Αυτή ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ πού γεννήθηκε σάν σήμερα

776380_luxemburg5_75509a
Από πολύ νεαρή ηλικία, η Ρόζα θεωρούσε ότι η πολιτική ήταν μεγάλο κομμάτι της ζωής της. Ήθελε τα πάντα: γάμο και παιδιά, βιβλία και μουσική, περιπάτους τα καλοκαιρινά βράδια… και επανάσταση.

Η ζωή της μεγάλης επαναστάτριας που δολοφονήθηκε το 1919 

Γεννήθηκε ως Ροζαλία Λούξεμπουργκ το 1871 σε μια μικρή πόλη της Πολωνίας από μια οικογένεια κοσμικών Εβραίων. Όταν ήταν 3 ετών η οικογένεια μετακόμισε στη Βαρσοβία, όπου οι Πολωνοί μισούσαν τους Ρώσους, οι Ρώσοι μισούσαν τους Πολωνούς και όλοι μισούσαν τους Εβραίους. Παρ ‘όλα αυτά, οι Λούξεμπουργκ παρέμειναν εκεί και έστειλαν τα παιδιά τους στο σχολείο.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που η Ρόζα έγινε 5 ετών. Τότε η οικογένεια της θα ανακάλυπτε ότι είχε μια ασθένεια στο ισχίο. Έμεινε στο κρεβάτι για περίπου ένα χρόνο με το ισχίο της σε νάρθηκα και όταν σηκώθηκε, το ένα πόδι ήταν πιο κοντό από το άλλο, με αποτέλεσμα να κουτσαίνει ελαφρώς.

  Αυτή ήταν η Ρόζα:

776375_1907-or-1908-maybe
Αυτή ήταν η Ρόζα: Kορίτσι, Eβραία, ανάπηρη, με μια «ηλεκτρισμένη» νοημοσύνη, μια «αλαζονική» γλώσσα και ένα αδυσώπητο πάθος για κοινωνική δικαιοσύνη

 Από την εφηβεία της κιόλας προσχώρησε στις παράνομες σοσιαλιστικές οργανώσεις των φοιτητών που τότε αφθονούσαν στην Βαρσοβία. Σε ένα υπόγειο μια βραδιά, άνοιξε το στόμα της για να μιλήσει και διαπίστωσε ότι η σκέψη και το συναίσθημα έδεσαν γρήγορα. Ήταν εκείνη η βραδυά, η οποία σημάδεψε την ίδια και συγκλόνισε όσους βρίσκονταν εκεί, αφού τα συναρπαστικά λόγια της έβγαιναν με τόση ευκολία ώστε όσοι είχαν βρεθεί εκεί μίλησαν για μια εκπληκτική εμπειρία και τη χαρακτίρησαν χαρισματική.   «Η ηγεσία απέτυχε.

776373_Rosa_Luxemburg,_zwölfjährig
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ σε μικρή ηλικία

Ακόμα κι έτσι, η ηγεσία πρέπει να δημιουργηθεί εκ νέου, από τις μάζες και μέσα από τις μάζες. Οι μάζες είναι το αποφασιστικό στοιχείο, είναι ο βράχος πάνω στον οποίο θα κτιστεί η τελική νίκη της επανάστασης»   Στα 18 της κι ενώ ήταν ήδη στο μάτι της αστυνομίας της Βαρσοβίας, η Ρόζα έφυγε για σπουδές στη Ζυρίχη. Αν και γράφτηκε στο πανεπιστήμιο ως φοιτήτρια στις φυσικές επιστήμες, δεν θα παρακολουθούσε τα μαθήματα. Η εκπαίδευσή της έγινε στη βιβλιοθήκη, το αναγνωστήριο και την αίθουσα διαλέξεων ενός γερμανικού σοσιαλιστικού κλαμπ. Εκεί, το φθινόπωρο του 1890, συναντήθηκε με τον Leo Jogiches, έναν Λιθουανό Εβραίο τρία χρόνια μεγαλύτερό της με επαναστατική φήμη. Ένας αυτοαποκαλούμενος ήρωας της ρωσικής λογοτεχνίας, θυμωμένος, ερωτευμένος με το γνωστό ορισμό του Μπακούνιν για τον επαναστάτη που «δεν έχει κανένα δικό του ενδιαφέρον, κανέναν δικό του σκοπό, κανένα συναίσθημα, καμία συνήθεια, κανένα αγαθό, που δεν έχει καν όνομα.

