Η Ιστορία της Δολοφονίας Ενός Έλληνα από Νεοναζί στη Γερμανία και οι Σχέσεις τους με τη Χρυσή Αυγή

Ο Θόδωρος Βουλγαρίδης, το 2005, έγινε το έβδομο από τα συνολικά δέκα θύματα της νεοναζιστικής οργάνωσης NSU. Αυτή είναι η ιστορία της υπόθεσης.Γύρω στις 6:30 το απόγευμα της 15ης Ιουνίου του 2005 και ενώ ο ήλιος βρισκόταν ακόμη ψηλά στον βαυαρικό ουρανό, ο ορίζοντας σκοτείνιασε απότομα για την οικογένεια Βουλγαρίδη και την ελληνική κοινότητα του Μονάχου Ενώ ο Θόδωρος Βουλγαρίδης, μετανάστης δεύτερης γενιάς στη Γερμανία, βρισκόταν στο μικρό κατάστημα που είχε πάρει μόλις πριν από δύο εβδομάδες στην πολύβουη Τραπεντροόστρασε και έκανε τις τελευταίες προετοιμασίες για τα εγκαίνια του κλειδαράδικου που σκόπευε να ανοίξει, άγνωστοι εισέβαλαν στο μαγαζί και τον δολοφόνησαν εν ψυχρώ με τρεις σφαίρες στο κεφάλι. Αυτή ήταν η απαρχή του δράματος και της καφκικής περιπέτειας για την οικογένεια Βουλγαρίδη. Ήταν, συνάμα, ένα ακόμη τραγικό επεισόδιο της εγκληματικής δράσης των Γερμανών νεοναζί που για πάνω από μια δεκαετία σκορπούσαν φόβο και θάνατο στις πολυπολιτισμικές γειτονιές της χώρας, αξιοποιώντας την ανεπάρκεια -αν όχι την ανοχή- των διωκτικών Αρχών.

Ο πρωτοπρεσβύτερος Απόστολος Μαλαμούσης –πνευματικός συνοδοιπόρος της ελληνικής κοινότητας στο δύσκολο ταξίδι της μετανάστευσης- ήταν από τους πρώτους που ειδοποιήθηκαν και βρέθηκε αμέσως στον τόπο του εγκλήματος. «Όταν έγινε το φονικό, με πήραν τηλέφωνο. Πήγα γρήγορα, ήταν η εγκληματολογική υπηρεσία εκεί, τους εξήγησα ότι είμαι ιερέας και μου επέτρεψαν να τελέσω ένα τρισάγιο. Ήταν ένα σοκ και για μένα όλο αυτό. Έβλεπα το πρόσωπο του ανθρώπου παραμορφωμένο από τις σφαίρες και το σώμα του πεσμένο σε μια λίμνη αίματος. Δεν είχα αντικρίσει ποτέ ξανά ένα τόσο φρικιαστικό θέαμα», διηγείται.

«Ήταν ένα σοκ. Έβλεπα το πρόσωπο του ανθρώπου παραμορφωμένο από τις σφαίρες και το σώμα του πεσμένο σε μια λίμνη αίματος. Δεν είχα αντικρίσει ποτέ ξανά ένα τόσο φρικιαστικό θέαμα» – πρωτοπρεσβύτερος Απόστολος Μαλαμούσης

Ο Θόδωρος Βουλγαρίδης ήταν το έβδομο από τα συνολικά δέκα θύματα της νεοναζιστικής οργάνωσης NSU (Nationalsozialistischer Untergrund – Εθνικοσοσιαλιστικό Υπόγειο Δίκτυο). Μεταξύ αυτών ήταν οκτώ πολίτες τουρκικής καταγωγής, ένας πολίτης ελληνικής καταγωγής και μια Γερμανίδα αστυνομικός. Παρά το γεγονός, όμως, ότι το ρατσιστικό κίνητρο στις δολοφονίες ήταν ορατό και η μεθοδολογία των δραστών πανομοιότυπη σε όλες τις περιπτώσεις, οι γερμανικές Αρχές αρνούνταν πεισματικά να στραφούν προς εκείνην την πλευρά. Ενέπλεξαν τις οικογένειες των θυμάτων σε μια βασανιστική ταλαιπωρία ερωτήσεων και υποψιών, αφήνοντας πολύτιμο χώρο και χρόνο στην οργάνωση να συνεχίσει το φρικτό έργο της.

