Σαν σήμερα το 1944 ξεκινάει το κατασταλτικό πογκρόμ ενάντια στους κομμουνιστές στρατιώτες που βρισκόταν στην Μέση Ανατολή

Σαν σήμερα 02/04/1944 η αστική πολιτική τάξη της Ελλάδας, που βρισκόταν στην Μέση Ανατολή, σε συνεργασία με τους Βρετανούς, ξεκινάει ένα κατασταλτικό πογκρόμ σε όλους τους κομμουνιστές και δημοκράτες Ελληνες στρατιώτες που υπηρετούσαν στις Ενοπλες δυνάμεις.

Ας τα πιάσουμε όμως τα πράγματα απ’ την αρχή.

Σε προηγούμενη ανάρτησή μας αναφερθήκαμε στον τρόπο με τον οποίο τα προδοτικά Τάγματα Ασφαλείας όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν από την ελληνική πολιτεία, αλλά εντάχθηκαν στον εθνικό στρατό και πολέμησαν εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού στον εμφύλιο.

Αυτό, όμως, ήταν το ένα από τα κεφάλια της ακροδεξιάς Λερναίας Ύδρας.
 Ένα άλλο κεφάλι, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, βρισκόταν στη Μέση Ανατολή μέσα στις τάξεις του ελληνικού στρατού που κάτω από τις διαταγές των Βρετανών πολεμούσε εναντίον των Γερμανών. Μπορεί αυτό το κεφάλι να μη συνεργάστηκε με τους Γερμανούς και να τους πολέμησε, έτρεφε όμως για τους κομμουνιστές το ίδιο μίσος  που έτρεφαν και οι ιδεολογικοί τους συγγενείς των Ταγμάτων Ασφαλείας. Ήταν οι συνεχιστές της 4ης Αυγούστου, φιλομοναρχικοί και φιλομεταξικοί που είχαν καταφύγει στη Μέση Ανατολή και πάνω απ΄όλα έβαζαν τη μάχη εναντίον του κομμουνισμού.

Έτσι, ενώ στην Ελλάδα τα Τάγματα Ασφαλείας πολεμούσαν στο πλάι των Γερμανών εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, οι Έλληνες ακροδεξιοί ομοϊδεάτες τους στράφηκαν, στο πλάι των Βρετανών, εναντίον των Ελλήνων κομμουνιστών στρατιωτών και αξιωματικών στη Μέση Ανατολή.
Η πάλη αυτή θα χαλυβδώσει και θα συσπειρώσει τους ακροδεξιούς Έλληνες στη Μέση Ανατολή και, μετά την απελευθέρωση, είναι ώριμη πλέον η συμμαχία τους με τους δοσίλογους-ταγματασφαλίτες στο όνομα της αντιμετώπισης του κοινού και κυριότερου εχθρού τους: του κομμουνισμού. 

Για να μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε, όμως, την πορεία του ακροδεξιού αυτού τμήματος πρέπει να πιάσουμε το νήμα από την αρχή πηγαίνοντας στη Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και να αναφερθούμε σε γεγονότα που είναι ελάχιστα γνωστά και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις ισορροπίες που διαμορφώθηκαν στο ελληνικό στράτευμα που είχε καταφύγει εκεί μετά τη γερμανική εισβολή

τα προδοτικά Τάγματα Ασφαλείας όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν από την ελληνική πολιτεία, αλλά εντάχθηκαν στον εθνικό στρατό και πολέμησαν εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού στον εμφύλιο.

Αυτό, όμως, ήταν το ένα από τα κεφάλια της ακροδεξιάς Λερναίας Ύδρας. Ένα άλλο κεφάλι, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, βρισκόταν στη Μέση Ανατολή μέσα στις τάξεις του ελληνικού στρατού που κάτω από τις διαταγές των Βρετανών πολεμούσε εναντίον των Γερμανών. Μπορεί αυτό το κεφάλι να μη συνεργάστηκε με τους Γερμανούς και να τους πολέμησε, έτρεφε όμως για τους κομμουνιστές το ίδιο μίσος  που έτρεφαν και οι ιδεολογικοί τους συγγενείς των Ταγμάτων Ασφαλείας. Ήταν οι συνεχιστές της 4ης Αυγούστου, φιλομοναρχικοί και φιλομεταξικοί που είχαν καταφύγει στη Μέση Ανατολή και πάνω απ΄όλα έβαζαν τη μάχη εναντίον του κομμουνισμού.

Έτσι, ενώ στην Ελλάδα τα Τάγματα Ασφαλείας πολεμούσαν στο πλάι των Γερμανών εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, οι Έλληνες ακροδεξιοί ομοϊδεάτες τους στράφηκαν, στο πλάι των Βρετανών, εναντίον των Ελλήνων κομμουνιστών στρατιωτών και αξιωματικών στη Μέση Ανατολή. Η πάλη αυτή θα χαλυβδώσει και θα συσπειρώσει τους ακροδεξιούς Έλληνες στη Μέση Ανατολή και, μετά την απελευθέρωση, είναι ώριμη πλέον η συμμαχία τους με τους δοσίλογους-ταγματασφαλίτες στο όνομα της αντιμετώπισης του κοινού και κυριότερου εχθρού τους: του κομμουνισμού. 

Για να μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε, όμως, την πορεία του ακροδεξιού αυτού τμήματος πρέπει να πιάσουμε το νήμα από την αρχή πηγαίνοντας στη Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και να αναφερθούμε σε γεγονότα που είναι ελάχιστα γνωστά και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις ισορροπίες που διαμορφώθηκαν στο ελληνικό στράτευμα που είχε καταφύγει εκεί μετά τη γερμανική εισβολή.

Στην ανάλυση αυτή δε θα κάνουμε αποτίμηση του κινήματος και των συνεπειών του. Θα αναφερθούμε απλά στα γεγονότα που συνέβησαν, θέλοντας να αναδείξουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο το προπολεμικό δίπολο βασιλικών-βενιζελικών στον ελληνικό στρατό μεταλλάχθηκε στο δίπολο Δεξιά-Αριστερά και πώς, κατά τη μετεξέλιξη αυτή, διαμορφώθηκε ένας συμπαγής ακροδεξιός πυρήνας αποφασισμένος να σταθεί σύμμαχος στα παραπαίοντα αστικά κόμματα.

Η εξόριστη κυβέρνηση του Καΐρου  

Στις 23 Απριλίου 1941, λίγες ημέρες πριν από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, ο βασιλιάς Γεώργιος και ο πρωθυπουργός Τσουδερός αναχώρησαν για την Κρήτη. Μία ημέρα νωρίτερα, το ίδιο είχαν κάνει οι περισσότεροι υπουργοί και άλλα στελέχη της κυβέρνησης μαζί με τις οικογένειές τους. Ένα μήνα αργότερα και ενώ άρχιζε η γερμανική επίθεση στην Κρήτη, ο βασιλιάς και ο Τσουδερός εγκατέλειψαν το νησί καταφεύγοντας πρώτα στην Αίγυπτο και κατόπιν στο Λονδίνο, όπου και εγκαταστάθηκαν.

Ωστόσο, το κέντρο της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής δραστηριότητας παρέμεινε στην Αίγυπτο, όπου την ελληνική κυβέρνηση εκπροσωπούσαν οι υφυπουργοί των τριών όπλων (στρατός, ναυτικό και αεροπορία), υπό την εποπτεία του Παναγιώτη Κανελλόπουλου από το Μάρτιο του 1942, όταν αυτός διορίστηκε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εθνικής Άμυνας.

Έτσι, από το Μάιο του 1941 μέχρι την απελευθέρωση της Ελλάδας τον Οκτώβριο του 1944, η χώρα διέθετε δύο κυβερνήσεις: τη δοσιλογική κυβέρνηση των Αθηνών, την οποία αναγνώριζαν η Γερμανία και οι σύμμαχοί της και την εξόριστη κυβέρνηση του Καΐρου και του Λονδίνου με πρωθυπουργό τον Τσουδερό , την οποία αναγνώριζαν οι χώρες που πολεμούσαν εναντίον του Άξονα.

Ακροδεξιά 26
Ο Ε.Τσουδερός

Αναφερόμενος στην εξόριστη κυβέρνηση του Καΐρου, ο ο Σ. Γρηγοριάδης γράφει : «Η κύρια αιχμή που την απειλούσε ήταν ο χαρακτηρισμός της ως τεταρταυγουστιανής…. Είναι αλήθεια ότι από τις πρώτες ημέρες της άφιξής τους στην Αίγυπτο, βασιλιάς και πρωθυπουργός εξαπέστειλαν τους περισσότερους υπουργούς που είχαν δικτατορική προέλευση. Αυτή η αλλαγή όμως δεν ήταν επαρκής ώστε να ικανοποιήσει τους δημοκρατικούς».

Είναι χαρακτηριστικό ότι το καθεστώς της 4ης Αυγούστου καταργήθηκε μόλις την 4η Φεβρουαρίου 1942 ενώ παράλληλα ήταν σε ισχύ ο θεσμός της εξορίας. Όποιοι εξέφραζαν την αντίθεσή τους προς το βασιλιά στέλνονταν εξορία στο Σουδάν και αυτός ο θεσμός κράτησε τουλάχιστον μέχρι τον Απρίλη του 1942, οπότε καταργήθηκε από τον Κανελλόπουλο. Παρά τις κινήσεις εκδημοκρατισμού, όμως, που έκανε ο Κανελλόπουλος, η εντύπωση που επικρατούσε στους δημοκρατικούς αξιωματικούς ήταν ότι ο στρατός θα χρησιμοποιούνταν από το βασιλιά για να τον ξαναφέρει στο θρόνο του μετά την απελευθέρωση. Έτσι, ο διχασμός στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις βάθαινε συνεχώς και σύμφωνα με το Σ.Γρηγοριάδη : «εκείνοι που θα αναλάμβαναν να συγκροτήσουν τις ένοπλες δυνάμεις ήταν ήδη βαθιά διχασμένοι. Άλλοι προσέβλεπαν στο Γεώργιο ως άξονα σταθερότητας για τον αγώνα στο εξωτερικό. Και άλλοι ως φορέα του καταλυθέντος καθεστώτος, που είχε πρόθεση να το επαναφέρει φερόμενο στις λόγχες του στρατού ο οποίος θα συγκροτούνταν.


Υπήρχε, τέλος, και ο «τρίτος άνθρωπος» : η οργανωμένη αριστερά στη Μέση Ανατολή, η οποία ήθελε οπωσδήποτε να θέσει υπό τον έλεγχό της τις ένοπλες δυνάμεις του εξωτερικού».

Εν τω μεταξύ, μία τρίτη αρχή, η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) ή αλλιώς κυβέρνηση του βουνού, δημιουργούνταν το 1944 από το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) στις ορεινές περιοχές της κεντρικής Ελλάδας που ελέγχονταν από τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ).

Ο ελληνικός στρατός στη Μέση Ανατολή

Μετά την κατάρρευση της ελληνικής άμυνας, η μόνη ένοπλη δύναμη που διασώθηκε σε αξιόλογη έκταση ήταν ο στόλος. Συγκεκριμένα, διασώθηκαν 17 πλοία, ανάμεσα στα οποία ήταν το θωρηκτό Αβέρωφ, έξι αντιτορπιλικά και πέντε υποβρύχια. Η κατάσταση των πλοίων, όμως, δεν ήταν καλή και είχαν ανάγκη μεγάλων επισκευών. Εξίσου κακή ήταν και η κατάσταση των πληρωμάτων των πλοίων, που άγγιζαν τους 3.000 άντρες. Σιγά-σιγά, όμως, τα προβλήματα ξεπεράστηκαν και από τις 15 Μαΐου 1941, ο ελληνικός στόλος άρχισε να χρησιμοποιείται στις επιχειρήσεις του συμμαχικού στόλου, ενώ στο τέλος του 1942 είχε διπλασιάσει τους άντρες του ξεπερνώντας τους 6.000

Σιγά-σιγά άρχισε να δημιουργείται και στρατός ξηράς. Τον πυρήνα του αποτέλεσε ένα τάγμα από Αιγυπτιώτες Έλληνες, του οποίου τη διοίκηση ασκούσαν Έλληνες αξιωματικοί που είχαν σταλεί στην Αίγυπτο από το Φεβρουάριο. Η δύναμη αυτή συνεχώς μεγάλωνε από εθελοντές- φυγάδες που εγκατέλειπαν την κατεχόμενη Ελλάδα και κατέφευγαν στην Αίγυπτο για να πολεμήσουν τους Γερμανούς. Στα μέσα Ιουνίου, ο ελληνικός στρατός στην Αίγυπτο ενισχύθηκε σημαντικά από την ταξιαρχία του Έβρου, η οποία είχε διαφύγει μέσω Τουρκίας και μετά από πολλές δοκιμασίες έφτασε στην Αίγυπτο.

Έτσι, τον Ιούνιο του 1941 ιδρύθηκε το Αρχηγείο Βασιλικού Ελληνικού Στρατού Μέσης Ανατολής (ΑΒΕΣΜΑ) με έδρα το Κάιρο και αρχηγό τον υποστράτηγο Ε.Τζανακάκη, απόστρατο βενιζελικό αξιωματικό. Ήδη τον Οκτώβριο του 1941, η 1η Ελληνική Ταξιαρχία περιλάμβανε 6.000 άντρες, από τους οποίους οι 400 ήταν αξιωματικοί. Ο αριθμός αυτός μεγάλωνε διαρκώς από τη συνεχή άφιξη εθελοντών από την κατεχόμενη Ελλάδα. Συνολικά, οι ελληνικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή, ήταν σημαντικότερες κάθε άλλη κατεχόμενη χώρα εκτός από τη Γαλλία και, σύμφωνα με την ελληνοβρετανική συμφωνία του Μαρτίου 1942, ετίθεντο κάτω από βρετανική διοίκηση

Ο Τσουδερός, σε μια προσπάθεια να δώσει στην κυβέρνησή του ένα πιο δημοκρατικό πρόσωπο, επανέφερε  στο στράτευμα αρκετούς δημοκρατικούς αξιωματικούς που είχαν αποταχθεί μετά από τα ανεπιτυχή κινήματα του 1933 και 1935 και ήταν εκτός στρατεύματος ακόμη και στη διάρκεια της αλβανικής εκστρατείας.

