Συρία: μια άλλη ματιά σε έναν εμφύλιο

Η ιδέα πως η εξέγερση ενάντια στην συριακή κυβέρνηση είναι εμπνευσμένη από ένα κίνημα εκ των κάτω, το οποίο διψά για ένα πλουραλιστικό και δημοκρατικό κράτος, είναι μύθος. Τα βασικά συστατικά στοιχεία τής αντιπολίτευσης είναι ισλαμιστές που επιδιώκουν να ιδρύσουν ένα σουνιτικό ισλαμικό κράτος στην θέση μιας συριακής κυβέρνησης την οποία απεχθάνονται για το γεγονός ότι είναι κοσμική και έχει ως ηγέτες αλαβίτες «αιρετικούς».

«Στις τάξεις των ανταρτών κυριαρχούν οι ομάδες που συνδέονται με την Αλ Κάιντα», γράφει η Wall Street Journal. «Υπάρχει απογοήτευση με την ανικανότητα της Δύσης να βοηθήσει στην ενίσχυση μιας κοσμικής στρατιωτικής ή πολιτικής αντιπολίτευσης που θα αντικαταστήσει τον κύριο Άσσαντ», φωνάζουν οι New York Times. «Οι ισλαμικές δυνάμεις φαίνεται να ενισχύονται μέσα στην αντιπολίτευση», παρατηρεί ο Gerald F. Seib.

Πράγματι, ήδη από την αρχή της τελευταίας έκρηξης στην Συρία, η κυβέρνηση είχε πει ότι, αν και κάποιοι διαδηλωτές έχουν λογικά αιτήματα, η εξέγερση καθοδηγείται από φανατικούς Ισλαμιστές με ξένη χρηματοδότηση. Είναι κοινό μυστικό ότι η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ (μοναρχίες που αποστρέφονται την δημοκρατία) παρέχουν όπλα στους φανατικούς ισλαμιστές ενώ Τουρκία, Ιορδανία, Ισραήλ, Γαλλία, Βρεττανία και ΗΠΑ παρέχουν επίσης υποστήριξη.

Η μετα-αποικιοκρατική ιστορία της Συρίας στιγματίζεται από ισλαμιστικές εξεγέρσεις. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα οργάνωσε εξεγέρσεις κατά της κυβέρνησης το 1964, το 1965, το 1967 και το 1969. Κάλεσε σε τζιχάντ κατά του τότε προέδρου Χαφέζ Αλ-Άσσαντ (πατέρα του τωρινού προέδρου), χαρακτηρίζοντάς τον ως «εχθρό του Αλλάχ». Ως το 1977 οι μουντζαχεντίν αγωνίζονταν κατά του συριακού στρατού και των σοβιετικών του συμβούλων, με αποκορύφωμα την κατάληψη της πόλης Χάμα το 1982. Ο συριακός στρατός κατέπνιξε την εξέγερση, σκοτώνοντας 20.000 ως 30.000 άτομα. Οι ισλαμιστές παρέμειναν από τότε διαρκής πηγή αστάθειας στην Συρία και η κυβέρνηση βρισκόταν σε διαρκή επιφυλακή απέναντι στην «αναζωπύρωση του κινήματος των σουνιτών φονταμενταλιστών». Η αναζωπύρωση, που προκλήθηκε από τις εξεγέρσεις σε γειτονικές χώρες, έκανε τον Glen E. Robinson να γράψει στο Current History ότι η εξέγερση αποτελούσε συνέχεια του «μακρού εμφυλίου πολέμου της Συρίας».

Όμως, τα δυτικά ΜΜΕ, εκφράζοντας τις πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις και τους υψηλούς αξιωματούχους της Ουάσινγκτον, το λένε κάπως αλλιώς: λαϊκή, από τα κάτω εξέγερση κατά ενός στυγνού δικτάτορα. Ωστόσο, τώρα πια, η πληθώρα βίντεο που έχουν ανεβάσει στο YouTube ισλαμιστές τρομοκράτες, τα οποία καταγράφουν εκτελέσεις αιχμαλώτων πολέμου, ξεκοιλιάσματα συλληφθέντων στρατιωτών και μπάρμπεκιου με κεφάλια, έχει χαλάσει το αφήγημα. Τώρα, ακόμα και η Wall Street Journal και οι New York Times υιοθετούν την θέση του Άσσαντ.