Η ίδια η Angela Merkel ζήτησε δημόσια συγγνώμη από τις οικογένειες των θυμάτων, κάνοντας λόγο για «ντροπή της Γερμανίας»

Η περίπτωση της οικογένειας Βουλγαρίδη είναι χαρακτηριστική. Μετά τη δολοφονία, ακολούθησε ένα γαϊτανάκι πολύωρων και, συχνά, εξευτελιστικών ανακρίσεων του αδερφού, της κόρης, της πρώην συζύγου του θύματος και του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος, που επεδίωκε να συσχετίσει τη δολοφονία με ενδεχόμενη σχέση του θύματος με κυκλώματα οργανωμένου εγκλήματος, χαρτοπαιξίας, εμπορίου ναρκωτικών, με το κουρδικό PKK και διάφορα άλλα απίθανα σενάρια. Η πρώην σύζυγος του θύματος, Υβόννη Βουλγαρίδη, ανακρίθηκε πολλές φορές επί τρεις-τέσσερις ώρες και πιέστηκε να ομολογήσει ότι η ίδια έδωσε εντολή για τη δολοφονία του συζύγου της. Η Αστυνομία ρωτούσε τη 15χρονη τότε κόρη τους αν ο πατέρας της ήταν έμπορος ναρκωτικών ή αν την κακοποιούσε σεξουαλικά. Όλη η προσπάθεια λειτουργούσε αποπροσανατολιστικά και αφορούσε την ηθική σπίλωση ενός ανθρώπου που ήταν πλήρως ενταγμένος στη γερμανική κοινωνία και δεν είχε δημιουργήσει ποτέ κανένα πρόβλημα.

Οι σκιές που έπεσαν πάνω στην οικογένεια διέρρηξαν τους δεσμούς της με την κοινότητα. Οι συγγενείς του Θόδωρου Βουλγαρίδη, εκτός από το πένθος τους και τα αναπάντητα ερωτήματα για το χαμό του, είχαν να αντιμετωπίσουν βλέμματα καχυποψίας που δυσχέραναν την καθημερινότητά τους στην πόλη που μεγάλωσαν. «Υπήρχαν λανθασμένοι χειρισμοί από τις Αρχές. Ανέκριναν τον Γαβριήλ, τον αδερφό του, πολλές φορές και με άκομψο τρόπο. Εκείνος τους παρότρυνε να διερευνήσουν το ενδεχόμενο της ακροδεξιάς βίας. Αυτό –να σκεφτείτε– εξαφανίστηκε από τα πρακτικά. Ο Γαβριήλ, μετά από τόσα χρόνια στη Γερμανία, αναγκάστηκε να φύγει το 2009, επειδή το περιβάλλον που είχε διαμορφωθεί γύρω του ήταν εχθρικό. Όλοι είχαν πιστέψει ότι πρόκειται για μια υπόθεση του υποκόσμου. Τα μάζεψαν οι άνθρωποι και γύρισαν στη Θεσσαλονίκη», υπενθυμίζει ο πατήρ Απόστολος Μαλαμούσης. Για τον Γαβριήλ οι δυσκολίες συνεχίστηκαν. Η επιστροφή τους στη Θεσσαλονίκη συνέπεσε με την οικονομική κρίση. Ο ίδιος δεν βρήκε καμία στήριξη από την ελληνική πολιτεία. Από τη μια μέρα στην άλλη έχασε τον αδερφό του, ανατράπηκε η κανονικότητά του, βίωσε την κοινωνική απομόνωση και την οικονομική καταστροφή.