Τα πάντα σε αυτόν διαποτίζονται από ένα ενιαίο, αποκλειστικό ενδιαφέρον, μια σκέψη, ένα μόνο πάθος. Την επανάσταση»  Η Ρόζα είχε ξετρελαθεί μαζί του, αλλά και ο ίδιος με τη σειρά του την ερωτεύτηκε παράφορα. Έγιναν εραστές το 1891.  

   Από πολύ νεαρή ηλικία, η Ρόζα θεωρούσε ότι η πολιτική ήταν μεγάλο κομμάτι της ζωής της. Ήθελε τα πάντα: γάμο και  παιδιά, βιβλία και μουσική, περιπάτους τα καλοκαιρινά βράδια… και επανάσταση. Η προσωπική ευτυχία και ο αγώνας για κοινωνική δικαιοσύνη, είχε πει «έπρεπε να συνυπάρχουν». Αν οι άνθρωποι είχαν εγκαταλείψει το σεξ και την τέχνη όταν έκαναν επανάσταση, θα δημιουργούσαν έναν κόσμο πιο άκαρδο από αυτόν που πάλευαν να αλλάξουν. Από την άλλη πλευρά, ο Leo μισούσε το φως της ημέρας, την κοινωνικότητα και την δική του σεξουαλική ανάγκη.

776377_f59_1341
Η Ρόζα μίλησε στους Πολωνούς ανθρακωρύχους στην Άνω Σιλεσία και ανακάλυψε από την αρχή το χάρισμά που σαγήνευε και συγκινούσε το κοινό. Τη ρητορική της δεινότητα.

Το μόνο που μετρούσε για τον ίδιο, ήταν «ο σκοπός». Ωστόσο, η λαχτάρα της Ρόζας να βρίσκεται μαζί του δεν υποχώρησε.   Όσον αφορούσε την πολιτική ωστόσο, οι απόψεις τους ταυτίζονταν. Θεωρούσαν ότι ο εθνικισμός σε όλες τις μορφές του, ήταν αποτρόπαιος και ότι η ελπίδα για ένα σοσιαλιστικό μέλλον ήταν η εργατική τάξη. Έτσι, κάθε βράδυ στις αρχές της δεκαετίας του 1890, σε ένα επιπλωμένο δωμάτιο στη Ζυρίχη, σχεδίαζαν την φωτισμένη εξέγερση των εργατών του κόσμου. Μέσα σε τρία χρόνια η Ρόζα θα ανέβαινε σε μια καρέκλα στο Τρίτο Συνέδριο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στη Ζυρίχη, απευθύνοντας έκκληση για την αναγνώριση του πολωνικού αντιεθνικιστικού μαρξιστικού κόμματος, το οποίο μόλις είχε ιδρύσει με τον Leo. Το 1898 αποφάσισε να φύγει για το Βερολίνο ώστε να συμμετέχει ενεργά στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD), το πιο ισχυρό τότε σοσιαλιστικό κόμμα στην Ευρώπη.

