Howard Zinn: Βία και Ανθρώπινη Φύση

Το 1932, ο Άλμπερτ  Αϊνστάιν, ήδη διάσημος για τα επιτεύγματά του στη φυσική και τα μαθηματικά, έγραψε ένα γράμμα σ’ έναν άλλο διακεκριμένο στοχαστή, τον Σίγκμουντ Φρόυντ. Ο Αϊνστάιν ήταν βαθιά προβληματισμένος με τον Α΄ Π.Π., που είχε τερματιστεί μόλις πριν 14 χρόνια. Δέκα εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώθηκαν στα πεδία μάχης της Ευρώπης, για λόγους που κανένας δεν μπορούσε να εξηγήσει με τη λογική.

Όπως και πολλοί άλλοι που είχαν ζήσει τον πόλεμο, ο Αϊνστάιν ήταν τρομοκρατημένος με τη σκέψη ότι μπορούν να χαθούν ανθρώπινες ζωές με τόσο μαζικό τρόπο και ανησυχούσε ότι μπορεί να συμβεί και άλλος τέτοιος πόλεμος. Θεώρησε ότι ο Φρόυντ, ο καλύτερος ψυχολόγος του κόσμου, θα μπορούσε να απαντήσει στο ερώτημα: Γιατί κάνουν πόλεμο οι άνθρωποι;

«Αγαπητέ καθηγητή Φρόυντ», έγραψε, «υπάρχει τρόπος ν’ απαλλαγεί το ανθρώπινο είδος από τη συμφορά του πολέμου;» Κατόπιν τούτου αναφέρθηκε «σ’ αυτή  τη μικρή αλλά αποφασισμένη ομάδα ανθρώπων, ενεργή σε κάθε έθνος, που αποτελείται από τους κατασκευαστές και πωλητές όπλων, οι οποίοι… εκλαμβάνουν τον πόλεμο ως μια ευκαιρία να προωθήσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα και να αυξήσουν την προσωπική τους εξουσία». Στη συνέχεια έθεσε το ερώτημα: «Πώς είναι δυνατόν αυτή η μικρή κλίκα ανθρώπων να υποτάσσει στην υπηρεσία των συμφερόντων της τη θέληση της πλειονότητας, η οποία ζημιώνεται και υποφέρει από τον πόλεμο;».

Ο Αϊνστάιν πρότεινε μια απάντηση: «Ίσως επειδή ο άνθρωπος έχει μέσα του το πάθος του μίσους και της καταστροφής». Και τότε κατέθεσε την τελευταία του ερώτηση στον Φρόυντ: «Είναι δυνατόν να ελέγξουμε τη διανοητική  εξέλιξη του είδους, έτσι ώστε να το κάνουμε ανθεκτικό απέναντι στις ψυχώσεις του μίσους και της καταστροφικότητας;»

Ο Φρόυντ απάντησε: «Εικάζεις ότι ο άνθρωπος διαθέτει ένα ενεργό ένστικτο μίσους και καταστροφικότητας, το οποίο είναι επιδεκτικό  σε τέτοιους ερεθισμούς. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου… Ακόμη και η πιο επιφανειακή ματιά στην ιστορία θα μας αποκαλύψει μια ατελείωτη σειρά συγκρούσεων μεταξύ  των ανθρώπινων κοινοτήτων». Ο Φρόυντ επισήμανε  την ύπαρξη δύο θεμελιωδών  ενστίκτων στο ανθρώπινο είδος: το ερωτικό ένστικτο και το αντίθετό του, το καταστροφικό. Και στήριζε τη μόνη του ελπίδα για την επικράτηση του ερωτικού ενστίκτου στην πολιτισμική ανάπτυξη της ανθρώπινης φυλής, που περιλαμβάνει και «την ενδυνάμωση  της νοημοσύνης, η οποία έχει την τάση να δαμάζει την ενστικτώδη συμπεριφορά».

Ο Αϊνστάιν είχε διαφορετική άποψη για την αξία της νόησης, όσον αφορά την τιθάσευση των ενστίκτων. Μετά την αναφορά  «στις ψυχώσεις  του μίσους και της καταστροφικότητας», κατέληξε: «Η εμπειρία μάς δείχνει ότι η επονομαζόμενη ιντελιγκέντσια είναι αυτή που ενδίδει πιο εύκολα σε τέτοιου είδους καταστροφικές, συλλογικές αποφάσεις».