Η σύλληψη της Beate Zschäpe

Ώσπου, το 2011, μέσα από μια σειρά συμπτώσεων, ξεκίνησε να ξετυλίγεται το κουβάρι του ακροδεξιού εξτρεμισμού, αποκαλύπτοντας την αλήθεια και εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τις γερμανικές Αρχές. Την 1η Νοεμβρίου του 2011, δολοφονείται στο Ντέμπλεν ένας Τούρκος εστιάτορας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που είχαν διαπραχθεί και οι άλλες δολοφονίες. Είχε προηγηθεί το 2007 και η δολοφονία μιας 22χρονης Γερμανίδας αστυνομικού στο Χαϊλμπρόν. Στις 4 Νοεμβρίου του 2011, επιχειρείται μια ληστεία σε τράπεζα στο Άιζεναχ, κοντά στην Ερφούρτη. Η Αστυνομία ακολουθώντας τα ίχνη των δραστών ανακαλύπτει, σ’ ένα καμένο τροχόσπιτο, νεκρούς τους νεοναζί Uwe Mundlos και Uwe Böhnhardt. Εικάζεται ότι αυτοκτόνησαν, όταν αντιλήφθηκαν τον αστυνομικό κλοιό. Εκεί εντοπίζεται το υπηρεσιακό πιστόλι της δολοφονημένης αστυνομικού. Την ίδια μέρα στο Τσβικάου, το σπίτι που έμεναν οι δύο μαζί με την Beate Zschäpe, πιάνει φωτιά και σημειώνεται έκρηξη. Στα ερείπια της γιάφκας βρέθηκε ένα όπλο που ταυτοποιήθηκε και για τις δέκα δολοφονίες. Μεταξύ των ευρημάτων συγκαταλέγεται κι ένα DVD με σκηνές από τους τόπους των εγκλημάτων, όπου ένα καρτούν του Ροζ Πάνθηρα ξεναγούσε τους θεατές. Στις 8 Νοεμβρίου, η Beate Zschäpe παραδόθηκε στην Αστυνομία, δηλώνοντας ότι η ίδια προκάλεσε την έκρηξη.

Αυτό που προέκυψε από την έρευνα ήταν ότι οι Uwe Mundlos, Uwe Böhnhardt και Beate Zschäpe ήταν γνωστά στελέχη της εθνικοσοσιαλιστικής σκηνής ήδη από τη δεκαετία του ’90 και αποτελούσαν το σκληρό πυρήνα της NSU. Το 1998, μάλιστα, εντοπίστηκε στην Ιένα της Θουριγγίας εργαστήριο κατασκευής βομβών σ’ ένα γκαράζ που άνηκε το νεοναζιστικό τρίο. Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι δράστες κατόρθωσαν να διαφύγουν και ενώ η Αστυνομία μπορούσε να συλλάβει την Zschäpe, δεν το έπραξε. Το 1999, σε πολλές ανατολικογερμανικές πόλεις έγιναν 14 ληστείες που καταλογίστηκαν επίσης στην εγκληματική οργάνωση. Ακολούθησαν οι δολοφονίες των δέκα πολιτών, αλλά και δύο βομβιστικές επιθέσεις.

1519314371957-Nationalsozialistischer_Untergrund_-_Explosion_in_Zwickau_2011_1_aka
To σπίτι στο Τσβικάου στο οποίο έμεναν οι ακροδεξιοί Uwe Mundlos, Uwe Böhnhardt και Beate Zschäpe, μετά την έκρηξη.

Οι αποκαλύψεις πήραν τη χροιά πολιτικού σκανδάλου στη Γερμανία, καθώς η κοινή γνώμη διαπίστωσε το βάθος των κακών χειρισμών της υπόθεσης και την -τουλάχιστον ύποπτη- αδράνεια των Αρχών. Η τριμελής ομάδα της NSU δεν δρούσε μόνη της. Στηριζόταν σ’ ένα ευρύτερο δίκτυο που της παρείχε οικονομική ενίσχυση, κρησφύγετα, οπλισμό και κάλυψη. Σ’ αυτόν τον περίγυρο υπήρχαν και κάποιοι πράκτορες ή πληροφοριοδότες της γερμανικής μυστικής υπηρεσίας BfV (Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος) που αντί να διαλευκάνουν την έρευνα, φαίνεται πως οδήγησαν σε αδιανόητες παραλείψεις και αστοχίες. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι πίσω από τον ακατανόητο σχεδιασμό συντελέστηκε μια απόπειρα συγκάλυψης του σκοτεινού μηχανισμού της Υπηρεσίας. Η ίδια η Angela Merkel ζήτησε δημόσια συγγνώμη από τις οικογένειες των θυμάτων, κάνοντας λόγο για «ντροπή της Γερμανίας».

