Σάν σήμερα έφυγε  από την ζωή ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες 

 σπουδαίος Κολομβιανός συγγραφέας, βραβευμένος με Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 

Το διήγημα για παιδιά που ακολουθεί*, με τίτλο «Ένας πολύ γέρος κύριος με κάτι τεράστια φτερά» 1968, του Gabriel Garcia Marquez, έγινε πηγή έμπνευσης του βίντεο κλιπ του Tarsem Singh για το «Losineg My Religion» των R.E.M., από το άλμπουμ Out of Time (1991), αλλά και για το τραγούδι «Καθρέφτης» του Αλκίνοου Ιωαννίδη.

Ο Gabriel Garcia Marquez την Πέμπτη 17 Απριλίου έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών ύστερα από μακροχρόνια μάχη με τον καρκίνο.  

Της Κρυσταλίας Πατούλη. 

«Την τρίτη μέρα της βροχής είχαν σκοτώσει τόσα καβούρια μες το σπίτι, που ο Πελάγιο αναγκάστηκε να διασχίσει την πλημμυρισμένη μεσαυλή του για να τα πετάξει στην θάλασσα, γιατί το νεογέννητο αγόρι είχε περάσει όλη την νύχτα με δέκατα κι όλοι σκέφτονταν πως έφταιγε η δυσωδία.

Απ’ την Τρίτη όλα ήταν θλιβερά. Ουρανός και θάλασσα είχαν γίνει ένα σταχτί πράγμα κι η άμμος της παραλίας, που τον Μάρτη στραφτάλιζε σαν φωτεινή σκόνη, είχε μεταβληθεί σε σούπα από λάσπη και σαπισμένα θαλασσινά.

Το μεσημέρι το φως ήταν τόσο αδύνατο που όταν ο Πελάγιο γύριζε στο σπίτι, αφού είχε πετάξει τα καβούρια, με δυσκολία διέκρινε τι ήταν αυτό που κουνιότανε και βόγκαγε στο βάθος της μεσαυλής. Χρειάστηκε να πλησιάσει πολύ κοντά για ν’ ανακαλύψει πως ήταν ένας γέρος πεσμένος μπρούμυτα μες την λασπουριά και παρόλες τις μεγάλες του προσπάθειες δε μπορούσε ν’ ανασηκωθεί γιατί τον εμπόδιζαν οι τεράστιες φτερούγες του.

Τρομαγμένος απ’ αυτόν τον εφιάλτη, ο Πελάγιοέτρεξε να βρει την Ελισένδα, την γυναίκα του, που έβαζε κομπρέσες στο άρρωστο μωρό και την πήγε στο βάθος της μεσαυλής. Περιεργάστηκαν κι οι δύο το πεσμένο κορμί με βουβή κατάπληξη. Ήταν ντυμένος σαν ζητιάνος. Μόλις και του ‘μεναν λίγες ξασπρισμένες τρίχες στο γυμνό κρανίο του και πολύ λίγα δόντια στο στόμα και αυτή η θλιβερή του εμφάνιση, σαν καταμουσκεμένος παπούλης, του ‘χε αφαιρέσει όλο το μεγαλείο.

Οι φτερούγες του, σαν μεγάλου όρνιου, βρώμικες και μισομαδημένες, είχαν βουλιάξει για πάντα μες την λασπουριά. Τόσο πολύ τον περιεργάστηκαν και με τέτοια προσοχή που πολύ γρήγορα ο Πελάγιο και η Ελισένδα συνήλθαν απ’ την έκπληξή τους και στο τέλος τους φάνηκε και σαν γνωστός. Έτσι τόλμησαν να του μιλήσουν κι εκείνος τους αποκρίθηκε σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα, όμως με την ωραία φωνή των ναυτικών.

Έτσι έγινε και ξεπέρασαν το πρόβλημα των φτερών και συμπέραναν, κρίνοντας πολύ φρόνιμα, πως ήταν κάποιος μοναχικός ναυαγός κάποιου ξένου καραβιού που ‘χε βουλιάξει με την καταιγίδα. Ωστόσο, φώναξαν να το δει και μια γειτόνισσα που γνώριζε τα πάντα για την ζωή και το θάνατο κι εκείνης της έφτασε μια ματιά για να τους βγάλει απ’ την πλάνη τους.

– Είναι ένας άγγελος – τους είπε – σίγουρα ερχότανε για το μωρό, αλλά ο καημένος είναι τόσο γέρος που η βροχή τον έριξε χάμω.

Την επόμενη όλος ο κόσμος ήξερε πως στο σπίτιτου Πελάγιο κρατούσανε φυλακισμένο έναν άγγελο με σάρκα και οστά.

Αντίθετα με την κρίση της σοφής γειτόνισσας, που πίστευε πως οι άγγελοι στους καιρούς μας ήταν οι επιζήσαντες φυγάδες κάποιας ουράνιας συνομωσίας, δεν άντεξε η καρδιά τους να τον σκοτώσουν με ξυλιές.

Ο Πελάγιο τον πρόσεχε όλο το απόγευμα απ’ την κουζίνα, οπλισμένος με το ραβδί που είχε σαν σερίφης, και πριν ξαπλώσει τον έβγαλε τραβώντας τον απ’ τις λάσπες και τον έκλεισε μαζί με τις κότες στο συρματόφραχτο κοτέτσι.Τα μεσάνυχτα, όταν σταμάτησε η βροχή, ο Πελάγιο κι η Ελισένδα ακόμα σκότωναν καβούρια.

Λίγο αργότερα ξύπνησε το μωρό απύρετο και πεινούσε. Αισθάνθηκαν τότε μεγαλόψυχοι κι αποφάσισαν να βάλουν τον άγγελο σε μια σχεδία με πόσιμο νερό και προμήθειες για τρεις μέρες και να τον αφήσουν στην τύχη του στ’ ανοιχτά.

