Κωνσταντίνος Κουκίδης Ο ήρωας – φάντασμα

Λες και μας έλειψαν οι ηρωικές μορφές. Σύσσωμο το έθνος τιμά ένα ήρωα που όλοι παραδέχονται ότι ανήκει στο χώρο του θρύλου. Κανείς δεν τολμά όμως να φωνάξει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός: ο τιμημένος ήρωας Κουκίδης απλώς δεν υπήρξε

Όταν είμαστε ενωμένοι οι Έλληνες μπορούμε να πετύχουμε τα πάντα. Ακόμα και να ανεγείρουμε μνημεία σε ανύπαρκτα πρόσωπα, μόνο και μόνο για να μην μας κατηγορήσει κανείς για μειωμένη εθνική ευαισθησία!

Πριν από λίγες μέρες εκπρόσωποι από όλο το πολιτικό φάσμα συμπαραστάθηκαν στον Δήμαρχο Αθήνας στην τιμητική τελετή για τον στρατιώτη (ή εύζωνα ή πολίτη) Κωνσταντίνο Κουκίδη, ο οποίος υποτίθεται ότι έπεσε από την Ακρόπολη, τυλιγμένος με την ελληνική σημαία, την ώρα που οι Γερμανοί κατακτητές ύψωναν τη σημαία με τη σβάστικα στον Ιερό Βράχο.

Ένας πολύ άγνωστος στρατιώτης

Βρέθηκαν, λοιπόν, κατά τον εορτασμό της απελευθέρωσης της Αθήνας, στις 12 Οκτωβρίου πάνω στην Ακρόπολη, δίπλα στον Δημήτρη Αβραμόπουλο, οι υπουργοί Μιχάλης Σταθόπουλος και Κώστας Γείτονας ως εκπρόσωποι της κυβέρνησης, ο Προκόπης Παυλόπουλος ως εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, αντιστασιακοί διαφόρων αποχρώσεων, καθώς και οι πραγματικοί ήρωες της περιόδου, ο Μανόλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας. Από κοντά και ο Γιώργος Παπανδρέου με τον Ρώσο ομόλογό του Ιβάνοφ που ανέβηκαν για άλλο λόγο, αλλά άκουσαν κι αυτοί την ομιλία του Δημάρχου. «Τιμάμε τον Κουκίδη», δηλώνει με στόμφο ο κ. Αβραμόπουλος, «παρά το ότι η ιστορική έρευνα δεν απέδωσε επιστημονική απόδειξη για την ύπαρξή του και για την πράξη του αυτή». Για να εξηγήσει το ακατανόητο, ο κ. Αβραμόπουλος επιχειρηματολογεί: «Ο θρύλος, όμως, ήταν και παραμένει υπαρκτός, και δημιουργήθηκε από την πρώτη στιγμή. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν υπήρξε ο εύζωνας Κουκίδης. Το ερώτημα είναι αν εμείς οι σημερινοί Έλληνες θέλουμε να υπάρξει».

Μισή ώρα αργότερα, στους πρόποδες της Ακρόπολης, ο Δήμαρχος και οι πολιτικοί εκπρόσωποι αποκάλυπταν τιμητική πλάκα στη μνήμη του Κουκίδη. Ο κ. Αβραμόπουλος υπήρξε και πάλι αινιγματικός: «Με τη σεμνή τελετή θέλουμε να αποτίσουμε φόρο τιμής σε μία θρυλική μορφή. Η λέξη θρύλος κρύβει πολλά. Κρύβει και λίγο ιστορία, κρύβει και λίγο μύθο. Τίποτα δεν αποκαλύφτηκε από την έρευνά μας στα αρχεία των Ενόπλων Δυνάμεων, σημασία όμως έχει ότι έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο σε μια ιδιαίτερα δύσκολη στιγμή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Εμείς ξεκινήσαμε πριν από τέσσερα χρόνια μια έρευνα που έφερε στην επιφάνεια κάποια στοιχεία, αλλά τίποτα που να επιβεβαιώνεται, που να αποτελεί μαρτυρία ιστορική. Δεν έχει όμως σημασία αυτό. Σημασία έχει αυτό που πριν από λίγο -ρητορικά- κατετέθη ως ερώτημα. Σημασία δεν έχει αν υπήρξε ο στρατιώτης Κουκίδης. Σημασία έχει αν εμείς -οι σημερινοί Έλληνες- θέλουμε να υπάρχουν τέτοιοι θρύλοι. Υπό αυτή την έννοια έχει τη δική του ηθική και εθνική χρησιμότητα αυτό που πράττουμε σήμερα, ικανοποιώντας την απαίτηση χιλιάδων συμπολιτών μας».

Απορεί κανείς για ποιο λόγο έψαξαν τόσο πολύ στα «αρχεία» οι άνθρωποι του Δημάρχου, εφόσον ήταν αποφασισμένοι ούτως ή άλλως να τιμήσουν -για λόγους «χρησιμότητας»- τον υπαρκτό ή ανύπαρκτο Κουκίδη. Πριν από λίγους μόλις μήνες, στην πολύ ενδιαφέρουσα εκπομπή του Τάκη Σπηλιώπουλου στην ΕΤ-1 (26/4/2000), ο κ. Αβραμόπουλος είχε καταρχήν αποκαλύψει ότι δέχτηκε «πολλά μηνύματα από την Ελλάδα και το εξωτερικό για τη θρυλική φυσιογνωμία» και κατόπιν αυτού έδωσε οδηγίες σε δικούς του ερευνητές να αναζητήσουν στοιχεία. «Από τις έρευνες όμως δεν βρέθηκαν στοιχεία (…) Κάτω από κείνες τις ώρες ίσως να χρειαζόντουσαν και οι θρύλοι για να τονώσουν το φρόνημα του λαού». Στην επιμονή του δημοσιογράφου που τον ρωτά τι θα κάνει αν τεκμηριωθεί η ιστορία του Κουκίδη, ο κ. Αβραμόπουλος υπόσχεται να τον τιμήσει: «Αλλά απέχουμε πολύ από αυτή την ιστορική επιβεβαίωση, χωρίς βεβαίως να θέτουμε σε αμφισβήτηση και τις μαρτυρίες».

Με την εμπειρία του διπλωμάτη, ο Δήμαρχος επιχειρεί να ξεγλιστρήσει από τη δύσκολη θέση. Κλείνει το μάτι σε όσους ξέρουν ότι δεν έχει επιβεβαιωθεί τίποτα, αλλά ικανοποιεί και όσους πιέζουν να μεταμορφωθεί η πολεμική προπαγάνδα σε ιστορικό γεγονός.