Ο Jogiches θα παρέμενε στην Ελβετία, όπου θα δούλευε για την δημιουργία του πολωνικού κόμματος. Οι δυο τους δεν θα ξαναζούσαν ποτέ στην ίδια πόλη.   Αρκετές εβδομάδες μετά την άφιξή της στο Βερολίνο, με την υποστήριξη του SPD, η Ρόζα μίλησε στους Πολωνούς ανθρακωρύχους στην Άνω Σιλεσία και ανακάλυψε από την αρχή το χάρισμά που σαγήνευε και συγκινούσε το κοινό. Τη ρητορική της δεινότητα.   Η Ρόζα Λούξεμπουργκ σε μικρή ηλικία   Κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο δεκαετιών, η Λούξεμπουργκ έγραψε βιβλία, δοκίμια και άρθρα σχετικά με μια πτυχή της ριζοσπαστικής πολιτικής ενώ έκανε μεγάλες περιοδείες σε όλη την Ευρώπη. Εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο  σημαίνοντα μέλη της ολοένα και πιο ενοχλητικής αριστερής πτέρυγας του SPD.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ πίστευε με όλη την καρδιά και την ψυχή της ότι η κρίσιμη διαφορά μεταξύ του κεφαλαίου και των εργατών θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο αν το προλεταριάτο αναλάμβανε την εξουσία και λάμβαναν χώρα επαναστατικές αλλαγές στο συνολικό περιβάλλον των παραγωγικών μεθόδων. Ήθελε να εγκαταλείψουν το SPD οι Ρεβιζιονιστές. Αυτό δεν συνέβη, αλλά τουλάχιστον η ηγεσία του κόμματος από τον Καρλ Κάουτσκυ κράτησε στο πρόγραμμα τον Μαρξισμό, ακόμα κι αν ο βασικός του στόχος ήταν να βελτιώσει τον αριθμό των εδρών που είχε το κόμμα στο Ράιχσταγκ.   Το 1907 πήρε μέρος στην Πέμπτη Κομματική Μέρα των Ρώσων Σοσιαλδημοκρατών στο Λονδίνο, όπου συνάντησε τον Βλαντιμίρ Λένιν. Στο Δεύτερο Διεθνές (Σοσιαλιστικό) Συνέδριο στην Στουτγκάρδη, πρότεινε μια απόφαση, που έγινε δεκτή, όλα τα Ευρωπαϊκά κόμματα εργατών να ενωθούν στις προσπάθειές τους να σταματήσουν τον πόλεμο.

 Η Ρόζα μίλησε στους Πολωνούς ανθρακωρύχους στην Άνω Σιλεσία και ανακάλυψε από την αρχή το χάρισμά που σαγήνευε και συγκινούσε το κοινό. Τη ρητορική της δεινότητα.   Η Ευρώπη το 1914 είχε ήδη διολισθήσει προς τον πόλεμο και η γερμανική, η γαλλική και η αυστριακή σοσιαλδημοκράτή παράταξη άφησαν για λίγο την επανάσταση της εργατικής τάξης και ρίχτηκαν στην προσπάθεια άμυνας των χωρών τους. Μαζί με τους συναδέλφους της Καρλ Λίμπκνεχτ και Κλάρα Τσέτκιν, «τα έσπασε» με το SPD και ξεκίνησε να δίνει ομιλίες κατά του πολέμου.

Το 1915 συνελήφθη (η ανοιχτή αντίθεσή της στον πόλεμο θεωρούνταν παράνομη στη Γερμανία), και πέρασε τα επόμενα τρία χρόνια στη φυλακή.   Είχε μπει στη φυλακή πολλές φορές στο παρελθόν και σχεδόν πάντα μπορούσε να δεχθεί επισκέπτες, να παίρνει βιβλία, να έχει καλό φαγητό και έπιπλα. Αυτή τη φορά όμως, όλα ήταν διαφορετικά. Τα μαλλιά της άσπρισαν και άρχισε να αναπτύσσεται σύγχυση, όχι στο μυαλό, αλλά στο πνεύμα της. Παρ ‘όλα αυτά, διάβαζε Τολστόι, Μαρξ και πολιτικά έγραφα ασταμάτητα.

Το καλοκαίρι του 1918 όταν ήταν ακόμη στη φυλακή, ολοκλήρωσε ένα έργο με το όνομα «Η Ρωσική Επανάσταση», η οποία σήμερα μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα πιο συγκλονιστικό έγγραφα στη σύγχρονη πολιτική σκέψη.   Το 1917, όταν οι ΗΠΑ μπήκαν στον πόλεμο, η Σπαρτακιστική Ομοσπονδία συνδέθηκε με το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (USPD), μια άλλη ομάδα αντιπολεμικών πρώην μελών του SPD, ιδρυμένη από τον Καρλ Κάουτσκυ. Στις 9 Νοεμβρίου του 1918 το USPD έφτασαν στην εξουσία ως ηγέτες της νέας δημοκρατίας μαζί με το SPD, μετά την παραίτηση του Κάιζερ. Αυτό ακολούθησε μια επανάσταση (η Γερμανική επανάσταση) που είχε ξεκινήσει στο Κίελο στις 4 Νοεμβρίου του 1918, όταν σαράντα χιλιάδες ναυτικοί και πεζοναύτες κατέλαβαν το λιμάνι ως διαμαρτυρία σε μια προτεινόμενη από την Γερμανική Ναυτική Διοίκηση συμπλοκή με το Βρετανικό Ναυτικό, παρά το γεγονός πως ήταν ξεκάθαρο πια πως ο πόλεμος είχε χαθεί.

