχτώ, σε κάποιο βαθμό, την άρνηση του να υποκλίνονται πλήρως στη λογική οι θεμελιώδεις αρχές του αξιακού μου συστήματος. Δεν με αφορά καθόλου κάτι τέτοιο. Ο Μπακούνιν είπε ότι η ελευθερία είναι πρώτα και κύρια αισθητική, ένα πάθος, πριν γίνει πολιτική· και ίσως ακόμη και πριν γίνει ηθική. Ο μεγάλος γέροντας  είπε: «είμαι ένας παθιασμένος εραστής της ελευθερίας». Εραστής! Αυτό μας φέρνει πλήρως μέσα στην αισθητική διάσταση  της ελευθερίας, στο πεδίο  του «συναισθήματος». Μου αρέσει η ελευθερία, την αγαπώ –και, σαν έσχατη λύση, θα πέθαινα γι’ αυτήν.

Αλλά επιστρέφοντας στο πιο εύληπτο, αν και ακόμα ολισθηρό, επίπεδο του ηθικο-πολιτικού, ο Μπακούνιν είπε: «Μπορώ να πω ότι αισθάνομαι ελεύθερος μόνο εν τη παρουσία άλλων ανθρώπων  και σε σχέση μ’ αυτούς… Είμαι ελεύθερος και άνθρωπος  μόνο στο βαθμό που αναγνωρίζω την ελευθερία και την ανθρώπινη  υπόσταση  αυτών που βρίσκονται  γύρω  μου… Ένας ιδιοκτήτης δούλων δεν είναι άνθρωπος  αλλά αφέντης». Έπειτα, φτάνοντας στην καρδιά του θέματος, «…η ελευθερία των άλλων, εάν απέχει από το να αποτελεί όριο ή άρνηση της δικής μου, αντίθετα είναι η αναγκαία συνθήκη που την επιβεβαιώνει. Μπορώ να είμαι πραγματικά ελεύθερος μέσα από την ελευθερία των άλλων έτσι ώστε όσο πιο πολλοί ελεύθεροι άνθρωποι υπάρχουν γύρω μου, όσο ευρύτερη, βαθύτερη  και εκτεταμένη είναι η ελευθερία τους, τόσο ευρύτερη, βαθύτερη  και εκτεταμένη είναι και η δική μου ελευθερία».  Και πάλι, «Μιλώ για εκείνη την ελευθερία στην οποία κάθε άτομο αντί να αισθάνεται περιορισμένο από την ελευθερία των άλλων, βρίσκει σ’ αυτή τη δική του επιβεβαίωση και τη δική του διέξοδο προς το άπειρο».

Ποια είναι λοιπόν αυτή η ελευθερία που δημιουργεί μια «συλλογική ισχύ», έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα, όταν προστίθενται  οι ατομικές ελευθερίες, υπερβαίνει το άθροισμά τους –κατ’ ανάλογο περίπου  τρόπο με αυτόν που ο Προυντόν περιέγραψε για την οικονομία; Είναι σαφώς η αναρχική ελευθερία η οποία συνδέεται στενά και υποχρεωτικά με την ισότητα, την αλληλεγγύη και τη διαφορετικότητα,  ισχυρή ισότητα,  ισχυρή αλληλεγγύη, ισχυρή διαφορετικότητα. Είναι αυτή η «ισχύς»  που τις καθιστά συμβατές, σε αντίθεση με τις αδύναμες αντιλήψεις για την ελευθερία και την ισότητα που εξασθενίζουν η μία την άλλη, διατηρώντας και ενισχύοντας ακόμα τις φαινομενικές αντιφάσεις τους.

V

Για το επόμενο βήμα μας προς έναν πιο πλήρη τυπικό ορισμό της αναρχικής αντίληψης για την ελευθερία, είναι ίσως χρήσιμο να διακρίνουμε μεταξύ δύο κατηγοριών, οι οποίες σε γενικές γραμμές αντιστοιχούν στη «δημόσια» και την «ιδιωτική» σφαίρα.