Αλλά όταν βγήκαν στην μεσαυλή με το πρώτο φως,βρήκαν όλη την γειτονιά μπροστά στο κοτέτσι να διασκεδάζει με τον άγγελο χωρίς τον παραμικρό σεβασμό και να του πετούν φαγώσιμα μεσ’ απ’ τις τρύπες του σύρματος λες και δεν ήταν πλάσμα υπερφυσικό παρά ζώο του τσίρκου.

Ο πάτερ Γκονσάγκα έφτασε πριν απ’ τις εφτά,ξεσηκωμένος απ’ το απίθανο νέο. Εκείνη την ώρα είχαν ήδη έρθει κι άλλοι περίεργοι, λιγότερο επιπόλαιοι απ’ τους πρωινούς κι είχαν κάνει κάθε είδους υποθέσεις για το μέλλον του φυλακισμένου.

Οι πιο αφελείς σκέφτονταν θα τον εκλέγανεδήμαρχο του χωριού. Άλλοι, πιο χοντροκέφαλοι, υπέθεταν πως θα τον προβίβαζαν σε στρατηγό πέντε αστέρων για να κερδίζει όλους τους πολέμους. Μερικοί οραματιστές ελπίζανε πως θα τον φύλαγαν για γεννήτορα, για να σπείρει στη γη μια γενιά από φτερωτούς και σοφούς ανθρώπους που θα κυβερνούσαν το Σύμπαν.

Αλλά ο πάτερ Γκονσάγκα πριν γίνει παπάς ήταν ένας στιβαρός ξυλοκόπος. Σκυμμένος πάνω στα σύρματα ανακεφαλαίωσε σ’ ένα λεπτό την κατήχησή του κι ύστερα ζήτησε να του ανοίξουν την πόρτα για να εξετάσει εκείνο τον αξιολύπητο άνθρωπο, που ‘μοιαζε περισσότερο με τεράστια ξεπουπουλιασμένη κότα ανάμεσα στις άλλες αποσβολωμένες κότες.

Ήταν ξαπλωμένος σε μια γωνιά, στεγνώνονταςστον ήλιο τις ανοιγμένες του φτερούγες, ανάμεσα σε φλούδια και φρούτα κι αποφάγια απ’ το πρωινό που του ‘χαν πετάξει οι πρωινοί επισκέπτες.

Αδιάφορος στη θρασύτητα του κόσμου, μόλις που σήκωσε το πανάρχαιο βλέμμα του και κάτι μουρμούρισε στη γλώσσα του όταν ο πάτερ Γκονσάγκα μπήκε στο κοτέτσι και τον καλημέρισε στα λατινικά.

Ο εφημέριος άρχισε να τον υποπτεύεται για απατεώνα όταν είδε πως δεν καταλάβαινε την γλώσσα του Θεού κι ούτε ήξερε να χαιρετήσει τους ιερείς Του.

Ύστερα πρόσεξε πως από κοντά ήταν πολύ ανθρώπινος: ανάδινε μιαν ανυπόφορη μυρωδιά υπαίθρου, παράσιτα είχαν φυτρώσει κάτω απ’ τις φτερούγες του, τα μεγαλύτερα φτερά του είχαν κακοπάθει απ’ τους ανέμους της γης και τίποτα στην κακόμοιρη φύση του δε θύμιζε την περήφανη αξιοπρέπεια των αγγέλων.

Εγκατέλειψε λοιπόν το κοτέτσι και μ’ ένα σύντομοκήρυγμα προειδοποίησε τους περίεργους για τους κινδύνους της αφέλειας. Τους θύμισε πως ο δαίμονας είχε την κακιά συνήθεια να μεταχειρίζεται κόλπα καρναβαλίστικα για ν’ αναστατώνει τους ανόητους.

Υποστήριξε πως εφόσον τα φτερά δεν ήταν το βασικό στοιχείο που καθορίζει τις διαφορές ανάμεσα σ’ ένα γεράκι και σ’ ένα αεροπλάνο, πολύ λιγότερο θα ήταν στην αναγνώριση των αγγέλων.

Ωστόσο υποσχέθηκε να γράψει ένα γράμμα στον επίσκοπό του, ώστε κι εκείνος να γράψει άλλο στην Παναγιότητά του, έτσι ώστε η τελική ετυμηγορία να προέρχεται απ’ τα ανώτατα δικαστήρια.

Τα λόγια του έπεσαν σ’ άγονο χώμα. Το νέο για τον αιχμάλωτο άγγελο διαδόθηκε με τέτοια ταχύτητα που μέσα σε λίγες ώρες έγινε μες στην μεσαυλή τέτοιο πανδαιμόνιο λαϊκής αγοράς που αναγκάστηκαν να φέρουν το στρατό σε μπαγιονέτες για να κρατήσει σε απόσταση το πλήθος που κόντευε να γκρεμίσει το σπίτι.

Η Ελισένδα, με τη μέση πιασμένη απ’ το να σκουπίζει τα πανηγυριώτικα σκουπίδια, είχε τότε την έξυπνη ιδέα να μαντρώσει τη μεσαυλή και να κόψει εισιτήριο πέντε σεντάβος για όποιον ήθελε να δει τον άγγελο.

Ήρθαν περίεργοι μέχρι κι απ’ την Μαρτινίκα. Ήρθε ένας περιοδεύων θίασος μ’ ένα ιπτάμενο ακροβάτη που πέρασε βουίζοντας αρκετές φορές πάνω απ’ το πλήθος, αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία γιατί οι φτερούγες του δεν ήταν από αγγέλου, αλλά από διαστημική νυχτερίδα.