Αυτοί, όμως, που εξακολουθούσαν να κατέχουν τις θέσεις-κλειδιά στο στράτευμα ήταν οι μοναρχικοί αξιωματικοί που είχαν φτάσει πρώτοι στη Μέση Ανατολή και είχαν καταλάβει τις πιο σημαντικές οργανωτικές θέσεις. Οι αξιωματικοί αυτοί δυσαρεστήθηκαν από την επαναφορά των απόστρατων βενιζελικών αξιωματικών και την τοποθέτηση του Εμ. Τζανακάκη ως αρχηγού του ΒΕΣΜΑ και ξεκίνησε, έτσι, μια διαμάχη μεταξύ των δύο αυτών ομάδων.

Η διαμάχη αυτή θα γινόταν πιο έντονη, καθώς τον Απρίλιο του 1942 έφτανε στο Κάιρο από την Αθήνα ο αρχηγός του Εθνικού Ενωτικού Κόμματος, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αναλαμβάνοντας τη θέση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης και του υπουργού Εθνικής Άμυνας και Στρατιωτικών. Από τη θέση του αυτή, ο Κανελλόπουλος άνοιξε τις πόρτες διάπλατα στους δημοκρατικούς αξιωματικούς οξύνοντας την ήδη υπάρχουσα δυσαρέσκεια των μοναρχικών.

Γρήγορα, όμως, μια νέα δύναμη θα εμφανιζόταν ανατρέποντας τις ισορροπίες. Και η δύναμη αυτή δεν ήταν άλλη από την Αριστερά και δεν είχε φορείς τους αξιωματικούς, αλλά κυρίως τους στρατιώτεςΉταν τέτοια η δυναμική με την οποία αναπτυσσόταν, που ανάγκασε τους δύο πρώην αντιπάλους – τους μοναρχικούς και τους δημοκρατικούς – να ενωθούν ενόψει του κοινού εχθρού. Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που αποδεικνύεται περίτρανα ότι ο φασισμός δεν απειλεί το σύστημα, αλλά το προστατεύει όταν χρειαστεί. Και αυτός είναι ο λόγος που οι «δημοκρατικοί» σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν νιώθουν την παραμικρή αναστολή να συμμαχήσουν με τους φασίστες.

Η Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση (ΑΣΟ)

Ήδη από τον Οκτώβριο του 1941, είχε ιδρυθεί η Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση (ΑΣΟ), η οποίαζητούσε την αντιφασιστική διαπαιδαγώγηση και δημοκρατικοποίηση του στρατού και την κινητοποίηση των εθνικών δυνάμεων για την όσο το δυνατόν ευρύτερη συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού στον πόλεμο. Ταυτόχρονα απαιτούσε, μετά την απελευθέρωση, να επιλέξει ο λαός το καθεστώς διακυβέρνησης που επιθυμούσε. Ιδρυτής της ΑΣΟ ήταν το στέλεχος του ΚΚΕ Γ. Σαλλάς τον Οκτώβριο του 1941. Παράλληλες οργανώσεις ήταν η ΑΟΝ στο ναυτικό και η ΑΟΑ στην αεροπορία. Τέλος, τον Ιανουάριο του 1943, ιδρύθηκε ο Εθνικός Απελευθερωτικός Σύνδεσμος (ΕΑΣ), που απευθυνόταν στους πρόσφυγες της Μέσης Ανατολής από την Ελλάδα και τους ομογενείς.  Η αυτονομία και η απόλυτη ελευθερία κινήσεων που είχαν τα στελέχη της ΑΣΟ και του ΕΑΣ βοηθούσαν στη γρήγορη εξάπλωση των οργανώσεων μέσα στο ελληνικό στράτευμα.

 Κίνημα Μέσης Ανατολής 02
Το περιοδικό του
Εθνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου


Σύμφωνα με τον Σόλωνα Γρηγοριάδη : «Η ΑΣΟ και οι διακλαδώσεις της ΑΟΝ και ΑΟΑ κατόρθωσαν να οργανώσουν σημαντικό αριθμό των στρατιωτών, των ναυτών και των σμηνιτών, καθώς και ένα μικρό αλλά όχι ασήμαντο μέρος υπαξιωματικών και αξιωματικών. Ένα τμήμα τους σοβαρό προσχώρησε βαθμιαία απόλυτα στον κομμουνισμό, περιλαμβάνοντας και μερικούς βαθμοφόρους. 


Με τον μηχανισμό που συγκρότησε μπορούσε να κινητοποιεί μαζικά τους άνδρες και να εμπνέει φανατισμό και πάθος. Αρχικά απευθυνόταν στους δημοκρατικούς, αλλά ενέταξε τους οπαδούς της σε μια σαφώς αριστερή κατηγορία με την επωνυμία του «αντιφασίστα». Αυτό ήταν και το βασικό της σύνθημα, καθώς και ο τίτλος της εφημερίδας που εξέδιδε: Αντιφασίστας. 


Η δράση της ΑΣΟ υπήρξε πολύ πιο ανοιχτή και απροκάλυπτη από του ΕΑΜ. Έπαιρνε σαφείς, αδιάλλακτες, επιθετικές πολιτικές θέσεις κατά του βασιλιά, της κυβέρνησης, ακόμη και κατά των αστικών δημοκρατικών αντιλήψεων των παλαιοβενιζελικών


Στην τακτική και στρατηγική της η ΑΣΟ χρησιμοποίησε γνήσια επαναστατικές, λενινιστικές μεθόδους. Τα στελέχη της ζούσαν στην εποχή του 1916. Στρέφονταν απευθείας προς τα κάτω, προς τους οπλίτες. Η κινητοποίηση και η μύηση αξιωματικών αποτελούσε δευτερεύοντα σκοπό της οργάνωσης» 

Η συγκρότηση της ΑΣΟ, η εξάπλωσή της στους στρατιώτες, υπαξιωματικούς και κατώτερους αξιωματικούς και η ίδρυση αντίστοιχων οργανώσεων στο Ναυτικό και στην Αεροπορία άλλαξε τα πολιτικά δεδομένα στις ένοπλες δυνάμεις και τερμάτισε την αντιπαλότητα των μέχρι τότε δύο πόλων: των βενιζελικών και των μοναρχικών. Πλέον, οι δύο αντιμαχόμενοι πόλοι ήταν άλλοι. Ο ένας πόλος ήταν των αριστερών οργανώσεων και ο άλλος ήταν των μοναρχικών, μεταξικών και αντικομμουνιστών αξιωματικών. Στο δεύτερο αυτό πόλο εντάχθηκε τελικά και η βενιζελική παράταξη με αποτέλεσμα η διαιρετική τομή του μεσοπολέμου μεταξύ βενιζελικών-μοναρχικών να δώσει τη θέση της στη νέα διάκριση κομμουνιστών-αντικομμουνιστών ή «εθνικοφρόνων» όπως αυτάρεσκα αποκαλούνταν οι δεύτεροι

Η κρίση του Μαρτίου 1943

Από το Φεβρουάριο του 1943, άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες στη Μέση Ανατολή ότι το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας σχεδίαζε να απομακρύνει όλους τους δημοκρατικούς αξιωματικούς από τις ηγετικές θέσεις του ΒΕΣΜΑ. Η ΑΣΟ, μέσω  της ημιπαράνομης εφημερίδας της «Αντιφασίστας» καλούσε τα μέλη της σε επαγρύπνηση ενάντια σε μια τέτοια κίνηση και η διαμάχη μεταξύ αντιφασιστών και μοναρχικών άρχιζε να παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις και όλα έδειχναν ότι η σύγκρουση δε θα αργούσε να έρθει.

Πράγματι, η αφορμή για τη σύγκρουση δεν άργησε να δοθεί. Ο Π.Κανελλόπουλος, το Φεβρουάριο του 1943, απομάκρυνε από τη θέση του το διοικητή του 5ου τάγματος της ΙΙ ης ταξιαρχίας συνταγματάρχη Γ.Χατζησταυρή, ένθερμο βενιζελικό, ο οποίος διεξήγαγε έντονη εκστρατεία εναντίον των μοναρχικών. Η είδηση της αντικατάστασής του από το μοναρχικό υπαρχηγό του Αθανασίου, προκάλεσε σφοδρότατες αντιδράσεις.

Οι άνδρες της μονάδας του Χατζησταυρή αντέδρασαν στην απόφαση αντικατάστασής του ξυλοκοπώντας και συλλαμβάνοντας μοναρχικούς οπλίτες και αξιωματικούς – μεταξύ αυτών και τον Αθανασίου – και απαιτώντας να ανακληθεί η αντικατάσταση. Παράλληλα, οι Κώνστας και Σταυρουλάκης, διοικητές των άλλων ταγμάτων της ΙΙης ταξιαρχίας εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους στο Χατζησταυρή.

Από την άλλη μεριά, 150 μοναρχικοί αξιωματικοί υπέβαλλαν τις παραιτήσεις τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις εξελίξεις αυτές. Εν τω μεταξύ, στις 3 Μαρτίου, ενώπιον του διοικητή της Ιης ταξιαρχίας εμφανίστηκε μία επιτροπή από έναν έφεδρο ανθυπολοχαγό και δύο υπαξιωματικούς, ζητώντας από αυτόν να πάρει θέση υπέρ των δημοκρατικών αξιωματικών της ΙΙης ταξιαρχίας και να αποτραπεί η αντικατάστασή τους. Αντί απάντησης, ο διοικητής συνταγματάρχης Κατσώτας συνέλαβε την επιτροπή, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση της πλειοψηφίας των στρατιωτών. Πολλοί αξιωματικοί προπηλακίστηκαν, ενώ ο Κατσώτας έστελνε έντρομος τηλέγράφημα στον Κανελλόπουλο: » Από της πρωΐας σήμερον το μέγιστον μέρος των οπλιτών της μονάδος μου ευρίσκεται εις ένοπλον ανταρσίαν». 

Ο Κανελλόπουλος, θέλοντας να ελέγξει την κατάσταση από κοντά, έτρεξε επιτόπου στα στρατόπεδα των δύο ταξιαρχιών, στη Συρία αντικρίζοντας μία πραγματικά επαναστατική κατάσταση. Στη συνάντηση που είχε με τους εξεγερμένους, του υποβλήθηκαν τα εξής αιτήματα:

α) Να επανέλθουν στις διοικήσεις τους ο Χατζηπσταυρής και οι διοικητές των άλλων ταγμάτων που τον είχαν υποστηρίξει και είχε διαταχθεί η αντικατάστασή τους.
β) Να απομακρυνθούν όσοι αξιωματικοί θεωρούνταν «τεταρταυγουστιανοί» και
γ) Να γίνει ανασχηματισμός της κυβέρνησης με την είσοδο δημοκρατικών πολιτικών

Απογοητευμένος ο Κανελλόπουλος από την εξέλιξη των πραγμάτων και νιώθοντας εντελώς αδύναμος να αντιμετωπίσει το κίνημα, υπέβαλλε την παραίτησή του στο βασιλιά και στον πρωθυπουργό που βρίσκονταν στο Λονδίνο. Παράλληλα, ζήτησε από τον Άγγλο αντιστράτηγο Χολμς, διοικητή της 9ης Βρετανικής Στρατιάς στην οποία υπάγονταν οι δύο ελληνικές ταξιαρχίες, την παρέμβασή του. Σε σύσκεψη που έγινε στη Βηρυτό, ο Άγγλος αντιστράτηγος δήλωνε στον Κανελλόπουλο:

» Η κατάσταση έχει φτάσει σε πλήρες αδιέξοδο. Οι δύο ταξιαρχίες δεν υπάρχουν πια. Μόνο με τη βία των όπλων μπορεί να αποκατασταθεί η τάξη. Αυτό όμως θα σήμαινε αιματηρή σύγκρουση Άγγλων και Ελλήνων. Οι στασιαστές έχουν στα χέριά τους τα όπλα των ταξιαρχιών και καμιά αμφιβολία δεν έχω ότι θα τα χρησιμοποιήσουν εναντίον μας, έστω και σποραδικά, αν τους χτυπήσουμε. Τέτοια όμως αιματηρή δράση  δεν είμαι διατεθειμένος να αναλάβω. Ούτε η ελληνική κυβέρνηση, βλέπω, ότι μου το ζητά. 


Μία λύση μόνο υπάρχει. Να αποδεχτείτε τα αιτήματα των στασιαστών. Ή μάλλον τα δύο πρώτα – να επανέλθουν στις διοικήσεις τους οι αντικατασταθέντες αξιωματικοί και να απομακρυνθούν οι θεωρούμενοι τεταρταυγουστιανοί. Το τρίτο – τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης – θα το παραπέμψω στον πρωθυπουργό Τσουδερό στο Λονδίνο.'»


Ήταν φανερό ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί τόσο γρήγορα που είχαν αιφνιδιάσει την εξόριστη κυβέρνηση και τη βρετανική διοίκηση, τόσο που αποφάσισαν να αποφύγουν τη βίαιη καταστολή του κινήματος και να αναζητήσουν μια ήπια πολιτική λύση ικανοποιώντας τα αιτήματα που είχαν υποβάλλει οι εξεγερμένοι.

Έτσι, οι 150 μοναρχικοί αξιωματικοί που είχαν παραιτηθεί καθώς και τόσοι άλλοι ομοϊδεάτες τους κλείστηκαν στο στρατόπεδο «Μερτζ Αγιούμ». 

Η πιο σημαντική, όμως, επιτυχία του κινήματος ήταν ο ανασχηματισμός της εξόριστης κυβέρνησης και η συμμετοχή σε αυτήν αποκλειστικά δημοκρατικών πολιτικών. Έντρομοι ο βασιλιάς και ο πρωθυπουργός από τις ραγδαίες εξελίξεις, αποφάσισαν να προβούν σε ριζική δημοκρατικοποίηση της κυβέρνησης. Ενώ η παραίτηση Κανελλόπουλου γινόταν δεκτή, απομακρύνονταν οι τελευταίοι τεταρταυγουστιανοί και η κυβέρνηση γινόταν καθαρά βενιζελική-δημοκρατική. Όπως γράφει και ο Σ. Γρηγοριάδης » χρειάστηκαν 24 μήνες – από το Μάιο του 1941- για να γίνει κάτι που ήταν επιβεβλημένο να πραγματοποιηθεί ίσως από τον πρώτο μήνα.»