Αυτή η διάκριση είναι περισσότερο  λογική παρά πραγματική. Η αντιπαράθεση της «ελευθερίας στην πολιτική» και της «ελευθερίας από την πολιτική», για να χρησιμοποιήσω  τους όρους  της Άρεντ,  δεν είναι ουσιώδης  εδώ. Η αναρχική αντίληψη φέρνει κοντά, με τους όρους  του Benjamin Constant  de Rebecque, την αρχαία και τη νεωτερική ιδέα της ελευθερίας.  Έρχονται κοντά, αλλά δεν συγχωνεύονται. Πρέπει ίσως να παραμείνουν  τυπικά διαχωρισμένες εάν, όπως μας λέει ο Norberto Bobbio, «το πρόβλημα της ελευθερίας είναι το πώς να πράττουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε μία δημόσια σφαίρα και μία ιδιωτική, έτσι ώστε ο άνθρωπος  να μην ανάγεται πλήρως στον πολίτη».

Έτσι έχουμε δύο εκδηλώσεις του ίδιου φαινομένου:

1) την ελευθερία ως αυτοκαθορισμό του ανθρώπινου  όντος, όλων των συγκεκριμένων επιμέρους  ανθρώπινων  όντων· οι άνθρωποι  αυτοκαθορίζονται και αυτοπραγματώνονται συμμετέχοντας  ενεργά  και άμεσα στη διαδικασία του πολιτισμικού καθορισμού, της κοινωνικο-ιστορικής δημιουργίας, της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στην «πολιτική» σφαίρα.

2) την ελευθερία στο ότι τα άτομα αυτοκαθορίζονται και αυτοπραγματώνονται επίσης με τις επιλογές τους στην «ιδιωτική» σφαίρα –δηλαδή, σ’ οτιδήποτε έχει να κάνει με ατομικούς τρόπους ζωής.

Η πρώτη σφαίρα, η δημόσια ή «πολιτική», είναι αυτή του γενικευμένου πλαισίου κοινωνικών καθορισμών  της συμπεριφοράς.  Και αυτοί οι καθορισμοί δεν θα είναι εξωτερικοί περιορισμοί  που επιβάλλονται στο άτομο, εάν αυτό συμμετέχει στη διαρκή δημιουργία  και αναδημιουργία  τους (τροποποίηση  ή επιβεβαίωση)  στη βάση της ισότητας. Μόνο έτσι η δεύτερη  σφαίρα, η «ιδιωτική», δεν καθίσταται το τελευταίο καταφύγιο της ελευθερίας  (μια «ιδιωτικοποιημένη» ελευθερία), αλλά η σφαίρα μιας άλλης πλευράς της ελευθερίας, αυτής της ατομικής ελευθερίας μέσα στο δίκτυο της συλλογικής ελευθερίας –ή καλύτερα, μιας και ο όρος «συλλογική» μπορεί να είναι διφορούμενος, του συλλογικού «παιχνιδιού της ελευθερίας». Σκόπιμα χρησιμοποιώ τη λέξη «παιχνίδι», επειδή όλα τα παιχνίδια έχουν κανόνες (μολονότι μπορούμε  να εφεύρουμε νέους). (Υπάρχουν βεβαίως παιχνίδια που εξαρτώνται εντελώς από το τυχαίο, αλλά είναι τα λιγότερο απολαυστικά).

Έτσι η αντιπαράθεση  της ελευθερίας στην πολιτική και της ελευθερίας από την πολιτική δεν μας αφορά (ως αναρχικούς), αλλά είναι ένα δίλημμα που τίθεται μόνο σ’ αυτούς που βλέπουν την πολιτική (τη δημόσια σφαίρα, τις κοινωνικές νόρμες) ως τη σφαίρα της ανελευθερίας, προδιαγεγραμμένη από αυτούς που θέλουν τα πάντα να ελέγχονται, να αποφασίζονται και να προβλέπονται, και βλέπουν την ατομική ελευθερία ως ένα παράλογο αίτημα, ως μια ανεπίτρεπτη αταξία. Αλλά για τους αναρχικούς, όπως είπε ο Ελιζέ Ρεκλύ, «ο αναρχισμός είναι η υψηλότερη μορφή τάξης».