Με μια έννοια, ο κ. Αβραμόπουλος έρχεται δεύτερος. Εδώ και έξι χρόνια, από τις 27 Απριλίου του 1994, έχει εντοιχιστεί τιμητική πλάκα στους στρατώνες της Προεδρικής Φρουράς: «Πλατεία Εύζωνα Κουκίδη Κωνσταντίνου. Έπεσε υπέρ πατρίδος την 27 Απριλίου 1941, κατακρημνισθείς απ’ τον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως, τυλιγμένος με την ελληνική σημαία, υπερασπιζόμενος ταύτης μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός του, αρνούμενος να την παραδώσει στον Γερμανό κατακτητή». Μάταια ο αρμόδιος αξιωματικός της -τότε ανακτορικής- φρουράς αποκλείει την ύπαρξη τέτοιου ονόματος. «Αν ήταν στρατιώτης στους ευζώνους δεν υπήρχε περίπτωση να μην τον ήξερα» δηλώνει στην ΕΤ-1 ο τότε επιλοχίας των ευζώνων Ανδρέας Μαχιμάρης. Αυτά είναι βεβαίως ψιλά γράμματα για όσους πιστεύουν ότι είναι αληθινό ό,τι μας συμφέρει.

Εξίσου απαρατήρητη περνά η μαρτυρία (στην ίδια εκπομπή) του πλέον αρμόδιου εκπροσώπου του στρατού, του αντιστρατήγου Ιωάννη Κακουδάκη, διευθυντή στη ΔΙΣ (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού): «Διαπιστώσαμε ότι δεν υπήρξε την περίοδο εκείνη στρατιώτης με το όνομα Κουκίδης Κωνσταντίνος. Στείλαμε έγγραφα σε όλες τις μονάδες, στο ληξιαρχείο, παντού. Πήγαμε στην Πλάκα να ζητήσουμε πληροφορίες. Πραγματική μαρτυρία ως σήμερα δεν έχει υπάρξει». Ο κ. Κακουδάκης είναι απόλυτος: «Το ΓΕΣ έχει καταγράψει όλους τους φαντάρους κι όλους τους αξιωματικούς της περιόδου. Κάπου θα έπρεπε να ανήκει ο Κουκίδης. Ούτε εύζωνας υπήρξε ούτε ήταν φαντάρος. Όλα εξετάστηκαν». Το ενδιαφέρον είναι ότι -όπως ομολογεί σήμερα ο αντιστράτηγος- όταν υπηρετούσε σε τάγμα νεοσυλλέκτων έκανε «εθνική διαπαιδαγώγηση», χρησιμοποιώντας ο ίδιος -ως ιστορικό γεγονός- τη «θυσία του Κουκίδη».

Ο «αγών» του Πλεύρη

Στο ερώτημα ποιοι θα είχαν πολιτικούς λόγους να ανακαλύψουν και να επιβάλουν έναν εθνικό ήρωα («ακομμάτιστο», ίσως «εύζωνα», ίσως «ποντιακής καταγωγής», ίσως «γόνο στρατιωτικής οικογενείας» κ.λπ.), η απάντηση είναι εύκολη. Πράγματι, τη δεκαετία του ’90, εποχή «εθνικής αφύπνισης» και «αλύτρωτων πατρίδων», στρατευμένοι ιστοριοδίφες του ακροδεξιού χώρου έστησαν λιθαράκι λιθαράκι το μύθο. Με τον τρόπο αυτό χάιδευαν τα αφτιά του μεγάλου κοινού, κέρδιζαν τη συμπάθειά του, και έτσι άνετα μπορούσαν να επιτεθούν κατά της «διεφθαρμένης και παρηκμασμένης δημοκρατίας, η οποία δεν θέλει να τιμήσει έναν αληθινό Έλληνα ήρωα». Ήδη από το 1989 εμφανίζονται ορισμένες επιστολές, προς το ΓΕΣ και τον Τύπο, «εθνικώς ευαίσθητων» πολιτών -που από κάπου, κάποτε, άκουσαν για τον ήρωα Κουκίδη ή το διάβασαν στο λεύκωμα των Φαφαλιού και Χατζηπατέρα- στις οποίες προβάλλεται το αίτημα της ανέγερσης μνημείου. Η ιστορική τεκμηρίωση της θυσίας του ήρωα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι επιστολογράφοι δίνουν έμφαση στη σιωπή και την αδράνεια του κράτους το οποίο δεν εννοεί να ανακαλύψει και να τιμήσει τον ήρωά τους. Κεντρική φυσιογνωμία της κίνησης αναδεικνύεται ο γνωστός Κώστας Πλεύρης (ο φίρερ των ελλήνων εθνικοσοσιαλιστών). Από τις εκπομπές του στο κανάλι Tele-City (ιδιοκτησίας του βουλευτή Γιώργου Καρατζαφέρη), το θέμα Κουκίδη γίνεται δημοφιλές – και όχι μόνο στον στενό πυρήνα των οπαδών του. Αποκαλυπτική είναι η συζήτηση του Πλεύρη με το δήμαρχο Αβραμόπουλο για τα «εθνικά θέματα» του Δήμου, όπως την είδαμε στο Tele-City (1.3.1995). Λέει ο Πλεύρης: «Όταν στις 27 Απριλίου 1941 εισήλθαν οι Γερμανοί κατακτητές στην Ελλάδα ανήλθον εις την Ακρόπολιν ήτο ένας φρουρός, ένας εύζων, ένας νεαρός, ο οποίος ήτο σκοπός της σημαίας. Το όνομά του ήτο Κωνσταντίνος Κουκίδης. Έχουμε όλο το φάκελο από το Γενικό Επιτελείο Στρατού…». «Πρέπει να σας πω ότι εδώ σας προλαμβάνω εγώ», απαντά ο κ. Αβραμόπουλος. «Το έχουμε ήδη συζητήσει και προτιθέμεθα συντομότατα να ασχοληθούμε ιδιαίτερα με το θέμα του συμβολικού αυτού ήρωα -του πρώτου, αν θέλετε, που εγκαινίασε, αν θέλετε, την αντίσταση της Αθήνας». Άλλο που δεν ήθελε ο Πλεύρης.