Παρά ταύτα, οι προπαγανδιστές των ανταρτών δεν τα έχουν εντελώς παρατήσει. Επιμένουν ότι, αν και η εξέγερση ελέγχεται από θρησκομανείς επιρρεπείς στην τρομοκρατία, δεν ήταν πάντα έτσι. Μάλλον, λένε, ξεκίνησε ως ειρηνική έκκληση για δημοκρατία, η οποία σταδιακά ελέγχθηκε μεν από τους τζιχαντιστές αλλά μόνο αφού η κυβέρνηση χρησιμοποίησε ωμή βία για να συντρίψει το κίνημα διαμαρτυρίας. Στο σημείο εκείνο, οι εξεγερμένοι αναγκάστηκαν να πάρουν τα όπλα για αυτοάμυνα.

Η άποψη αυτή είναι παραπλανητική. Κατ’ αρχήν, αποκρύπτει το γεγονός ότι η εξέγερση ελέγχεται από ισλαμιστές που δεν δίνουν πεντάρα για την δημοκρατία και στην πραγματικότητα είναι ανοιχτά εχθρικοί προς αυτή. Ακόμη, αποκρύπτει το γεγονός ότι η κυβέρνηση Άσσαντ έκανε σημαντικές παραχωρήσεις στην κατεύθυνση της δημιουργίας μιας πλουραλιστικής και δημοκρατικής κοινωνίας, για την οποία λένε πως διψούν οι εξεγερμένοι. Οι εξεγερμένοι απέρριψαν τις παραχωρήσεις και αυτό υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι ρίζες της εξέγερσης πρέπει να αναζητηθούν σε ισλαμιστικές και όχι δημοκρατικές φιλοδοξίες.

Ανταποκρινόμενη στα αιτήματα των διαδηλωτών, η Δαμασκός έκανε ορισμένες παραχωρήσεις, οι οποίες δεν ήσαν ούτε επιφανειακές ούτε αποσπασματικές:

Πρώτον, ακύρωσε την μακροχρόνια περιστολή δημοκρατικών ελευθεριών που είχε επιβληθεί με τον νόμο περί εκτάκτου ανάγκης. Ο νόμος αυτός, η χρήση του οποίου έγινε επειδή τυπικά η Συρία βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με το Ισραήλ, έδωσε στην Δαμασκό την απαραίτητη δύναμη για να προστατέψει την ασφάλεια του κράτους σε καιρό πολέμου, μέτρο απόλυτα συνηθισμένο σε εμπόλεμα κράτη. Ωστόσο πολλοί σύροι ένιωθαν καταπίεση απ’ αυτόν τον νόμο και τον έβλεπαν ως υπερβολικά περιοριστικό. Κάτω από την λαϊκή πίεση, η κυβέρνηση αναίρεσε τα μέτρα ασφαλείας.

Δεύτερον, η κυβέρνηση πρότεινε νέο σύνταγμα, προκειμένου να ενσωματώσει τα αιτήματα των διαδηλωτών ώστε να αφαιρεθεί το ειδικό στάτους από το κόμμα Μπάαθ, το οποίο είχε κρατήσει για τον εαυτό του τον κυρίαρχο ρόλο στη συριακή κοινωνία. Επιπρόσθετα, η προεδρεία θα ήταν ελεύθερη για όποιον είχε τα προαπαιτούμενα ως προς τον τόπο κατοικίας, την υπηκοότητα και την ηλικία. Οι προεδρικές εκλογές θα γίνονταν με μυστική ψήφο κάθε επτά χρόνια, σε ένα σύστημα καθολικού δικαιώματος ψήφου.