Η  αναταραχή συνεχίζεται 

Παρά την προώθηση στην κυβέρνηση δημοκρατικών πολιτικών, η νέα κυβέρνηση, σε συνεργασία με τη βρετανική διοίκηση, αποφάσισαν να δράσουν μεθοδικά και διακριτικά σε μια προσπάθεια να απαλλαγούν από τις αριστερές οργανώσεις και να αποκτήσουν τον έλεγχο του ελληνικού στρατού στη Μέση Ανατολή. Έτσι, επί 20 ημέρες οι δύο ελληνικές ταξιαρχίες διοικήθηκαν από Άγγλους, οι οποίοι ανέλαβαν την αναδιοργάνωσή τους. Αντικατέστησαν τους δύο διοικητές με νέους, όπως επίσης και όλους τους διοικητές ταγμάτων αλλά και αρκετούς αξιωματικούς. Ταυτόχρονα, άρχισαν να απομακρύνουν από τις ταξιαρχίες τους πρωταγωνιστές του κινήματος του Μαρτίου, κάνοντας έτσι μια πρώτη εκκαθάριση, ενώ η απειθαρχία και η ανυπακοή τιμωρούνταν πλέον αυστηρά.

Παράλληλα, όμως, με την εκκαθάριση των ενοχλητικών για τη βρετανική διοίκηση οπλιτών, επιχειρήθηκε μία προσέγγιση με τους έγκλειστους στο στρατόπεδο «Μερτζ Αγιούμ» μοναρχικούς αξιωματικούς. Πολλοί αξιωματικοί, ακόμη και Άγγλοι, στάλθηκαν για να τους πείσουν να επανέλθουν στο στράτευμα. Ακόμη και ο βασιλιάς Γεώργιος τους απέστειλε επιστολή καλώντας τους να επανέλθουν, αλλά – πλην ελάχιστων περιπτώσεων – αρνήθηκαν.

Όπως γράφει ο Σ. Γρηγοριάδης : «Οι αξιωματικοί του Μερτζ Αγιούμ έθεταν ως όρους, πρώτον, να επανέλθουν όλοι ακριβώς στις θέσεις που κατείχαν πριν από την έκρηξη της στάσης και, δεύτερον, να τιμωρηθούν όλοι οι πρωταίτιοί της.

Αλλά το υπουργείο Στρατιωτικών απέρριψε τους όρους. Τους απέταξε από το στρατό και 11 από αυτούς που θεωρήθηκαν «αρχηγοί» παραπέμφθηκαν στο στρατοδικείο που τους καταδίκασε. Αργότερα, πάντως, επανήλθαν στο στράτευμα»

Εκεί ακριβώς, στο στρατόπεδο του Μερτζ Αγιούμ ήταν που εκκολάφθηκε η στρατιωτική οργάνωση που ονομάστηκε τελικά ΙΔΕΑ 

Τελικά, μετά τα γεγονότα του Μαρτίου 1943, «είχε τερματιστεί η φάση της εκκαθάρισης των υπολειμμάτων της 4ης Αυγούστου. Για τους δημοκρατικούς άρχιζε η φάση εκκαθάρισης και του βασιλιά. Και όσο ο Γεώργιος με την απλόχωρη υποστήριξη της αγγλικής κυβέρνησης επέμενε ότι έπρεπε με την απελευθέρωση να επιστρέψει στην Ελλάδα επικεφαλής του τακτικού ελληνικού  στρατού, τόσο δυνάμωναν οι δημοκρατικές αντιδράσεις και η αναταραχή συνεχιζόταν. 


Την άνοιξη του 1943, μετά τον τερματισμό του στρατιωτικού κινήματος, ήταν επισφαλή τα πράγματα στη Μέση Ανατολή. Και ο  πολιτειακός αγώνας χώριζε στα δύο τους εκπροσώπους της αστικής τάξης και τον όγκο του Σώματος των αξιωματικών. Αλλά υπήρχε και ο «τρίτος άνθρωπος», που καραδοκούσε: η Αριστερά, οργανωμένη στη ραγδαία επεκτεινόμενη ΑΣΟ»

Η κρίση του Ιουλίου 1943 

Μετά τα γεγονότα του Μαρτίου φαινόταν ότι η ηρεμία στις μονάδες είχε επανέλθει. Η ΑΣΟ, όμως, δεν είχε ανακαλυφθεί και η κυβέρνηση δεν είχε στην πραγματικότητα στέρεα θεμέλια στο στρατό. Στην πραγματικότητα η ηρεμία ήταν επιφανειακή αυτό φάνηκε ξεκάθαρα όταν ένα μεμονωμένο περιστατικό προκάλεσε μέσα σε μία μέρα επεισόδια πολύ σοβαρότερα από τα γεγονότα του Μαρτίου.

Το περιστατικό αυτό ήταν η τιμωρία ενός οπλίτη του 6ου τάγματος σε 20ήμερη φυλάκιση και η απόφαση του διοικητή του τάγματος να εκτίσει ο στρατιώτης την ποινή του στις αγγλικές στρατιωτικές φυλακές, που φημίζονταν για τη σκληρή μεταχείριση που επιφύλασσαν στους κρατούμενους . Στην απόφαση αυτή, το τάγμα αναστατώθηκε και μία επιτροπή στρατιωτών παρουσιάστηκε στο διοικητή ζητώντας να ανακληθεί η διαταγή του. Εκείνος, όμως, τους συνέλαβε και διέταξε τη μεταφορά τους στις φυλακές μαζί με τον τιμωρημένο οπλίτη. Κατά τη μεταφορά τους στις φυλακές,όμως, οι κρατούμενοι πήδηξαν από το τζιπ και άρχισαν να τρέχουν. Από τους πυροβολισμούς των στρατονόμων σκοτώθηκε ένας από τους φυγάδες και αυτό προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις στην ταξιαρχία. Εκατοντάδες φαντάροι του 6ου τάγματος επιτέθηκαν με τα όπλα τους εναντίον του Σταθμού Διοίκησης της Ταξιαρχίας. Πολύ σύντομα απέκτησαν τον έλεγχο σε ολόκληρη την ταξιαρχία, απελευθέρωσαν τους φυλακισμένους συντρόφους τους, κακοποίησαν αρκετούς μοναρχικούς αξιωματικούς και φυλάκισαν τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες που αντιστάθηκαν.

Αυτή τη φορά, όμως, σε αντίθεση με το Μάρτιο, η αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης και των Βρετανών ήταν άμεση. Οι στασιαστές παραδόθηκαν και τριακόσιοι οπλίτες και μερικοί κατώτεροι αξιωματικοί στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ τέσσερις από αυτούς καταδικάστηκαν σε θάνατο χωρίς, όμως, να εκτελεστούν.

Λίγες μέρες αργότερα, οι κρατούμενοι στο Γενικό Κέντρο Εκπαίδευσης Στρατού οπλίτες στασίασαν, αλλά και αυτή η στάση κατεστάλη ενώ δύο από τους στασιαστές καταδικάστηκαν σε θάνατο και τουφεκίστηκαν.

Πλέον, μετά την καταστολή των εξεγέρσεων του Μαρτίου και του Ιουλίου, ο κύριος στόχος των κυβερνήσεων, του βασιλιά και των Βρετανών ήταν η εκκαθάριση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων από τα εαμικά στοιχεία και η δημιουργία στρατού που θα επέβαλε στην Ελλάδα, μετά την απελευθέρωση, την παλιά καθεστηκυία τάξη. 

Η συγκρότηση του ακροδεξιού πόλου

Τα κινήματα του Μαρτίου και του Ιουλίου, σε συνδυασμό με τη δήλωση του βασιλιά Γεωργίου Β΄ ότι θα επανέλθει μετά από δημοψήφισμα,  συσπείρωσαν τους μοναρχικούς σε έναν αγώνα εναντίον των αριστερών.

Η πρώτη οργανωμένη αντικομμουνιστική κίνηση δημιουργήθηκε στο στρατόπεδο Σάμιτ, όπου βρίσκονταν εξόριστοι μεταξικοί αξιωματικοί και οπλίτες, μετά το κίνημα του Μαρτίου 1943. Η Ένωση Εθνικοφρόνων Αξιωματικών, όπως ονομάστηκε, περιλάμβανε μόνο κατώτερα στελέχη, μέχρι το βαθμό του λοχαγού αλλά δεν κατάφερε να επεκτείνει τη δράση της πέρα από το στρατόπεδο των εξορίστων.

Η πιο σημαντική, όμως, οργάνωση ήταν η Ένωση Νέων Αξιωματικών (ΕΝΑ) που ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1943 στο στρατόπεδο της Διοίκησης Σχολών του Γενικού Κέντρου Εκπαιδεύσεως στην Παλαιστίνη. Ο κύριος λόγος ίδρυσης της ΕΝΑ αποτυπώνεται στα λόγια του λοχαγού Γ.Καραγιάννη, ένα από τα ιδρυτικά μέλη της :«Είχεν γίνει πλέον συνείδησις εις άπαντας τους Έλληνας αξιωματικούς της Μέσης Ανατολής, αδιακρίτως πολιτικών φρονημάτων, ότι μόνον δι’ ωργανωμένης και καλώς διευθυνομένης προσπάθειας ηδύνατο να αντιμετωπισθή ο κομμουνισμός, ο οποίος εν Μέση Ανατολή και εν τη κατεχομένη Ελλάδι είχεν αναπτύξη τας δυνάμεις του, προς κατάληψη της εξουσίας».

Η κίνηση αυτή αφορούσε μόνο τους κατώτερους αξιωματικούς, από τους οποίους οι περισσότεροι φοιτούσαν στη Σχολή Ευελπίδων κατά τη διάρκεια του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Οι βασικές ιδεολογικές γραμμές γύρω από τις οποίες κινήθηκε η οργάνωση ήταν ο εθνικισμός, ο αντικομμουνισμός και η πίστη στο βασιλιά Γεώργιο Β’ και στο θεσμό της μοναρχίας.

Τα μέλη της ΕΝΑ γίνονταν δεκτά έπειτα από μυστική διαδικασία και έδιναν υπόσχεση πως θα αντιμετώπιζαν δυναμικά κάθε ανατρεπτικό κίνημα μέσα στο στρατό αλλά και κάθε κομμουνιστική δραστηριότητα. Υπολογίζεται πως στην ΕΝΑ είχαν προσχωρήσει περίπου 250 αξιωματικοί.

Μια τρίτη οργάνωση ανάμεσα στους κατώτερους αξιωματικούς στη Μέση Ανατολή ήταν ο Σύνδεσμος Αξιωματικών Νέων (ΣΑΝ), που ιδρύθηκε από το συνταγματάρχη Σ. Γκίκα, ο οποίος όμως δεν κατάφερε να αναπτύξει ιδιαίτερη δραστηριότητα, καθώς οι περισσότεροι αξιωματικοί στους οποίους απευθύνθηκε ανήκαν ήδη στην ΕΝΑ.

Η κρίση του Μαρτίου -Απριλίου 1944

Η αναγγελία της συγκρότησης της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) το Μάρτιο του 1944 είχε άμεσο αντίκτυπο στη Μέση Ανατολή, καθώς κινητοποίησε την ΑΣΟ και τις άλλες οργανώσεις στο ναυτικό και στην αεροπορία να ζητήσουν από την ελληνική και τη βρετανική διοίκηση τη δέσμευση για συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας με συμμετοχή και της ΠΕΕΑ.

 Ακροδεξιά 24.jpg
Τα μέλη της ΠΕΕΑ, μαζί με τον Μητροπολίτη Κοζάνης Ιωακείμ

Παρά τα χτυπήματα που είχαν δεχτεί τα κινήματα του Μαρτίου και του Ιουλίου 1943, η ΑΣΟ όχι μόνο δεν είχε διαλυθεί, αλλά συνέχιζε αθόρυβα την ιδεολογική της διείσδυση στο στράτευμα. Όπως γράφει ο Γρηγοριάδης:

«Μέσα στις μονάδες και στα πολεμικά πλοία, η ΑΣΟ είχε κατορθώσει, μετά τις στάσεις του 1943, να ανασυνταχθεί και να εξαπλωθεί. (…) Δεν υποπτευόταν ο κάθε διοικητής ή κυβερνήτης σε πόσο βαθμό βρίσκονταν υπό τον έλεγχο αυτής της αόρατης και ασύλληπτης Αρχής οι άνθρωποι που διοικούσε. Ακόμη περισσότερο δεν το υποπτεύονταν κυβέρνηση και επιτελεία. 

Η εμφάνιση της ΠΕΕΑ έκανε την ΑΣΟ να ανέλθει πάλι στο προσκήνιο. Καθώς η αναμέτρηση για την κυβέρνηση εθνικής ενότητας πλησίαζε, μία από τις δυνάμεις που βάραινε στη ζυγαριά των παρατάξεων ήταν ο στρατός, το ναυτικό και η αερoπορία της Μέσης Ανατολής. Όποιος τελικά τις έθετε υπό τον έλεγχό του θα αποκτούσε ένα ισχυρό όργανο πίεσης.»

Έτσι, με πρωτοβουλία της ΑΣΟ συγκροτήθηκε μία επιτροπή που απαρτιζόταν από αξιωματικούς του στρατού και της αεροπορίας. Η επιτροπή αυτή παρουσιάστηκε στον πρωθυπουργό Τσουδερό στις 31 Μαρτίου ζητώντας τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας με τη συμμετοχή και της ΠΕΕΑ.

Ο Τσουδερός, αφού τους άκουσε, τους έδωσε ασαφείς υποσχέσεις που δεν τους ικανοποίησαν και, έτσι, την ίδια μέρα, η επιτροπή συναντήθηκε και με τον υπουργό Ναυτικών Σοφοκλή Βενιζέλο, από τον οποίο ζήτησαν την απομάκρυνση του Τσουδερού από την κυβέρνηση, την ανάληψη της κυβέρνησης από αυτόν και τη συμμετοχή σε αυτήν και μελών της επιτροπής ως εντολοδόχων της ΠΕΕΑ.