Ήρθαν οι πιο δυστυχισμένοι ανάπηροι της Καραϊβικής για να γιάνουν: μια φτωχιά που από μικρή μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς της και δεν έφταναν πια οι αριθμοί, κάποιος απ’ την Τζαμάικα που δεν μπορούσε να κοιμηθεί γιατί τον ενοχλούσε ο θόρυβος των αστεριών, ένας υπνοβάτης που σηκωνότανε την νύχτα να χαλάσει στον ύπνο του αυτά που έφτιαχνε στον ξύπνιο του και πολλοί άλλοι με λιγότερο σοβαρά προβλήματα.

Μέσα σ’ αυτήν την αταξία ναυαγίου, που έκανε την γη να τρέμει, ο Πελάγιο και η Ελισένδα ήταν ευτυχισμένοι απ’ την κούραση γιατί σε λιγότερο από μια βδομάδα είχαν γεμίσει με λεφτά τις κρεβατοκάμαρες κι η ουρά των προσκυνητών που περίμεναν ακόμη τη σειρά τους για να μπουν μέσα έφτανε ως την άλλη άκρη του ορίζοντα.

Ο άγγελος ήταν ο μόνος που δε συμμετείχε στο δικό του θέαμα. Περνούσε τον καιρό του ψάχνοντας για μια πιο αναπαυτική θέση στη δανεική φωλιά, ζαλισμένος απ’ τις λάμπες του λαδιού που ζέσταιναν σαν κόλαση κι απ’ τα κεριά της λειτουργίας που κόλλαγαν πάνω στα σύρματα.

Στην αρχή προσπάθησαν να του δώσουν να φάειναφθαλίνη, που σύμφωνα με τη σοφία της γειτόνισσας ήταν ειδική τροφή για τους αγγέλους.

Αλλά εκείνος την περιφρόνησε όπως περιφρόνησεκαι τα παπικά γεύματα που του έφερναν οι μετανοούντες και ποτέ δεν έγινε γνωστό αν επειδή ήταν άγγελος ή επειδή ήταν γέρος κατέληξε να τρώει μονάχα χυλό από μελιτζάνες.

Η μόνη υπερφυσική του αρετή έμοιαζε να ‘ναι η υπομονή. Ιδιαίτερα τον πρώτο καιρό όταν τον τσιμπολογούσαν οι κότες ψάχνοντας για τα ουράνια παράσιτα που πλήθαιναν μες τις φτερούγες του κι οι σακάτηδες του ξερίζωναν πούπουλα για να τ’ ακουμπήσουν πάνω στα κουσούρια τους κι ακόμα κι οι πιο σπλαχνικοί του πετούσαν πέτρες για να τον κάνουν να σηκωθεί να τον δούνε όρθιο.

Η μόνη φορά που κατάφεραν να τον ταράξουν ήταν όταν του έκαψαν το φτερό με ένα σίδερο για το μαρκάρισμα των μοσχαριών, γιατί είχε μείνει τόσες ώρες ακίνητος που τον είχαν για πεθαμένο.

Ξύπνησε ξαφνιασμένος, παραμιλώντας στην απόκρυφη γλώσσα του και με τα μάτια γεμάτα δάκρυα χτύπησε τα φτερά του δυο φορές σηκώνοντας ένα σύννεφο από κουτσουλιές και σεληνιακή σκόνη και προκαλώντας έναν ανεμοστρόβιλο πανικού άλλου είδους.

Αν και πολλοί πίστεψαν πως η αντίδρασή του δεν ήταν από θυμό, αλλά μάλλον από πόνο, από τότε πρόσεχαν να μην τον ενοχλούν γιατί η πλειοψηφία κατάλαβε πως δεν είχε την απάθεια ενός ήρωα σε απομόνωση, αλλά ενός κατακλυσμού σε ανάπαυση.

Ο πάτερ Γκονσάγκα αντιμετώπισε την επιπολαιότητα του πλήθους με συνταγές οικιακής έμπνευσης καθώς περίμενε την τελική ετυμηγορία για την φύση του φυλακισμένου. Όμως το ταχυδρομείο της Ρώμης είχε χάσει την έννοια του επείγοντος.

Ο καιρός περνούσε εξετάζοντας αν ο ένοχος είχε αφαλό, αν η γλώσσα του είχε σχέση με την αραμαϊκή, πόσες φορές χωρούσε πάνω στο κεφάλι μιας καρφίτσας, ή αν δεν ήταν απλώς κάποιος Νορβηγός με φτερά.

Τα φειδωλά αυτά γράμματα θα μπορούσαν να πηγαινοέρχονται μέχρι τη συντέλεια των αιώνων, αν κάποιο γεγονός σταλμένο απ’ την θεία πρόνοια δεν έβαζε τέλος στις στεναχώριες του εφημέριου.

Έτυχε εκείνες τις μέρες, μέσα στα πολλά νούμερα των θιάσων που ταξίδευαν στην Καραϊβική, να φέρουν στο χωριό το θλιβερό θέαμα μιας γυναίκας που είχε μεταμορφωθεί σε αράχνη επειδή είχε παρακούσει τους γονείς της.

Δεν ήταν μόνο φθηνότερο το εισιτήριο για να την δει κανείς απ’ το εισιτήριο για τον άγγελο, αλλά επέτρεπαν να της κάνεις κάθε είδους ερωτήσεις για την παράλογη κατάστασή της και να την εξετάσεις απ’ την καλή και απ’ την ανάποδη, ώστε κανείς να μη αμφιβάλλει για την αλήθεια αυτής της φρίκης.

Ήταν μια τεράστια ταραντούλα μεγάλη σαν πρόβατο και με κεφάλι μελαγχολικής κόρης.

Όμως το πιο σπαραχτικό απ’ όλα δεν ήταν ηπαράλογη όψη της, αλλά η αληθινή λύπη με την οποία διηγιόταν τις λεπτομέρειες της δυστυχίας της: όταν ήταν ακόμα παιδί το είχε σκάσει απ’ το σπίτι των γονιών της για να πάει σ’ ένα χορό κι όταν γύριζε μεσ’ απ’ το δάσος, αφού είχε χορέψει όλη τη νύχτα χωρίς άδεια, ένας τρομαχτικός κεραυνός άνοιξε τον ουρανό στα δύο κι απ’ το άνοιγμα πετάχτηκε η αστραπή με το θειάφι που τη μετάτρεψε σε αράχνη.