Αυτή ήταν η πολυκομματική δημοκρατία για την οποία υποτίθεται πως έκανε όλη την φασαρία η αντιπολίτευση. Ένα κίνημα διαμαρτυρίας, το οποίο θα διψούσε για δημοκρατική πλουραλιστική κοινωνία, θα μπορούσε να αποδεχτεί την προσφορά, αφού οι στόχοι του υλοποιούνταν. Το σύνταγμα μπήκε σε δημοψήφισμα και εγκρίθηκε. Έγιναν νέες βουλευτικές εκλογές με τη συμμετοχή πολλών κομμάτων. Ορίστηκαν προεδρικές εκλογές με πολλούς υποψηφίους για το 2014. Είχε έρθει μια νέα δημοκρατική αυγή. Οι αντάρτες θα μπορούσαν να παρατήσουν τα όπλα και να απολαύσουν τους καρπούς της νίκης τους.

Τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να γίνει. Αντίθετα, οι αντάρτες κλιμάκωσαν τον πόλεμο κατά της Δαμασκού και απέρριψαν τις μεταρρυθμίσεις, λέγοντας ότι ήρθαν πολύ αργά. Πολύ αργά; Μπας και η πλουραλιστική δημοκρατία μετατρέπεται σε κολοκύθα αν δεν προφτάσει να φτάσει πριν το ρολόι χτυπήσει μεσάνυχτα; Η Ουάσινγκτον, το Λονδίνο και το Παρίσι απέρριψαν επίσης τις εκχωρήσεις του Άσσαντ. Είπαν πως είναι «άνευ σημασίας», δίχως να εξηγήσουν το γιατί. Και όμως, οι μεταρρυθμίσεις ήσαν ό,τι ακριβώς ζητούσαν οι εξεγερμένοι και ό,τι απαιτούσε και η Δύση. Πώς γινόταν να είναι άνευ σημασίας; Οι δημοκράτες, όσοι αναζητούσαν μια ειρηνική επίλυση της κρίσης και η κυβέρνηση Άσσαντ δύσκολα μπορούν να κατηγορηθούν για το συμπέρασμα ότι «η δημοκρατία δεν ήταν η κινητήρια δύναμη της εξέγερσης».

Μιλώντας πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, ο πρόεδρος της Συρίας σημείωσε: «Στην αρχή φάνηκε ότι τα αιτήματα αφορούσαν μεταρρυθμίσεις. Αυτό έγινε για να παρουσιαστεί η κρίση ως ζήτημα πολιτικής μεταρρύθμισης. Πράγματι, υιοθετήσαμε μια πολιτική ευρέων μεταρρυθμίσεων, από την αλλαγή του συντάγματος ως ένα πλήθος νόμων και ρυθμίσεων, περιλαμβανομένων της άρσης του νόμου έκτακτης ανάγκης και της καθιέρωσης πολιτικού διαλόγου με όλα τα πολιτικά κόμματα της αντιπολίτευσης. Το ιδιαίτερα εντυπωσιακό ήταν ότι με κάθε βήμα που κάναμε στην μεταρρυθμιστική διαδικασία, το επίπεδο τρομοκρατίας κλιμακωνόταν.»

Με την προοπτική της Ουάσινγκτον, το νέο σύνταγμα άνοιγε χώρο για εναλλακτικά πολιτικά κόμματα. Η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτό το άνοιγμα για να κερδίσει επιρροή μέσα στη Συρία, χρηματοδοτώντας σιωπηρά κόμματα που στηρίζουν τις θέσεις των ΗΠΑ.

Όμως, για τους ισλαμιστές υπήρχαν μόνο αρνητικά. Πρώτον, το σύνταγμα ήταν κοσμικό και όχι βασισμένο στο ισλάμ. Δεύτερον, πρότεινε την απαγόρευση πολιτικών κομμάτων και κινημάτων που είχαν ως βάση την θρησκεία, την θρησκευτική αίρεση, την φυλή, την περιοχή της χώρας, το φύλο, την καταγωγή ή το χρώμα. Αυτό ουσιαστικά θα απαγόρευε την λειτουργία κάθε κόμματος που θα αποσκοπούσε στην ίδρυση ισλαμικού κράτους.