Εδώ, λοιπόν, έχουμε δύο από τα μεγαλύτερα μυαλά του αιώνα να εμφανίζονται  ανήμπορα και απογοητευμένα  μπροστά στο αναπόφευκτο  του πολέμου. Ο Αϊνστάιν, ριψοκινδυνεύοντας την υπόθεση ότι αυτά τα επιθετι- κά ένστικτα αποτελούν τη ρίζα του κακού, ζητά από τον Φρόυντ, τον ειδικό των ενστίκτων, να τον βοηθήσει να βρει μια λύση. Σημειώστε, όμως, ότι ο Αϊνστάιν έχει μεταπηδήσει από την αρχική σκέψη ότι «ο άνθρωπος  έχει μέσα του ένα πάθος» στο επίπεδο των «καταστροφικών, συλλογικών αποφάσεων». Ο Φρόυντ παραβλέπει  αυτό το λογικό άλμα από τα ένστικτα στον πολιτισμό και επιβεβαιώνει ότι «το ένστικτο της καταστροφικότητας» είναι η ριζική αιτία του πολέμου.

Όμως, ποια απόδειξη επικαλείται ο Φρόυντ για την ύπαρξη ενός τέτοιου ενστίκτου; Υπάρχει κάτι παράξενο στο επιχείρημά του. Δεν καταθέτει καμία απόδειξη από το πεδίο της ειδικότητάς του, την ψυχολογία. Η απόδειξή του βασίζεται σε μια «επιφανειακή ματιά στην ιστορία».

Ας δούμε, ωστόσο, το ίδιο ζήτημα που εξετάζεται πενήντα χρόνια αργότερα, από μια σχολή σκέψης που δεν υπήρχε στην εποχή του Φρόυντ, την κοινωνιοβιολογία. Ο κυριότερος εκπρόσωπος της σχολής αυτής είναι ο Ε. Ουίλσον, καθηγητής του Χάρβαρντ και διακεκριμένος επιστήμονας. Το βιβλίο του Κοινωνιοβιολογία είναι  μια εντυπωσιακή πραγματεία  της συμπεριφοράς διαφόρων  βιολογικών  ειδών που έχουν  τάσεις κοινωνικότητας, όπως τα μυρμήγκια και οι μέλισσες.

Στο τελευταίο κεφάλαιο της Κοινωνιοβιολογίας, ο Ουίλσον αναφέρεται στους ανθρώπους. Αυτή η αναφορά προκάλεσε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον, που τον ανάγκασε να γράψει ολόκληρο βιβλίο με το θέμα αυτό: Περί Ανθρώπινης Φύσης. Μέσα σ’ αυτό υπάρχει ένα κεφάλαιο για την επιθετικότητα. Ξεκινά με την ερώτηση: «Είναι τα ανθρώπινα πλάσματα  εγγενώς επιθετικά;» Δύο γραμμές  μετά, γράφει: «Η απάντηση  είναι ναι» (χωρίς κανένα δισταγμό), ενώ στην επόμενη πρόταση εξηγεί γιατί: «Σ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία, ο πόλεμος, εκφράζοντας απλώς την πιο οργανωμένη μορφή επιθετικότητας, υπήρξε ενδημικός σε κάθε μορφή κοινωνίας, από εκείνες των τροφοσυλλεκτών-κυνηγών μέχρι τα βιομηχανικά κράτη».

Εδώ έχουμε και πάλι μια παράξενη κατάσταση. Οι αποδείξεις για την ύπαρξη του ενστίκτου της επιθετικότητας,  που επικαλείται  ο ψυχολόγος (Φρόυντ), δεν βρίσκονται στην ψυχολογία αλλά στην ιστορία. Αντίστοιχα, οι αποδείξεις του βιολόγου (Ουίλσον) δεν βρίσκονται στη βιολογία αλλά στην ιστορία. Αυτό μάς δείχνει ότι δεν υπάρχουν  ικανά τεκμήρια ούτε από την ψυχολογία ούτε από τη βιολογία που να στηρίζουν την άποψη για την ύπαρξη του ενστίκτου της επιθετικότητας. Γι’ αυτό οι σπουδαίοι αυτοί στοχαστές στράφηκαν προς την ιστορία. Με αυτή την έννοια δεν διαφέρουν από τον απλό άνθρωπο, του οποίου η σκέψη ακολουθεί την ίδια λογική: η ιστορία είναι γεμάτη από πολέμους· είναι αδύνατο να βρεις εποχή χωρίς πόλεμο· αυτό πρέπει να σημαίνει ότι ο πόλεμος έχει τις ρίζες του στην ανθρώπινη φύση, σε κάτι βιολογικό, μια ενόρμηση, ένα ένστικτο που ευθύνεται για τη βίαιη επιθετικότητα.