Ο Βενιζέλος, στην ουσία, τους αγνόησε δηλώνοντας ότι δεν τους αναγνωρίζει ως εκπροσώπους των ενόπλων δυνάμεων και αμέσως μετά τη συνάντηση μαζί τους συνομίλησε με τον Τσουδερό και αποφάσισαν τη σύλληψη των μελών της επιτροπής.

Την επόμενη μέρα, 1 Απριλίου 1944, εκδηλώθηκε η πρώτη στασιαστική ενέργεια από 250 οπλίτες και αξιωματικούς που δήλωσαν την πίστη τους στην ΠΕΕΑ ως μόνη νόμιμη κυβέρνηση. Όλοι αυτοί συνελήφθησαν, παραδόθηκαν στους Άγγλους και κλείστηκαν στο στρατόπεδο Μένα κοντά στις Πυραμίδες.

Η κατάσταση πήγαινε πλέον προς την ένοπλη σύγκρουση. Πράγματι, δύο μέρες μετά, καταλήφθηκε από εξεγερμένους το ελληνικό φρουραρχείο Καΐρου. Σε έκτακτο υπουργικό συμβούλιο που έγινε την ίδια μέρα, ο Βενιζέλος ζήτησε την παραίτηση του Τσουδερού από την πρωθυπουργία, κάτι που τελικά έγινε.

Η είδηση της παραίτησης Τσουδερού προκάλεσε μεγάλη εντύπωση και θεωρήθηκε νίκη της ΑΣΟ. Λίγες ώρες αργότερα, όμως, έφτανε στο Βενιζέλο η ημερήσια διαταγή του ναυάρχου του στόλου, στην οποία ζητούσε τη συνεργασία της κυβέρνησης με την ΠΕΕΑ. Ήταν φανερό πλέον ότι η αναταραχή είχε επεκταθεί και στο Ναυτικό.

Η διαταγή του ναυάρχου προκάλεσε ενθουσιασμό στους οπαδούς της ΑΣΟ και οπλισμένες ομάδες ναυτών κατέλαβαν το Υπουργείο Ναυτικών, το Αρχηγείο του στόλου, το Ελληνικό Ναυτικό Φρουραρχείο Αλεξάνδρειας και τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων.

Εν τω μεταξύ στο Κάιρο, η επιτροπή των αξιωματικών της ΑΣΟ επισκέφτηκε πάλι το Σ.Βενιζέλο και ζήτησαν τα μισά μέλη της κυβέρνησης να είναι μέλη της επιτροπής, της ΑΣΟ και του ΕΑΣ. Ο Βενιζέλος, όμως, τους έδιωξε αρνούμενος να δεχτεί το αίτημά τους και η σύγκρουση δεν άργησε να έρθει.

Τη νύχτα της 5ης προς 6η Απριλίου, η Ιη  Ταξιαρχία στασίασε και οι εξεγερμένοι – μέλη της ΑΣΟ πήραν υπό τον έλεγχό τους σχεδόν όλες τις μονάδες της. Ταυτόχρονα, η ΙΙη Ταξιαρχία έπεφτε και αυτή στα χέρια των στρατιωτών της ΑΣΟ.

Την ίδια νύχτα, το κίνημα επεκτεινόταν στο στόλο με τους εξεγερμένους να καταλαμβάνουν τα πλοία του ελληνικού στόλου. Στην πραγματικότητα, όλες οι μονάδες του στρατού και του ναυτικού, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είχαν περάσει υπό τον έλεγχο της ΑΣΟ και εκδηλώθηκαν υπέρ της ΠΕΕΑ . Αντίθετα, στην αεροπορία, μόνο ένας μικρός αριθμός στρατιωτών συντάχθηκε με την ΠΕΕΑ.

 Κίνημα Μέσης Ανατολής 05 (1).jpg
Ναύτες του αντιτορπιλικού «Πίνδος», προσκείμενοι στο ΕΑΜ, γιορτάζουν την Πρωτομαγιά του 1944. 
Η φωτογραφία τραβήχτηκε ένα μήνα μετά την καταστολή του κινήματος της Μέσης Ανατολής, 
ενώ το «Πίνδος» βρισκόταν στο Οράν

Όπως μετέδωσε ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Κάιρο Λίνκολν ΜακΒέη σε αναφορά του στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ:«Οι αξιωματικοί διοικητές όλων των Ελληνικών ναυτικών μονάδων επισκέφτηκαν τον πρωθυπουργό και τον πληροφόρησαν ότι οι διαθέσεις του Στόλου είναι σχεδόν 100% υπέρ μιας Κυβέρνησης εθνικής ενότητας με τη συμμετοχή της ΠΕΕΑ»  [Φ.Οικονομίδη, Οι προστάτες – η αληθινή ιστορία της αντίστασης ]

Σε άλλη του αναφορά, στην οποία φαίνεται πόσο απροετοίμαστους έπιασε τους Αγγλους η εξέγερση των Ελλήνων στρατιωτών, ο ΜακΒέη σημειώνει: «Η Βρετανική πρεσβεία εξεπλάγη όσο κανένας από την τροπή που πήραν τα πράγματα»  [Φ.Οικονομίδη, Οι προστάτες – η αληθινή ιστορία της αντίστασης ]

Αυτή τη φορά οι Άγγλοι δεν μπορούσαν να αφήσουν αναπάντητο το κίνημα. Έτσι, στις 7 Απριλίου, ο διοικητής των βρετανικών δυνάμεων, στρατηγός Μ. Πάτζετ, πληροφόρησε τον Έλληνα υπουργό Άμυνας ότι αναλαμβάνει τη διοίκηση του ελληνικού στρατού για να καταστείλει την εξέγερση, ενώ στις 14 Απριλίου διορίστηκε πρωθυπουργός ο Σοφοκλής Βενιζέλος.

Η καταστολή του κινήματος αυτή τη φορά ήταν βίαιη. Μετά από 16 μέρες πολιορκίας, οι Άγγλοι επιτέθηκαν στην Ιη Ταξιαρχία με πυροβολικό και άρματα. Κατά την επίθεση αυτή , οι Άγγλοι δεν συνάντησαν ιδιαίτερη αντίσταση και η ελληνική Ταξιαρχία παραδόθηκε σε αυτούς χωρίς απώλειες. Είναι αλήθεια ότι οι Άγγλοι προσπάθησαν να μην υπάρξουν θύματα. Όπως δήλωσε ο Βρετανός πρεσβευτής στο Κάιρο Λήπερ στο ΜακΒέη: » Αν οι Βρετανοί αρχίσουν να πυροβολούν τους Έλληνες εδώ, κανένας από τους Άγγλους πράκτορες στην Ελλάδα δε θα επιζήσει»  [Φ.Οικονομίδη, Οι προστάτες – η αληθινή ιστορία της αντίστασης ]

Το ίδιο βράδυ έγινε και η επιχείρηση ανακατάληψης των πλοίων από ελληνικές δυνάμεις πιστές στην κυβέρνηση Βενιζέλου και, μετά από μάχες που προκάλεσαν 11 νεκρούς και 30 τραυματίες [Φ.Οικονομίδη, Οι προστάτες – η αληθινή ιστορία της αντίστασης], τα πλοία πέρασαν στα χέρια των πιστών στην κυβέρνηση.

Οι ποινές που ακολούθησαν ήταν βαρύτατες για τους εξεγερμένους. Το μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτών και των αξιωματικών  (μερικές χιλιάδες) στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Αίγυπτο και τη Λιβύη, τα «σύρματα» όπως καθιερώθηκε να αποκαλούνται

 Κίνημα Μέσης Ανατολής 03.jpg
Φυλακισμένοι Έλληνες στρατιώτες 
στη Μέση Ανατολή

Παράλληλα, δόθηκε αμνηστία σε όσους μοναρχικούς αξιωματικούς είχαν αρνηθεί να υπηρετήσουν κάτω από τις διαταγές βενιζελικών αξιωματικών. Οι αξιωματικοί αυτοί που βρίσκονταν εξόριστοι σε στρατόπεδα επανήλθαν στο στράτευμα και, μαζί με όσους αξιωματικούς και στρατιώτες είχαν απομείνει μετά την εκκαθάριση των αριστερών στοιχείων, επάνδρωσαν την 3η Ορεινή Ταξιαρχία και τον Ιερό Λόχο. Η 3η Ορεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος υπήρξαν οι πρώτες «καθαρές» και ελεγχόμενες πολιτικά μονάδες, οι οποίες αποτέλεσαν αργότερα τους κύριους αιμοδότες του Ιερού Δεσμού Ελλήνων Αξιωματικών.

 Κίνημα Μέσης Ανατολής 06.jpg
Η 3η Ορεινή Ταξιαρχία εισέρχεται στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 1944.
«Καθαρή» από αριστερούς, ήταν έτοιμη να χτυπήσει τον ΕΛΑΣ

Η ίδρυση του ΙΔΕΑ

Ενώ συνέβαιναν όλα αυτά στη Μέση Ανατολή, στην Ελλάδα το ΕΑΜ εδραίωνε τη θέση του δημιουργώντας παράλληλα και ισχυρά κέντρα εξουσίας στην ελληνική κοινωνία, κάτι που δυσκόλευε την αποδοχή της εξουσίας της δοσιλογικής κυβέρνησης της Αθήνας σε μεγάλο μέρος του ελληνικού χώρου.

Αυτό ήταν ήδη γνωστό στους «εθνικόφρονες» αξιωματικούς της Μέσης Ανατολής που αντιλαμβάνονταν ότι μετά τη νίκη τους εναντίον των αριστερών στη Μέση Ανατολή έπρεπε να συγκροτήσουν ένα στρατό πολιτικά πιστό και στρατιωτικά αξιόπιστο που θα ερχόταν σε σύγκρουση με μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας όταν ο ελληνικός στρατός θα έφτανε στην Ελλάδα.

Αυτή ακριβώς η διαπίστωση έπεισε τους αξιωματικούς της ΕΝΑ ότι όχι μόνο δεν έπρεπε να διαλύσουν την οργάνωσή τους μετά την άφιξη του ελληνικού στρατού στην Ελλάδα, αλλά αντίθετα έπρεπε να επεκτείνουν την επιρροή της ΕΝΑ προσελκύοντας στις τάξεις της και άλλους εθνικόφρονες αξιωματικούς.

Έτσι, τον Οκτώβριο του 1944, συναντήθηκαν στο Κάβα ντέι Τιρένι της Ιταλίας όπου διέμενε η ελληνική κυβέρνηση, ο Γεώργιος Καραγιάννης, διοικητής του 2ου τάγματος της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας με τον λοχαγό Μ., ο οποίος υπηρετούσε την κυβέρνηση. Στη συνάντηση αυτή, οι δύο αξιωματικοί συζήτησαν τους άξονες γύρω από τους οποίους θα έπρεπε να αναπτυχθεί η οργάνωση. Συμφώνησαν ότι η οργάνωση θα έπρεπε να είναι συνωμοτική και πως θα έπρεπε να περιοριστεί μόνο μεταξύ κατώτερων και μόνιμων αξιωματικών.

Ο λοχαγός Μ., πηγαίνοντας στην Ελλάδα, πραγματοποίησε επαφές με την ακροδεξιά οργάνωση «Τρίαινα», οργάνωση κατώτερων αξιωματικών γαλουχημένων με τις ιδέες της 4ης Αυγούστου. Η «Τρίαινα» είχε ιδρυθεί τον Ιούνιο του 1942 και είχε περίπου 250 μέλη – μόνιμους αξιωματικούς και ελάχιστους πολίτες. Δεν παρουσίασε καμία αντιστασιακή δράση εναντίον των Γερμανών και ο αγώνας της επικεντρώθηκε στην αντιμετώπιση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ενώ μέλη της συνεργάζονταν με τη δοσιλογική Ασφάλεια.

Οι επαφές των δύο πλευρών απέδωσαν και στις 25 Οκτωβρίου 1944 ιδρύθηκε ο Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών (ΙΔΕΑ). Στο πρακτικό της ίδρυσής του αναφερόταν:

«Οι υπογεγραμμένοι μόνιμοι εν ενεργεία αξιωματικοί του Στρατού ξηράς, υπηρετήσαντες κατά την διάρκειαν του πολέμου κατά του Άξονος, είτε εις Ομάδας Αντιστάσεως, είτε εις τον Στρατόν Μέσης Ανατολής, συσκεφθέντες επί της καταστάσεως, εις ήν ευρίσκεται η Πατρίς μας, ευθύς μετά την απελευθέρωσίν της από τον Άξονα, διαπιστούμεν τα κάτωθι:


Μετά την απομάκρυνσιν των κατακτητών εκ της χώρας και επικείμενης της συντριβής αυτών, νέος κίνδυνος, ουχί μικροτέρας σημασίας απειλεί την Πατρίδα. Ο κομμουνισμός, ευρών ευνοϊκάς δι’ αυτόν συνθήκας, κατά την κατοχήν, κατόρθωσε να επεκτείνη την επιρροήν του επί μεγάλου τμήματος της χώρας, έχων κατ’ ουσίαν υπό τον έλεγχο του ολόκληρον την Ελλάδα δια των οργανώσεων του ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, κλπ.

Εις τον, υπό ανασυγκρότησιν, νέον Ελληνικόν Στρατόν, κομμουνισταί αξιωματικοί παντός βαθμού θα καταλάβουν καιρίας θέσεις, θεωρούμενοι ως νόμιμα στελέχη αυτού, οι δε κομμουνισταί οπλίται θα είναι εκτός παντός ελέγχου και παρακολουθήσεως υπό του Κράτους.

Η πείρα του παρελθόντος και ιδία της περιόδου της κατοχής απέδειξεν, ότι η μοναδική τελική επιδίωξις του κουμμουνισμού εις την Ελλάδα είναι η κυριαρχία επί της χώρας και η υποδούλωσις της εις την Μόσχαν. Παραλλήλως, η διεθνής κατάστασις παραμένει ασταθής ενώ η εσωτερική πολιτική κατάστασις δεν είναι παρήγορος.

Κατόπιν τούτων, θεωρούν καθήκον των, όπως συστήσουν «Ιερόν Δεσμόν Ελλήνων Αξιωματικών» (ΙΔΕΑ), εις τον οποίον θα επιδιωχθή η ένταξις όλων των Ελλήνων αξιωματικών, προς τον σκοπόν της δημιουργίας οργάνου ικανού να αντιμετωπίση την υπονομευτικήν δράσιν του κομμουνισμού εις το Στράτευμα και εν γένει τον απειλούντα την Πατρίδα κίνδυνον».