Μετά το περίφημο κάψιμο της ελληνικής σημαίας από νεαρούς στα μεγάλα επεισόδια του Νοεμβρίου 1995 στο Πολυτεχνείο (που όλοι είδαν σε απ’ ευθείας διακαναλική μετάδοση), το έδαφος γίνεται γονιμότερο. Μπροστά στον «εθνικό κατήφορο» ορθώνεται η ηρωική μορφή του Κουκίδη. «Οι πολιτικοί δεν ενδιαφέρονται για τας επόμενας γενεάς, αλλά διά τας επομένας εκλογάς (…) Παραθεωρούνται ζωτικαί εθνικαί υποχρεώσεις, κυρίως, όμως, η νεότης αφήνεται αβοήθητη εις τον κατήφορον του ευδαιμονισμού και της διαφθοράς. Γίνεται φρικτή καταπάτησις του άρθρου 16 του Συντάγματος ‘περί καλλιεργείας του θρησκευτικού και εθνικού φρονήματος των νέων’ που δεν γνωρίζουν ούτε ότι ο πρώτος αντιστασιακός ήταν ο εύζωνας Κωνσταντίνος Κουκίδης. Όλα αυτά περιφρονούνται, διότι τονώνουν το Έθνος και όχι τον κομματισμόν» (από χαρακτηριστική επιστολή αναγνώστη στα ΝΕΑ, 29.4.1996). Τον Μάιο του 1998 εκδίδεται το βιβλίο του δημοσιογράφου Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη «Ήρωες και Προδότες στην κατοχική Ελλάδα», από τις γνωστές εκδόσεις του εθνικιστικού χώρου «Πελασγός», οι οποίες ανήκουν στο στέλεχος του «Ελληνικού Μετώπου» Ιωαν. Γιαννάκενα. Εκεί πληροφορούμαστε ότι «λέγεται πως ο Κων. Κουκίδης δεν ήταν στρατιώτης αλλά φαλαγγίτης της ΕΟΝ (σ.σ. της μεταξικής νεολαίας) που εκ περιτροπής τις τελευταίες ημέρες με άλλους ΕΟΝίτες φύλαγαν σκοπιά στη σημαία όταν η στρατιωτική φρουρά είχε αποσυρθεί για να πάρουν οι στρατιώτες προσωρινά απολυτήρια. Μια πληροφορία που δόθηκε στον γράφοντα από παλιό κάτοικο της Πλάκας, χωρίς να μπορεί να διασταυρωθεί και να επιβεβαιωθεί». Την υπόθεση, στο μεταξύ, αναλαμβάνουν να διαδώσουν και άλλοι αστέρες της εθνικοφροσύνης, ανακυκλώνοντας το ίδιο πάνω κάτω υλικό. Στο περιοδικό όμως «Ελλοπία» (τεύχη 38-39, Απρίλιος και Μάιος 1998) ο Δημήτρης Λαζογιώργος-Ελληνικός εντοπίζει επί τέλους έναν (και μοναδικό ως σήμερα) που γνώριζε προσωπικά τον Κουκίδη και τη θυσία του! Πρόκειται, όπως γράφει ο Λαζογιώργος για το «γνωστό στέλεχος της Αντίστασης» Σπύρο Μήλα, τότε 82 ετών. Ο κ. Μήλας γνώρισε τον Κουκίδη στην Αμφίκλεια μετά την κατάρρευση του μετώπου. Φαντάροι κι οι δυό γύριζαν στα σπίτια τους. Ο Κουκίδης ήταν ποντιακής καταγωγής γεννημένος εδώ. Ανήκε στο 34ο Σύνταγμα Πεζικού «του οποίου τα αρχεία δεν υπάρχουν πια». Ηταν ακομμάτιστος, περίπου 20 χρονών, γύρω στο 1,67 και όχι πολύ δεμένος. Δούλευε οικοδόμος και το σπίτι του ήταν στο Πέραμα ή το Κερατσίνι. Με τον κ. Μήλα χώρισαν στην Ελευσίνα. «Εγώ του είχα δώσει τη διεύθυνσή μου και έτσι ήρθε και με βρήκε αυτός, γιατί λογαριάζαμε να πάμε στη Μέση Ανατολή μέσω Κρήτης. Την παραμονή που οι αρχές θα παρέδιδαν την Αθήνα του λέω: ‘Έρχονται οι Γερμανοί. Εμείς δεν πρέπει να μείνουμε απαθείς’. ‘Βεβαίως και δεν θα μείνουμε απαθείς’, μου λέει. ‘Θ’ αντισταθούμε. Τι απόγονοι του ’21 είμαστε. Θα δεις’. Και την άλλη μέρα από την παράδοση μαθαίνω ότι κάποιος στην Ακρόπολη τυλίχτηκε με την ελληνική σημαία και έπεσε από το βράχο. Δεν ήξερα, τότε, ότι αυτός ήταν ο Κουκίδης. Το έμαθα 2-3 μέρες αργότερα που πήγα στο Κερατσίνι να τον βρω».

Ωστόσο, δυο χρόνια μετά, σε μια ακόμα εκπομπή αφιερωμένη στον άγνωστο ήρωα, του ΤΗΛΕ-ΤΩΡΑ (21.4.2000), ο ίδιος μάρτυρας, ο κ. Μήλας, θυμάται τα γεγονότα κάπως αλλιώς. Σ’ αυτή την εκδοχή της μαρτυρίας του, ο κ. Μήλας ήταν σε μια ταράτσα, όπου συνεδρίαζε με άλλους αντιστασιακούς, δίπλα στην Ακρόπολη και είδε με τα μάτια του τον Κουκίδη να πέφτει φορώντας το χιτώνιο της αεροπορίας που ο ίδιος του είχε δώσει… Αφήνοντας να αιωρείται ότι ο Κουκίδης αυτοκτόνησε βάσει οργανωμένου σχεδίου.

Μια συναινετική μυθοπλασία

Αν οι λόγοι που ώθησαν την ακροδεξιά να ανασύρει από τη λήθη την ιστορία του στρατιώτη Κουκίδη είναι προφανείς, τα κίνητρα του τμήματος της αριστεράς και της κεντροαριστεράς που πλαισίωσε δραστήρια την τελική φάση του εγχειρήματος αποκατάστασης του ήρωα-φάντασμα παραμένουν αδιευκρίνιστα. Είναι αλήθεια ότι η κομμουνιστική αριστερά δεν υπήρξε όλως διόλου αμέτοχη στη μετατροπή του θρύλου σε ιστορικό γεγονός. Ένας σύντομος φόρος τιμής στο «φρουρό της δικής μας σεμνής σημαίας» που διατάχθηκε να την κατεβάσει κι εκείνος «την κατέβασε, τυλίχθηκε μέσα κι έπεσε χωρίς ηρωισμούς απ’ το βράχο» περιλαμβάνεται ήδη σε διήγημα του Μενέλαου Λουντέμη γραμμένο τον Οκτώβριο του 1944 («Τα άλογα του Κουπύλ», από τη συλλογή «Αυτοί που φέρανε την καταχνιά…», Δωρικός 1975). Αλλά και στον δεύτερο τόμο του επίσημου μαρτυρολογίου που εξέδωσε στα 1994 η ΚΑΙ του ΚΚΕ με τίτλο «Έπεσαν για τη ζωή», η αναφορά στον Κώστα Κουκίδη είναι ρητή: Τη στιγμή που άλλοι έδιναν γη και ύδωρ στους χιτλερικούς, ο «Έλληνας στρατιώτης», πιστός στα πατριωτικά ιδανικά, προτίμησε να αυτοκτονήσει «τυλιγμένος με τη γαλανόλευκη, πέφτοντας από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, παρά ν’ ανεβάσει στον ιστό τη σβάστικα».