Αυτή η λογική είναι ευρέως διαδεδομένη  στη μοντέρνα σκέψη, σε όλες τις τάξεις ανθρώπων, μορφωμένων και μη, και παρόλα αυτά είναι σίγουρα λαθεμένη· ή, ακόμη χειρότερα, είναι και επικίνδυνη.

Είναι λαθεμένη, διότι ουσιαστικά δεν υπάρχει  καμία απόδειξη που να τη στηρίζει. Ούτε στη γενετική ούτε στη ζωολογία ούτε στην ψυχολογία ούτε στην ανθρωπολογία  ούτε στην ιστορία ούτε καν  στη συνηθισμένη εμπειρία των στρατιωτών στον πόλεμο. Είναι και επικίνδυνη, διότι αποσπά την προσοχή μας από τις μη βιολογικές αιτίες της βίας και του πολέμου.

Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι η απόλυτη αποδοχή από τον Ουίλσον της ιδέας ότι τα ανθρώπινα  πλάσματα  είναι «εγγενώς επιθετικά» οφείλεται στο δικό του επαναπροσδιορισμό των όρων «εγγενής»  και «επιθετικός».  Στο βιβλίο του Περί  Ανθρώπινης  Φύσης  σημειώνει:  «Η  έννοια  του εγγενούς χαρακτηριστικού αναφέρεται στη μετρήσιμη πιθανότητα να αναπτυχθεί το γνώρισμα αυτό σε συγκεκριμένες συνθήκες…  Με αυτό το κριτήριο, τα ανθρώπινα πλάσματα διαθέτουν μια εντοπισμένη γενετική προδιάθεση  για επιθετική συμπεριφορά». Εξάλλου η έννοια της επιθετικότητας αφορά μια πλειάδα ανθρώπινων πράξεων, εκ των οποίων μόνο ορισμένες είναι βίαιες.

Με άλλα λόγια, όταν ο Ουίλσον αναφέρει ότι οι άνθρωποι είναι «εγγενώς επιθετικοί», δεν εννοεί ότι όλοι έχουμε γεννηθεί με ένα ακαταμάχητο ορμέμφυτο  επιθετικότητας, αλλά ότι η ύπαρξή της εξαρτάται από το περιβάλλον μας. Επιπλέον, όταν γινόμαστε επιθετικοί, δεν γινόμαστε απαραίτητα και βίαιοι. Πραγματικά,  ο Ουίλσον αναφέρει ότι: «Οι πιο βίαιες μορφές της ανθρώπινης επιθετικότητας δεν είναι οι εκδηλώσεις των έμφυτων ενορμήσεων». Έτσι έχουμε, σύμφωνα με τον Ουίλσον, «μια πιο ικανοποιητική εξήγηση, η οποία βασίζεται στην αλληλεπίδραση της γενετικής λανθάνουσας δυνατότητας και της κοινωνικής μάθησης».

Η φράση «γενετική λανθάνουσα δυνατότητα» φέρνει πιο κοντά τον Ουίλσον με τους επικριτές του, οι οποίοι τού απέδωσαν σε ορισμένες περιπτώσεις πιο υπερβολικές απόψεις για την έμφυτη επιθετικότητα απ’ αυτές που πραγματικά είχε. Αυτή σημαίνει ότι οι άνθρωποι σίγουρα διαθέτουν εξαρχής  (γενετικά) τη δυνατότητα για βία, αλλά διαθέτουν επίσης και τη δυνατότητα για ειρηνισμό. Αυτό αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να ισχύσει κάποια απ’ όλες τις πιθανότητες ανάλογα με τις συνθήκες που μας επιβάλλονται και τις συνθήκες που δημιουργούμε  οι ίδιοι για τους εαυτούς μας.