Έξι από τα επτά ιδρυτικά μέλη του ΙΔΕΑ προέρχονταν από την «Τρίαινα», ενώ το έβδομο προερχόταν από την ΕΝΑ. Το Μάρτιο του 1945, ο λοχαγός Μ. συναντήθηκε με τον Καραγιάννη και τον ενημέρωσε ότι ιδρύθηκε στρατιωτικός σύνδεσμος με το όνομα ΙΔΕΑ. Ο Καραγιάννης υποδέχθηκε με ενθουσιασμό την είδηση και μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μυήθηκαν στον ΙΔΕΑ και οι 20 μόνιμοι αξιωματικοί του 2ου τάγματος της 3ης Ορεινής ταξιαρχίας, συμπεριλαμβανομένου και του ταγματάρχη.

Ο εμφύλιος ετοιμάζεται 

Με τη συγκρότηση του ΙΔΕΑ δημιουργήθηκε η μία από τις συνιστώσες της δύναμης που θα συγκρούονταν με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ (ακροδεξιά-εθνικόφρονες-μοναρχικοί). Η άλλη συνιστώσα ήταν ο παλιός αστικός-δημοκρατικός πολιτικός κόσμος ( δεξιοί, βενιζελικοί, κεντρώοι, αστοί δημοκράτες ).

Ποιο ήταν, όμως, το ενοποιητικό στοιχείο που ένωνε όλη τη δεξιά και τον παλιό αστικό δημοκρατικό κόσμο; Το στοιχείο αυτό ήταν ο αντικομμουνισμός επενδεδυμένος με την εκπληκτικής επινόησης οργουελική ψευδεπίγραφη λέξη «ΕΘΝΙΚΟΦΡΟΣΥΝΗ (!)» που είχαν ανακαλύψει αυτοί που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές Γερμανούς, με τους αποικιοκράτες Βρετανούς που είχαν υπό την κατοχή τους την Κύπρο και αυτοί που είχαν υποδεχτεί τον Αμερικανό στρατηγό Βαν Φλητ παρουσιάζοντας τον ελληνικό στρατό λέγοντάς του «Στρατηγέ, ιδού ο στρατός σας (!).

Η «εθνικοφροσύνη» ήταν το στοιχείο που ένωσε κόμματα και οργανώσεις που προέρχονταν από τη φασιστική και συντηρητική άκρα δεξιά, την παραδοσιακή δεξιά και ακόμα από τον παλαιοβενιζελικό και φιλελεύθερο χώρο. Όπως έγραφε ο Ά. Ελεφάντης: » To 1945 υπήρχαν ταγματασφαλίτες, βασιλικοί, μαυραγορίτες, εδεσίτες, λαϊκοί, τεταρταυγουστιανοί, αγγλόφιλοι, σκόρπιοι σε ένα συνοθύλευμα κομμάτων, αφήμερων ενώσεων και συνασπισμών»

Το πρόβλημα, όμως, που είχαν οι συνιστώσες αυτές ήταν ότι δύσκολα μπορούσαν να συγκεντρώσουν δυνάμεις τόσο πολυάριθμες που να μπορούσαν να επικρατήσουν στη μάχη που προετοίμαζαν, παρά το γεγονός ότι οι Βρετανοί θα έθεταν προς υποστήριξή τους και μερικές χιλιάδες στρατιώτες τους.

Ο ΕΛΑΣ συγκέντρωνε μία δύναμη 70.000 αντρών και μπορούσε να κινητοποιήσει άλλους 50.000 εφεδρικούς. Είχε δηλαδή, μία δύναμη 120.000 αντρών και ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός στην Ευρώπη ( μετά τους Γιουγκοσλάβους Παρτιζάνους του Τίτο) και δύσκολα θα μπορούσε να απειληθεί από τις δυνάμεις που προαναφέραμε. Έτσι, οι δυνάμεις αυτές αποφάσισαν να ρίξουν στον αγώνα δίπλα τους και άλλη μία συνιστώσα: τις δυνάμεις των Ταγμάτων Ασφαλείας, τους γερμανοτσολιάδες όπως ονομάζονταν από το λαό, αλλά και άλλων οργανώσεων που συνεργάζονταν με τους κατακτητές. Από τότε, οι δύο ακροδεξιές συνιστώσες (οι εθνικόφρονες-μοναρχικοί και οι ταγματασφαλίτες) θα πορευτούν δίπλα-δίπλα επί τριάντα χρόνια χτυπώντας την Αριστερά και στηρίζοντας το αστικό πολιτικό σύστημα όποτε αυτό κινδύνευε από τη λαϊκή θέληση.

Οι δύο αυτές ακροδεξιές συνιστώσες – εκτός από τον αντικομμουνισμό που τους ένωνε – είχαν και ένα άλλο κοινό γνώρισμα: ‘Εχοντας μάθει να εξαρτώνται από ξένες κυβερνήσεις, ένιωθαν περιφρόνηση για τους Έλληνες πολιτικούς και αργότερα για την ελληνική κυβέρνηση. Μπόρεσαν, έτσι, να στήσουν ένα παρακράτος που λειτουργούσε πότε με τις εντολές του επίσημου κράτους, πότε με την ανοχή του και πότε ερήμην των ελληνικών κυβερνήσεων επιβάλλοντας την άποψή του.

Τρομοκρατία, πολιτικές δολοφονίες, προβοκάτσιες, πραξικοπήματα ήταν μερικά από τα όπλα που χρησιμοποίησαν τα ακροδεξιά δεκανίκια του επίσημου κράτους επί τριάντα χρόνια προσπαθώντας να κάμψουν την αντίσταση του λαού που πάλευε για Λαϊκή Κυριαρχία, Ελεύθερη Πατρίδα και Πανανθρώπινη Λευτεριά

Πηγές

Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας, του Σ.Γρηγοριάδη

Διπλωματική εργασία του Δ.Δεμερτζή με επιβλέποντα καθηγητή το Σπ.Μαρκέτο
Οι Προστάτες – η αληθινή ιστορία της αντίστασης, του Φ.Οικονομίδη
Ιστορία των Ελλήνων, εκδόσεις ΔΟΜΗ 

Βρισκόμαστε στα μέσα του 1944. Όλα δείχνουν πως οι Γερμανοί χάνουν τον πόλεμο και όλοι σκέφτονται την επόμενη μέρα που ξημερώνει στις χώρες τους. Στην Ελλάδα, όμως, τα πράγματα έχουν γίνει εξαιρετικά περίπλοκα και επικίνδυνα για την κυρίαρχη ντόπια αστική τάξη αλλά και για τους Βρετανούς «προστάτες» που κινδυνεύουν να χάσουν την Ελλάδα από τη σφαίρα επιρροής τους. Κατανοούν όλοι αυτοί πως, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ θα έχει τον πρώτο λόγο στις διαδικασίες που θα συμβούν αν δεν προλάβουν αυτοί να φτιάξουν ένα στρατό που να μπορεί να αντιμετωπίσει τον ΕΛΑΣ.

Στην προηγούμενη ανάρτησή μας Το κίνημα της Μέσης Ανατολής και η ίδρυση του ΙΔΕΑ είδαμε με ποιον τρόπο «καθάρισε» ο ελληνικός στρατός στη Μέση Ανατολή από τους αριστερούς και πώς προέκυψε ένας «καθαρός» και απόλυτα ελεγχόμενος από τους Βρετανούς και τους Έλληνες εντολοδόχους τους στρατός.

Ο στρατός αυτός αποτελούνταν κυρίως από την Ορεινή Ταξιαρχία του Ρίμινι, αλλά η δύναμή της που έφτανε περίπου τους 3.500 άντρες δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να απειλήσει τον ΕΛΑΣ. Για το λόγο αυτό, όπως αναφέραμε σε άλλη ανάρτησή μας Η ενσωμάτωση των Ταγμάτων Ασφαλείας στον εθνικό κορμό , επιστρατεύτηκαν τα προδοτικά δοσιλογικά Τάγματα Ασφαλείας τα οποία, αντί να τιμωρηθούν όπως συνέβη σε όλες τις κατεχόμενες από τους Γερμανούς χώρες της Ευρώπης, στελέχωσαν τον «εθνικό» στρατό αυξάνοντας κατά μερικές χιλιάδες άντρες τη δύναμή του. Υπολογίζεται ότι περίπου 12.000 μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας εντάχθηκαν στον «εθνικό» στρατό.

Και αυτοί όμως δεν αρκούσαν να αντιμετωπίσουν τον ΕΛΑΣ. Όπως αναφέρει αργότερα ο Γ.Παπανδρέου : «όπου συνεκρούσθησαν – εις Πύργον, Καλάμας, Μελιγαλά, Γαργαλιάνους και Κιλκίς – τα Τάγματα όχι μόνον ηττήθησαν και εσφάγησαν αλλά ωδήγησαν εις την σφαγήν και πληθυσμούς των πόλεων. Και κατ’εξοχήν εις τας Αθήνας θα συνέβαινε το ίδιον, όπου η δύναμις των Ταγμάτων ανήρχετο εις 1.500 άνδρας…» [Σ.Γρηγοριάδη, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας]

Από την άλλη μεριά, οι Βρετανοί δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν  – στην αρχή τουλάχιστον – να κινητοποιήσουν περισσότερους από 10.000-12.000 άντρες. Είναι χαρακτηριστικό το τηλεγράφημα που έστειλε ο Τσώρτσιλ στον αρχηγό του Βρετανικού Αυτοκρατορικού Επιτελείου: «Είναι ενδεχόμενον εντός μηνός ή περίπου να χρειασθή να εισάγωμεν εις τας Αθήνας 10.000-12.000 άντρες με ολίγα τανκς, πυροβόλα και θωρακισμένα αυτοκίνητα. Έχετε μίαν Μεραρχίαν εις Αγγλίαν η οποία αριθμεί πλέον των 13.000 στρατιωτών. Μία τοιαύτη δύναμις θα πρέπει να επιβιβασθή τώτα δια να φθάση πιθανόν εγκαίρως δια την πολιτικήν κρίσιν, η οποία είναι πρωταρχικής σημασίας από απόψεως συνεπειών δια την πολιτικήν της Βασιλικής Βρετανικής Κυβερνήσεως. Μία τοιαύτη δύναμις θα ήτο δυνατόν να υποστηριχθή από στρατεύματα των αεροδρομίων του Δέλτα και από τμήματα εκ των 200.000, που έχομες εις την Αίγυπτον…» [Σ.Γρηγοριάδη, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας]

Από τα πρακτικά του Πολεμικού Συμβουλίου της Μ.Βρετανίας που συνήλθε τις επόμενες ημέρες, διαβάζουμε : «Ο Αρχηγός του Αυτοκρατορικού Επιτελείου συνεφώνησεν ότι ήτο σημαντικόν, από στρατιωτκής και πολιτικής απόψεως, να διατηρηθή φιλική η Ελλάς. Πάντως οι Επιτελάρχαι εφοβούντο ότι δύναμις 10.000 ανδρών ως η προτεινομένη, πιθανόν να απεδεικνύετο ανεπαρκής. Εάν π.χ η κατάστασις εξετραχύνετο και ετίθετο ζήτημα διεξαγωγής δημοψηφίσματος υπό συνθήκας ευνομίας, θα εχρειάζετο δύναμις 80.000 ανδρών. Τούτο θα ήτο δυσχερές αν οι Γερμανοί απεσύροντο τώρα, διότι τα απιτούμενα δια την Ελλάδα στρατεύματα θα ηδύναντο να εξοικονομηθούν μόνον εις βάρος της Ιταλίας…»  [Σ.Γρηγοριάδη, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας]

Φαινόταν λοιπόν τόσο η ανάγκη συγκέντρωσης μεγάλης δύναμης προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο ΕΛΑΣ όσο και η αδυναμία να συμβεί αυτό άμεσα. Η δύναμη του ΕΛΑΣ -μαζί με τον εφεδρικό στρατό των πόλεων – άγγιζε τους 120.000 άντρες και αποτελούσε πραγματικό φόβητρο για όποιον ήθελε να τα βάλει μαζί του.

Έπρεπε λοιπόν και άλλες δυνάμεις να επιστρατευτούν για τη μάχη που όλοι έβλεπαν ότι ερχόταν και οι δυνάμεις αυτές δεν ήταν άλλες από τις διπρόσωπες δυνάμεις που δημιουργήθηκαν επί γερμανικής κατοχής. Δυνάμεις που αν και αυτοαποκαλούνταν εθνικές, στην πραγματικότητα δεν ανέπτυξαν καμία δράση εναντίον των Γερμανών κατακτητών αλλά μόνο εναντίον των Ελλήνων κομμουνιστών και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Πολλές φορές μάλιστα συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, τροφοδοτήθηκαν με οπλισμό από αυτούς κάνοντας τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις οργανώσεις αυτές και στα Τάγματα Ασφαλείας εξαιρετικά δυσδιάκριτες

Η πιο γνωστή από τις οργανώσεις αυτές ήταν η οργάνωση Χ, για την οποία θα μιλήσουμε στη σημερινή μας ανάρτηση. Θα αναφερθούμε επίσης και σε άλλες «εθνικές» οργανώσεις που παραμέρισαν τις μεταξύ τους διαφορές και ενώθηκαν εναντίον του κοινού τους εχθρού: του κομμουνισμού. Μαζί με αυτές συμπορεύτηκαν όπως θα δούμε και κανονικές συμμορίες τοπικών λήσταρχων που λήστευαν και τρομοκρατούσαν τοπικούς πληθυσμούς. Μπροστά στην ανάγκη αναχαίτισης του «κομμουνιστικού κινδύνου», οι συνειδήσεις αμβλύνονταν όσο δεν πήγαινε άλλο. Όλοι οι κακοί χωρούσαν και κανείς δεν περίσσευε στον αγώνα αυτό.