Μοναδική τροφή της ήταν τα κεφτεδάκια που οι φιλεύσπλαχνες ψυχές της έβαζαν στο στόμα όταν ήθελαν.

Τέτοιο θέαμα, γεμάτο από ανθρώπινη αλήθεια και με τέτοια τρομερή τιμωρία, ήταν φυσικό να συντρίψει, δίχως να το θέλει, το θέαμα του υπεροπτικού αγγέλου που μόλις καταδεχόταν να κοιτάξει τους θνητούς.

Επιπλέον, τα ελάχιστα θαύματα που αποδίδανε στον άγγελο, αποκάλυπταν μία κάποια ψυχική διαταραχή, όπως εκείνο του τυφλού που δε βρήκε το φως του, αλλά του φύτρωσαν τρία καινούργια δόντια κι εκείνο του παραλυτικού που δε μπόρεσε να περπατήσει, αλλά κόντεψε να κερδίσει τον πρώτο λαχνό στο λαχείο κι εκείνο του λεπρού που φύτρωσαν ηλιοτρόπια στις πληγές του.

Αυτά τα θαύματα της παρηγοριάς, που πιο πολύμοιάζανε με φάρσες, είχαν ήδη κλονίσει τη φήμη του αγγέλου όταν η γυναίκα που είχε μεταμορφωθεί σε αράχνη κατάφερε τελικά να την καταστρέψει.

Έτσι έγινε και ο πάτερ Γκονσάγκα γιατρεύτηκε για πάντα απ’ την αϋπνία κι η μεσαυλή του Πελάγιο ξανάμεινε άδεια όπως τον καιρό που έβρεχε συνέχεια και τα καβούρια περπατούσαν στις κρεβατοκάμαρες.

Οι ιδιοκτήτες του σπιτιού δεν είχαν λόγο να παραπονεθούν. Με τα λεφτά που οικονόμησαν έφτιαξαν μια έπαυλη με δύο πατώματα, με μπαλκόνια και κήπους και με κεφαλόσκαλα πολύ ψηλά για να μην ανεβαίνουν καβούρια και με σιδεριές στα παράθυρα για να μην μπαίνουν άγγελοι.

Επιπλέον, ο Πελάγιο έφτιαξε ένα εκτροφείο για κουνέλια κοντά στο χωριό και παραιτήθηκε από σερίφης οριστικά και η Ελισένδα αγόρασε παπούτσια σατέν με ψηλά τακούνια και πολλά φουστάνια από γυαλιστερό μεταξωτό, απ’ εκείνο που φορούσαν τις Κυριακές εκείνα τα χρόνια οι πιο ελκυστικές κυρίες.

Μόνο για το κοτέτσι δεν έκαναν τίποτα. Αν καμιά φορά το έπλεναν με απολυμαντικό κι έκαιγαν κομματάκια σμύρνα, δεν το έκαναν για να τιμήσουν τον άγγελο, παρά για να διώξουν τη βρωμιά της κοπριάς που τριγυρνούσε σαν φάντασμα παντού και πάλιωνε το καινούριο σπίτι.

Στην αρχή, όταν το μωρό άρχισε να περπατάει,πρόσεχαν να μην πάει πολύ κοντά στο κοτέτσι. Αλλά ύστερα άρχισαν να ξεχνούν τους φόβους τους και να συνηθίζουν στη μυρωδιά και πριν αλλάξει το παιδί τα δόντια του έπαιζε πια μες το κοτέτσι που τα σκουριασμένα σύρματά του έπεφταν κομμάτια.

Ο άγγελος δεν ήταν λιγότερο απωθητικός μαζί του, απ’ ότι με τους υπόλοιπους θνητούς, αλλά υπόφερε τους πιο δαιμόνιους εξευτελισμούς με την υπομονή του σκύλου δίχως ψευδαισθήσεις. Κι οι δυο άρπαξαν ανεμοβλογιά συγχρόνως.

Ο γιατρός που κοίταξε το παιδί δεν άντεξε στον πειρασμό ν’ ακροαστεί και τον άγγελο, αλλά του βρήκε τόσα φυσήματα στην καρδιά και τόσους θορύβους στα νεφρά, που του φάνηκε απίθανο που ήταν ακόμα ζωντανός.

Αυτό όμως που τον ξάφνιασε πιο πολύ ήταν η λογική των φτερών του. Έδεναν τόσο φυσικά μ’ αυτόν τον τελείως ανθρώπινο οργανισμό που δε μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν είχαν κι οι υπόλοιποι άνθρωποι.

Όταν το παιδί πήγε σχολείο είχε περάσει πια πολύςκαιρός από τότε που ο ήλιος κι η βροχή είχαν ξεπατώσει το κοτέτσι. Ο άγγελος σερνόταν από δω κι από κει σαν αδέσποτος ετοιμοθάνατος.

Τον έβγαζαν με τη σκούπα απ’ ένα δωμάτιο κι ένα λεφτό αργότερα τον έβρισκαν στην κουζίνα.

Έμοιαζε να βρίσκεται ταυτόχρονα παντού κι έφτασαν να σκέφτονται πως πολλαπλασιαζόταν, πως επαναλαμβανότανε από μόνος του, σ’ ολόκληρο το σπίτι κι η εξοργισμένη Ελισένδα φώναζε σαν τρελή πως είναι τρομερό να ζει κανείς σ’ αυτήν την κόλαση γεμάτη αγγέλους.