Δεν υπάρχει, απ’ όσο ξέρουμε, γονίδιο της επιθετικότητας. Πραγματικά, δεν γνωρίζουμε την ύπαρξη συγκεκριμένου γονιδίου για οποιαδήποτε μορφή ανθρώπινης συμπεριφοράς  (δέχομαι την πιθανότητα μια γενετική ανωμαλία του εγκεφάλου να ευθύνεται για τη βίαιη συμπεριφορά ενός ατόμου, αλλά και μόνο το γεγονός ότι πρόκειται για ανωμαλία μάς δείχνει ότι δεν μιλάμε για ένα κοινό χαρακτηριστικό).  Η επιστήμη της γενετικής, η μελέτη αυτού του κληρονομικού υλικού που μεταφέρεται τυχαία από τα 40 χρωμοσώματα του κάθε ανθρώπινου κυττάρου και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, έχει αποκαλύψει πολλά πράγματα για τα γονίδια των φυσικών χαρακτηριστικών, πολύ λίγα για τα γονίδια που αφορούν τις διανοητικές δυνατότητες, και σχεδόν τίποτα για τα χαρακτηριστικά που αφορούν την προσωπικότητα του ατόμου (βία, ευγένεια, δυστροπία, χιούμορ κ.ά.).

Ο συμμαθητής του Ουίλσον στο Χάρβαρντ Στέφεν Γκουλντ, εξειδικευμένος στην εξέλιξη, αναφέρει  πολύ κατηγορηματικά  (Natural History Magazine, 1976): «Ποια είναι τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι συγκεκριμένες ανθρώπινες κοινωνικές συμπεριφορές  οφείλονται σε γονίδια; Προς το παρόν, η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο απολύτως».

Ο διακεκριμένος βιολόγος Π. Μένταγουορ αναφέρει: «Μέχρι τώρα το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου είναι ότι διαθέτει και ασκεί ηθική κρίση και ότι δεν είναι στο έλεος των ορμονών και των γονιδίων».

Την άνοιξη του 1986, σε μια διεθνή διάσκεψη στη Σεβίλη της Ισπανίας, οι επιστήμονες κατέληξαν σε μια δήλωση, όσον αφορά τη σχέση της ανθρώπινης φύσης με τη βίαιη επιθετικότητα: «Είναι επιστημονικά λαθεμένο να λέγεται ότι ο πόλεμος οφείλεται σε κάποιο “ένστικτο” ή άλλο απλό κίνητρο… Ο σύγχρονος πόλεμος εμπεριέχει την επίσημη θεσμική εκμετάλλευση ατομικών χαρακτηριστικών,  όπως η υπακοή, η επιδεκτικότητα σε επηρεασμό, η ιδεοληψία… Το συμπέρασμά μας είναι ότι η βιολογία δεν καταδικάζει την ανθρωπότητα σε πόλεμο».

Τι ισχύει για τις ενδείξεις από την ψυχολογία; Αυτή η επιστήμη δεν είναι τόσο «σκληροπυρηνική» όσο η γενετική. Οι γενετιστές μπορούν  να εξετάζουν τα γονίδια, ακόμη και να τα συναρμόζουν σε νέες μορφές. Αυτό που κάνουν οι ψυχολόγοι είναι να παρατηρούν τον τρόπο που συμπεριφέρονται και σκέφτονται οι άνθρωποι, να τους εξετάζουν, να τους ψυχαναλύουν, να διεξάγουν πειράματα για να δουν πώς αντιδρούν σε διάφορα ερεθίσματα, και να προσπαθούν να καταλήξουν σε λογικά συμπεράσματα για τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με κάποιον τρόπο. Δεν υπάρχει τίποτα στα ευρήματα των ψυχολόγων που να αποτελεί απόδειξη για την ύπαρξη ενστίκτου στο οποίο να οφείλεται η βίαιη επιθετικότητα του πολέμου. Γι’ αυτόν το λόγο, ο Φρόυντ, έπρεπε να αναζητήσει στην ιστορία τις αποδείξεις για το ένστικτο της επιθετικότητας.

Στο Γέιλ, τη δεκαετία του ’60, πραγματοποιήθηκε  το διάσημο «πείραμα Μίλγκραμ», που πήρε το όνομά του από τον ψυχολόγο που είχε την ευθύνη του πειράματος. Στο πείραμα συμμετείχε μια ομάδα πληρωμένων εθελοντών,  στους οποίους είχαν πει ότι θα βοηθήσουν σε ένα πείραμα σχετικό με τις επιδράσεις της τιμωρίας στη διαδικασία της μάθησης. Κάθε εθελοντής καθόταν σε μια θέση, όπου παρατηρούσε κάποιον που συμμετείχε σε ένα τεστ φορώντας ηλεκτρόδια συνδεδεμένα σε έναν πίνακα ελέγχου, τον οποίο χειριζόταν ο εθελοντής. Ζητήθηκε από τον εθελοντή να παρατηρεί το τεστ και, όταν δινόταν λάθος απάντηση, να πατάει ένα κουμπί προκαλώντας  ηλεκτρικό  σοκ στον άνθρωπο που εξεταζόταν.  Μετά από κάθε λαθεμένη απάντηση η ένταση του σοκ αυξανόταν. Στον πίνακα ελέγχου υπήρχαν 30 διακόπτες, με ετικέτες που ξεκινούσαν από «ελαφρύ σοκ» και έφταναν μέχρι «κίνδυνος–ισχυρό σοκ».

