Μού τα διηγήθηκε ένα απόγευμα πού βρέθηκα  επισκέπτρια στη κλινική, η Σοφίαμε καθήλωσε με το γεμάτο πόνο βλέμμα της,θέλησα να της ανταποδώσω την καλωσύνη της μέσω αυτού του άρθρου πού εξιστορεί γεγονότα από τη γέννηση της,μέχρι τη στιγμή πού βρέθηκε στη «φωλιά του κούκου»

 Γεννήθηκα ένα γκρίζο ξημερώμα του ’65, εκείνο το ξημέρωμα οι μοίρες είχαν εξαφανιστεί….
Χαρά και ευλογία η γέννησή μου για κάποιους, ενώ για άλλους δυσφορία και δυστυχία.
Ο  πατέρας μου δεν με ήθελε γιατί ήμουν κορίτσι, το ίδιο και ο πατέρας του πατέρα μου ο παππούς μου, δεν με ήθελε, ο οποίος αβίαστα είχε πει « αφήστε το να πεθάνει »καθώς γεννήθηκα πρόωρη με πολλά προβλήματα.
Η μητέρα μου μάλλον χάρηκε αν και στη πορεία της ζωής μου αναθεμάτισε τη γέννησή μου.
Γεννήθηκα  δυό μήνες από τη πιθανή ημερομηνία τοκετού.
Εκείνα τα χρόνια η γέννηση ενός πρόωρου βρέφους ήταν μπελάς, ο πενιχρός μισθός του πατέρα μου δεν επαρκούσε για τα τεράστια έξοδα πού έφερα με τη γέννησή μου.
Έμεινα  δύο μήνες στην θερμοκοιτίδα στην κλινική του Δαβάκη.
Για τη γέννησή μου, η μόνη που χάρηκε ήταν η αδελφή του πατέρα, μου μητέρα δυο γιων, επιτέλους η γέννηση ενός κοριτσιού την έκανε να συμπεριφέρεται λές και ήταν η μάνα μου.
Το ίδιο και η μητέρα του πατέρα μου που με λάτρευε.

Δυό μήνες στη θερμοκοιτίδα πέρασαν γρήγορα, κάποιο πρωϊνό του Απρίλη του ᾽65 με πήραν στο σπίτι.
Είχα πλέον το σωστό βάρος  για ένα μωράκι πρόωρο, χαρές και πανηγύρια στο σπίτι, μου είχαν αγοράσει μια πανάκριβη για τα δεδομένα της εποχής κούνια, δεχόμενοι οι γονείς μου αρνητικά σχόλια πάλι από το παππού μου.
Κώφευαν οι γονείς μου σε ανάλογα σχόλια, αυτό που τους απασχολούσε ήταν το μεγάλωμά μου.
Με τη βοήθεια της μητέρας μου πήρα το κανονικό βάρος για ένα παιδάκι πρόωρο γιατί μέχρι τότε  φοβόταν να με πιάσει έτσι μικρούλη και ασθενικό που ήμουν.

Τό Σεπτέμβρη του ΄65 πήραν την απόφαση να με βαφτίσουν, τι το θέλαν, άρχισαν τα προβλήματα ξανά αναφορικά με το όνομα μου. Διαμάχη μεταξύ παππούδων για το όνομα, έτσι πήραν οι γονείς μου την απόφαση  και μου έδωσαν ένα ουδέτερο όνομα. Τότε ξέσπασε ο ενδοοικογενειακός εμφύλιος, αστικές συνήθειες που δημιουργούν ένταση σε μια οικογένεια. Ενώ οι γονείς της μητέρας μου δεν παρουσιάστηκαν στην βάπτισή μου.
Πως τα φέρνει όμως η ζωή εμένα που δεν με ήθελαν, εγώ τους συμπαραστάθηκα στα γεράματα τους.
Το χειρότερο μέχρι  το 1988 που έφυγαν από την ζωή ουδέποτε με είχαν χαϊδέψει ή να ακούσω ένα καλό λόγο από το στόμα τους.