Βασισμένες στη φήμη που κυκλοφόρησε από τις πρώτες ημέρες της Κατοχής, οι συνοπτικές αυτές νύξεις αναπαρήγαν απλώς μια γοητευτική ξεθωριασμένη ιστορία. Δεν την επινοούσαν, αλλά, καθώς δεν ενδιαφέρονταν να την ελέγξουν, συνεισέφεραν κι αυτές στην επιβίωσή της. Ούτως ή άλλως, παλιότερα δεν υπήρχε κανείς λόγος να αμφισβητηθεί ο τόσο βολικός συμβολισμός μιας ηρωικής πράξης που εμμέσως πλην σαφώς τοποθετούσε στην πρώτη κιόλας στιγμή της Κατοχής την έναρξη του έπους της Εθνικής Αντίστασης. Από το σημείο, όμως, αυτό έως την πλήρη οικειοποίηση από την αριστερά του μύθου που αναζωπυρώθηκε τα τελευταία χρόνια χάρη στις ακάματες προσπάθειες της ακροδεξιάς υπάρχει μεγάλη απόσταση. Κυρίως γιατί στην πρόσφατη αυτή αναβίωση της υπόθεσης Κουκίδη, η υμνητική αναφορά στον ηρωικό αυτόχειρα της Ακρόπολης συμβαδίζει με την παράλληλη γνώση ότι η όλη υπόθεση είναι μια άτσαλα κατασκευασμένη ιστορία.

«Από επιστημονική άποψη δεν έχει αποδειχθεί τίποτα», δήλωνε ο Γρηγόρης Φαράκος στην εκπομπή της ΕΤ-1. «Αλλά δεν μπορούμε να το αρνηθούμε. Ακόμα και θρύλος να είναι, είχε και έχει τεράστια σημασία για το λαό». Σε άλλο σημείο της εκπομπής, το ιστορικό στέλεχος της αριστεράς θυμήθηκε ότι τα πρώτα χρόνια είχε γράψει σχετικά η «Εστία» και ότι ο θρύλος υπήρξε έντονος στην αρχή της Κατοχής, για να ατονήσει σταδιακά στη συνέχεια. Μέχρι να βρεθούν τα ντοκουμέντα έχει σημασία να υπάρχει ως θρύλος, ήταν το σαφέστατο συμπέρασμα του Γ. Φαράκου. Αντίστοιχη υπήρξε και η στάση του Μανόλη Γλέζου στην ίδια εκπομπή: «Εμείς ως αντιστασιακοί προτείνουμε ανεξαρτήτως των στοιχείων που θα φέρουν ή δεν θα φέρουν οι έρευνες, να το ονομάσουμε από τώρα πλατεία Κώστα Κουκίδη. Γιατί καμιά φορά και το θρύλο χρειάζεται να τον τιμούμε όπως και τα γεγονότα». Ήταν η καλύτερη δυνατή πάσα για τον ανυπόμονο δήμαρχο. «Με ιδιαίτερη χαρά θα προχωρήσουμε σε αυτή την κίνηση», έσπευσε να του απαντήσει ο Δ. Αβραμόπουλος. «Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι η πρόταση έρχεται από τη ζώσα ιστορική μαρτυρία».

Έχοντας εξασφαλίσει και το σχετικό υπόμνημα της οργάνωσης «Ενωμένη Εθνική Αντίσταση 1941-1944», ο δήμαρχος Αθηναίων θα προχωρούσε σύντομα στην αποκάλυψη της τιμητικής πλάκας του ανύπαρκτου ήρωα (βλ. και το υμνητικό δημοσίευμα της «Αυγής’, 27/4/2000). Με την κίνηση αυτή και με τη συγκατάνευση ολόκληρου σχεδόν του πολιτικού φάσματος επιβραβεύτηκαν -επιτέλους- οι προσπάθειες της ακροδεξιάς που αγωνίστηκε επί χρόνια να επιβάλει έναν «δικό» της ήρωα, τον εθνικόφρονα στρατιώτη που πριν από τον κομμουνιστή Γλέζο και με τρόπο δραματικότερο από αυτόν πάλεψε και έπεσε για την τιμή του ύψιστου εθνικού συμβόλου. Με τη σύμφωνη γνώμη επίσημων εκπροσώπων της, η αριστερά έχανε έτσι στο επίπεδο του συμβολισμού την αναμφισβήτητη μέχρι πρότινος αίγλη που της είχε χαρίσει ο πραγματικός ηρωισμός του Μανόλη Γλέζου και του Λάκη Σάντα. Την αίγλη αυτή είχε επιχειρήσει να σχετικοποιήσει και το στρατοδικείο που δίκαζε στα 1959 τον Μανόλη Γλέζο για «κατασκοπία». Πώς ήταν δυνατόν ένας «κατάσκοπος» να έχει στο ενεργητικό του έναν ανεπανάληπτο ηρωισμό, και μάλιστα συνδεδεμένο με την ελληνική σημαία; Ισχυρίστηκε τότε ένας αρχιασφαλίτης στο στρατοδικείο ότι, όταν κατέβαζε τη σημαία, ο Γλέζος είχε μόλις βγει από τα σπλάχνα της μεταξικής ΕΟΝ και ότι ο φόβος μετά την παράτολμη πράξη του τον έκανε να ζητήσει την προστασία των εαμικών οργανώσεων. Η κατάθεση προκάλεσε τότε γέλια. Γιατί τα γεγονότα ήταν ακόμη νωπά και οι συναινετικοί θρύλοι δεν είχαν γίνει ακόμη της μόδας.

(Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 22/10/2000)

Ο ανύπαρκτος ήρωας Κωνσταντίνος Κουκίδης

Προχτές, στην ηλεκτρονική έκδοση του Βήματος, ο δημοσιογράφος Γ. Μαλούχος ανέβασε σε νέα επίπεδα το ευγενές άθλημα της χάλκευσης: όχι μόνο αφιέρωσε ολόκληρο άρθρο σε ανύπαρκτο πρόσωπο, αλλά και θεώρησε ένδειξη απώλειας της ιστορικής μας μνήμης το ότι κανείς άλλος δεν… θυμήθηκε τον (ανύπαρκτο) ήρωα!

Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι τέτοιες επιδόσεις δεν μας παραξενεύουν από το Βήμα, που, αν θυμάστε, είχε κατασκευάσει ολόκληρο ρεπορτάζ για την επίσκεψη Ερντογάν το 2009, επίσκεψη που δεν έγινε ποτέ, καταφέρνοντας μάλιστα να ανακαλύψει και… ψυχρότητα που δεν την έκρυψαν τα χαμόγελα.

Έγραψε λοιπόν προχτές ο Γ. Μαλούχος:

Ήταν σαν σήμερα πριν από εβδομήντα χρόνια, όταν η Βέρμαχτ έμπαινε στην Αθήνα. Ήταν Κυριακή του Θωμά, η μέρα που ενέπνευσε και τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», το μέγα τραγούδι του Τσιτσάνη.
Κυρίως όμως, ήταν η μέρα που ο εύζωνας φρουρός της Ακρόπολης, ο Κωνσταντίνος Κουκίδης, δεν άντεξε την ντροπή της παράδοσης του Ιερού Βράχου στο Γερμανό αξιωματικό και, αντί να υποστείλει την ελληνική σημαία για να την παραδώσει όπως τον είχε διατάξει ο διοικητής της γερμανικής φρουράς, την υποστέλλει τραγουδώντας μόνος μπροστά τους Γερμανούς τον εθνικό ύμνο, τυλίγει με αυτή το σώμα του και αυτοκτονεί πέφτοντας στο κενό.
Σήμερα, ποιος θυμάται τον Κουκίδη; Κανείς φυσικά. Και γιατί να τον θυμόμαστε; Επειδή πήγε και αυτοκτόνησε για να μην παραδώσει την Ακρόπολη στο βάρβαρο κατακτητή; Αστεία πράγματα…

Θα μπορούσαμε να απαντήσουμε αλλιώς στη ρητορική ερώτηση του Γ. Μαλούχου. Και γιατί να τον θυμόμαστε τον Κουκίδη; Μήπως υπήρξε; Αστεία πράγματα…

Βέβαια, τον Κουκίδη δεν τον έβγαλε από το μυαλό του ο Γ. Μαλούχος. Αποτελεί παλιότερο μύθο, που μάλιστα έχει γίνει αποδεκτός από αριστερούς και δεξιούς, αν και οι περισσότεροι με μισόλογα παραδέχονται ότι πρόκειται για μύθο, όμως μύθο ωφέλιμο.

Επιχειρήματα που κατά τη γνώμη μου αποδεικνύουν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο Κουκίδης δεν υπήρξε, μπορείτε να διαβάσετε εδώ σε ένα παλιό, υποδειγματικό άρθρο της ομάδας των Ιών.

Την επόμενη μέρα, μπροστά στις πολλές αντιδράσεις που (ευτυχώς!) εκφράστηκαν, ο Γ. Μαλούχος προσπαθεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα της τεράστιας γκάφας ή λαθροχειρίας του (πώς αλλιώς να το πω, όταν στο πρώτο του άρθρο δεν γράφει τίποτε για την αμφισβήτηση της ύπαρξης του Κουκίδη), αλλά καθόλου δεν τα καταφέρνει. Και ενώ μοχθεί να παραθέσει και το παραμικρό ψίχουλο μαρτυρίας υπέρ της ύπαρξης του Κουκίδη, λέει, ψευδώς, ότι: Οι αρνητές της ύπαρξής του δεν κομίζουν αποδεικτικά στοιχεία γι αυτή την άρνηση.

Χρειάζονται άραγε περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία από τη μαρτυρία του διευθυντή της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού αντιστρατήγου Κακουδάκη, σε τηλεοπτική εκπομπή το 2000, ότι «Διαπιστώσαμε ότι δεν υπήρξε την περίοδο εκείνη στρατιώτης με το όνομα Κουκίδης Κωνσταντίνος. Στείλαμε έγγραφα σε όλες τις μονάδες, στο ληξιαρχείο, παντού. Πήγαμε στην Πλάκα να ζητήσουμε πληροφορίες. Πραγματική μαρτυρία ως σήμερα δεν έχει υπάρξει»; Επίσης, ο τότε επιλοχίας των ευζώνων Α. Μαχιμάρης αρνήθηκε ότι υπήρξε εύζωνος με το όνομα αυτό. Και πώς αλήθεια τεκμηριώνει κανείς αδιάσειστα ότι κάποιος δεν υπήρξε ή κάτι δεν συνέβη;

Ελεύθερο Βήμα, 28.4.1941

Θα προσπαθήσω να ανακεφαλαιώσω την ιστορία όπως την έχω κατανοήσει. Στις 27 Απριλίου, τη μέρα της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα, οι προφυλακές του στρατού ύψωσαν τη γερμανική σημαία στην Ακρόπολη, στις 8.45 το πρωί, όπως έσπευσαν να γνωστοποιήσουν με τηλεγράφημα στον Χίτλερ ο ίλαρχος Γιακόμπι και ο υπολοχαγός Έλσνιτς. Λίγο αργότερα υψώθηκε σε άλλον ιστό η ελληνική σημαία, πλάι στη γερμανική. Από τις πηγές της εποχής δεν φαίνεται σαφώς αν προηγήθηκε υποστολή της ελληνικής σημαίας ή αν δεν είχε γίνει έπαρσή της εκείνο το ταραγμένο πρωινό, πάντως το βέβαιο είναι ότι λίγη ώρα αργότερα και οι δυο σημαίες κυμάτιζαν η μία πλάι στην άλλη. Γερμανικές σημαίες υψώθηκαν επίσης στο δημαρχείο. Η επίσημη παράδοση της Αθήνας (και του Πειραιά) στον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή έγινε στις 10.30 από τον δήμαρχο Αμβρόσιο Πλυτά, τον στρατηγό Καβράκο, τον νομάρχη Αττικής και τον δήμαρχο Πειραιώς, στο καφενείο Παρθενών, γωνία Κηφισίας και Αλεξάνδρας.

Όπως είναι φυσικό, σε τέτοιες στιγμές κυκλοφορούν ένα σωρό φήμες· έτσι, κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο εύζωνος φρουρός της Ακρόπολης (ακόμα ανώνυμος), αντί να παραδώσει τη σημαία, την τύλιξε γύρω από το σώμα του και έπεσε στο κενό. Τη φήμη αυτή την κατέγραψε στο ημερολόγιό του ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, αλλά και ο βρετανός πράκτορας (και μετέπειτα επιφανής ιστορικός) Νίκολας Χάμοντ. Κυκλοφόρησαν και άλλες φήμες τότε: για παράδειγμα, στο δικό του ημερολόγιο ο Ροζέ Μιλιέξ κατέγραψε πως άκουσε ότι Έλληνες στρατιώτες πυροβόλησαν τη σημαία με τη σβάστικα την ώρα της έπαρσής της και την έριξαν από τον ιστό της!