Μέχρι τις 8 Νοεμβρίου, Συμβούλια Εργατών και Στρατιωτών είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Γερμανίας, θέτοντας τα θεμέλια για την αποκαλούμενη Räterepublik («Δημοκρατία Συμβουλίων») βασισμένη στο σύστημα των Σοβιέτ που παρατηρήθηκαν στη Ρωσία στις επαναστάσεις του 1905 και του 1917.   Το 1915 συνελήφθη (η ανοιχτή αντίθεσή της στον πόλεμο θεωρούνταν παράνομη στη Γερμανία), και πέρασε τα επόμενα τρία χρόνια στη φυλακή.   Η Λούξεμπουργκ απελευθερώθηκε στις 8 Νοεμβρίου του 1918 και μαζί με τον Λίμπκνεχτ που είχε επίσης απελευθερωθεί πρόσφατα, έκαναν την εφημερίδα Die rote Fahne (η Κόκκινη Σημαία). Σ’ ένα από τα πρώτα άρθρα που έγραψε, η Λούξεμπουργκ απαίτησε αμνηστία για όλους τους πολιτικούς κρατουμένους και κάλεσε στον τερματισμό της θανατικής ποινής.  

776374_1906-rosa-luxemburg-in
Το 1915 συνελήφθη (η ανοιχτή αντίθεσή της στον πόλεμο θεωρούνταν παράνομη στη Γερμανία), και πέρασε τα επόμενα τρία χρόνια στη φυλακή.

Στις 15 Ιανουαρίου 1919, χτύπησε την πόρτα της η αστυνομία. Πήγε με τους αστυνομικούς στο αυτοκίνητο χωρίς διαμαρτυρία, μεταφέρθηκε στο αρχηγείο του στρατού για αναγνώριση και στη συνέχεια επέστρεψε στο αυτοκίνητο, όπου την πυροβόλησαν στο κεφάλι. Μέσα σε λίγες ώρες σκότωσαν με τον ίδιο τρόπο και τον Λίμπκνεχτ. Δύο μήνες αργότερα, ο Jogiches ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου σε ένα στρατώνα στην άκρη της πόλης. Οι άνδρες που τους σκότωσαν, με τις ευλογίες της κυβέρνησης, ήταν μέλη των Freikorps, της παράνομης παραστρατιωτικής οργάνωσης που, δεκατέσσερα χρόνια μετά, θα αποτελούσαν τον πυρήνα των φαιοχιτώνων του Χίτλερ.  

776438_luxemburg3_75507a_1

Οι τελευταίες γνωστές λέξεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ, γραμμένες το απόγευμα της δολοφονίας της, ήταν για την πίστη της στις μάζες, και στο αναπόφευκτο της επανάστασης:

«Η ηγεσία απέτυχε. Ακόμα κι έτσι, η ηγεσία πρέπει να δημιουργηθεί εκ νέου, από τις μάζες και μέσα από τις μάζες. Οι μάζες είναι το αποφασιστικό στοιχείο, είναι ο βράχος πάνω στον οποίο θα κτιστεί η τελική νίκη της επανάστασης. Οι μάζες ήταν στα ύψη() ανέπτυξαν την «ήττα» αυτή σε μία από τις ιστορικές ήττες που είναι η τιμή και η δύναμη του διεθνούς σοσιαλισμού. Και γι’ αυτό η μελλοντική νίκη θα ανθίσει από αυτή την «ήττα»»

lifo.gr

Κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη για την Ρόζα Λούξεμπουργκ:

«Κίνησα το πρωί για τον Διόνυσο, στην Πεντέλη. Κρατούσα τα «Γράμματα» της Ρόζας Λούξεμπουργκ κι ήθελα να τα διαβάσω ψηλά στη μοναξιά, κάτω από τα πεύκα.