Μόλις που μπορούσε να φάει και τα πανάρχαια μάτια του είχαν θολώσει τόσο, που σκόνταφτε στις κολόνες, και δεν του ‘μεναν πια παρά τα μαδημένα καλάμια στα τελευταία φτερά του.

Ο Πελάγιο του ‘χε ρίξει πάνω του μια κουβέρτα και του ‘χε κάνει την χάρη να τον αφήσει να κοιμάται στο υπόστεγο και μόνο τότε πρόσεξαν πως περνούσε τις νύχτες παραμιλώντας απ’ τον πυρετό, λέγοντας γλωσσοδέτες στα αρχαία νορβηγικά. Κι ήταν μια απ’ τις λίγες φορές που αναστατώθηκαν γιατί σκέφτηκαν πως επρόκειτο να πεθάνει κι ούτε κι η σοφή η γειτόνισσα μπορούσε να τους πει τι κάνουν τους πεθαμένους αγγέλους.

Όμως, όχι μόνο επέζησε το χειρότερο χειμώνα της ζωής του, αλλά και φάνηκε να καλυτερεύει με τις πρώτες ζέστες.

Έμενε ακίνητος για αρκετές μέρες στην πιο απόμακρη γωνιά της αυλής, εκεί που δε μπορούσε κανείς να τον δει και στις αρχές του Δεκέμβρη άρχισαν να φυτρώνουν στις φτερούγες του κάτι μεγάλα και σκληρά φτερά, φτερά γέρικου πουλιού, που έμοιαζαν περισσότερο μ’ άλλο ένα βάσανο των γηρατειών.

Εκείνος όμως, θα πρέπει να γνώριζε την αιτίααυτών των αλλαγών, γιατί πρόσεχε πολύ να τις κρύβει και κανείς να μην ακούσει τα τραγούδια των ναυτικών που καμιά φορά τραγούδαγε κάτω απ’ τ’ αστέρια.

Ένα πρωί η Ελισένδα καθάριζε κρεμμύδια για το μεσημέρι όταν ένας άνεμος που έμοιαζε να ‘ρχεται απ’ τ’ ανοιχτά όρμησε στη κουζίνα.

Τότε έσκυψε απ’ το παράθυρο κι έπιασε τον άγγελο στις πρώτες προσπάθειές του να πετάξει. Ήταν τόσο αδέξιες που άνοιξε με τα νύχια του ένα αυλάκι στο λαχανόκηπο και κόντεψε να γκρεμίσει το υπόστεγο με τα αδύναμα χτυπήματα των φτερών του που γλιστρούσαν στο φως και δεν έβρισκαν που να κρατηθούν στον αέρα. Αλλά κατάφερε να πάρει ύψος.

Η Ελισένδα άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης για κείνη και γι’ αυτόν, όταν είδε να περνά πάνω απ’ τα τελευταία σπίτια προσπαθώντας να κρατηθεί στον αέρα μ’ οποιονδήποτε τρόπο με το ριψοκίνδυνο πέταγμα γέρικου όρνιου.

Συνέχισε να τον βλέπει μέχρι που δε μπορούσε πια,γιατί δεν ήταν πια εμπόδιο στη ζωή της, αλλά ένα φανταστικό σημείο στον ορίζοντα πάνω στη θάλασσα.-«


*Από τη συλλογή διηγημάτων του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, «Θάνατος σταθερός πέρα από τον έρωτα», μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1983, αναδημοσιευμένο στο βιβλίο «Ανάμεσα σε ερωτιδείς και αγγέλους«, ιστορίες και μύθοι, των εκδόσεωνΑπόπειρα, 2010.

Συλλογικό έργο:

Χρήστος ΜπουλώτηςΓκαμπριέλ Γκαρσία ΜάρκεςΤζων ΑπντάικΦραντς Κάφκα,Μπέρναρντ ΜάλαμουντΧάουαρντ ΣβαρτςΜαρκ ΤουαίνΦλάννερυ Ο’ ΚόνορΝτόναλτν Μπάρθελμ,Μάλκολμ ΓκόντγουινΛέων ΤολστόηΣιρντάρ Ικμπάλ Αλή ΣαχΦραγκίσκη Αμπατζοπούλου, μετάφραση: Κλαίτη ΣωτηριάδουΑγγέλα ΒερυκοκάκηΈλενα Μαρούτσου. επιμέλεια: Διονύσιος Αργυρίου.

Από τι είναι φτιαγμένοι οι άγγελοι; Πόσοι άγγελοι χωρούν στο κεφάλι μιας καρφίτσας; Πώς θα ήταν να κουβεντιάζεις με έναν άγγελο; Μπορείς να τον αγγίξεις; Πώς αντιλαμβάνεται κανείς την παρουσία ενός αγγέλου; Είναι μερικά από τα ερωτήματα για αυτά τα μεγαλοπρεπή και μυστηριώδη πλάσματα που έχουν τροφοδοτήσει θρύλους και παραμύθια, και πυροδότησαν τη φαντασία των μεγάλων συγγραφέων.

tvxs.gr

Αυτή είναι η περιπετειώδης ζωή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες 

Tην Κυριακή 6 Μαρτίου 1927, στις εννέα το πρωί, κατά τη διάρκεια μιας απρόσμενης νεροποντής, γεννήθηκε ένα αγοράκι, ο Γκαμπριέλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες.

Η Λουίσα μού είπε ότι ο πατέρας της είχε φύγει από νωρίς για την εκκλησία, όταν τα πράγματα πήγαιναν «πολύ άσχημα», αλλά μόλις γύρισε στο σπίτι τα πάντα είχαν τελειώσει. Το παιδί γεννήθηκε με τον ομφάλιο λώρο τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό του –αργότερα θα απέδιδε την κλειστοφοβία του σε αυτή την πρώιμη ατυχία– και ζύγιζε, έτσι ειπώθηκε, δυόμισι κιλά. Ετσι ξεκινά η βιογραφία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ενός από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς του 20ου αιώνα.