Το πρόβλημα  της διάκρισης μεταξύ «αρνητικής» και «θετικής» ελευθερίας, μεταξύ της «ελευθερίας από…» και της «ελευθερίας για…» επιλύεται με ανάλογο τρόπο.

Θεωρούμενη  καθαυτή, εάν η αυθεντική ελευθερία  είναι η ελευθερία  που κινείται προς το Καλό, ένας στόχος που μπορεί να οριστεί με αναρίθμητους τρόπους είτε θρησκευτικούς είτε κοσμικούς, τότε όλα είναι δυνατά στο όνομα της «πραγματικής» θετικής ελευθερίας  –συμπεριλαμβανομένων των γκουλάγκ και της ιεράς εξέτασης. Εν τούτοις, μια καθαρά αρνητική αντίληψη της ελευθερίας  είναι επίσης  εύκολο  να συσκοτιστεί,  ιδιαίτερα  επειδή  υποτιμά ή ακόμα και αποκλείει τα άτομα (στο όνομα της ελευθερίας) από τη σφαίρα της δύναμης (power), από τις λειτουργίες που θεσμίζονται και ελέγχονται από την κοινωνία, η οποία είναι θεμελιώδης για την ανθρώπινη υπόστασή μας, για να είμαστε πλήρως ανθρώπινοι. Και ακόμη και στην ιδιωτική σφαίρα είναι πιθανόν να δούμε την επάνοδο  μιας εσωτερικευμένης ψευδοελευθερίας με τη μορφή της ελευθερίας από: από την αμαρτία ή από τη χειρότερη φύση μας ή από το μικροαστικό ατομικισμό ή από την απογοήτευση κτλ.

Είναι πιθανώς αλήθεια ότι η θετική και η αρνητική ελευθερία έχουν εν γένει εξελιχθεί ιστορικά προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια –στην πραγματικότητα  είναι παντελώς λάθος– στην περίπτωση  του αναρχισμού, ο οποίος εκφράζει την πλέον ολοκληρωμένη  ιστορικά σύνθεση των δύο «ελευθεριών». Για τους αναρχικούς, οι δύο ελευθερίες ήταν ανέκαθεν στενά και άρρηκτα  συνδεδεμένες. Αποτελούν, όπως λέει ο Berlin, «δύο τρόπους για να πει κανείς το ίδιο ουσιαστικά πράγμα».

Για να επιστρέψουμε  στον Μπακούνιν, προσβλέπουμε: «…όχι στην ατομικιστική, εγωιστική, στενόμυαλη, προσποιητή ελευθερία που εφαρμόζεται  από τη σχολή του Ζ.Ζ. Ρουσσώ και από όλες τις άλλες σχολές του αστικού φιλελευθερισμού, οι οποίες θεωρούν  τα λεγόμενα δικαιώματα όλων, που εκφράζονται από το Κράτος, ως τα όρια του ατόμου και η οποία καταλήγει αναπόφευκτα  να εκμηδενίσει το δικαίωμα του ατόμου… Όχι, εννοώ… την ελευθερία που συνίσταται στην πλήρη ανάπτυξη όλων των υλικών, διανοητικών και ηθικών δραστηριοτήτων που βρίσκονται σε λανθάνουσα μορφή στον καθένα από μας».

VI

Οδηγούμαστε  έτσι στο τελευταίο κουβάρι που πρέπει  να ξετυλιχθεί στον ειρμό της σκέψης μου (μολονότι όχι προφανώς και στο τέλος της μη επιδεχόμενης τέλος συζήτησης περί ελευθερίας). Αυτό αφορά  στη δυνατότητα  συγκρότησης αυτού που θα μπορούσε  να ονομαστεί ως μια «μη ειδική αντίληψη» για την ελευθερία, που να επιδέχεται διαφορετικές «πίστεις». Νωρίτερα σ’ αυτό το κείμενο, χρησιμοποίησα τον όρο «ουδέτερη», αλλά ίσως ο όρος αυτός να υπονοεί μια αντίφαση με την ίδια την έννοια της ελευθερίας ως ηθικού σκοπού. Το ερώτημα είναι το εξής: μπορεί να υπάρξει μια αντίληψη της ελευθερίας που επιτρέπει την επικοινωνία και την πράξη, που να περιλαμβάνει αλλά να μην εξαντλείται (και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα) στη συγκεκριμένη αναρχική αντίληψη για την ελευθερία;