Γυάλιζε ο αέρα ακίνητος κι άστραφτε σαν ατσάλι· απάνω του, σαν ξόμπλια σμαλτωμένα, τα δέντρα, οι πεταλούδες, τα σπίτια των ανθρώπων. Η Πεντέλη μπροστά μου, η μάνα, με τον ανοιχτό πληγωμένον κόρφο, που είχε γεννήσει τους Θεούς· ζερβά μου ο Πάρνης γαλάζιος και τραχύς. Μύριζε το θυμάρι, η αφάνα· οι βελόνες των πεύκων, διχαλωτές, έσταζαν τον ήλιο.

Στο Διόνυσο, βρήκα ένα παλιό μου φίλο. Είχα χρόνια να τον δω. Α! τους ηρωικούς αγώνες μας για τη δημοτική γλώσσα, τα μανιφέστα που ξαπολούσαμε, τις κρυφές μας συνεδρίες στα υπόγεια ενός μεγάλου σπιτιού, τους νέους που φέρναμε στα κατηχούμενα τούτα να τους φωτίσουμε, να πληθύνουμε, ν’ ανεβούμε από τα υπόγεια, να φωτίσουμε την Ελλάδα.

Έπειτα σκορπίσαμε.

Άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι βαρέθηκαν, άλλοι διορίστηκαν κι ησύχασαν. Όταν τους συναντώ στο δρόμο, κάνω πως δεν τους βλέπω από ευγένεια – φοβούμαι μήπως θυμηθούν και κοκκινίσουν.

Μα σήμερα δεν μπόρεσα να ξεφύγω. Μόλις πρόβαλα στο μικρό ξενοδοχείο του Διονύσου, να ο φίλος μου με το μπαστούνι του, με το καπέλο γυριστό, να μην τον κάψει ο ήλιος γλυκοκουβέντιαζε με πέντ’ έξι κοπέλες. Πώς πάχυνε! Τα μάτια του ήταν πρησμένα, τα μάγουλά του κρέμουνταν, το πηγούνι του αναπαύονταν απάνου στο διπλό προγούλι.

-Πώς πάχυνες! του είπα.
-Ναι, πήρα τον κατήφορο. Στρώνω τραπέζι για τα σκουλήκια. Γεροντόπαχο. Δε σκοτίζομαι πια για τίποτα, δεν μπορώ να αφομοιώσω καμιά καινούρια ιδέα. Είμαι ήσυχος.
Και σε λίγο πρόσθεσε:

-Άλλαξαν οι συνήθειές μου. Παντρεύτηκα βλέπεις. Δεν περπατώ πια, βαριέμαι. Αγαπώ τις απλές κουβέντες, τη μαστίχα και τα παιδιά μου.

Θέλησα να του θυμίσω τους αγώνες μας. Όλα τα θυμόταν ήσυχα, χωρίς θλίψη, χωρίς ντροπή.
-Κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Σήμερα οι νέοι άλλαξαν. Γίνηκαν επαναστάτες, δε σέβουνται.

Μα καθόλου δε θεράπευε πια την καρδιά μου όλη τούτη η ωραιότητα. Σαν παμπάλαιη μου φάνηκε Σειρήνα, που μάταια μάχουνταν να μας γοητέψει και να ξεχάσουμε το τραχύ, χωρίς γλύκα κι ωραιότητα σύγχρονο χρέος.

Ανέβαινα βιαστικός, κλεισμένος μέσα στην αγωνία μου. Σήμερα μια γυναίκα άσκημη, χλωμή, απελπισμένη, ανένδοτη, ήταν μαζί μου· ως άγγιζες το χέρι μου το μικρό βιβλιαράκι της Ρόζας Λούξεμπουργκ, έφρισσα, σα να με άγγιζε το νευρικό, νεκρό της χέρι και με οδήγαε.