Τα προβλήματα δυστυχώς στην οικογένεια δεν έλλειψαν, το1970 οπαππούς μου μιας και είχε πεθάνει η γιαγιά μου αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί. Παντρεύτηκε  λοιπόν κρυφά μια κυρία που πήρε τη θέση της γιαγιάς μου στην οικογένεια. Μόνον εγώ χάρηκα γιατί η νέα γιαγιά με γέμιζε δώρα, μου αγόρασε ποδήλατο, μου έδινε χαρτζηλικάκι. Άσχετα εάν μετά τον θάνατο του παππού μου το ’83 φανέρωσε το πραγματικό της πρόσωπο αυτό της απληστίας, θέλοντας να έχει συμμετοχή στην οικογενειακή περιουσία. Η χαρά που ένιωθα για τη συμπεριφορά της απέναντι μου μεταλλάχθηκε σε στεναχώρια και λύπη, είχε αλλάξει στάση απέναντι σε όλους, κοιτάζοντας απλά το συμφέρον της.
Ενώ μετά από μερικά χρόνια πέθανε μόνη και αβοήθητη σε έναν οίκο ευγηρίας.
Για τους γονείς της μάνας μου, ούτε λόγος, ποτέ τους δεν με συμπάθησαν, δεν θυμάμαι ποτέ να με αγκάλιασαν ή να μου δώσουν ένα δωράκι. Η γιαγιά Αμαλία είχε σε άλλο εγγόνι αδυναμία. Ούτε τη  φουκαριάρα την μάνα μου ήθελαν, τους ήταν χρήσιμη μόνο για τις αγγαρείες, ενώ η άλλη αγαπημένη κόρη απολάμβανε στοργή, χάδια και όχι μόνο.
Η θεία μου ήταν κακιά, θυμάμαι παιδάκι που έχασα στη θάλασσα τις σαγιονάρες μου,  αντί να με πάρει αγκαλιά μιας και ήμουν ξυπόλητη για να επιστρέψουμε σπίτι με άφησε να πατώ στην άσφαλτο που έβραζε, με αποτέλεσμα να πάθω έγκαυμα στα ποδαράκια μου. Άλλη φορα στο σπίτι της με χτύπησε γιατι δήθεν της είχα λερώσει το καναπέ με ένα σοκολατάκι.

Η μόνη θεία που με αγάπησε ήταν η αδελφή του πατέρα μου, με είχε σαν κόρη της, μου ψώνιζε, με πήγαινε σε παιδικό κομμωτήριο για να κόψω τα μαλλιά μου. ᾽Ημουν για ᾽κείνη η κόρη που δεν ειχε καταφέρει να αποκτήσει.
Ακόμη και στο σχολείο της φοιτούσα  δωρεάν, δεν δέχτηκε από το πατέρα μου τη πληρωμή των διδάκτρων.
Ευτυχώς ήμουν επιμελής μαθήτρια και την έβγαζα ασπροπρόσωπη.
Δεν βρέθηκε δάσκαλος στο διάστημα της φοίτησής μου να πει κακή κουβέντα για μένα, σε αντίθεση με τον αδελφό μου που δεν διάβαζε και όλο φασαρίες σκάρωνε με τους φίλους του σε σημείο που οι δάσκαλοι είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται στη μάνα μου.
Στό σχολείο και στις εισαγωγικές στο γαλλόφωνο γυμνάσιο ήρθα σχεδόν πρώτη καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση στις εισαγωγικές εξετάσεις. Ας επιστρέψω ξανά στη θεία μου, εκείνη με έμαθε να καπνίζω, μου έλεγε εδώ θα έρχεσαι να καπνίζεις και να μην πάρεις ποτέ από άγνωστό ή φίλο τσιγάρο, φοβόταν η έρμη.