Αυτό που δεν είχαν πει στον εθελοντή ήταν ότι ο άνθρωπος που εξεταζόταν ήταν ηθοποιός και ότι το ηλεκτρικό σοκ ήταν ψεύτικο. Ο ηθοποιός υποκρινόταν  ότι πονούσε,  όταν ο εθελοντής  πατούσε  το κουμπί. Όταν ένας εθελοντής δίσταζε να συνεχίσει να προκαλεί πόνο, ο υπεύθυνος πειράματος του έλεγε περίπου ότι «το πείραμα  απαιτεί  από σένα να συνεχίσεις». Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, τα δύο τρίτα των εθελοντών συνέχιζαν να πατούν τους ηλεκτρικούς διακόπτες, ακόμη και όταν οι εξεταζόμενοι επιδείκνυαν σημάδια ανυπόφορου πόνου. Το ένα τρίτο αρνήθηκε.

Το πείραμα πραγματοποιήθηκε με τους εθελοντές σε διαφορετικές αποστάσεις  από τους εξεταζόμενους.  Όταν δεν βρίσκονταν  κοντά τους, περίπου το 35% των εθελοντών περιφρόνησαν  την εξουσία,  ακόμη και όταν δεν μπορούσαν να δουν ή να μιλήσουν με τον εξεταζόμενο. Όταν, όμως, ήταν πολύ κοντά, το 70% αρνήθηκαν να υπακούσουν στις διαταγές.

Η συμπεριφορά των ανθρώπων που προθυμοποιήθηκαν να ασκήσουν το μέγιστο πόνο μπορεί σίγουρα να εξηγηθεί χωρίς αναφορά στην «ανθρώπινη φύση». Η συμπεριφορά τους ήταν μαθημένη και όχι έμφυτη. Αυτό που είχαν μάθει είναι αυτό που μαθαίνουν οι περισσότεροι άνθρωποι του σύγχρονου πολιτισμού, δηλαδή να ακολουθούν διαταγές, να κάνουν τη δουλειά για την οποία τους προσέλαβαν, να υπακούουν τους ειδικούς υπευθύνους. Στη διάρκεια του πειράματος, οι επιβλέποντες, που συμπεριφέρονταν ως άνθρωποι υψηλού κύρους και με μια ορισμένη νομιμοποίηση ως διευθυντές  ενός «επιστημονικού» πειράματος,  διαβεβαίωναν συνεχώς τους εθελοντές ότι έπρεπε να πατούν τους διακόπτες, ακόμη και αν οι εξεταζόμενοι έδειχναν ότι πονούσαν πολύ. Όταν οι εθελοντές ήταν μακριά από τα θύματα, ήταν πιο εύκολο να υπακούουν στους επιβλέποντες. Όταν, όμως, έβλεπαν ή άκουγαν τον πόνο από κοντά, τότε γεννιόταν στην ψυχή τους ένα ισχυρό φυσικό συναίσθημα συμπάθειας,  που τους έκανε να αψηφούν τις διαταγές των γεμάτων αυτοπεποίθηση  και επισημότητα επιστημόνων που επέβλεπαν το πείραμα.

Κάποιοι θεώρησαν ότι το πείραμα ανέδειξε μια βιαιότητα, έμφυτη στον άνθρωπο. Όμως αυτό δεν ήταν το συμπέρασμα του Στάνλεϊ Μίλγκραμ, που διεύθυνε τη μελέτη. Ο Μίλγκραμ συνόψισε τα συμπεράσματά του ως εξής: «Το κυρίαρχο εύρημα της μελέτης είναι η υπερβολική προθυμία των ενηλίκων να ακολουθήσουν στο έπακρο την προσταγή μιας εξουσιαστικής αυθεντίας… Αυτό είναι, πιθανόν,  το πιο βασικό πόρισμα: κανονικοί άνθρωποι, απλώς κάνοντας τη δουλειά τους και χωρίς κάποια συγκεκριμένη εχθρότητα από πλευράς τους, γίνεται να μετατραπούν σε συντελεστές μιας φρικτά αποτρόπαιης διαδικασίας».