Ο πατήρ Απόστολος Μαλαμούσης είναι ίσως ο μοναδικός άνθρωπος που βρέθηκε στον πλευρό όχι μόνο της οικογένειας Βουλγαρίδη, αλλά και της οικογένειας του Habil Kiliç, του Τούρκου που δολοφονήθηκε από την ίδια οργάνωση στην πόλη. Αγκάλιασε τις οικογένειες ήδη από την εποχή που αμφισβητούνταν η ηθική τους υπόσταση και άρθρωσε ένα παρηγορητικό και αλληλέγγυο λόγο. «Όταν αποκαλύφθηκε η ταυτότητα των δολοφόνων, επικοινώνησα με τον Γαβριήλ που βρισκόταν σε δύσκολη κατάσταση στη Θεσσαλονίκη. Πήγα και τον βρήκα στο ξενοδοχείο Μακεδονία και τον έπεισα να επιστρέψει στο Μόναχο. Με επιστολή μου προς τον Βαυαρό Πρωθυπουργό, την ομοσπονδιακή υπουργό και άλλους θεσμικούς φορείς, ζήτησα την άμεση αποκατάσταση της κρατικής αδικίας που είχαν υποστεί οι δύο οικογένειες. Πλέον, με θεωρούν ένα πολύ οικείο τους πρόσωπο. Η μονάκριβη κόρη του μακαρίτη Kiliç με αποκαλεί “πατέρα” και θέλει να είμαι παρών στον γάμο της, στη θέση του αδικοχαμένου γονιού της», λέει ο ιερέας.

Η Beate Zschäpe.

Η δίκη

Στις 6 Μαΐου του 2013, ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθεται η Beate Zschäpe –πάντα ψυχρή και ατάραχη, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας– και τέσσερις ακόμη συγκατηγορούμενοι που υπήρξαν έμμεσοι συνεργοί ή υποστηρικτές της ομάδας. Έως σήμερα, εξετάστηκαν 815 μάρτυρες και 42 εμπειρογνώμονες. Το περασμένο φθινόπωρο, ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας, ολοκληρώνοντας την αγόρευσή του, πρότεινε την ποινή της ισόβιας κάθειρξης για τη Zschäpe, σκιαγραφώντας το προφίλ μιας γυναίκας που απαξίωνε την ανθρώπινη ζωή και ενδιαφερόταν μόνο για τους οικονομικούς και ιδεολογικούς της στόχους. Η ανακοίνωση της απόφασης αναμένεται περίπου το Πάσχα.

Ο ρόλος της Xρυσής Αυγής

Η εξιχνίαση της δολοφονίας του Θόδωρου Βουλγαρίδη, όμως, δεν είναι η μοναδική πτυχή ελληνικού ενδιαφέροντος σ’ αυτήν την υπόθεση. Κατά τη διάρκεια της δίκης πήραν υπόσταση και ορισμένα από τα αόρατα νήματα που συνδέουν τους Γερμανούς νοσταλγούς του Hitler με τους εγχώριους ομοϊδεάτες τους. Στις 21 Ιανουαρίου του 2014, στο ακροατήριο βρισκόταν και ο Τ.Ρ. φορώντας μπλουζάκι της Χρυσής Αυγής. Πρόκειται για t-shirt που είχε τυπώσει η οργάνωση Freies Netz Sud, ο ηγέτης της οποίας, Matthias Fischer, είχε συναντηθεί με την ηγεσία της Χρυσής Αυγής μέσα στην ελληνική Βουλή, τον Φεβρουάριο του 2013.