Γύρω στα Χριστούγεννα του 1978 ο πατέρας μου με έπιασε να μιλάω με ένα γειτονόπουλο που είχε πειρατικό σταθμό και κάναμε αφιερωσούλες μεταξύ μας οι φίλες, η μόδα της εποχής. ᾽Ομως σύμφωνα με τα μυαλά του πατέρα μου τον είχα γκόμενο. Τι έκανε λοιπόν ο ανεκδιήγητος, πήρε ένα ψαλίδι και μου έκοψε τα μαλλιά, όπως έκαναν οι Γάλλοι στις Γαλλίδες που είχαν σχέση με τους ναζί!  Εκείνη την ημέρα τον μίσησα, έφυγα από το σπίτι και πήγα στη θεία μου, όταν αντίκρυσε το θέαμα έβαλε τα κλάματα και καταριόταν τον αδελφό της. Μου έφτιαξε η γυναίκα που είχε σπίτι ζεστή σοκολάτα, ενώ η θεία μου με είχε αγκαλιά προσπαθώντας να με συνεφέρει γιατί δεν είχαν σταματήσει τα μάτια μου να τρέχουν. Με άφησε για λίγο με τη γυναίκα και πήγε να τηλεφωνήσει στο πατέρα μου, δεν μπορούσα να ακούσω τι του έλεγε, το σίγουρο πάντως ήταν πως τον κατσάδιαζε. Κλείνοντας του το τηλέφωνο στα μουτρα ήρθε μέσα και με ρώτησε εάν ήθελα να πάμε σε ένα κομμωτήριο να μου σουλουπώσουν τα μαλλιά μου. Γυρνώντας από το κομμωτήριο βρήκαμε τον πατέρα μου να μας περιμένει, του γύρισα τη πλάτη και απομακρύνθηκα.  Διαισθανόμουν πώς άρχιζε το δεύτερο ημίχρονο με την αδελφή του. Μετά απόλίγο ακούω να χτυπά κάποιος τη πόρτα, ήταν εκείνος  βουρκωμένος πήγε να με αγκαλιάσει αλλά του γύρισα τη πλάτη. Ακόμη και σήμερα μετά από 40 χρόνια για αυτό το περιστατικό δεν τον έχω συγχωρέσει. Αρκετά  βράδια στον ύπνο μου ξυπνούσαν οι εφιάλτες, έβλεπα μπροστά μου την εικόνα με το ψαλίδι να μου κουρεύει τα μαλλιά μου. Μετά από μερικές ημέρες η θεία μου με πήγε στο σπίτι γιατί τελείωναν οι διακοπές των Χριστουγέννων και θα έπρεπε να προετοιμαστώ για το σχολείο μου.

Από ᾽κει και πέρα η επιθετικότητα ήταν η άμυνά μου λειτουργώντας το αίσθημα της αυτοσυντήρησης μέσω μιάς λανθασμένης επιθετικότητας, προσπαθούσα με 1002 τρόπους να προφυλαχτώ.
Σήμερα κλείνω μια εβδομάδα έγκλειστη σε ψυχιατρική κλινική, με τις ευλογίες της οικογένειάς μου.
Δεν ξέρω εάν θα βγω αλώβητη από τούτη τη περιπέτεια.
Η αλήθεια είναι πως στα δύσκολα σφίγγω τα δόντια για να αντέξω.
Μεγαλώνοντας δεν έχω τις ίδιες αντοχές.
Νιώθω ψυχολογικά γερασμένη, νιώθω απογοήτευση, αηδία.
Δεν ξέρω εάν θα καταφέρω να κρατηθώ στη ζωή,δεν ξέρω πλέον τίποτε.
Τούτος ο Ιούλης του 2017 ο χειρότερος μήνας της ενήλικης ζωής μου, η παραμονή στη φωλιά του κούκου, εκεί μέσα δημιουργούνται αληθινές φιλίες γιατί λίγο ή πολύ έχουμε όλοι τα ίδια βιώματα και την ίδια ασθένεια.
Τουλάχιστον εδώ με πλησιάζουν για αυτό που είμαι με ανιδιοτέλεια και σεβασμό.
Χθες το πρωί  βγήκε ένα παλληκάρι από τη κλινική, ήταν και τούτος έγκλειστος και μόνιμα βουρκωμένος, όπως και εγώ άλλωστε, πριν φύγει με κέρασε έναν καφέ.
Όταν τον ευχαρίστηκα γύρισε και μου είπε…
» Δεν θέλω ευχαριστώ, θέλω να με θυμάσαι»

Ψυχιατρική κλινική Σισμανὀγλειου νοσοκομείου

27/7/2017

Σοφία Λ.

Mkampouraki-enfo.gr

Advertisements