Πρόκειται λοιπόν για μια μαθημένη συμπεριφορά  –«πάντα να υπακούς», «κάνε τη δουλειά σου»– και όχι για φυσική ενόρμηση.  Αυτή η συμπεριφορά  κρύβεται πίσω από το γεγονός ότι πολλοί από τους εθελοντές συνέχισαν να πατούν τους διακόπτες και να προκαλούν πόνο. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στο πείραμα Μίλγκραμ σχετικά με τη δύναμη «του καθήκοντος… της υπακοής», που μαθαίνουμε από την παιδική ηλικία, δεν είναι ότι τόσοι πολλοί υπάκουσαν, αλλά ότι τόσοι πολλοί αρνήθηκαν.

Ο  Κ. Σνόου, βρετανός μυθιστοριογράφος  και επιστήμονας,  έγραψε το1961:  «Αν αναλογιστείς  τη μακρόχρονη  και ζοφερή ιστορία του ανθρώπου, θα ανακαλύψεις ότι τα περισσότερα ειδεχθή εγκλήματα έχουν διαπραχθεί στο όνομα της υπακοής και όχι της επανάστασης. Οι γερμανοί αξιωματικοί είχαν εκπαιδευτεί με τον πιο άτεγκτο κώδικα υπακοής… στο όνομα της υπακοής συμμετείχαν  και βοήθησαν να διαπραχθούν οι πιο διεφθαρμένες πράξεις μεγάλης κλίμακας στην ιστορία του κόσμου».

Τι στοιχεία μπορεί, όμως, να μας προσφέρει η ανθρωπολογία, δηλαδή η συμπεριφορά  των «πρωτόγονων»  ανθρώπων,  οι οποίοι υποτίθεται  ότι είναι πιο κοντά στη «φυσική» κατάσταση,  και γι’ αυτό μπορούμε να βρούμε σ’  αυτούς πειστικά στοιχεία για την «ανθρώπινη  φύση»; Έχουν γίνει πολλές μελέτες για τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας  τέτοιων ανθρώπων, όπως είναι οι Μπούσμεν της Αφρικής, οι Ινδιάνοι της Β. Αμερικής, οι φυλές της Μαλαισίας, οι Τασαντέι των Φιλιππίνων κ.ά. Τα συμπεράσματα μπορούν  εύκολα να συνοψιστούν: Δεν υπάρχει καμία μόνιμη και σταθερή συμπεριφορά πολεμοχαρής ή φιλειρηνική· υπάρχουν τεράστιες διαφοροποιήσεις. Στην  Β. Αμερική, οι Ινδιάνοι του κάμπου ήταν πολεμοχαρείς,  ενώ οι Τσερόκι της Τζόρτζια φιλειρηνικοί.

Ο ανθρωπολόγος Κόλιν Τέρνμπελ πραγματοποίησε δύο διαφορετικές επιτόπιες μελέτες, ζώντας για ένα διάστημα μαζί με τις πρωτόγονες φυλές. Στο βιβλίο του The Forest  People περιγράφει τους Πυγμαίους του δάσους Ίτουρι στην Κεντρική Αφρική ως υπέροχους,  ευγενικούς ανθρώπους, οι οποίοι τιμωρούσαν κάποιον που έτυχε να σφάλει, στέλνοντάς τον στο δάσος για να στεναχωρηθεί. Όταν μελέτησε τη φυλή Μπούτι του Ζαΐρ, τους βρήκε πολύ συνεργάσιμους και φιλειρηνικούς. Αντίθετα, όταν ο Τέρνμπελ έζησε με τη φυλή Ικ της Ανατολικής Αφρικής, τους οποίους περιγράφει στο βιβλίο του The Mountain People, τους βρήκε μοχθηρούς και εγωιστές.

Οι διαφορές στη συμπεριφορά που ανακάλυψε ο Τέρνμπελ δεν εξηγούνται με τη γενετική ούτε αποδίδονται  στη φύση των ανθρώπων αυτών, αλλά οφείλονται στο περιβάλλον τους και τις συνθήκες διαβίωσης. Η σχετικά εύκολη ζωή των ανθρώπων τού δάσους καλλιέργησε την καλή θέληση και τη γενναιοδωρία. Οι Ικ, από την άλλη μεριά, αφού το κράτος τούς έδιωξε από τους φυσικούς τους κυνηγότοπους για να φτιάξει ένα εθνικό πάρκο, κατέληξαν να διάγουν μια απομονωμένη ζωή στα χέρσα βουνά με ελάχιστη τροφή. Η απεγνωσμένη τους προσπάθεια να επιβιώσουν γέννησε την επιθετική καταστροφικότητα που παρατήρησε ο Τέρνμπελ.