Ο συγγραφέας Τζέραλντ Μάρτιν αφηγείται την συναρπαστική του πορεία, δημιουργώντας μια βιογραφία τολμηρή και αποκαλυπτική όπως η δημοσιογραφία του Μάρκες, πολυεπίπεδη και γεμάτη πάθος όπως η γραφή του. Η βιογραφία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, σε μετάφραση Άδωνι Σαμσών, κυκλοφορεί από την Μικρή Άρκτο. «Η πιο ζωντανή μου ανάμνηση δεν είναι τόσο οι άνθρωποι, αλλά το σπίτι στην Αρακατάκα όπου έζησα με τους παππούδες μου. Είναι ένα όνειρο που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά μέχρι και σήμερα. Επιπλέον, δεν περνάει μέρα στη ζωή μου που να μην ξυπνήσω με την αίσθηση, πραγματική ή φανταστική, ότι έχω ονειρευτεί πως βρίσκομαι μέσα σε αυτό το τεράστιο παλιό σπίτι.

Όχι ότι έχω γυρίσει εκεί, αλλά ότι είμαι εκεί, όχι σε κάποια συγκεκριμένη ηλικία ή για κάποιο ιδιαίτερο λόγο· σαν να μην έφυγα ποτέ. Ακόμη και τώρα, στα όνειρά μου εξακολουθεί να υπάρχει η αίσθηση ενός νυχτερινού προαισθήματος που κυριάρχησε σε όλη την παιδική μου ηλικία. Ήταν μια ανεξέλεγκτη δυσθυμία που με κυρίευε νωρίς κάθε βράδυ και με ροκάνιζε στον ύπνο μου, μέχρι που έβλεπα τον ήλιο να χαράζει μέσα από τις χαραμάδες της πόρτας».

Μια μποέμικη παρέα 1950-53  

  Ο Γκαρσία Μάρκες ήταν ο νεότερος σε ολόκληρη την ομάδα, ο πιο αφελής και ο πιο άπειρος· σύμφωνα με τον Ιμπάρρα Μερλάνο, ο Γκαρ- σία Μάρκες όχι μόνο δεν έβριζε, αλλά δεν ήθελε ούτε οι υπόλοιποι να βρίζουν. Ποτέ δεν λάτρεψε το ποτό, ούτε ποτέ υπήρξε κυκλοθυμικός στη συμπεριφορά του, αν και φαίνεται ότι συχνά, αλλά διακριτικά, διατηρούσε κάποιες ερωτικές σχέσεις.

Ο Χερμάν Βάργας διατύπωσε την εξής παρατήρηση: «Ήταν ντροπαλός και ήσυχος, σαν εμένα και τον Αλφόνσο· αυτό ήταν κατανοητό, γιατί ήταν ο πιο επαρχιώτης από όλους μας. Επίσης, ήταν ο πιο πειθαρχημένος». Εξακολουθούσε να είναι ο μοναδικός μέσα στην παρέα χωρίς χρήματα, ανέστιος, χωρίς σύζυγο ή φιλενάδα.  Έμοιαζε με αιώνιο φοιτητή ή μποέμ καλλιτέχνη. Δεν είχε αρκετά χρήματα για να πληρώνει κανονικό ενοίκιο. Κατέληξε να μένει επί περίπου έναν χρόνο σε οίκο ανοχής, ο οποίος έφερε το όνομα «Residencias New York». Στον επάνω όροφο ήταν τα δωμάτια των ιεροδούλων, τα οποία διηύθυνε με αυστηρότητα η μαντάμ Καταλίνα λα Γκράντε. Ο Γκαρσία Μάρκες ενοικίασε ένα από τα δωμάτια στον τελευταίο όροφο του κτιρίου προς ενάμισι πέσο τη βραδιά. Το δωμάτιο, που έμοιαζε περισσότερο με κλουβί, ήταν δεν ήταν τρία τετραγωνικά μέτρα.

Μια πόρνη ονόματι Μαρία Ενκαρνασιόν σιδέρωνε τα δύο παντελόνια και τα τρία πουκάμισά του μία φορά την εβδομάδα. Ενίοτε δεν είχε χρήματα για να πληρώσει το ενοίκιο και αντ’ αυτού έδινε στον θυρωρό Δάμασο Ροδρίγες το αντίγραφο από το τελευταίο του χειρό- γραφο. Έζησε σε αυτές τις συνθήκες, μέσα στη βουή από τον δρόμο και τους εκκωφαντικούς θορύβους, τις επιχειρηματικές συζητήσεις και τα μαλ- λιοτραβήγματα από το πορνείο, για σχεδόν έναν χρόνο.      Η χαρά της ζωής, η χαρά της γραφής και η λογοκρισία   Τα άρθρα του εκείνης της εποχής αποπνέουν όχι μόνο τη χαρά της ζωής, αλλά και τη χαρά της γραφής. Οι πρώτες εβδομάδες του 1950 υπήρξαν γι’ αυτόν οι πιο ευχάριστες· τουλάχιστον όσον αφορά τη δημοσιογραφική του καριέρα. Δύο ήταν τα βασικά προβλήματά του: η λογοκρισία και η αναζήτηση του κατάλληλου θέματος.

Και τα δύο αυτά σχολιάζει με χιουμοριστικό τρόπο σε ένα άρθρο του με τίτλο «Το προσκύνημα της καμηλοπάρδαλης»:

Η καμηλοπάρδαλη είναι ένα ζώο ευάλωτο στην παρα- μικρή δημοσιογραφική κίνηση. Από τη στιγμή που συλλαμβάνεται η πρώτη λέξη αυτής της καθημερινής στήλης· εδώ στην Underwood […] μέχρι τις έξι το πρωί της επόμενης ημέρας η καμηλοπάρδαλη γίνεται ένα θλιμμένο ανυπερά- σπιστο ζώο που μπορεί να σπάσει το πόδι της στρίβοντας σε κάποια γωνία. Κατ’ αρχάς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτή η δουλειά, να γράφεις δεκατέσσερα εκατοστά ανοησίας κάθε μέρα, δεν είναι εύκολη, όσο ιδιόρρυθμα ανόητος κι αν είναι ο συγγραφέας.