Εφόσον θέτουμε το ερώτημα πρέπει προφανώς να αποδεχτούμε την ιδέα ότι δεν υπάρχει μία αληθινή αντίληψη για την ελευθερία (δηλαδή, η δική μας). Η αναρχική μας ιδέα είναι «προφανώς» (για μένα τουλάχιστον) η πιο όμορφη, η πλουσιότερη, η πιο υποσχόμενη, η πλέον αρμονική με την ανθρώπινη φύση. Αλλά δεν είναι η μοναδική ούτε –δυστυχώς–  η πιο διαδεδομένη στο συλλογικό φαντασιακό σήμερα· στην πραγματικότητα  απέχει πολύ από κάτι τέτοιο. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς ότι η αναρχική αντίληψη για την ελευθερία δεν είναι και δεν μπορεί να είναι η μόνη αντίληψη για την ελευθερία, επειδή η ελευθερία, από την ίδια της τη φύση, δεν μπορεί να αναχθεί σε μία συγκεκριμένη ερμηνεία χωρίς να αυτοαναιρείται. Έτσι πρέπει να καθορίσουμε εάν η αναρχική αντίληψη για την ελευθερία είναι όχι μόνο ουσιωδώς διαφορετική αλλά και ασύμβατη με άλλες αντιλήψεις ή όχι.

Εάν εφαρμόσουμε σ’ αυτό το δίλημμα το μείγμα ουτοπικού  φαντασιακού και κοινής λογικής που πρότεινα στους αναρχικούς πριν από κάποια χρόνια, υπάρχει μία σχεδόν αναπόφευκτη  απάντηση: η ελευθερία των αναρχικών είναι θεμελιωδώς διαφορετική από άλλες ελευθερίες, ανεξάρτητα από το πόσο ομοιάζουσες  μπορεί  να φαίνονται  (αυτό αποτελεί  την ουτοπική  διάσταση), αλλά ταυτόχρονα  είναι συμβατή  με αυτές (η διάσταση της κοινής λογικής). Πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει μια ανοιχτή ιδέα της ελευθερίας στην οποία διαφορετικές  αντιλήψεις, περιλαμβανομένης της αναρχικής, μπορούν  να έρχονται αντιμέτωπες  και να «συνυπάρχουν». Ορισμένες (π.χ. η φασιστική ή η λενινιστική ερμηνεία) θα αποκλείονταν αυτόματα μόλις αυτή η ανοιχτή διάσταση οριζόταν πάνω κάτω· όχι όμως όλες.

Πώς να την ορίσουμε λοιπόν; Δεν πρόκειται για ένα εύκολο εγχείρημα, εν μέρει επειδή μόλις έχω αρχίσει να σκέφτομαι πάνω σ’ αυτό. Χρειαζόμαστε ορισμούς που να μην είναι εντελώς ανοιχτοί, ειδάλλως τα πάντα θα μπορούσαν να περιληφθούν σ’ αυτούς, από την άποψη του Wojtyla ότι «ελευθερία είναι το να επιθυμείς αυτό που πρέπει να γίνει» (1983) ως την «ελευθερία να σκλαβωθώ από τα όμορφα  μαύρα (ή μπλε ή πράσινα) μάτια σου» των ποιητών. Έτσι, είναι όχι εντελώς ανοιχτή, αλλά προφανώς δεκτική κατ’ αρχήν προς διάφορες αξιωματικές προσεγγίσεις. Έχοντας υπόψη την πολιτισμική μου διαμόρφωση, σκέφτομαι τις δύο άλλες μεγάλες σχολές της μετά το Διαφωτισμό σκέψης, το φιλελευθερισμό  και το σοσιαλισμό (περιλαμβανομένου και του μαρξιστικού, αλλά όχι μόνο αυτού). Σκέφτομαι λοιπόν ορισμούς που μπορούν  να προσελκύσουν τα λιγότερο ιεραρχικά μυαλά αυτών των δύο παραδόσεων, που μπορούν να ευαισθητοποιήσουν τον αυθεντικά ελευθεριακό (ή εξισωτικό) χαρακτήρα τους.

Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με τον Berlin: «Οποιοσδήποτε βλέπει μια αξία στην ελευθερία  αυτή καθαυτή έχει αποδεχτεί  ότι η ελευθερία  της επιλογής είναι ένα αναπόσπαστο στοιχείο αυτού που κάνει τα ανθρώπινα  όντα ανθρώπινα. Αυτός είναι ο παράγοντας  πάνω στον οποίο θεμελιώνεται τόσο η θετική απαίτηση για συμμετοχή στη νομοθεσία και στις πρακτικές της κοινωνίας στην οποία ζει κάποιος όσο και η απαίτηση για έναν προσωπικό χώρο… στον οποίο είναι κανείς κύριος του εαυτού του».

Η ελευθερία είναι επίσης ένας «…ελεύθερος χώρος στον οποίο ο άνθρωπος δεν υποχρεούται  να λογοδοτεί για τις πράξεις του σε κανέναν άλλο, στο βαθμό που αυτό μπορεί να είναι συμβατό με την ύπαρξη μιας οργανωμένης κοινωνίας».

Αν και κάπως πιο «αδύναμη» εκδοχή της αναρχικής αντίληψης, εδώ περιλαμβάνεται τόσο η ελευθερία ως συμμετοχή στη δύναμη (power) όσο και η ελευθερία ως η αυθαιρεσία της ατομικής επιλογής (που περιορίζεται μόνο από την «ίση ελευθερία των άλλων»). Είναι ή θα μπορούσε  να είναι μια βάση για έναν εποικοδομητικό  διάλογο, σε συνδυασμό  με μια σειρά αγώνων για ελευθερία, για ατομική και συλλογική ελευθερία στην «ιδιωτική» και στη «δημόσια» σφαίρα. Θα μπορούσαμε τότε να κατευθυνθούμε προς  μια ευρεία αποδοχή  της αναρχικής αντίληψης για την ελευθερία, χωρίς να απομακρυνθούμε από το ανοιχτό πλαίσιο.

«Το να έχει κανείς λόγο» στην πολιτική μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στην άμεση δημοκρατία στην πολιτική σφαίρα (δηλαδή στην άρνηση του Κράτους ως αρχής  ιεραρχικής  οργάνωσης). Η «ίση ελευθερία» μπορεί  να παρέχει ισότητα και να οδηγήσει  πολύ λογικά στην αυτοδιεύθυνση στην οικονομική σφαίρα. Και το όριο της ελευθερίας των άλλων μπορεί, εξίσου αρκετά λογικά, να φτάσει στο σημείο να μοιάζει ψευδοόριο. Μπορούμε κάλλιστα να ανακαλύψουμε και να αποδείξουμε, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, ότι η ίση ελευθερία όλων μπορεί να μη μειώνει αλλά αντίθετα να ενισχύει την ελευθερία καθενός, όλων και καθενός ξεχωριστά.

Όπως άλλωστε υποστήριζε αυτός ο μεγάλος γέροντας, ο Μπακούνιν!

Το κείμενο είναι παρμένο από το βιβλίο Πέρα από τη Δημοκρατία: Αναρχία (Εκδ. Ευτοπία, 2011) αποτελεί την εισήγηση του Bertolo στο σεμινάριο La libertà, le libertà, i libertari που έγινε στο Μιλάνο 2-3 Δεκεμβρίου 1989. Ο Amedeo Bertolo είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου και αναρχικός. 

Μετάφραση Νίκος Βούλγαρης

geniusloci2017