Μια μέρα την είχα δει σε μια μικρή γερμανική πολιτεία, πάνου σε ένα τραπέζι, να μιλάει σε χιλιάδες εργάτες και πεινασμένους. Ήταν αδύναμη, σα ραχητική, φορούσε ένα παλιό σάλι, έτρεμε από το κρύο κι έβηχε. Μα πότε δεν θα ξεχάσω την κραυγή που τινάχτηκε από το ανεμικό της στόμα κι ανέβηκε στον ουρανό: «Ελευτερία, φως, δικαιοσύνη. Να χαθούμε, όλοι αδέλφια, για να σώσουμε τη γης!».

Πολλοί κλαίγαν, άλλοι βλαστημούσαν και φοβέριζαν. Οι καλοθρεμμένοι αστοί περνούσαν και σφύριζαν. Ήρθαν οι αστυφύλακες και την κατέβασαν από το τραπέζι και την πήραν στη φυλακή. Ποτέ δε θα ξεχάσω τη ματιά της προς τους αψηλούς, βάρβαρους στρατιώτες. Έλεος, αγανάχτηση και θλίψη. Σα να μετρούσε πόσο σκοτάδι υπάρχει ακόμα, πόση σκλαβιά και τι αγώνας χρειάζεται!

Μιαν άλλη μέρα:

Είχε κηρυχτεί ο παγκόσμιος πόλεμος, τα γερμανικά σιδερόφραχτα στρατεύματα κίνησαν να δρασκελίσουν τα σύνορα και να μπουν στη Ρωσία.
Άξαφνα, μια χλωμή γυναίκα όρμησε, στάθηκε απάνου στα σύνορα κι άνοιξε τα δυο μικρά της αδύναμα χέρια να σταματήσει τους στρατούς που προχωρούσαν. Ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Τη φυλακίζουν. Από τη φυλακή της κοιτάζει τον ήλιο, τα πουλιά, τα σύννεφα, ακουμπισμένη στα κάγκελα.

Ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού διαβάζω τα γράμματα της στην αγαπημένη της φιλενάδα, τη Σόνια: «Κάποτε μου φαίνεται πως δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, μα ένα πουλί ή ένα οποιοδήποτε ζώο, που πήρε ανθρώπινη μορφή. Περσότερο ταιριάζει στην ψυχή μου μια γωνίτσα περβόλι, ένα χωράφι και να ΄μαι ξαπλωμένη στο χορτάρι, ανάμεσα στα έντομα, παρά να βρίσκουμαι σ’ ένα συνέδριο σοσιαλιστικό. Σε σένα μπορώ να κάμω μια τέτοια εξομολόγηση, γιατί βέβαια δε θα με φανταστείς εσύ πως προδίνω την ιδέα. Το ξέρεις, πως μεόλα αυτά, ελπίζω να πεθάνω στο μετερίζι μου: σε μια μάχη στα οδοφράγματα ή μέσα στη φυλακή…».
Γιομάτη επικίντυνα πλούτη κι αντινομίες ήταν η ψυχή της, όπως κάθε μεγάλη ψυχή.

Και παρακάτω γράφει:

«Τη στιγμή που σου γράφω ένας μεγάλος βάβουλος μπήκε στο κελί της φυλακής μου· το γιομώνει με τη βαριά, σα βαρύτονου, φωνή του. Τί ωραίος που είναι, τί βαθύτατη χαρά ζωής αναπηδάει μέσα από το βούισμά του, το γιομάτο δύναμη, ζέστα καλοκαιριάτικη και μυρωδιές από τα λουλούδια!»

«Σονίτσα» γράφει μιαν άλλη μέρα, «παραπονιέσαι με λόγια πικρά γιατί με κρατούν τόσον καιρό φυλακή και φωνάζεις: «Πώς είναι δυνατόν οι ανθρώποι να ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων;» Αγαπητό μικρό μου πουλί, σε όλη την ιστορία ανθρώποι ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων, κι η αδικία τούτη, έχει βαθύτατα τις ρίζες της στις υλικές συνθήκες της ζωής.