Έπειτα, υπάρχει το θέμα των δύο λογοκριτών.

Ο πρώτος, ο οποίος βρίσκεται εδώ μέσα, δίπλα μου, κάθεται ντροπαλά κοντά στον ανεμιστήρα, διατεθειμένος να μην αφήσει την καμηλοπάρδαλη να έχει οποιοδήποτε χρώμα εκτός από εκείνο που φυσικά δημοσίως επιτρέπεται. Έπειτα, υπάρχει ο δεύτερος λογοκριτής για τον οποίο δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα χωρίς τον κίνδυνο ο μακρύς λαιμός της καμηλοπάρδαλης να μειωθεί στο ελάχιστο δυνατό. Τέλος, το ανυπεράσπιστο θηλαστικό φθάνει στον σκοτεινό θάλαμο του λινοτύπη, όπου αυτοί οι πολυσυκοφαντημένοι συνάδελφοι εργάζονται κοπιωδώς νυχθημερόν μετατρέποντας σε μολύβι ό,τι έχει γραφτεί επάνω σε ελαφριά και μηδαμινά φύλλα χαρτιού.

  Ο Μάρκες και ο κινηματογράφος

  Από την αρχή ήταν εχθρικά διακείμενος προς αυτό που θεωρούσε ρηχές εμπορικές και επιφανειακές αξίες του συστήματος του Χόλλυγουντ –εξαιρούσε τον Όρσον Ουέλς και τον Τσάρλι Τσάπλιν – ενώ υπερασπιζόταν σθεναρά τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο, του οποίου την παραγωγή και τις ηθικές αξίες επιζητούσε για την ανάπτυξη ενός εθνι- κού κινηματογράφου στην Κολομβία. Αυτό θα εξελισσόταν σε κάτι σαν εμμονή τα χρόνια που ακολούθησαν

Έδειχνε τρομερό ενδιαφέρον για τα τεχνικά ζητήματα –το σενάριο, τους διαλόγους, τη σκηνοθεσία, τη φωτογραφία, τον ήχο, τη μουσική, το μοντάζ, την ηθοποιία– κάτι που ίσως του άνοιξε την πόρτα σε αυτό που θα αποκαλούσε αργότερα ξυλουργική της λογοτεχνίας του: τα τρικ του επαγγέλματος, τα οποία ποτέ δεν ήταν εντελώς πρόθυμος να αποκαλύψει, τουλάχιστον όχι όσον αφο- ρά το μυθιστόρημα. Επέμενε ότι τα σενάρια πρέπει να γράφονται με λιτότητα, συνέπεια και συνοχή· και ότι τα κοντινά και τα μακρινά πλά- να είναι εξίσου σημαντικά.

Από την αρχή τον απασχολούσε η έννοια της καλογραμμένης ιστορίας, μια εμμονή η οποία θα τον χαρακτηρίζει για το υπόλοιπο της καριέρας του και που εξηγεί τον σεβασμό του για το Χίλιες και Μία Νύχτες, τον Δράκουλα, τον Κόμη Μοντεχρίστο και  Το Νησί του Θησαυρού: όλα έξοχα και δημοφιλή έργα της λογοτεχνίας. Αυτό ακριβώς αναζητούσε και στο σινεμά. Η αντικειμενική πραγματι- κότητα –πίστευε– πρέπει να κυριαρχεί, αλλά ο εσωτερικός κόσμος, ακό- μη και ο φανταστικός κόσμος, δεν πρέπει να παραμελείται.

Σημείωνε ότι τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά της ταινίας του Βιττόριο ντε Σίκα Ο Κλέφτης των Ποδηλάτων ήταν «η ανθρώπινη αυθεντικότητα και η ζωντάνια της». Αυτές οι κεντρικές ιδέες θα δεσπόζουν στην οπτική του τα επόμενα χρόνια, οι οποίες δεν απείχαν πολύ από τα αξιώματά του όσον αφορά τον αστικό και σοσιαλιστικό ρεαλισμό, που συνυφαίνονταν με τον ιταλικό νεορεαλισμό. Δεν ήταν αβανγκάρντ. Έδειχνε να μην τον απασχολούν οι θεωρίες του γαλλικού νέου κύματος που γεννιόταν τότε, του οποίου η επιρροή είναι εμφανής σε Βραζιλιάνους, Αργεντινούς και Κουβανούς κινηματογραφιστές της εποχής.

Η επίσκεψή του στο Αουσβιτς

Αντιπάθησε την Κρακοβία για τον εγγενή συντηρητισμό της και τον οπισθοδρομικό καθολικισμό της· τουλάχιστον όπως τα αντιλαμβανόταν ο ίδιος. Ωστόσο, η περιγραφή  μιας επίσκεψης στο Άουσβιτς –αν και σύντομη– είναι συγκλονιστική. Άουσβιτς Για πρώτη φορά, ο συνήθως ελαφρόμυαλος σχολιαστής ομολογεί ότι με δυσκολία συγκράτησε τους λυγμούς του και δίνει μια δραματική, αν και νηφάλια, περιγραφή της επίσκεψής του: «Υπάρχει μια αίθουσα με τεράστιες γυάλινες προθήκες γεμάτες μέχρι επάνω με ανθρώπινα μαλλιά. Μια αίθουσα γεμάτη παπούτσια, ρούχα, μαντίλια, με αρχικά ονομάτων ραμμένα στο χέρι, βαλίτσες που μετέφεραν οι κρατούμενοι σε εκείνο το παραισθησιογόνο ξενοδοχείο που εξακολου- θούσε να έχει τις πινακίδες από τα ξενοδοχεία για τουρίστες.