Αρκετές μέρες αργότερα, στις 9 Ιουνίου 1941, σε ανταπόκριση από το Κάιρο, η αγγλική εφημερίδα Ντέιλι Μέιλ, θέλοντας να υπογραμμίσει την εχθρότητα του ελληνικού λαού προς τους κατακτητές, αναφέρει το ίδιο επεισόδιο, μόνο που τώρα δίνει όνομα στον ηρωικό αυτόχειρα εύζωνο: τον ονομάζει Κωνσταντίνο Κουκίδη. Να σημειωθεί ότι στο ίδιο ρεπορτάζ (που δεν κατόρθωσα πάντως να το δω εγώ ο ίδιος), αναφέρονται κι άλλες ειδήσεις που δίνουν την εντύπωση ότι η Αθήνα λίγο απέχει από την εξέγερση: «Μαθαίνω ότι γερμανικές περίπολοι στους δρόμους της Αθήνας έχουν διαταχθεί να χρησιμοποιούν χειροβομβίδες για να διαλύουν λαϊκές συγκεντρώσεις. Ο αρχηγός της Αστυνομίας και ο διοικητής της Χωροφυλακής διώχτηκαν επειδή απέτυχαν να διατηρήσουν την τάξη. Λέγεται ότι η Γκεστάπο δουλεύει σκληρά και ανάμεσα στους ανθρώπους που έχουν συλληφθεί είναι ο κ. Λαμπράκης, ιδιοκτήτης δύο αθηναϊκών εφημερίδων». Φυσικά, πρόκειται για πολεμική προπαγάνδα που διογκώνει φήμες, επιλεκτικά παρουσιασμένες.

Όποιος έχει ξεφυλλίσει σελίδες εφημερίδων σε περίοδο πολέμου, ξέρει ότι δημοσιεύουν ένα σωρό ανύπαρκτα και ατεκμηρίωτα περιστατικά. Τέτοιο ήταν και το ρεπορτάζ της Ντέιλι Μέιλ και είναι χαρακτηριστικό ότι παρέλειπε να αναφέρει πιο πρόσφατα και εντελώς αληθινά γεγονότα που είχαν συμβεί στην κατακτημένη Αθήνα: τις εκδηλώσεις αγάπης και συμπάθειας προς τους Άγγλους αιχμαλώτους φαντάρους και βέβαια το κατέβασμα της γερμανικής σημαίας από την Ακρόπολη τη νύχτα της 30 προς 31 Μαΐου 1941!

Καμιά άλλη πρωτογενής πηγή, ελληνική ή ξένη, δεν αναφέρει τίποτε για το επεισόδιο του ηρωικού αυτόχειρα ευζώνου. Ασφαλώς η φήμη εξακολουθεί την υπόγεια, προφορική διαδρομή της. Από τις πηγές αμέσως μετά την απελευθέρωση, ο μόνος που αναφέρει κάτι για τον Κουκίδη είναι ο Μενέλαος Λουντέμης, σε ένα του διήγημα. Όλες οι άλλες αναφορές είναι πολύ μεταγενέστερες, μετά το 1980.

Πώς απέκτησε το όνομά του ο ανύπαρκτος ήρωας; Τυχαία τον ονόμασε Κουκίδη το ρεπορτάζ της αγγλικής εφημερίδας; Εδώ έχω μια υποψία, που την έχουν διατυπώσει και άλλοι. Υπήρχε τότε στην Αθήνα ένας δημοσιογράφος με το όνομα Κωνσταντίνος Κουκίδης (γράφεται και Κουκκίδης). Γεννημένος στην Ανατολική Θράκη το 1891, είχε δουλέψει σε μεγάλες εφημερίδες (Ελεύθερο Βήμα, Αθηναϊκά Νέα, Καθημερινή) και είχε κάνει χρόνια ανταποκριτής στο Παρίσι. Σε κάποιο εντελώς άσχετο φόρουμ παρατίθεται μια πιθανοφανής αλλά δεν ξέρω πόσο τεκμηριωμένη εξήγηση: μέσα στον χαμό, ο Κουκίδης άργησε να πάει στην εφημερίδα του και κάποιοι κυκλοφόρησαν τη φήμη ότι αυτοκτόνησε πέφτοντας από την Ακρόπολη, φήμη που εμπλουτίστηκε και τροποποιήθηκε στη συνέχεια.

Δεν είναι όμως ανάγκη να πάμε τόσο μακριά: εξίσου πιθανό είναι ο Άγγλος που έφτιαξε το άρθρο στο Κάιρο να έδωσε απλώς στον ανύπαρκτο ήρωά του το πρώτο ελληνικό υπαρκτό ονοματεπώνυμο που του ήρθε στο νου, ενός γνωστού δημοσιογράφου της εποχής· πάντως ο υπαρκτός Κουκίδης έζησε, το 1946 έβγαλε βιβλίο για τη δικαιοσύνη επί κατοχής και πέθανε γέρος πια το 1974.

Ο ανύπαρκτος Κουκίδης, αφού αξιώθηκε να δει τον Αβραμόπουλο να εγκαινιάζει αναθηματική στήλη στο όνομά του, με τις ευλογίες όλων των πολιτικών δυνάμεων, αλλά και του Μανώλη Γλέζου, φέτος απέκτησε και φωτογραφία, τουλάχιστον σε έναν ακροδεξιό ιστότοπο ο οποίος πρόσθεσε μιαν άσχετη φωτογραφία ευζώνου στο παραμυθένιο άρθρο του Γ. Μαλούχου.

Κάποιοι παραλληλίζουν την υπόθεση Κουκίδη με το κατέβασμα της σημαίας από τον Μανόλη Γλέζο και τον Λάκη Σάντα, θεωρώντας ότι πρόκειται για εξίσου αναπόδεικτα περιστατικά. Το βρίσκω κακόβουλη μικροψυχία: ότι η γερμανική σημαία κατέβηκε από την Ακρόπολη το ξέρουμε πέρα από κάθε αμφισβήτηση· όχι μόνο υπάρχουν αυτόπτες που δεν την είδαν να κυματίζει το πρωί της επόμενης μέρας, αλλά εκδόθηκε αμέσως ανακοίνωση από τη γερμανική στρατιωτική διοίκηση. Και οι όποιες αντιφάσεις υπάρχουν ανάμεσα στις διηγήσεις του Γλέζου και του Σάντα αποδεικνύουν ακριβώς ότι πρόκειται για αληθινές αναμνήσεις, με τα αναπόφευκτα κενά τους, και ότι δεν είχαν από τα πριν συνεννοηθεί τι θα πουν.