Αρνητικά υπήρχαν επίσης και για την Ουάσινγκτον, το Λονδίνο, το Παρίσι και το Τελ Αβίβ:

Πρώτον, η εισαγωγή τού συντάγματος χαρακτήριζε την Συρία ως «πάλλουσα καρδιά του αραβισμού»και «πρώτη γραμμή της πάλης κατά του σιωνιστή εχθρού και θεμέλιο αντίστασης κατά της αποικιοκρατικής ηγεμονίας εις βάρος του αραβικού κόσμου, των δυνατοτήτων και του πλούτου του». Αυτό δύσκολα θα συμφωνούσε με τον πόθο της Ουάσινγκτον να μετατρέψει τη Συρία σε «συνέταιρο ειρήνης» με το Ισραήλ και ερχόταν σε αντίθεση με το δυτικό σχέδιο εξάπλωσης νεο-αποικιοκρατικών πλοκαμιών σε όλον τον αραβικό κόσμο.

Δεύτερον, το σύνταγμα επισημοποιούσε τον πολιτικό προσανατολισμό των Σύριων Μπααθιστών, ο οποίος συνοψίστηκε από τον Άσσαντ ως εξής: «Η Συρία είναι ένα ανεξάρτητο κράτος που εργάζεται για τα συμφέροντα του λαού του αντί να κάνει τον συριακό λαό να δουλεύει για τα συμφέροντα της Δύσης». Επομένως, το νέο σύνταγμα όριζε πως σημαντικοί τομείς της συριακής οικονομίας θα παρέμεναν σε δημόσια ιδιοκτησία και θα λειτουργούσαν με γνώμονα το συμφέρον των σύρων στο σύνολό τους. Οι δυτικές εταιρείες, λοιπόν, θα έχαναν την ευκαιρία για επίτευξη κερδών σε βασικούς τομείς της συριακής οικονομίας, προοπτική καθόλου ενθαρρυντική για τα χρηματοπιστωτικά συμφέροντα της Wall Street, τα οποία προηγούνται κατά την λήψη αποφάσεων στην Ουάσινγκτον.

Ο Μπααθικός σοσιαλισμός εκνευρίζει μακροχρόνια την Ουάσινγκτον. Το Μπααθικό κράτος πάντα ασκούσε σημαντική επιρροή πάνω στην συριακή οικονομία, μέσω ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων, επιδοτήσεων των εγχώριων ιδιωτικών επιχειρήσεων, ορίων στις ξένες επενδύσεις και περιορισμών στις εισαγωγές. Αυτά είναι τα απαραίτητα εργαλεία ενός μετα-αποικιοκρατικού κράτους στην προσπάθειά του να απελευθερώσει την οικονομική του ζωή από την τανάλια των πρώην αποικιακών δυνάμεων και να σχεδιάσει ένα δρόμο ανάπτυξης ελεύθερο απ’ την κυριαρχία των ξένων συμφερόντων.

Ωστόσο, οι στόχοι τής Ουάσινγκτον είναι προφανώς αντίθετοι. Η Ουάσινγκτον δεν θέλει η Συρία να αναπτύξει την βιομηχανία της και να έχει ανεξαρτησία αλλά να υπηρετεί τα συμφέροντα τραπεζιτών και μεγάλων επενδυτών, τα οποία ενδιαφέρουν πραγματικά τις ΗΠΑ, στρώνοντας το έδαφος για την εκμετάλλευση της συριακής εργασίας και για την παραχώρηση της συριακής γης και των φυσικών πόρων στην ξένη ιδιοκτησία

Πριν το νέο σύνταγμα του Άσσαντ, το Στέητ Ντηπάρτμεντ παραπονιόταν πως η Συρία «είχε αποτύχει να γίνει μέλος μιας όλο και εντονώτερα παγκοσμιοποιούμενης οικονομίας», δηλαδή είχε αποτύχει να παραχωρήσει τις δημόσιες επιχειρήσεις της σε ιδιώτες επενδυτές, μεταξύ των οποίων τα χρηματοπιστωτικά συμφέροντα της Ουάσινγκτον. Το Στέητ Ντηπάρτμεντ εξέφρασε επίσης δυσαρέσκεια για το ότι «ιδεολογικοί λόγοι» εμπόδισαν τον Άσσαντ να φιλελευθεροποιήσει την συριακή οικονομία, για το ότι «η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων επιχειρήσεων δεν είχε ακόμα εξαπλωθεί» και για το ότι «η οικονομία παραμένει σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενη από την κυβέρνηση».