Υπάρχει επίσης μια προθήκη γεμάτη με παιδικά παπούτσια με φθαρμένα μεταλλικά τακούνια: μικρές λευκές μπότες που φορούσαν στο σχολείο και τα εξαρτήματα από τις μπότες εκείνων που πριν πάνε να πεθάνουν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης είχαν κάνει τον κόπο να επιβιώσουν από βρεφική παράλυση. Υπάρχει ένας απέραντος χώρος γεμάτος με προσθετικά μέλη, χιλιάδες ζευγάρια γυαλιά, μασέλες, γυάλινα μάτια, ξύλινα πόδια, μάλλινα γάντια που έκρυβαν κομμένα χέρια, όλα τα εργαλεία που εφηύρε ποτέ ο άνθρωπος για να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη στον κόσμο. Αποκόπηκα από τους άλλους και περπάτησα αθόρυ- βα κατά μήκος της αίθουσας. Με έτρωγε μια καταπιεσμένη οργή μέσα μου, γιατί ήθελα να κλάψω».

Ο Μάρκες ταχυδρομεί τα «Εκατό Χρονια μοναξιά» 

Στις αρχές Αυγούστου, ο Γκαρσία Μάρκες συνόδεψε τη Μερσέδες στο ταχυδρομείο για να στείλει το τελικό χειρόγραφο στο Μπουένος Άιρες. Έμοιαζαν με δύο επιζώντες μιας καταστροφής. Το πακέτο περιείχε 490 δακτυλογραφημένες σελίδες. Ο υπάλληλος είπε: «Ογδόντα δύο πέσο». Ο Γκαρσία Μάρκες κοίταξε τη Μερσέδες που έψαχνε στην τσάντα της για τα χρήματα. Είχαν μόνο πενήντα και μπορούσαν να στείλουν μόνο το μισό περίπου βιβλίο: ο Γκαρσία Μάρκες έβαλε τον υπάλληλο πίσω από τον γκισέ να αφαιρέσει φύλλα από το πακέτο μέχρι να αρκέσουν τα πενήντα πέσο. Επέστρεψαν στο σπίτι, έβαλαν ενέχυρο τη θερμάστρα, το πιστολάκι μαλλιών και το μίξερ, πήγαν πίσω στο ταχυδρομείο και έστειλαν και τη δεύτερη δόση. Καθώς έβγαιναν από το ταχυδρομείο, η Μερσέδες σταμάτησε, κοίταξε τον άντρα της και είπε: «Γκάμπο, αυτό που μας λείπει τώρα είναι το βιβλίο να είναι χάλια» 

    Η πιο διάσημη γροθιά στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής Στις 12 Φεβρουαρίου 1976, κάτοικος πια της Πόλης του Μεξικού, εμφανίστηκε στην πρεμιέρα μιας κινηματογραφικής εκδοχής του Επιζώντες των Άνδεων. Καθώς έφτανε, ο Μάριο Βάργας Γιόσα, ο οποίος βρισκόταν στην πόλη για την εκδήλωση –είχε γράψει το σενάριο– στεκόταν στο φουαγέ. Ο Γκάμπο άνοιξε τα χέρια διάπλατα και φώναξε «αδελφέ μου!» Χωρίς να πει ούτε μια λέξη, ο Μάριο, ερασιτέχνης μποξέρ ων, τον «ξάπλωσε» κάτω με μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο.

Με τον Γκαρσία Μάρκες ημιλιπόθυμο στο πάτωμα αφού χτύπησε το κεφάλι του πέφτοντας, ο Μάριο φώναξε, ανάλογα με την εκάστοτε πηγή:

«Γι’ αυτό που είπες στην Πατρίσια». Ή: «Γι’ αυτό που έκα- νες στην Πατρίσια». Αυτή έμελλε να γίνει η πιο διάσημη γροθιά στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής και ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διάφορων θεωριών. Οι αυτόπτες μάρτυρες ήταν πολλοί και οι εκδοχές όχι μόνο του τι συνέβη στην πραγματικότητα, αλλά και του γιατί, είναι πολλές. Λέγεται ότι ο γάμος του Βάργας Γιόσα περνούσε μια δύσκολη φάση στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και ότι ο Γκαρσία Μάρκες το θεώρησε καθήκον του να παρηγορήσει την προφανώς έξαλλη και αγανακτισμένη σύζυγο του Μάριο. Μερικοί λένε ότι παρενέβη συμβουλεύοντάς την να κινήσει διαδικασίες διαζυγίου· άλλοι, ότι η παρηγοριά ήταν πιο άμεση.

Προφανώς, ο Μάριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Γκαρσία Μάρκες είχε βάλει την ανησυχία του για την Πατρίσια πιο πάνω από τη φιλία τους. Μόνο ο Γκαρσία Μάρκες και η Πατρίσια Γιόσα ξέρουν τι έγινε ή τι δεν έγινε. Και μόνο η Πατρίσια Γιόσα ξέρει τι είπε στον σύζυγό της όταν τα ξαναβρήκαν. Με άλλα λόγια, μόνο αυτή ξέρει ολόκληρη την ιστορία. Όσο για τη Μερσέδες, ποτέ της δεν συγχώρησε τον Βάργας Γιόσα. Και ποτέ δεν ξέχασε τη δειλή και ανέντιμη πράξη του, όπως τη θεωρούσε, ανεξαρτήτως από την πρόκληση

613566_Screen_Shot_2014-01-12_at_11.23.09_AM.png

ΓΓΜ και Φιντέλ Κάστρο, στην Καραϊβική, 1983. (Φωτογραφία από τον Ροδρίγο Καστάνιο)

lifo

 

Advertisements