Αν θέλουμε να βρούμε αντίστοιχο της υπόθεσης Κουκίδη, υπάρχει ο μύθος της Ηλένιας Ασημακοπούλου, της όμορφης κοπέλας που το πορτρέτο της περιέφερε ο δήθεν αρραβωνιαστικός της τον Νοέμβριο του 1974, στην πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου, τάχα ότι είχε σκοτωθεί μέσα στο Πολυτεχνείο –και που πολλοί το πίστεψαν μέχρι που κάποιοι πρόσεξαν ότι το σκίτσο ήταν αντιγραφή από τη διαφήμιση ενός ξένου καλλυντικού ή σαμπουάν και απεικόνιζε μια γνωστή στο εξωτερικό μοντέλα. Οι αντιστοιχίες ανάμεσα στην υπόθεση Κουκίδη και στον μύθο της Ηλένιας σταματούν εδώ όμως, διότι κατά τα άλλα δεν υπάρχουν ομοιότητες. Πατώντας πάνω στο ότι η Ηλένια ήταν ανύπαρκτη, οι νοσταλγοί της χούντας επιχείρησαν να αρνηθούν εντελώς τους φόνους στο Πολυτεχνείο, ενώ όσοι επισημαίνουν ότι ο Κουκίδης είναι ανύπαρκτος καθόλου δεν αρνούνται ούτε τον τεράστιο φόρο αίματος του ελληνικού λαού ούτε τον ηρωισμό που έδειξε.

Τότε γιατί μας έπιασε τέτοιο γινάτι να αποδείξουμε ανύπαρκτον τον Κουκίδη; Σε ό,τι με αφορά, για έναν κυρίως λόγο: επειδή εκείνος ο κόντε Σολωμός επέμενε ότι πρέπει να μάθουμε να θεωρούμε εθνικό ό,τι είναι αληθινό· αν είναι να θεωρούμε εθνικό ό,τι είναι συμφέρον και ηθικό ό,τι είναι νόμιμο, να βγάλουμε τον κόντε από εθνικό ποιητή (άσε που μπορεί να ήταν και εβραίος) και να βάλουμε στη θέση του τον Σπύρο Μελά ή ξερωγώ τον Βουλγαράκη.

Ή τουλάχιστον αυτή είναι η δική μου γνώμη. Ο Κουκίδης είναι ανύπαρκτος αλλά υπήρχαν τόσοι και τόσοι υπαρκτοί ήρωες –και όχι μόνο άνθρωποι που αυτοκτόνησαν σαν υπέρτατη διαμαρτυρία, όπως η Πηνελόπη Δέλτα, όχι μόνο όσοι κινδύνεψαν βοηθώντας κυνηγημένους, αλλά και τόσοι και τόσοι που έδωσαν τη ζωή τους πολεμώντας τους ναζί στα βουνά και στις πόλεις, κι αν θέλουμε κι ένα όνομα να ξεχωρίσουμε τον κομμουνιστή Ναπολέοντα Σουκατζίδη, διερμηνέα στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, που διάβασε το όνομά του στον κατάλογο των διακοσίων εκτελεσμένων, κι όταν ο Γερμανός διοικητής τον διάταξε να βγει από τις γραμμές των μελλοθάνατων εκείνος αρνήθηκε αν επρόκειτο να μπει κάποιος άλλος στη θέση του. Και εκτελέστηκε.

Αλλά βέβαια, όταν οι απόντες, οι δοσίλογοι και οι μαυραγορίτες έγιναν υπουργοί και πρωθυπουργοί δεν θα μπορούσαν να έχουν για ήρωα τον Σουκατζίδη –την ίδια ώρα που έστηναν στον τοίχο όσους συντρόφους του δεν πρόλαβαν να ξεκάνουν οι Γερμανοί. Οπότε, καλύτερα ο Κουκίδης που είναι και ανύπαρκτος.

Προσθήκη 4 Μαΐου. Το καλό του ιστολογίου είναι τα σχόλια. Ο φίλος d-t έκανε ένα καίριο σχόλιο που το αναδημοσιεύω εδώ διότι βάζει πολλά πράγματα στη θέση τους:

Επειδή η συζήτηση για το θέμα Κουκίδης έχει ξεφύγει, καταγράφω παρακάτω την άποψη της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού.
Ας δούμε λοιπόν τι αναφέρει το 2001, σε συνέντευξη που έδωσε στον Λ.Σ. Μπλαβέρη, ο τότε Διευθυντής της ΔΙΣ/ΓΕΣ Αντιστράτηγος Ιωάννης Κακουδάκης, ίσως ο πλέον αρμόδιος για την υπόθεση Κουκίδης.

Περιοδικό “Πόλεμος και Ιστορία”, τεύχος 46, Νοέμβριος 2001, σελ.42-43.
“Το θέμα αυτό παραμένει, δυστυχώς μέχρι σήμερα ως ένα εφτασφράγιστο μυστικό, ως ένας μύθος ή θρύλος, θα έλεγα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή για μια ολοκληρωμένη ενημέρωση και για τους αναγνώστες που ενδεχομένως δεν έχουν γνώση, για την υπόθεση αυτή. Με τον τίτλο “Ένας Έλληνας παίρνει την σημαία του στο θάνατο” στην αγγλική εφημερίδα “DAILY MAIL” ειδικός ανταποκριτής της από το Κάιρο, την 9 Ιουνίου γράφει : Ο Κώστας Κουκίδης, Έλληνας στρατιώτης, φρουρούσε την ελληνική γαλανόλευκη σημαία επάνω στην Ακρόπολη στην Αθήνα, όταν μια ομάδα ένστολων Ναζί προχώρησαν προς αυτόν. “Τράβηξέ την κάτω” του είπαν “και ύψωσε αυτήν την σημαία με την σβάστικα”. Ο Κώστας αργά κατέβασε τα χρώματα της χώρας του. Σταμάτησε μια στιγμή με τα μάτια καρφωμένα στον Γερμανό αξιωματικό. Έπειτα τύλιξε την σημαία γύρω στο σώμα του και ρίχτηκε στις επάλξεις, από ύψος των 200 ποδών. Αυτή η ιστορία μόλις μου έγινε γνωστή από ελληνικές πηγές…(συνεχίζετε το κείμενο της ανταπόκρισης με άλλα θέματα).

