Από ταγματασφαλίτης, ήρωας του ΕΛΑΣ (Ενα βιωματικό κείμενο του Χρήστου Πασαλάρη)

Ένα πολύ ενδιαφέρον, βιωματικό κείμενο που υπέγραφε ο Χ. Πασαλάρης, διάβασα στην Real news την Κυριακή που μας πέρασε.
Ναι μεν γνώριζα ότι ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος  πριν καταλήξει ένας δεξιός δημοσιολόγος έχει δώσει μεγάλους αγώνες για το λαϊκό κίνημα., (φυλακίστηκε, εξορίστηκε, παρά τρίχα απέφυγε τον θάνατο, ενώ υπήρξε και  διευθυντής του «Ριζοσπάστη»), δεν γνώριζα όμως την δράση του σαν ΕΛΑΣίτης στα χρόνια της κατοχής της χώρας μας από τις δυνάμεις του άξονα.

Επειδή με εντυπωσίασε η ιστορία που έγραψε, φρόντισα να επαληθεύσω –στο βαθμό που μπορούσα το γεγονός- και σας μεταφέρω το κείμενο του Χρήστου Πασαλάρη:

Μπαίνω σήμερα στον πειρασμό να γυρίσω 70 χρόνια πίσω. …  Ημουν εκείνα τα χρόνια γραμματέας της ΕΠΟΝ στις ανατολικές συνοικίες. Στην ομάδα μου ήταν, μεταξύ άλλων, η -άγνωστη τότε- Ελένη Γλύκατζη (Αρβελέρ σήμερα), ο μαθητής τότε του Ωδείου Αθηνών Μάνος Χατζιδάκις και η αριστούχος του 4ου θηλέων Αννα Συνοδινού. Γράφαμε στους τοίχους βγάζαμε χωνί, κατεβαίναμε στις διαδηλώσεις. Αργότερα όμως τα πράγματα αγρίεψαν, μετατέθηκα από το Παγκράτι στον Υμηττό επικεφαλής διμοιρίας της ΕΠΟΝ-ΕΛΑΣ.

Ένα πρωινό του Γενάρη 1944 κατέβηκε «γραμμή από πάνω» να συλλάβουμε και να τιμωρήσουμε με εκτέλεση έναν ταγματασφαλίτη που τρομοκρατούσε τους κατοίκους πυροβολώντας με την αραβίδα του καθώς περπατούσε από το τάγμα Μακρυγιάννη ως το σπίτι του στη Χαραυγή. Τι να κάνουμε; Του στήσαμε ενέδρα, τον συλλάβαμε και τον ανεβάσαμε στον Υμηττό, όπου ο τόπος εκτέλεσης των «προδοτών» από την… τιμωρό ΟΠΛΑ. Την εκτέλεση έπρεπε να κάνω εγώ, ως επικεφαλής. .Σαν πρωτάρης στην «δουλειά», τον έστησα γονατιστό μπροστά μου και όπλισα νευρικά το πιστόλι μου. Κάτι, όμως, με εμπόδιζε να τραβήξω τη σκανδάλη. Αναζητούσα δικαιολογίες για να κερδίσω χρόνο:

– Γιατί, ορέ παιδί, τρομοκρατείς τον κόσμο;
– Δεν το θέλω, συναγωνιστή, απλώς… ανοίγω δρόμο! Κάθε τέτοια ώρα φέρνω το συσσίτιο μου στη μανούλα μου, που είναι βαριά άρρωστη. Αυτό είναι όλο… θα με σκοτώσετε;
– Αν σου χαρίσουμε τη ζωή, θα μας φέρεις αύριο στις 12 στον Βύρωνα όσα όπλα καταφέρεις να κλέψεις από το τάγμα σου; Θα ενωθείς μαζί μας στην αντίσταση;

Τι να έκανε; Συμφώνησε απνευστί. Και αφού άκουσε το «φύγε», τινάχτηκε σαν ελατήριο, πήρε τον κατήφορο και κοιτούσε συνεχώς πίσω, αμφιβάλλοντας ότι του τη χαρίσαμε. Οι σύντροφοι μου φοβήθηκαν ότι έκανα μεγάλο λάθος και θα το πλήρωνα ακριβά… Ομως ο «γερμανοτσολιάς» ήλθε την άλλη μέρα ακριβώς στην ώρα του σέρνοντας ένα καροτσάκι με τέσσερις αραβίδες και αρκετές χειροβομβίδες… «Πάρτε τα και από σήμερα να με θεωρείτε δικό σας»!..

Πέρασαν αρκετές μέρες. Στις 28 Απριλίου του 1944, τρία παιδιά της διμοιρίας μου (ο Μήτσος Αυγέρης ο Κώστας Φολτόπουλος και ο Θάνος Κιοκμενίδης) έπεφταν νεκροί σε μια «γιάφκα» του ΕΛΑΣ Υμηττού, μετά από οκτάωρη μάχη με τους Γερμανούς. Οι δύο σκοτώθηκαν μέσα στη γιάφκα. Τελευταίος ο τραυματισμένος Μήτσος Αυγέρης άνοιξε την πόρτα, έβαλε το πιστόλι του στον κρόταφο, φώναξε «Σας νικήσαμε – Ζήτω η Ελλάδα»! Και έπεσε νεκρός,

Θα μαντέψατε ίσως ότι ο Μήτσος Αυγέρης ήταν ακριβώς ο «ταγματασφαλίτης» που παρά λίγο να εκτελέσουμε «εκεί ψηλά στον Υμηττό»! Το ίδιο βράδυ γράψαμε ένα σωρό συνθήματα στους τοίχους αυτού του σπιτιού, που έμεινε στην ιστορία ως «Κάστρο του Υμηττού». Και για το οποίο η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη έγραψε τους ωραιότερους στίχους της.

tsak-giorgis