Θα δούμε με ποιο τρόπο όλες αυτές οι ομάδες – μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας – δημιούργησαν ένα όργιο τρομοκρατίας εναντίον του ΕΑΜ και των υποστηρικτών του μην αφήνοντας τελικά περιθώριο για ειρηνική μετάβαση στη μετακατοχική περίοδο. Και όλα αυτά σε αγαστή συνεργασία με τις επίσημες κατασταλτικές αρχές της εθνοφυλακής και χωροφυλακής. Από τότε η λέξη «χωροφύλακας» και «αστυνόμος», αντί να προκαλεί αίσθημα ασφάλειας στον πολίτη, προκαλεί φόβο και απέχθεια.

Θα δούμε, τέλος, πως πέρα από την ανοχή και τη συνεργασία των επίσημων αρχών καταστολής με τις συμμορίες αυτές, υπήρχε τελικά κεντρικός σχεδιασμός από την κυβέρνηση για τη δημιουργία πολλών από αυτές και τη χρηματοδότησή τους με σκοπό τη δολοφονία ηγετών της εαμικής αριστεράς

Μετά από όλα αυτά, πώς μπορεί κανείς να εκπλήσσεται για την ύπαρξη της εγκληματική ςσυμμορίας της χρυσής αυγής; Πώς μπορεί να εκπλήσσεται που μονάδες της αστυνομίας επιδεικνύουν απέναντί της ανοχή και πολλές φορές συνεργάζονται μαζί της σε «επιχειρήσεις¨; Πώς μπορεί να εκπλήσσεται που αποδεικνύεται ότι η κυβέρνηση Σαμαρά είχε ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας μαζί της ; 

Η Ιστορία κάνει κύκλους και η γνώση της είναι απαραίτητη, αν δε θέλουμε να πέφτουμε συνεχώς από τα σύννεφα.

Η ίδρυση της οργάνωσης Χ 

Η οργάνωση Χ ιδρύθηκε το Μάρτιο του 1943 από μόνιμους και έφεδρους αξιωματικούς. Βασικοί ιδεολογικοί άξονες της οργάνωσης ήταν ο αντιδημοκρατισμός, ο αντικομμουνισμός, η βασιλοφροσύνη και ο εθνικισμός.

Την πρώτη περίοδο της δράσης της, από την ίδρυσή της μέχρι το Συνέδριο του Λιβάνου, η μύηση των νέων μελών γινόταν με αυστηρά συνωμοτικό τρόπο. Μέχρι το τέλος του 1943, η οργάνωση Χ αριθμούσε περίπου 4.000 μέλη, τα περισσότερα από τα οποία ήταν συγκεντρωμένα στις περιοχές της Αττικής και της Βοιωτίας.

Οργανωτικά, η οργάνωση Χ είχε τη μορφή στρατιωτικής μονάδας με αρχηγό τον αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Γρίβα ο οποίος, κατά τη διάρκεια της κατοχής, υπηρέτησε ως δωσίλογος στο Γενικό Επιτελείο Στρατού.

Βασικοί χρηματοδότες της οργάνωσης Χ ήταν αστοί που είτε χρειάζονταν προστασία είτε επιθυμούσαν τη δυναμική αντιμετώπιση της αριστεράς, όπως ο βιομήχανος Χ.Ζαλοκώστας και ο βιομήχανος που δραστηριοποιούνταν στην Αίγυπτο, Θ.Κόζικας. [Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών, Διπλωματική εργασία του Δ.Δεμερτζή]

Η «Χ» στα χρόνια που ακολουθούν θα παίξει πολλαπλό ρόλο:
α) θα λειτουργήσει ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για πολλούς ταγματασφαλίτες, καθώς δεν είχε εκτεθεί σε εμφανή συνεργασία με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής
β) θα συμμετάσχει στα Δεκεμβριανά δίπλα στις αγγλικές και μοναρχικές-αστικές δυνάμεις
γ) θα αποτελέσει την κύρια παραστρατιωτική δολοφονική και εκβιαστική οργάνωση στην περίοδο της τρομοκρατίας μετά τη Βάρκιζα, που αποκλήθηκε Λευκή Τρομοκρατία.
δ) θα ενισχύσει τις κυβερνητικές δυνάμεις που θα πολεμήσουν το Δημοκρατικό Στρατό στον εμφύλιο

Η σχέση της οργάνωσης Χ με τους Γερμανούς

Παρά το γεγονός ότι διακηρυγμένος στόχος της οργάνωσης Χ ήταν η απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς, η Χ δεν έδρασε ποτέ ενάντια στους κατακτητές, αλλά μόνο ενάντια στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Κατηγορήθηκε, μάλιστα, από πολλούς ιστορικούς ότι συνεργάστηκε με τους Γερμανούς. Σε απόρρητη έκθεσή του για τη «Χ», ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα Lincoln Mac Veagh (26/10/1945) αναφέρεται σαφώς στη συνεργασία της με τους κατακτητές. «Καθώς μεγάλωνε ο έλεγχος των κομμουνιστών πάνω στον ΕΛΑΣ, η «Χ» γινόταν όλο και περισσότερο μια καθαρά αντι-κομμουνιστική οργάνωση. Λέγεται ότι συνεργάστηκε με τους Γερμανούς, δίνοντάς τους πληροφορίες για τα πιθανά μέρη που βρίσκονται οι κομμουνιστές ηγέτες, και την ίδια στιγμή δεχόταν κάποια όπλα από τις γερμανικές αρχές, με τα οποία διεξήγε κατά καιρούς οδομαχίες κατά των Ελασιτών. Όσο μειωνόταν ο έλεγχος των Γερμανών πάνω στην Αθήνα, αυξάνονταν οι σποραδικές συγκρούσεις μεταξύ ΕΛΑΣ και «Χ», κι αυτό ήταν σε βάρος της «Χ».» [ www.iospress.gr ]

Από πολλές μαρτυρίες στη δίκη των δωσίλογων μαθαίνουμε ότι η οργάνωση Χ δεν προμηθευόταν απ’ευθείας από τους Γερμανούς τα όπλα, αλλά μέσω της δωσιλογικής κυβέρνησης Ράλλη και των Ταγμάτων Ασφαλείας. Είναι χαρακτηριστικό ότι μία εβδομάδα πριν από την αποχώρηση των Γερμανών, ο στρατιωτικός διοικητής Αττικής, Π.Σπηλιωτόπουλος, παρέδωσε στην οργάνωση Χ πέντε χιλιάδες οπλοπολυβόλα. Με αυτό τον τρόπο, η οργάνωση Χ κατάφερε να συγκροτήσει ισχυρούς πυρήνες σε αρκετές περιοχές της Αθήνας και ιδιαίτερα στο Θησείο , περιοχή που αποτέλεσε το προπύργιο της Χ στη μάχη της Αθήνας κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. 

Ο Θανάσης Χατζής κατατάσσει την οργάνωση Χ στην κατηγορία των ομάδων που πέρασαν από το δωσιλογισμό στην «αγγλοφιλία». Στο βιβλίο του «Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε» γράφει: «Αυτόν τον καιρό(άνοιξη 1943) κάνουν την εμφάνισή τους και οι «μπουραντάδες» αστυνομικοί με τις χαρακτηριστικές κάσκες των SS, οι «μαντουβαλαίοι» στον Πειραιά, τα κοινωνικά αποβράσματα της Ειδικής Ασφάλειας, οι «Χίτες» του Γρίβα, οι εδεσίτες του Παπαγεωργίου και μια σειρά άλλοι εθνοπροδότες με επικεφαλής «εθνοσωτήρες της Στρατιωτικής ιεραρχίας» σαν τους Βεντήρη, Σπηλιωτόπουλο, Ζερβέα, Αντωνόπουλο, Σταθόπουλο, όλοι στην υπηρεσία του Ράλλη και μέσον αυτού των Γερμανών και ταυτόχρονα των Άγγλων.»   [ βλέπε  www.iospress.gr ]

Ανάλογη είναι η εκτίμηση και του  Mark Mazower στο βιβλίο του «Στην Ελλάδα του Χίτλερ»«Στους δρόμους κάτω από το ναό του Θησείου, οι ένοπλοι της «Χ» αντάλλασσαν πυρά με τα περίπολα του ΕΛΑΣ κι έπαιρναν μέρος σε σημαίνουσες επιχειρήσεις πλάι στα Τάγματα Ασφαλείας. ‘Σήμερα είναι με τους Γερμανούς, αύριο, όταν ξανάρθει ο ευλογημένος ο βασιλιάς, μ’ αυτούς που θα τον φέρουν πίσω’. Έτσι εκτιμούσε το πιστεύω τους ένας παρατηρητής.» [ βλέπε  www.iospress.gr ]



Αλλά και ο Κρις Γουντχάουζ δεν χαρίζεται στην οργάνωση Χ: Στο βιβλίο του «Το μήλο της έριδος» γράφει: «Μια οργάνωση, για την οποία πολλά έχουν λεχθεί από την εποχή της Κατοχής, με την επωνυμία «Χ». Αυτή η οργάνωση, που έγινε αργότερα γνωστή σαν όργανο «αμέσου δράσεως» της μοναρχικής Δεξιάς, κάτω από την ηγεσία του συνταγματάρχη Γρίβα, έχει ισχυρισθεί ότι ήταν αντιστασιακό κίνημα κατά την Κατοχή. Αν ο ισχυρισμός αυτός αλήθευε, θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν η μοναδική οργάνωση της Δεξιάς που δρούσε στην Αθήνα. Στην πραγματικότητα, όμως, το όνομά της ήταν άγνωστο, ακόμα και λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί. Αλλά και τότε, πάλι, το όνομα αυτό δεν σήμαινε τίποτα, που να είχε σχέση με Αντίσταση. Μόνο στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια απόκτησε μια ορισμένη σημασία: την απαίσια σημασία μιας Κου Κλουξ Κλαν. Κι αυτή επομένως η οργάνωση δεν έχει θέση σ’ αυτή την παρουσίαση (των αντιστασιακών οργανώσεων)[ www.iospress.gr ]

Η συμβολή της οργάνωσης Χ στη Λευκή Τρομοκρατία



Λευκή Τρομοκρατία ονομάστηκε από τους ιστορικούς η περίοδος που ακολούθησε τη συμφωνία της Βάρκιζας και τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ μέχρι τον εμφύλιο. Ήταν μια περίοδος που χαρακτηρίστηκε από την εξαπόλυση βίας και τρομοκρατίας εναντίον της εαμικής αριστεράς που ενορχηστρώθηκε από την ηγεσία του επίσημου στρατιωτικού και αστυνομικού μηχανισμού και στην οποία συνέβαλαν τα μέγιστα ένα πλήθος ακροδεξιών παρακρατικών οργανώσεων που περισσότερο σε συμμορίες προσιδίαζαν, με πρώτη και καλύτερη την οργάνωση Χ.



Το ότι η οργάνωση Χ ήταν ξεκάθαρα μια τρομοκρατική οργάνωση είναι κάτι στο οποίο συμφωνούν ιστορικοί όλων των αποχρώσεων και μάλιστα η οργάνωση αυτή δεν περίμενε τη συμφωνία της Βάρκιζας για να αρχίσει το τρομοκρατικό της έργο.

Τρεις μόλις μέρες μετά την απελευθέρωση, μια ομάδα «Χιτών» πυροβόλησε στα τυφλά, πάνω σε μια διαδήλωση και δολοφόνησε 7 πολίτες. Όπως γράφει ο Περικλής Ροδάκης στο βιβλίο του «Δεκέμβρης 1944»«Οι συγκρούσεις των εξοπλισμένων από τους Άγγλους πια δεξιών ομάδων (χθεσινών συνεργατών των Γερμανών) και ειδικά της «Χ», γίνονται καθημερινό φαινόμενο στην Αθήνα. Στις 15/11/1944, μια διαδήλωση με αίτημα την τιμωρία των προδοτών και την εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τους συνεργάτες του κατακτητή, χτυπήθηκε στην πλατεία Ομονοίας από «Χίτες». Αποτέλεσμα 7 νεκροί και πολλοί τραυματίες.»  βλέπε  www.iospress



Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, όμως, κυριολεκτικά αποθρασύνθηκε. Με τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και την επέκταση της δικαιοδοσίας της ελληνικής κυβέρνησης σε όλη την επικράτεια, άρχισε να εμφανίζεται στις επαρχιακές πόλεις και τα χωριά ένα πλήθος εθνικιστικών/ακροδεξιών οργανώσεων. Οι οργανώσεις αυτές συγκέντρωναν βασιλόφρονες, οπαδούς του φασιστικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, δωσίλογους, ταγματασφαλίτες και άλλους ακροδεξιούς. Μέχρι το καλοκαίρι του 1945, οι οργανώσεις αυτές είχαν καταφέρει να ενωθούν σε εθνικό επίπεδο και η οργάνωση Χ ήταν αυτή κάτω από την οποία συσπειρώθηκαν.

Σιγά-σιγά, η οργάνωση Χ αποκτούσε το χαρακτηριστικό προφίλ ενός φασιστικού κινήματος και εξαπλωνόταν. Σχεδόν σε κάθε πόλη δημιουργήθηκαν παραρτήματα της οργάνωσης Χ. Ανάμεσα στην οργάνωση Χ και την εθνοφυλακή, το στρατό και τη Χωροφυλακή, υπήρχαν στενές σχέσεις και έτσι άρχισε να δημιουργείται ένα κράτος εν κράτει που πολλές φορές φαινόταν ότι αυτό – σε σχέση με το επίσημο κράτος – είχε το πάνω χέρι.

Στην Αθήνα και τον Πειραιά, η αστυνομία  σε συνεργασία με την οργάνωση Χ και άλλες ακροδεξιές ομάδες χτυπούσε τις «κόκκινες» συνοικίες: Καισαριανή, Περιστέρι, Κοκκινιά, Νέα Ιωνία. Οι αποκλεισμοί  και τα μπλόκα που εφάρμοζαν έμοιαζαν εκπληκτικά με τις μεθόδους των Γερμανών κατακτητών με συλλήψεις, φυλακίσεις και δολοφονίες αριστερών.

Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του υπουργού Εσωτερικών της κυβέρνησης Βούλγαρη, Κ.Τσάτσου, στα τέλη του 1945: » Ότε κατ’Απρίλιον ανελάβομεν το υπουργείον των Εσωτερικών, ένοπλαι οργανώσεις, ως η Χ, ήσαν εν πλήρει δράσει. Όχι μόνον συνελάμβανον άτομα, εν συνεργασία μετά των αρχών, όχι μόνον τα ανέκριναν μεταχειριζόμεναι μέσα βίας, αλλά και την νύκταν περιεπόλουν και ήσαν ούτως ειπείν μία σιωπηρώς καθιερωμένη κατάστασις»  [Τ.Κωστόπουλου, Η Λευκή Τρομοκρατία από το συλλογικό έργο «Ιστορία των Ελλήνων»]

Κι αν αυτά συνέβαιναν στην Αθήνα και τον Πειραιά, στην επαρχία τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα. Στο παρακάτω έγγραφο που εξέδωσε η οργάνωση Χ Πελλάνας (Λακωνίας) τον Οκτώβρη του’45, διαβάζουμε ότι«απαγορεύεται η κυκλοφορία των ατόμων των ανηκόντων εις το κομμουνιστικόν κόμμα πέραν της 7ης εσπερινής και μέχρι της 6ης πρωϊνής. Επίσης, απαγορεύεται η μετακίνησις παντός κομμουνιστού ανδρός ή γυναικός άνευ αδείας της Χ. Πας συλλαμβανόμενος άνευ αδείας, θα οδηγείται εις την αρμοδίαν αρχήν»

Χαρακτηριστικά είναι τα γεγονότα της Καλαμάτας τον Ιανουάριο του 1946. Τρεις διωκόμενοι αριστεροί στη Σπάρτη, για λόγους αντεκδίκησης, έστησαν ενέδρα και σκότωσαν έναν από τους ηγέτες της οργάνωσης Χ, τους σωματοφύλακες και το γιο του. Δύο μέρες μετά, μέλη της Χ πήραν εκδίκηση για το φόνο ρίχνοντας χειροβομβίδα σε ένα καφενείο όπου σύχναζαν αριστεροί με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο και να τραυματιστούν τέσσερα άτομα. Την επόμενη μέρα το ΕΑΜ οργάνωσε διαδήλωση και ως απάντηση οι δυνάμεις της Χ , που έφταναν τους 1.000 άντρες, απέκλεισαν όλες τις προσβάσεις προς την πόλη και με αρχηγό τον Β. Μαγγανά την κατέλαβαν για δύο μέρες. Κατά τη διάρκεια της κατάληψης, η οργάνωση Χ κατέλυσε τις αρχές της πόλης, διέλυσε τα γραφεία και τα τυπογραφεία της αριστεράς, ενώ συνέλαβε εκατοντάδες αριστερούς πολίτες. 

Οι πράξεις αυτές ανάγκασαν την κυβέρνηση Σοφούλη να κηρύξει στρατιωτικό νόμο στη Μεσσηνία και τη Λακωνία και ο Μαγγανάς υποχρεώθηκε να αποχωρήσει από την πόλη. Η κυβέρνηση έστειλε στην Καλαμάτα τεθωρακισμένα, αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις αλλά ο Μαγγανάς διέφυγε ανενόχλητος παίρνοντας μαζί του ομήρους, από τους οποίους αρκετούς εκτέλεσε. Οι υπόλοιποι απελευθερώθηκαν ύστερα από προσπάθειες της βρετανικής αποστολής, της εκκλησίας και κυβερνητικών παραγόντων.

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ο Μαγγανάς επικηρύχθηκε από την κυβέρνηση, δεν καταδιώχθηκε σοβαρά και παρέμενε ασύλληπτος για μήνες, ενώ κανένα από τα μέλη της οργάνωσης Χ που συμμετείχαν στη κατάληψη της Καλαμάτας δε συνελήφθη. Όπως έγραψε η εφημερίδα Το Βήμα«πέντε αποσπάσματα χωροφυλακής που είχον σταλή δια την καταδίωξιν της συμμορίας Μαγγανά έστησαν διασκέδασιν μαζί της. Συμμορίται και χωροφύλακες έψησαν αμνόν και αφού ευωχήθησαν και εχόρευσαν, απεχωρίσθησαν φιλικώς».  [Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών, Διπλωματική εργασία του Δ.Δεμερτζή]

Τα γεγονότα της Καλαμάτας έδειξαν τη δύναμη της άκρας δεξιάς στην ύπαιθρο. Δύναμη που της επέτρεπε να αμφισβητεί την εξουσία του κράτους, ενώ το ίδιο το κράτος δεν έκανε ιδιαίτερες προσπάθειες να υπερασπιστεί το κύρος και την εξουσία του.

Η δύναμη της Χ έφτανε πλέον τους 50.000, από τους οποίους οι μισοί ήταν ένοπλοι. Από τα 4.000 μέλη του 1943, στα μέσα του 1945 έφτασε τα 50.000 και απέκτησε υπό τον έλεγχό της εκτεταμένες περιοχές της χώρας με αποτέλεσμα να μπορεί να επηρεάζει το αποτέλεσμα των επικείμενων εκλογών. Σε αντίθεση με την αριστερά που είχε αφοπλιστεί και ακολουθούσε πολιτική αυτοσυγκράτησης, η ακροδεξιά ακολουθούσε επιθετική πολιτική με την ανοχή και τη στήριξη του επίσημου κράτους.

 
Διαδήλωση της οργάνωσης Χ υπέρ του βασιλιά
τον Αύγουστο του 1946

Μετά την επίσημη διάλυση της Χ, ως πολιτικοστρατιωτικής οργάνωσης, το μεν πολιτικό σκέλος της θα μετατραπεί σε «Εθνικόν Κόμμα Χιτών», ο δε ένοπλες ομάδες της θα αξιοποιηθούν από τη Χωροφυλακή. Τέλος, το Σεπτέμβριο του 1946 ο μηχανισμός της Χ θα χρησιμοποιηθεί για την επάνδρωση των επίσημων παραστρατιωτικών Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ)

Μετά την απόσυρσή τους από τα αστυνομικά τους καθήκοντα, οι Χίτες θα επικεντρωθούν στην εκκαθάριση της τέχνης και του πολιτισμού από τους αριστερούς, με καθημερινές συμπλοκές στις ανώτερες σχολές και οργανωμένη εκστρατεία αποκλεισμού εαμιτών ηθοποιών από τα θέατρα της πρωτεύουσας. Το πιο γνωστό επεισόδιο ήταν η επιδρομή εκατοντάδων ακροδεξιών στα θέατρα Ερμής και Λυρικόν, με αποτέλεσμα τη δολοφονία ενός ηθοποιού και τον τραυματισμό αρκετών άλλων. 

Σχολιάζοντας τα γεγονότα αυτά, ο Κ.Τσάτσος δήλωνε » η εμφάνισις προπαγανδιστικών έργων από της σκηνής ωρισμένων θεάτρων υπέρ της ιδέας μιας παρατάξεως δυσχεραίνει την προσπάθειαν δια την γαλήνευσιν της χώρας και τον κατευνασμόν των παθών». [Τ.Κωστόπουλου, Η Λευκή Τρομοκρατία από το συλλογικό έργο «Ιστορία των Ελλήνων»]

Τα προπαγανδιστικά έργα στα οποία αναφερόταν ο Τσάτσος ήταν ο «έμπορος της Βενετίας» και ο «Ιούλιος Καίσαρ» !!

Ένοπλες παρακρατικές ομάδες

Εκτός, όμως, από την οργάνωση Χ είχαν αναπτυχθεί πλήθος παρακρατικών οργανώσεων που πολλές από αυτές δεν ήταν τίποτα περισσότερο από συμμορίες. Οι οργανώσεις αυτές είχαν ή αποκτούσαν στην πορεία στενούς δεσμούς με την οργάνωση Χ και η διάκρισή τους από αυτήν ήταν δύσκολη.

Για την ύπαρξη αυτών των παρακρατικών συμμοριών, ο Σ.Γρηγοριάδης στο έργο του «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας» παραθέτει αποσπάσματα από το βιβλίο του  «εθνικόφρονα» υποστράτηγου Ζαφειρόπουλου, «Ο Αντισυμμοριακός αγών» : «Ούτω κατά το 1945 εις την ύπαιθρον υφίσταντο τέσσαρες κατηγορίαι ενόπλων ομάδων:
α) Ομάδες αποτελούμεναι εκ των υπολειμμάτων του ΕΛΑΣ ή εκ των εισερχομένων εκ των ομόρων δορυφορικών κρατών, συνολικής δυνάμεως κυμαινομένης από 4.000 – 4.500 περίπου.
β) Κοινοί λησταί, παρουσιαζόμενοι ως επί το πλείστον ως εθνικόφρονες και ουδόλως διαφέροντες των συμμοριακών ομάδων.
γ) Εθνικόφρονες χωρικοί και αγρόται, υπεραμυνόμενοι της ζωής και της περιουσίας των κατά των διώξεων και πιέσεων των συμμοριτών και κοινών ληστών είτε μεμονωμένως, είτε οργανωμένοι εις ομάδας.
δ) Παρακρατικαί οργανώσεις, μη αποβλέπουσαι εις την συνδρομήν των οργάνων της τάξεως, αλλά τουναντίον εις την παρεμβολήν εμποδίων».

Ο ίδιος συγγραφέας συνεχίζει αναφέροντας επακριβώς τις ομάδες αυτές, τους ηγέτες τους, την περιοχή δράσης της καθεμιάς αλλά και τη στενή σχέση συνεργασίας που είχαν αναπτύξει με τη Χωροφυλακή: «Αι κυριότεραι ένοπλοι ομάδες εθνικοφρόνων οργανώθησαν:
α) Εις την Πελοπόννησον: Εις Λακωνίαν: Μαγγανάς. Εις Καλάμας: Κατσαρέας και μετά τον θάνατόν του Γερακάρης και Καμαρινέας
β) Εις την Στερεάν Ελλάδα και Θεσσαλίαν: Εις την Α.Θεσσαλίαν: Σούρλας. Εις την Δ.Θεσσαλίαν: Καλαμπαλίκης, Βελέντζας, Ταμπούρος, Τσαντούλας. Εις περιοχάς Καλαμπάκας, Τρικκάλων, Κόζιακα: Κουκουμτζής, Μαϊμάνης, Μπίζης. Εις την περιοχήν Φθιώτιδος (Λαμία): Βουρλάκης.
γ) Εις την Ήπειρον: Εις Λάκα Σούλι: Καλιοδημήτρης. Εις Θεσπρωτίαν: Μπαλούμπας, Κάτσιος, Πανταλέων.
δ) Εις την Μακεδονίαν: Εις την περιοχήν Δράμας: Αντών Τσαούσης ( Φωστηρίδης ). Εις την περιοχήν Χρυσουπόλεως-Καβάλας: Κάπας και Βαγγέλης

 
Οι αρχηγοί των δύο μεγαλύτερων παρακρατικών
οργανώσεων της Βοιωτίας και της Ανατολικής Στερεάς:
Αριστερά οι αδελφοί Σούρλα και δεξιά ο Μπίσδας

Αι παρακρατικαί αύται οργανώσεις ήσαν πρόσκαιροι στρατιωτικαί μονάδες ασύντακτοι, χωρίς πειθαρχίαν και συνοχήν. Απέφευγον τον αγώνα κατά των συμμοριακών μονάδων και κυρίως η δράσις των εστράφη κατά των οπαδών του ΕΑΜ. Ο απολογισμός του έργου των κατά πλειονότητα είναι αυθαιρεσίαι εις βάρος της τάξεως και αντιποίησις της εξουσίας των οργάνων της τάξεως. 
Κατά τους συμμορίτας αι ομάδες αύται μεγάλως συνέβαλον εις την ανάπτυξιν του συμμοριτισμού: «Με την σαδιστικήν των συμπεριφοράν είναι οι κύριοι στρατολόγοι του σημερινού Δημοκρατικού Στρατού».
Κατά την έκθεσιν της Κοινοβουλευτικής Αγγλικής Αποστολής Κωξ αι παρακρατικαί αύται οργανώσεις προσεπάθουν να παρεμποδίσουν την εξάπλωσιν του Κομμουνισμού. Εν τούτοις «είναι γεγονός ότι αύται ουδέποτε συμπλέκονται εις μάχην με τους κομμουνιστάς, αλλ’ασχολούνται με την τρομοκρατίαν των χωρικών και τον εκβιασμόν οιουδήποτε πλουσίου, ο οποίος θα είχεν αρκετά να πληρώση«.
Τα τμήματα της Χωροφυλακής έναντι των μη νομίμων τούτων ενόπλων οργανώσεων ετήρουν στάσιν ανοχής ή συνειργάζοντο….» [Σ.Γρηγοριάδη, Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας]

Σημείωση: Ο όρος «συμμορίτης»ή «κομμουνιστοσυμμορίτης» χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα από τους ακροδεξιούς και αναφέρεται στον αντάρτη του Δημοκρατικού Στρατού. Η δράση τους, επίσης, αποκαλείται «συμμοριτοπόλεμος» ενώ η ένοπλη δράση του κράτους εναντίον τους αποκαλείται «Αντισυμμοριακός Αγώνας»

Αλλά και η Εθνοφυλακή επιδείκνυε παρόμοια ανοχή και διάθεση συνεργασίας με τις φασιστικές ομάδες. Ο αντιστράτηγος Θ.Πετζόπουλος στο έργο του «1941-1950.Τραγική Πορεία», αναφερόμενος στην είσοδο της 8ης Ταξιαρχίας Εθνοφυλακής – που ο ίδιος διοικούσε – στην Τρίπολη στις 2 Μαρτίου 1945, γράφει: «Κατευθύνθην αμέσως εις τας Φυλακάς, όπου εκρατούντο τότε εκατόν περίπου αξιωματικοί και πλήθος εθνικοφρόνων πολιτών. Ήνοιξα άνευ χρονοτριβής τας πύλας και τους απέλυσα. Εις τον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, όστις διεμαρτυρήθη, απάντησα «όλοι οι αποφυλακισθέντες εκρατούντο παρανόμως υπό του ΕΑΜ και ότι κράτος του ΕΑΜ δεν υπήρξεν ποτέ δια να το σεβασθή κανείς’ «Οι αξιωματικοί αυτοί που απελευθέρωσε η Εθνοφυλακή δεν ήταν άλλοι από αξιωματικούς των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Αλλά και ο στρατηγός Καραγιάννης, εκ των αρχηγών του ΙΔΕΑ, στο έργο του «1940-1952. Το Δράμα της Ελλάδος», γράφει: «Ετέρα ενέργεια δια την παρεμπόδισιν της κομμουνιστικής προπαρασκευής, ήτο και η ενίσχυσις υπό των μικρών Αξιωματικών, συγκεκαλυμμένως, των διαφόρων αντικομμουνιστικών ομάδων, ηθικώς, δι’οπλισμού, πυρομαχικών και ελευθερίας ενεργείας, αίτινες έδρων αποτελεσματικώτερον των στρατιωτικών αποσπασμάτων, ως γνώσται του εδάφους, των τοπικών συνθηκών, των προσώπων και πραγμάτων.Η λύσις αύτη παρουσίαζεν αδυναμίας και ιδία την έλλειψιν πειθαρχίας και την εκτροπήν εις τινας περιπτώσεις εις αντεκδικήσεις και εις τινας περιπτώσεις και λαφυραγωγίας ακόμη, πλην όμως υπήρξεν αύτη μία μάχαιραν εις το κομμουνιστικόν υπογάστριον. Αι αντικομμουνιστικαί αύται ομάδες προσέφεραν μεγάλες εις την Πατρίδα υπηρεσίας και υπήρξαν οι πρόδρομοι των κατά την διάρκειαν του συμμοριτοπολέμου δημιουργηθέντων εθελοντικών Λόχων και Ταγμάτων εξ ενόπλων πολιτών, εξελιχθέντων τελικώς εις τα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ) τα οποία τόσον αποτελεσματικά συμβάλωσιν μέχρι σήμερον εις την εθνικήν ασφάλειαν».

Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν είναι καθόλου παράξενο που στην ύπαιθρο κυριαρχούσε η παρακρατική εξουσία και τρομοκρατία. Χαρακτηριστικό είναι το δημοσίευμα της Εφημερίδας Βήμα στις 7 Μαρτίου 1946:«…τας πρωϊνάς ώρας της 5ης τρέχοντος μηνός τριακονταμελής συμμορία, ωπλισμένη με αυτόματα και πολεμικά ιταλικά όπλα, υπό την αρχηγίαν του Φωκίωνος Αλυσσανδράτου, περιεκύκλώσε το χωρίον Δαυγάτα και απήγαγε 15 περίπου πολίτας δεσμίους, ανήκοντας εις την αριστεράν παράταξιν. Γυναίκες των ομήρων, θελήσασαι να ακολουθήσουν τους απαχθέντας, επυροβολήθησαν υπό των μελών της συμμορίας».

Τη συνέχεια της ιστορίας τη μαθαίνουμε από δημοσίευμα της εφημερίδας «Ακρόπολις» στις 12 Μαρτίου:«…Ούτω καίτοι από εβδομάδος δυνάμεις της Χωροφυλακής απεβιβάσθησαν εις Κεφαλληνίαν, ίνα καταδιώξουν την συμμορίαν του «εθνικόφρονος» Αλυσσανδράτου, ούτος όχι μόνον δεν συνελήφθη, αλλά προχθές ανευρέθησαν επί της οδού Δουλινάτων-Πυλάρου νεκροί οι όμηροι, οίτινες είχον απαχθεί υπό της συμμορίας…»

Φαίνεται από τα παραπάνω η αδυναμία ή η απροθυμία της Χωροφυλακής να αντιμετωπίσει τις ένοπλες ακροδεξιές ομάδες. Στην παρακάτω έκθεση, όμως, φαίνεται ξεκάθαρα ότι τις περισσότερες φορές δεν επρόκειτο για αδυναμία ή απροθυμία της Χωροφυλακής αλλά για συνεργασία μεταξύ των συμμοριών αυτών και της Χωροφυλακής ή του Στρατού. Η έκθεση αυτή αποστέλλεται από το νομάρχη Αργολιδοκορινθίας προς τον υπουργό Εσωτερικών, έχει ημερομηνία 8 Φεβρουαρίου 1946 και αναφέρεται στη δράση μιας τέτοιας οργάνωσης:«…Η κατάστασις είναι πανομοιότυπος εις όλον τον νομόν…είναι πλέον φανερόν ότι η οργάνωσις εκτελεί διαταγάς εκ των άνω και συμμετέχουν εις αυτήν αξιωματικοί του Στρατού και της Χωροφυλακής, πιθανόν δε και δικαστικοί, εμπαίζοντες την κυβέρνησιν εις την προσπάθειαν να επιβάλη την τάξιν και να ενεργήση τιμίας εκλογάς»


Είναι χαρακτηριστικό το διάβημα που έκαναν προς τον πρωθυπουργό Βούλγαρη τον Ιούνιο του 1945, οι πολιτικοί αρχηγοί της κεντροδεξιάς στην οποία επισημαίνουν ότι «αι τρομοκρατικαί οργανώσεις της άκρας δεξιάς όχι μόνον δεν διώκονται αλλά αναφανδόν συμπράττουν με τα όργανα της τάξεως, προς τελείαν κάθε δημοκρατικής φωνής κατάπνιξιν» [Τ.Κωστόπουλου, Η Λευκή Τρομοκρατία από το συλλογικό έργο «Ιστορία των Ελλήνων»]

Πέρα από την ανοχή και τη συνεργασία, οι παρακρατικές ομάδες εξοπλίζονταν από τις επίσημες υπηρεσίες ασφαλείας. Σε έγγραφο της 6ης ταξιαρχίας εθνοφυλακής προς τις υφιστάμενές της μονάδες περιέχεται η εντολή για την υποβολή καταλόγων «τριάντα τουλάχιστον εθνικοφρόνων κατοίκων δυναμένων να αναλάβωσιν όπλα κατά την κρίσιν υμών»[Τ.Κωστόπουλου, Η Λευκή Τρομοκρατία από το συλλογικό έργο «Ιστορία των Ελλήνων»]

Σύμφωνα με βρετανικές εκτιμήσεις του 1946, περίπου 15.000 όπλα πέρασαν στα χέρια της ακροδεξιάς με αυτό τον τρόπο μέσα σε ενάμιση χρόνο.


Από τους πιο διάσημους παρακρατικούς της εποχής ήταν ο Γρηγόρης Σούρλας, οπλαρχηγός των Φαρσάλων που ξεκίνησε από παραδοσιακός ληστής και κατέληξε επικεφαλής ταγματασφαλιτών που προσπάθησαν να αναχαιτίσουν τον ΕΛΑΣ το Σεπτέμβριο του 1944. Το Φεβρουάριο του 1945 επανεμφανίζεται στα Φάρσαλα επικεφαλής ενός ένοπλου τμήματος συγκροτημένου και εξοπλισμένου από τους Βρετανούς και την επόμενη διετία πρωταγωνιστεί στο διωγμό της εαμικής αριστεράς στο μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας.

 
H συμμορία του Σούρλα μαζί με το Βρετανό σύνδεσμό της Μόλγκαν

Τα γνωστότερα «κατορθώματά» του ήταν η απαγωγή του εισαγγελέα πρωτοδικών Λάρισας Χ.Πατακιά και κυρίως η κτηνώδης δολοφονία του απεσταλμένου του Ριζοσπάστη στην περιοχή, Κώστα Βιδάλη. Τυπικά επικηρυγμένος, θα επωφεληθεί από ψήφισμα του 1947 και θα παρουσιαστεί «αυθορμήτως» στις Αρχές ανασυγκροτώντας τη συμμορία του ως «νόμιμο» πλέον τμήμα του κυβερνητικού στρατού.

Αλλά και για την Πελοπόννησο διαβάζουμε τα παρακάτω από τον υποστράτηγο Ζαφειρόπουλο: » Αι οργανώσεις αυτές επιδίδονταν στην κατατρομοκράτηση του πληθυσμού και διέπραττον ανανδρίες και εγκλήματα, άτινα δεν παρετηρήθησαν εις ουδεμίαν άλλην περιοχήν της επικρατείας, μηδέ εις την Όθρυν με την παρακρατικήν οργάνωσιν του Σούρλα»

Αρχηγοί των ομάδων αυτών ήταν πρώην ταγματασφαλίτες, όπως ο Πάνος Κατσαρέας και ο Βαγγέλης Μαγγανάς. Ο πρώτος υπηρέτησε στο τάγμα ασφαλείας του Βρετάκου ενώ το Μάιο του 1944 εμφανίζεται ως διοικητής του «λόχου ασφαλείας» Καλαμάτας. Ο δεύτερος έδρασε ως συνεργάτης των Γερμανών στο μπλόκο του 1944 στην Καλαμάτα και υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός στο τοπικό τάγμα ασφαλείας. Το Νοέμβριο του 1945 καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο για συλλήψεις πολιτών σε γερμανικά μπλόκα, αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να κυκλοφορεί ελεύθερος ως οπλαρχηγός της Χ. 

Αποκορύφωμα της δράσης του είναι η διήμερη κατάληψη της Καλαμάτας τον Ιανουάριο του 1946 στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω και η οποία συνοδεύτηκε από επιδρομές σε σπίτια αριστερών, καταστροφές εαμικών γραφείων, δολοφονίες, κακοποιήσεις, βιασμούς και απαγωγές.  [Τ.Κωστόπουλου, Η Λευκή Τρομοκρατία από το συλλογικό έργο «Ιστορία των Ελλήνων»]

Παρόμοια κατάσταση συναντούμε σε όλη την Ελλάδα. Στη Βόρεια Πίνδο οι ένοπλες ομάδες της ακροδεξιάς καθοδηγούνται από πλούσιους τσελιγκάδες με μακρόχρονη παρουσία στα κέντρα εξουσίας, οι οποίοι στρατολογούν ανάμεσα στους υποτακτικούς τους. Στην Ήπειρο, αυτό το ρόλο τον αναλαμβάνουν πολέμαρχοι του ΕΔΕΣ, οι οποίοι έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με τον κόσμο του ΕΑΜ από την Κατοχή. Στην Κρήτη, επικεφαλής των δεξιών συμμοριών που από το καλοκαίρι του 1945 τρομοκρατούν την επαρχία Κισσάμου είναι οι Καμηλάκηδες, πρώην ταγματασφαλίτες..

Ο απολογισμός όλου αυτού του διωγμού είναι συγκλονιστικός. Από τη συμφωνία της Βάρκιζας μέχρι τις εκλογές του Μαρτίου 1946 σκοτώθηκαν 1289 μέλη ή οπαδοί της αριστεράς, χωρίς να προσμετρήσουμε τις απόπειρες δολοφονίας, τις κακοποιήσεις, τις συλλήψεις, τους βιασμούς και τις λεηλασίες σπιτιών και γραφείων.  [Τ.Κωστόπουλου, Η Λευκή Τρομοκρατία από το συλλογικό έργο «Ιστορία των Ελλήνων»]

Οι διώξεις του επίσημου κράτους

Εν ολίγοις, η αριστερά τελούσε υπό διωγμό. Δεν ήταν όμως μόνο η βία των παρακρατικών οργανώσεων. Ήταν και οι διώξεις από το επίσημο κράτος, διοικητικές και δικαστικές όπως θα δούμε παρακάτω.

Είδαμε παραπάνω τη στενή συνεργασία μεταξύ των τρομοκρατικών παρακρατικών ομάδων και του κατασταλτικού μηχανισμού του επίσημου κράτους (στρατός, εθνοφυλακή, χωροφυλακή) και αυτό δεν είναι κάτι που προέκυψε τυχαία. Σύμφωνα με εκθέσεις Βρετανών και Αμερικανών παρατηρητών, η Λευκή Τρομοκρατία ενορχηστρώθηκε από την ηγεσία του επίσημου στρατιωτικού και αστυνομικού μηχανισμού, προκειμένου να συντριβεί η οργανωμένη βάση της Αριστεράς. Χαρακτηριστικές είναι οι εκθέσεις του Γενικού Επιτελείου Στρατού την άνοιξη του 1945, στις οποίες το ΕΑΜ και η ΕΠΟΝ χαρακτηρίζονται«παράνομες», οποιαδήποτε δραστηριότητά τους θεωρείται «επαναστατική» και απαιτείται η «διάλυσίς»τους. 

Όλα αυτά, μάλιστα, συνέβαιναν αμέσως μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία εγγυόταν πλήρως την«ελευθέραν εκδήλωσιν πολιτικών φρονημάτων» των πολιτών και την «απρόσκοπτον λειτουργίαν των ατομικών ελευθεριών, ως του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι και της δια του τύπου εκφράσεως των στοχασμών». Παρά τις μεγαλόστομες αυτές διακηρύξεις, στην πράξη η πολιτική δράση της Αριστεράς βρέθηκε από την αρχή σε ανελέητο διωγμό. 

Ακόμη και η απλή έκδοση εφημερίδων ή η κυκλοφορία προκηρύξεων  πολιτικού περιεχομένου από τις οργανώσεις του ΕΑΜ θεωρείται «επαναστατική ενέργεια», η ανακάλυψη τυπογραφείων του ΚΚΕ καταγράφεται ως αστυνομική επιτυχία ισοδύναμη με την ανεύρεση όπλων , ενώ οι οπαδοί του ΚΚΕ παρακολουθούνται από όργανα της εθνοφυλακής

Στη Σπάρτη, το Μάρτιο του ’45, η εθνοφυλακή θα απαγορεύσει τις δημόσιες συγκεντρώσεις καθώς και τη διανομή προκηρύξεων και την ανακοίνωση ειδήσεων, πληροφοριών ή συνθημάτων. Στη Λάρισα, τον ίδιο μήνα, η χωροφυλακή θα πυροβολήσει εναντίον συγκεντρωμένων εαμικών με ένα νεκρό και οκτώ τραυματίες και στη συνέχεια, θα απαγορεύσει τη νυχτερινή κυκλοφορία. Στην Καρδίτσα, η εθνοφυλακή απαγορεύει κάθε συνάθροιση άνω των πέντε ατόμων και καταστρέφει τα γραφείς εαμικών πολιτιστικών συλλόγων. Ειρηνικές διαδηλώσεις στη Λιβαδειά, στη Θεσσαλονίκη, στην Αλεξανδρούπολη, στην Ιεράπετρα και στη Μυτιλήνη αιματοκυλιούνται από πυρά της εθνοφυλακής.

συνεχίζεται