Έγιναν πολλές προσπάθειες  να χρησιμοποιηθούν  τεκμήρια από την ηθολογία (τη μελέτη της συμπεριφοράς  των ζώων) για να «αποδειχτεί» η έμφυτη επιθετικότητα των ανθρώπων.  Για παράδειγμα,  ο Ρόμπερτ Άρντρεϊ επικαλείται το γεγονός ότι τα ζώα προστατεύουν την περιοχή τους, για να αποδείξει την ύπαρξη στους ανθρώπους ενός έμφυτου καθήκοντος προστασίας  περιοχής, που ευθύνεται  για τους πολέμους. Παρόμοια, ο Ντέσμοντ Μόρις επικαλείται στοιχεία που αφορούν τα πρωτεύοντα θηλαστικά, για να συμπεράνει ότι οι άνθρωποι είναι βαθιά επηρεασμένοι από την καταγωγή τους στην πορεία της εξέλιξης, ως πρωτόγονοι κυνηγοί.

Αλλά η μελέτη της συμπεριφοράς  των ζώων προσφέρει αντικρουόμενες ενδείξεις. Οι μπαμπουίνοι του ζωολογικού κήπου του Λονδίνου βρέθηκαν να είναι βίαιοι, ενώ στα λιβάδια της Νότιας Αφρικής η συμπεριφορά τους ήταν φιλειρηνική. Η διαφοροποίηση  αυτή εξηγείται εύκολα από το γεγονός ότι στο Λονδίνο οι μπαμπουίνοι ήταν ξένοι μεταξύ τους και βρέθηκαν μαζί λόγω της ανθρώπινης επέμβασης.  Ακόμη και όταν ήταν επιθετικοί, αυτό σήμαινε, κυρίως, φωνές και λογομαχίες  και όχι σωματική βία.

Μπορούμε,  επίσης, να αναφέρουμε το έργο του Λόρεντζ, ενός σημαντικού ζωολόγου και ειδικού στη μελέτη των πτηνών, ο οποίος μπήκε στον πειρασμό να αναφερθεί στην ανθρώπινη συμπεριφορά,  στο βιβλίο του On Aggression. Ο Λόρεντζ συχνά αναφέρει ότι τα επιθετικά ένστικτα των ανθρώπων προέρχονται από τα ζώα στην πορεία της εξέλιξης  των ειδών. Όμως δεν είναι και τόσο κατηγορηματικός. Πραγματικά, σε ένα σημείο αναφέρει ότι κανένα από τα λεγόμενα ένστικτά μας δεν είναι τόσο επικίνδυνο όσο η «συναισθηματική μας πίστη σε πολιτισμικές αξίες».

Είναι μεγάλο άλμα, όπως και να ’χει, η μετάβαση από τις μέλισσες, τις πάπιες ή και τους μπαμπουίνους στα ανθρώπινα πλάσματα. Αυτό το λογικό άλμα δεν λαμβάνει υπόψη του τον κρίσιμο παράγοντα διαφοροποίησης, τον ανθρώπινο εγκέφαλο, που μας δίνει τη δυνατότητα της μάθησης και του πολιτισμού και γεννά ένα ολόκληρο  φάσμα πιθανοτήτων, καλών και κακών. Αυτή η ποικιλία δυνατοτήτων δεν είναι διαθέσιμη στα πλάσματα με περιορισμένη νοημοσύνη, των οποίων η συμπεριφορά καθορίζεται αυστηρά από τα γενετικά τους ένστικτα (παρόλο που ακόμα και αυτά σε διαφορετικές συνθήκες αναπτύσσουν διαφορετικά χαρακτηριστικά).