Από το δημοσίευμα αυτό δεν προσδιορίζεται πότε έγινε. Ωστόσο, λέγετε ότι έγινε στις 27 Απριλίου 1941, ημέρα Κυριακή, που οι Γερμανοί εισήλθαν στην Αθήνα. Από την ιστορική ανάλυση των ημερών εκείνων γνωρίζουμε ότι στις 07.30 ώρα της 27ης Απριλίου μια φάλαγγα Γερμανών μοτοσικλετιστών με την συνοδεία δύο τεθωρακισμένων αυτοκινήτων διέσχισαν την λεωφόρο Κηφισίας, τις οδούς Αμαλίας και Διονυσίου Αρεοπαγίτου και έφτασαν στην Ακρόπολη. Δύο Γερμανοί αξιωματικοί, ο ίλαρχος Γιακόμπι και ο Υπολοχαγός Έλσνιτς ήταν επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής αυτής και αυτοί έκαναν την έπαρση της γερμανικής σημαίας με τιμητικό γερμανικό άγημα και απέστειλαν από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών δια μέσου ασυρμάτου το παρακάτω μήνυμα:
“Προς τον Φύρερ και Καγκελάριο του Ράιχ.
Βερολίνο. Φύρερ μου
Την 27 Απριλίου και ώρα 08.10 πρωινή εφθάσαμε εις Αθήνας ως πρώτα Γερμανικά στρατεύματα και την 0845 υψώσαμε την Γερμανική σημαία επί της Ακροπόλεως και του Δημαρχείου.
Χάιλ Μάιν Φύρερ Ίλαρχος Γιακόμπι-Υπολοχαγός Έλσνιτς”.

Υποστηρίζεται από την γερμανική πλευρά ότι αν είχε συμβεί το περιστατικό Κουκίδη, οι Γερμανοί θα το είχαν αναφέρει άμεσα ή αργότερα. Υπήρχε μία πληροφορία ότι είχε δημοσιευθεί το θέμα Κουκίδη στη γερμανική εφημερίδα “Λαϊκός Παρατηρητής” αλλά μετά από πρόσφατες ενέργειες της ΔΙΣ κάτι τέτοιο εν επιβεβαιώθηκε ( Έρευνα Γερμανού Kaspar Dreidoppel, Berlin, 20-2-2001 κ.λ.π.). Η ΔΙΣ κατά το παρελθόν, αλλά και πρόσφατα κατέβαλε και καταβάλει προσπάθειες για την ιστορική τεκμηρίωση της υπόθεσης. Προσπαθούμε δηλαδή να βρούμε την ιστορική αλήθεια. Πολλά έχουν λεχθεί και γραφεί κατά καιρούς, αναδημοσιεύονται, αναπλάθονται, προβάλλονται από τα τηλεοπτικά μέσα και ακούγονται από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Εμείς θα συνεχίσουμε την έρευνα μέχρι την πλήρη ιστορική διαλεύκανση της υπόθεσης. Μέχρι τότε καλό είναι να πλανάται ως θρύλος, ως μύθος, ως εφτασφράγιστο μυστικό”.

Η απάντηση αυτή, όμως, δεν έπεισε έναν αναγνώστη του περιοδικού, ο οποίος ζήτησε περισσότερα στοιχειά. Έτσι ο Αντιστράτηγος Κακουδάκης απαντά με επιστολή του στο τεύχος 47 (Δεκέμβριος 2001, σελ. 4)

” Τον Εύζωνα Κουκίδη δεν τον είδε κανένας ποτέ. Δεν βρέθηκε ποτέ η Σημαία. Δεν βρέθηκε ποτέ το πτώμα. Ψάξαμε παντού, όπου υπάρχει περίπτωση να υπάρχει το όνομα Κωνσταντίνος Κουκίδης. Στα νεκροταφεία, στα νεκροτομεία, στα ληξιαρχεία και στις συγκεκριμένες ημέρες δεν υπάρχει καμία εγγραφή. Από τους καταλόγους του ΟΤΕ και από όλα τα Ληξιαρχεία της Αττικής ψάξαμε για επιζώντες με αυτό το όνομα και ερευνήσαμε σχετικά. Μετά από όλα αυτά δεν υπάρχει καμία επίσημη τεκμηρίωση του συγκεκριμένου περιστατικού και αν το συγκεκριμένο πρόσωπο υπήρξε στην πραγματικότητα. Βέβαια καμία στρατιωτική υπηρεσία δεν μπορεί να χάσει κάποιο στρατιώτη της χωρίς να το ξέρει ή χωρίς να έχει γραφεί σε κάποια κατάσταση.

Στη ΔΙΣ ήλθε μέχρι και ο Ιατροδικαστής Αθηνών με το βιβλίο που είχε η υπηρεσία του τότε και κατέγραφαν όλες τις ιατροδικαστικές πράξεις -όλους τους νεκρούς- όπου δεν σημειωνόταν κανένας νεκρός στρατιώτης την περίοδο 27-30 Απριλίου 1941.

Να σημειώσω ότι η Προεδρική Φρουρά, τότε Ανακτορική Φρουρά, δεν έβαζε και δεν βάζει ποτέ φρουρούς στην Ακρόπολη. Ζει ακόμα στο Παγκράτι ο τότε Επιλοχίας της Ανακτορικής Φρουράς, τον όποιο και συνάντησα και ο όποιος με διαβεβαίωσε ότι τους ήξερε όλους τους στρατιώτες του “απέξω και ανακατωτά” και στρατιώτης με το όνομα Κώστας Κουκίδης δεν υπήρχε στην Ανακτορική Φρουρά. Όπως επίσης ότι δεν τοποθετούσαν φρουρούς στον Βράχο της Ακρόπολης. Βέβαια με την λέξη “Εύζωνας” υπάρχει το ενδεχόμενο να ήταν στρατιώτης των Ευζωνικών Ταγμάτων. Όμως τα συντάγματα αυτά δέν έδρευαν στην Αθήνα.

Κανένας δεν μπορεί να υποστηρίξει με βεβαιότητα ότι τέτοιο πρόσωπο υπήρξε, άλλα από την άλλη είναι θετικό να πλανάται ένα τέτοιο γεγονός. Διότι πραγματικά πρόκειται για κάτι το συγκλονιστικό, εάν έγινε. Επομένως το ερώτημα αν το περιστατικό αυτό είναι αληθές η όχι δεν τεκμηριώνεται ιστορικά. Χωρίς να αποκλείεται. Και για τον λόγο αυτό έχουμε έναν ογκωδέστατο φάκελο με όλα τα στοιχεία που έχουμε συγκεντρώσει, μετά από όλες αυτές τις έρευνες για το συγκεκριμένο θέμα, από όπου δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη του προσώπου και του γεγονότος”.

Με αυτή την απάντηση νομίζω πως μπαίνει αυτό το γεγονός στη σωστή του διάσταση…. αυτή του μύθου.

sarantakos.wordpress.com

Οι απανταχού φασίστες και νεοναζί τιμούν και μνημονεύουν έναν «ήρωα φάντασμα»