Στις 2 Ιουλίου του 2014, οι γερμανικές Αρχές έθεσαν εκτός νόμου τη Freies Netz Sud. Επίσης, όπως αποκάλυψε ο «Ιός» της Εφημερίδας των Συντακτών, ένας εκ των συγκατηγορουμένων της Zschäpe, ο Ralf Wohlleben, που κατηγορείται για συνέργεια σε έξι φόνους της NSU και ήταν εκείνος που προμήθευσε το φονικό όπλο, είναι παλιός γνώριμος της Χρυσής Αυγής.

Ο Ralf Wohlleben ένας εκ των διοργανωτών της «Γιορτής των Λαών» που πραγματοποιήθηκε στην Ιένα το 2005, με τη συμμετοχή και της Χρυσής Αυγής.

Ο Wohlleben υπήρξε συνεργάτης και των τριών, ήδη από τη δεκαετία του ’90. Στη συνέχεια, εντάχθηκε στο ακροδεξιό NPD, από το οποίο αποχώρησε το 2010. Ήταν ένας εκ των διοργανωτών της «Γιορτής των Λαών» που πραγματοποιήθηκε στην Ιένα το 2005, με τη συμμετοχή και της Χρυσής Αυγής. Πρόκειται για μια βραχύβια προσπάθεια των σκληροπυρηνικών ακροδεξιών μορφωμάτων της Ευρώπης να συγκροτήσουν μια «Φαιά Διεθνή». Τη Χρυσή Αυγή εκπροσώπησε στην Ιένα το 2005 και το 2007 ο Νίκος Γιοχαλάς, ιδρυτής του νεοναζιστικού και παγανιστικού συγκροτήματος Der Sturmer. Ο Νίκος Γιοχαλάς αναφέρεται και σ’ ένα ντοκουμέντο της δίκης της Χρυσής Αυγής: Συγκεκριμένα, στην «τελετή ορκωμοσίας δόκιμων μελών» στα γραφεία της οργάνωσης, στις 23 Ιουλίου του 2011, ο Γιώργος Γερμενής ευχαριστεί «τον συναγωνιστή Νίκο Γιοχαλά για τη βοήθειά του σ’ αυτούς τους πυρήνες που είχαν σκοπό να σκοτώσουν τον Εβραίο που τυχόν κουβαλάμε μέσα μας και ο οποίος αποτελεί την αρνητική πλευρά του εαυτού μας». Η Χρυσή Αυγή διατηρούσε, επίσης, επαφές με τους André Kapke και Thorsten Heise που δεν είναι κατηγορούμενοι, αλλά υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι συνεπικουρούσαν τη δράση της NSU.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο διεθνούς φήμης σκηνοθέτης Fatih Akin, στη νέα του ταινία Aus dem Nichts (Μαζί ή Τίποτα), που απέσπασε τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, ενσωματώνει και αυτήν τη μελανή όψη της σύγχρονης Ελλάδας. Η ταινία εκτυλίσσεται στο φόντο της άνθησης του νεοναζισμού στη Γερμανία. Σημαντικό ρόλο στην πλοκή της διαδραματίζει ένας Έλληνας ξενοδόχος (ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης) που είναι μέλος της Χρυσής Αυγής και συνομιλεί με τη NSU. Στις Κάννες, ο σκηνοθέτης ανέφερε πως διάβασε όλα τα πρακτικά της δίκης της NSU, υποστήριξε ότι η Χρυσή Αυγή συνδέεται με τη γερμανική οργάνωση και ότι το σήμα της Χρυσής Αυγής βρίσκεται στα πρακτικά.

«Παρακολουθώ την πορεία της δίκης και συνομιλώ διαρκώς με τις οικογένειες. Ο μεγάλος τους φόβος είναι ότι το δικαστήριο δεν θα βγάλει μια απόφαση που να φωτίζει όλη την αλήθεια και να δικαιώνει 100% τη μνήμη των θυμάτων. Φοβούνται ότι υπάρχουν κενά στην υπόθεση, επειδή χάθηκε χρόνος και στοιχεία μαζί. Γι’ αυτόν τον λόγο σκέφτονται να δημιουργήσουν μια πρωτοβουλία που θα εντείνει τον αγώνα και μετά την απόφαση του δικαστηρίου. Το ερώτημα είναι εάν ο νεοναζισμός συνίσταται στα συγκεκριμένα πρόσωπα ή έχει ευρύτερα πλοκάμια; Προσωπικά συντείνω στο δεύτερο. Το πλήγμα κατά του Βουλγαρίδη είναι ένα συνεχές πλήγμα κατά της ανθρωπότητας και κατά των συνανθρώπων μας που βιώνουν καθημερινά απαξιωτικές συμπεριφορές στην κοινωνία που ζουν. Πέρα, όμως, από την τραγωδία των συγγενών των θυμάτων της NSU, υπάρχει ακόμη ανοικτό το μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα της φανερής και της μυστικής δραστηριοποίησης νεοναζιστικών αντιλήψεων και μορφωμάτων στη γερμανική κοινωνία.