Μονάχα η εξέλιξη, μέσα από αναρίθμητες σπασμωδικές κρίσεις, μπορεί να φέρει τη λύτρωση. Σήμερα ζούμε ένα από τα πιο τρικυμισμένα κεφάλαια της εξέλιξης αυτής και ρωτάς: Προς τί όλα τούτα; Το ερώτημα τούτο δεν έχει νόημα όταν αγκαλιάσεις ολάκερο τον κύκλο της ζωής. Προς τί να υπάρχουν πουλιά στον κόσμο; Δεν ξέρω. Μα χαίρουμαι που υπάρχουν και γλυκύτατα παρηγοριέμαι, γρικώντας ξαφνικά ένα βιαστικό τσι-τσι-μπε να μου έρχεται μακριάθε, απάνου από τον τοίχο.

Άλλωστε υπερτιμάς τη γαλήνη μου. Δυστυχώς η εσωτερική μου ισορροπία και μακαριότητα ταράζεται κι από τον πιο ανάλαφρο ίσκιο που περνάει ποπάνω μου κι υποφέρω τότε αδήγητο μαρτύριο. Μα τις στιγμές αυτές μου είναι αδύνατο να προφέρω λέξη.».

Σε ένα άλλο γράμμα της περιγράφει με πόνο τα βουβάλια που σέρνουν μεγάλα κάρα και κουβαλούν στις φυλακές τα αιματωμένα ρούχα από τον πόλεμο. Ένας στρατιώτης τα χτυπούσε και χάραζε, έως το αίμα, τη ράχη τους:

«Την ώρα που ξεφόρτωναν τα κάρα, τα βουβάλια έμεναν ακίνητα εξαντλημένα και το ένα, εκείνο που έτρεχε αίμα, κοίταζε θλιμμένο, ίσα, μπροστά του. Όλη του η μορφή και τα μεγάλα του μαύρα μάτια, τα τόσο γλυκά, είχαν την έκφραση του παιδιού που τιμωρήθηκε σκληρά χωρίς να ξέρει την αιτία· έκλαψε πολύ και δεν ξέρει πια πώς να γλυτώσει από το μαρτύριο κι από την κτηνώδη βία.

Στεκόμουνα μπροστά στο κάρο και το πληγωμένο ζώο με κοίταζε. Τα δάκρυα τινάχτηκαν από τα μάτια μου· ήσαν τα δάκρυά του. Ω δύστυχο βουβάλι μου, αγαπημένε φτωχέ αδερφέ μου, είμαστε κι οι δυο ανυπεράσπιστοι και βουβοί, ενωμένοι κι οι δυο στο πόνο, στην ανημποριά και στη λαχτάρα!»

Θάμα είναι η ευαισθησία τούτη της καρδιάς σε μια γυναίκα με τόση οξύτατη λογική και διαλεκτική δεινότητα και σοφία.

Κι ακόμα περισσότερο η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε και την Τρίτη ανώτατη αρετή: Δεν ήταν μονάχα λεπτότατα παθαινόμενη καρδιά, δεν ήταν μονάχα ανυπέρβλητα λαγαρός θεωρητικός νους – μα ήταν και μια ζωή γιομάτη Πράξη: αμείλιχτος πολεμιστής, έτρεχε από πόλη σε πόλη, μιλούσε στις πλατείες, στα καφενεία, στα εργοστάσια, πήγαινε μπροστά από τους εργάτες σε συλλαλητήρια κι απεργίες.

«Σονίτσαα, Σονίτσα, κράτα ό,τι κι αν γίνει, τη γαλήνη σου και την ηρεμία. Τέτοια είναι η ζωή και πρέπει να την παίρνεις όπως είναι, με γενναιότητα, με όρθιο το κεφάλι και με χαμόγελο στα χείλη, μπροστά και ενάντια στα πάντα!»

Και το τελευταίο της γράμμα, λίγο πριν την σκοτώσουν:

«Η ψυχή μου βρίσκεται σε τέτοιο πυρετό, που είναι αδύνατο να δέχουμαι πια τους φίλους μου και να νιώθω πως μας επιβλέπουν οι φύλακες. Το βάσταξα με υπομον’η όλα τούτα τα χρόνια κι αν ήταν άλλοι καιροί, θα ‘κανα υπομονή. Μα τώρα που όλα συθέμελα άλλαξαν, δεν το ανέχομαι πια. Να μ’ επιβλέπουν την ‘ωρα που μιλω΄και να να μη με αφήνουν να προφέρω λέξη για ότι βαθύτατα μ’ ενδιαφέρει, μου κατήντησε τόσο μαρτύριο, που προτιμώ να στερηθώ κάθε επίσκεψη, ωσότου να μπορέσουμε να ιδωθούμε σαν ελεύτεροι άνθρωποι».
Σε λίγο καιρό, τον Γενάρη του 1919, τη σκότωσαν!