Λονδίνο, 2002: Το ζεύγος Μπλαιρ υποδέχεται το ζεύγος Άσσαντ. Τον Οκτώβριο του 2001, ο σύρος πρόεδρος
τόλμησε να πει δημόσια στον βρεττανό πρωθυπουργό: «σταματήστε να βομβαρδίζετε τους αφγανούς πολίτες».

Αν ο Άσσαντ ήθελε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της Wall Street, θα είχε εγκαταλείψει εντελώς τις πρακτικές που εκνεύριζαν το Στέητ Ντηπάρτμεντ. Έκανε το αντίθετο, φτιάχνοντας ένα σύνταγμα σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση αφ’ ενός μεν είχε πρωτεύοντα ρόλο στην καθοδήγηση της οικονομίας προς όφελος συριακών συμφερόντων αφ’ ετέρους δε δεν θα έβαζε τους σύρους να δουλεύουν για τα συμφέροντα δυτικών τραπεζών, εταιρειών πετρελαίου και άλλων επιχειρήσεων. Αυτό ουσιαστικά ήταν χαστούκι στο πρόσωπο της Ουάσινγκτον.

Κατόπιν, ο Άσσαντ έκανε την μεγαλύτερη αμαρτία να συμπεριλάβει ορισμένα κοινωνικά δικαιώματα στο σύνταγμα: ασφάλιση για αρρώστιες, αναπηρία και γηρατειά, πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη και δωρεάν παιδεία σε όλα τα επίπεδα. Με το σύνταγμα, αυτά τα δικαιώματα θα ήταν αδύνατο να προσβληθούν από νομοθέτες και πολιτικούς που θα μπορούσαν να τα θυσιάσουν στο βωμό της δημιουργίας ενός φιλικού προς τους ξένους επενδυτές κλίματος χαμηλής φορολογίας. Για να κάνει τα πράγματα χειρότερα, ο Άσσαντ περιέλαβε στο σύνταγμα ένα άρθρο που όριζε ότι «η φορολογία θα είναι κλιμακωτή».

Τέλος, έκανε ένα βήμα προς την πραγματική, γνήσια δημοκρατία, του είδους που δύσκολα ανέχονται αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις στην Ουάσινγκτον, με τις μυριάδες διασυνδέσεις τους στον τραπεζιτικό και επιχειρηματικό κόσμο. Συμπεριέλαβε στο σύνταγμα μια διάταξη, σύμφωνα με την οποία τουλάχιστον τα μισά μέλη τής Βουλής του Λαού θα πρέπει να είναι αγρότες και εργάτες.

Αυτοί είναι οι πραγματικοί λόγοι που Ουάσινγκτον, Λονδίνο και Παρίσι απέρριψαν τις παραχωρήσεις τού Άσσαντ. Δεν είναι ότι οι παραχωρήσεις δεν ήσαν ειλικρινείς. Είναι ότι γινόντουσαν προς τους λάθους ανθρώπους: προς τους σύρους αντί προς την Wall Street, προς τους άραβες αντί προς το Ισραήλ. Και δεν είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις του δεν ήσαν αρκετά δημοκρατικές. Είναι ότι παραήσαν δημοκρατικές, υπερβολικά επικεντρωμένες στην προστασία και προαγωγή των συμφερόντων των σύρων, αντί να αναγκάζουν τους σύρους να υπηρετούν τα συμφέροντα της Wall Street, της Ουάσινγκτον και του Τελ Αβίβ. 

[Stephen Gowans, «What the Syrian Constitution says about Assad and the Rebels«, 21/5/2013 – Απόδοση στα ελληνικά και προσαρμογή κειμένου: Cogito ergo sum. Παραλείφθηκαν οι παραπομπές που υπάρχουν στο πρωτότυπο. Εννοείται ότι το ιστολόγιο δεν είναι απαραίτητο να συμφωνεί απολύτως με τις απόψεις των ξένων κειμένων που δημοσιεύει κατά καιρούς.]

teddygr.blogspot.gr