Όλες οι εν Γερμανία δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις προσπαθούν με κάθε τρόπο και με παρρησία να καταπολεμήσουν τις πονηρές και απάνθρωπες αυτές νεοναζιστικές αντιλήψεις και στην προσπάθεια αυτή συμμετέχω ενεργά και δυναμικά. Πηγαίνω πάντα στην πρώτη γραμμή των αντιρατσιστικών και αντιφασιστικών συγκεντρώσεων με το ράσο μου. Όλοι μαζί -χριστιανοί, εβραίοι, μουσουλμάνοι- συγκροτούμε ένα κοινό μέτωπο ενάντια στη βία, τον ρατσισμό και τον αντισημιτισμό. Αυτός είναι ο προσανατολισμός που οφείλει να έχει η Εκκλησία», λέει ο πατήρ Απόστολος Μαλαμούσης.

Ο ιερέας-πρότυπο

Είναι ένας φωτισμένος ιερέας. Η στήριξη των οικογενειών των θυμάτων της NSU είναι ένα στιγμιότυπο μόνο της σταθερής προσήλωσής του στην οικοδόμηση δημοκρατικών και συμπεριληπτικών κοινωνιών. Ήταν από τους πρώτους που πήγαν στον σιδηροδρομικό σταθμό να υποδεχτούν πρόσφυγες, όταν η προσφυγική κρίση βρισκόταν σε όξυνση. Ευνοεί συστηματικά το διαθρησκευτικό διάλογο. Πέρσι βοηθούσε τον ιμάμη Benjamin Idriz στην ανέγερση του τεμένους στο κέντρο του Μονάχου. Θα μπορούσε να λειτουργήσει ως υπόδειγμα για ορισμένους από τους δικούς μας ιερείς, που τόσο αβίαστα ακίζονται με τους ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας του Φύσσα και του Lukman ή διαλαλούν ξεδιάντροπα «καλύτερα φασίστας παρά άθεος και αριστερός». Ακούγεται, αλήθεια, πολύ εξοργιστικό, όταν οι δρόμοι της Γερμανίας και της Ελλάδας είναι ματωμένοι από τα μαχαίρια ή τα πιστόλια των φασιστών. Γι’ αυτό και η έκβαση των παράλληλων δικών της NSU και της Χρυσής Αυγής είναι σημαντική και οφείλει να αποτελέσει σημείο μιας κοινής αντιφασιστικής προοπτικής.

Στις 8 Νοεμβρίου του 2013, πραγματοποιήθηκαν στο Μόναχο τα αποκαλυπτήρια αναμνηστικών πλακών προς τιμή του Θόδωρου Βουλγαρίδη και του Habil Kiliç. Το κείμενο που αναγράφεται πάνω τους είναι μια ιδανική αποφώνηση: «Νεοναζιστές εγκληματίες δολοφόνησαν μεταξύ των ετών 2000-2007 δέκα ανθρώπους σε επτά πόλεις της Γερμανίας. Εννέα ανθρώπους που με την οικογένεια τους βρήκαν στη Γερμανία μια νέα πατρίδα και μια αστυνομικό. Είμαστε άναυδοι και νιώθουμε ντροπή για το γεγονός ότι αυτές οι τρομοκρατικές βιαιοπραγίες δεν αναγνωρίστηκαν για πολλά χρόνια ως αυτό που ήταν: απάνθρωπες δολοφονίες. Λέμε: ποτέ ξανά»

VICE