Αχ! Πως ανέβηκε ξαφνικά, μέσα στην Πεντέλη, η κραυγή: – Βοήθεια!

Δεν ήταν μια γυναίκα που φώναζε – ήταν η κραυγή, η σημερινή, ολάκερης της Γης.
Κατέβαινα το βουνό ταραγμένος. Τα δάκρυα είχαν τιναχτεί από τα μάτια μου. Πώς όταν είδα τη γυναίκα τούτη στη μακρινή πολιτεία να φωνάζει, απάνω στο τραπέζι, μικρή, αδύναμη κι άσκημη, πώς να μη χυθώ να σφίξω το χέρι της και να πάω μαζί της! Μα θυμούμαι, πειράχτηκα κι απόστρεψα το πρόσωπό μου.

Ένας γιατρός, που ήταν μαζί μου είπε: «Θα είναι υστερική· θα την πάντρευα να ησυχάσει». Κι εγώ γέλασα, θυμούμαι.

Φρίσσω λογιάζοντας πόσο κτήνος μπορεί να ‘ναι ο άνθρωπος, χωρίς να το νιώθει. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξεπέσει τόσο, μεγαλύτερη αμαρτία δεν έκαμα.

Και τώρα τα δάκρυα ανεβαίνουν, μια καρδιά χτυπάει και γιομίζει με αντίλαλο την ερημιά, η ζωή ανασηκώνεται όλη απάνου στους αδύναμους, καμπουριασμένους ώμους της χλωμής τούτης μεγαλομάρτυρης αδελφής.

Έφυγε η κραυγή από το στήθος της, λευτερώθηκε από το εφήμερο κορμί της και δουλεύει, φωνάζοντας πολεμικά, μέσα στα στήθη των ανθρώπων. ΄

Τέτοια η κραυγή της λευτεριάς. Έκαμε χρόνια να φτάσει και να χτυπήσει την ψυχή μου. Άλλες ψυχές, πιο χαμηλά, πιο πέρα, ακόμα δεν τη γρίκησαν. Βλέπουν μια γυναίκα ν’ ανοίγει το στόμα της, να σηκώνει τα χέρια απάνου σ’ ένα τραπέζι, μα δεν ακούν τί λέει: ύστερα από πέντε, δέκα χρόνια, θ’ ακούσουν· κι η ψυχή τους θα τιναχτεί κραυγάζοντας.

Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σκίζει τα σωθικά μας: -Βοήθεια!»

Ο αέρας άλλαξε, αναπνέει μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη θειάφι. Ποιος φώναξε; Εμείς φωνάζουμε, οι αδικημένοι άνθρωποι! Κι ύστερα σιωπή· ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από φόβο. Μα ξάφνου πάλι η κραυγή σκίζει τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν είναι μακριά, δεν έρχεται, για να μπορούμε να ξεφύγουμε – μέσα στην καρδιά κάθεται η κραυγή και φωνάζει.

Ανίλεη, αυστηρή είναι η στιγμή που περνούμε. Δε στρέφουμε πια το πρόσωπό μας στον ουρανό, ζητώντας βοήθεια. Ξέρουμε, ουρανός και γης είναι ένα. Ο νους, ας είναι ο ποιητής ουρανού και γης· αυτός ανέλαβε όλη την ευθύνη του χαμού ή της σωτηρίας. Ο νους μας είναι σαν το «Μικρό Σκορπιό» μιας αφρικάνικης παράδοσης, που αν την ήξερε, πολύ θα την αγαπούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.

«Ο μικρός σκορπιός είπε: – Εγώ, ο μικρός σκορπιός ποτέ δε θα επικαλεστώ το όνομα του Θεού. Εγώ, ο μικρός σκορπιός, όταν θέλω να κάμω τίποτα, θα το κάμω με την ουρά μου»!»