Ο ψυχολόγος Έρικ Έρικσον, ξεπερνώντας την εμμονή του Φρόυντ με τα βιολογικά ένστικτα και τις εντυπώσεις της παιδικής ηλικίας, επισημαίνει το γεγονός ότι, αντίθετα με τα περισσότερα ζώα, τα ανθρώπινα πλάσματα περνούν μια μακρόχρονη  παιδική ηλικία, στην οποία επιτελείται η διαδικασία της μάθησης και ο πολιτισμικός καθορισμός. Αυτό γεννά την πιθανότητα για πολύ μεγαλύτερη ποικιλία συμπεριφορών. Ο Έρικσον αναφέρει ότι οι πολιτισμοί μας έχουν δημιουργήσει «ψευτοείδη», δηλαδή εικονικές κατηγορίες  φυλών και εθνών, οι οποίες εξαλείφουν την αίσθηση που θα έπρεπε να έχουμε ως ενιαίο είδος και καλλιεργούν την επιθετικότητα, η οποία μετατρέπεται σε βία. Τα ζώα, εκτός από τους ανθρώπους, δεν κάνουν πόλεμο. Δεν εμπλέκονται σε συστηματική, οργανωμένη άσκηση βίας στο όνομα μιας αφηρημένης ιδέας. Αυτό είναι χάρισμα των όντων με ανεπτυγμένο εγκέφαλο και πολιτισμό. Τα ζώα ασκούν βία για συγκεκριμένο, ορατό λόγο, την ανάγκη για τροφή και για αυτοάμυνα.

Γενετική, ψυχολογία, ανθρωπολογία, ζωολογία –σε κανένα απ’ αυτά τα πεδία δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι υφίσταται κάποιο ανθρώπινο ένστικτο, που να ευθύνεται για το είδος της επιθετικής βίας που χαρακτηρίζει τον πόλεμο. Τι ισχύει, όμως, στην ιστορία, την οποία επικαλέστηκε ο Φρόυντ; Ποιος μπορεί να αρνηθεί τη συχνότητα με την οποία απαντά ο πόλεμος στην ανθρώπινη ιστορία;  Αυτή η μόνιμη παρουσία του, όμως, δεν αποδεικνύει ότι αιτία του πολέμου είναι η ανθρώπινη φύση. Δεν υπάρχουν, άραγε, άλλα επαναλαμβανόμενα φαινόμενα στις ανθρώπινες κοινωνίες, τα οποία να συνδέονται με τα συνεχή ξεσπάσματα  του πολέμου και να τα εξηγούν,  χωρίς να χρειάζεται  να προσφύγουμε  σ’  αυτά τα μυστηριώδη ένστικτα, τα οποία η επιστήμη, όσο και αν προσπαθεί, δεν μπορεί να τα ανακαλύψει  στα γονίδιά μας; Για παράδειγμα, η ύπαρξη εξουσιαστικών ελίτ, οι οποίες ερωτεύονται την εξουσία τους και προσπαθούν να την επεκτείνουν,  δεν είναι ένα απ’  αυτά τα επαναλαμβανόμενα  φαινόμενα; Δεν είναι ένα ακόμη τέτοιο μόνιμο φαινόμενο και η απληστία, όχι του λαού, αλλά των ισχυρών μειοψηφιών της κοινωνίας, οι οποίες αποζητούν ολοένα και περισσότερες πρώτες ύλες, περισσότερες  αγορές, περισσότερη γη ή καταλληλότερα μέρη για επενδύσεις; Δεν κυριαρχεί, ειδικά στο σύγχρονο κόσμο, μια μόνιμη ιδεολογία εθνικισμού; Δηλαδή ένα σύνολο πεποιθήσεων που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά, σύμφωνα με τις οποίες τα πάτρια εδάφη πρέπει να αποτελούν αντικείμενο τυφλής λατρείας, με αποτέλεσμα να μετατρέπονται σε αιτία εξαγρίωσης, κάνοντας τους ανθρώπους να επιθυμούν να σκοτώσουν τα παιδιά από άλλες πατρίδες;

Σίγουρα, δεν χρειαζόμαστε  την ανθρώπινη φύση για να εξηγήσουμε τον πόλεμο· υπάρχουν άλλες εξηγήσεις, αλλά η ανθρώπινη φύση είναι η εύκολη λύση. Δεν απαιτεί καθόλου σκέψη. Αντίθετα, η ανάλυση των κοινωνικών, οικονομικών  και πολιτισμικών παραγόντων, οι οποίοι σ’ όλη την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας έχουν οδηγήσει σε τόσους πολέμους, απαιτεί πολύ κόπο.

Απόσπασμα από το βιβλίο Διακηρύξεις Ελευθερίας (Εκδ. Εξάρχεια, 2009) όπως αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νυκτεγερσία, τεύχος 3, Μάϊος 2010.

Μετάφραση Δημήτρης Κωνσταντίνου.

geniusloci2017