Robert Fisk: Συνενοχή και συμμετοχή, ντόπιοι πληθυσμοί και γενοκτονίες

Πως οργανώνεις μια πετυχημένη γενοκτονία – στη τουρκική Αρμενία έναν αιώνα πριν, στην κατεχόμενη από τους Ναζί Ευρώπη στα 1940, ή στην Μέση Ανατολή σήμερα; Μια αξιοπρόσεχτη έρευνα από έναν νεαρό ερευνητή του Χάρβαρντ – που εστιάζει στη σφαγή των Αρμενίων σε μια Οθωμανική πόλη πριν από 103 χρόνια – δείχνει πως η απάντηση είναι απλή: μια γενοκτονική κυβέρνηση πρέπει να έχει τη τοπική υποστήριξη από κάθε πτυχή της αξιοπρεπούς κυβέρνησης: εφοριακοί, δικαστές, εισαγγελείς, κατώτεροι αστυνομικοί υπάλληλοι, ιερείς, δικηγόροι, τραπεζίτες και, το πιο επώδυνο, οι γείτονες των θυμάτων.

Η λεπτομερής μελέτη του Umit Kurt για την σφαγή των Αρμενίων στην πόλη του Αντέπ στην νότια Τουρκία το 1915, που δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Journal of Genocide Research, επικεντρώνεται στον εκτοπισμό, βιασμό και δολοφονία μόλις 20000 από το ενάμιση εκατομμύριο Αρμένιων Χριστιανών που σφαγιάστηκαν από τους Οθωμανούς Τούρκους στο πρώτο ολοκαύτωμα του 20ου αιώνα. Δεν καταγράφει λεπτομερώς μόνο μια σειρά από προσεχτικά προσχεδιασμένες εκτοπίσεις από το Αντέπ και τις αξιολύπητες ελπίδες εκείνων που διασώθηκαν προσωρινά – μια ιστορία με τραγικές ομοιότητες με τόσες ιστορίες εβραϊκών γκέτο στην Ανατολική Ευρώπη – αλλά καταγράφει ακίνητες και κινητές ιδιοκτησίες που αστικές αρχές και χωρικοί λεηλατήσαν και που άνηκαν σε εκείνους που έστειλαν στο θάνατο τους.

Οι ντόπιοι δράστες άρπαξαν έτσι φάρμες, καλλιέργειές φιστικιών, οπωρώνες, αμπέλια, καφενεία, μαγαζιά, νερόμυλους, εκκλησιαστικές περιουσίες, σχολεία και μια βιβλιοθήκη. Επίσημα όλο αυτό ονομάστηκε «απαλλοτρίωση» ή «κατάσχεση», αλλά όπως τονίζει ο Umit Kurt, «μεγάλος αριθμός ανθρώπων συνδέονται μεταξύ τους μέσω ενός κύκλου κέρδους που την ίδια στιγμή ήταν ένας κύκλος συνενοχής». Ο συγγραφέας, γεννημένος στο σύγχρονο Γκαζιαντέπ στη Τουρκία – το αρχικό Αντέπ –  είναι Κουρδικής και Αραβικής καταγωγής, και η απλή, ξερή γλώσσα του κάνει το δοκίμιο των εικοσιενός σελίδων ακόμα πιο τρομακτικό.

Δεν κάνει παραλληλισμούς μεταξύ του ολοκαυτώματος των Αρμενίων – μια φράση που οι ίδιοι οι Ισραηλινοί χρησιμοποιούν για τους Αρμένιους – και το Εβραϊκό ολοκαύτωμα ή τις τωρινές γενοκτονικές εξάρσεις σύγχρονη Μέση Ανατολή. Κανένας όμως δε μπορεί να διαβάσει τις λέξεις του Umit Kurt δίχως να θυμηθεί τους στρατούς φαντασμάτων που στοιχειώνουν την ύστερη ιστορία, τους συνεργάτες των Ναζί στην κατεχόμενη Γαλλία, τους Πολωνούς συνεργάτες των Ναζί στη Βαρσοβία και τη Κρακοβία και τους δεκάδες χιλιάδες Σουνίτες Μουσουλμάνους πολίτες που επέτρεψαν στον ISIS να σκλαβώσει τις γυναίκες Γιαζίντι και να καταστρέψει τους Χριστιανούς της Νινευή. Τα θύματα αυτά βρέθηκαν επίσης εκτοπισμένα από τους γείτονές τους, με τα σπίτια τους λεηλατημένα και τις περιουσίες τους ξεπουλημένες από τους επίσημους που έπρεπε να τους είχαν προστατεύσει καθώς έρχονταν αντιμέτωποι με τον αφανισμό τους.

Ένα από τα πιο δυνατά επιχειρήματα του Kurt είναι πως μια κεντρική κυβέρνηση δεν μπορεί να καταφέρει την εξολόθρευση μια μειονότητα των ανθρώπων της δίχως τη στήριξη των συμπολιτών τους: οι Οθωμανοί χρειάζονταν τους Μουσουλμάνους του Αντέπ για να υλοποιήσουν τις εντολές εκτοπισμού το 1915 – ανταμείφθηκαν με την περιουσία εκείνων που βοήθησαν να εξοντωθούν – όπως οι ντόπιοι χρειάζονταν την κεντρική εξουσία να νομιμοποιήσει αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε εγκλήματα πολέμου.

Ο Umit Kurt είναι ένας από τους ελάχιστους ακαδημαϊκούς που αναγνωρίζει την αυξανώμενη οικονομική δύναμη των Οθωμανών Αρμενίων τις δεκαετίες που προηγήθηκαν της γενοκτονίας, «ο φθόνος και η απέχθεια της Μουσουλμανικής κοινότητας», γράφει, «έπαιξε κεντρικό ρόλο στο κλίμα μισαλλοδοξίας». Το ίδιο και οι επαναλαμβανόμενοι ισχυρισμοί που των Οθωμανών Τούρκων πως οι Αρμένιοι βοηθούσαν τους Συμμάχους, τους εχθρούς της Τουρκίας – την ίδια «μαχαιριά στη πλάτη», την ίδια μέθοδο κατηγορίας που ο Χίτλερ χρησιμοποίησε για να συσπειρώσει τους Ναζί εναντίον των Εβραίων και των κομμουνιστών στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Στην Μέση Ανατολή σήμερα, οι «άπιστοι» – οι «Σταυροφόροι (δηλ. οι φιλοδυτικοί) Χριστιανοί –  που έτρεχαν να σώσουν τις ζωές τους επειδή δήθεν πρόδωσαν το Ισλάμ.

Θα πρέπει να έχεις την παροιμιώδη καρδιά από πέτρα για να μη συγκινηθείς από την ιστορία των Αρμενίων του Αντέπ την άνοιξη του 1915. Αν και αρχικά παρενοχλούνταν από την Οθωμανική «Ειδική Οργάνωση» – Teskilat-i Mahsusa, το πιο κοντινό αντίστοιχο των ναζιστικών Einsatzgruppen (Ταγμάτων Θανάτου) στα 1949 – και ήταν θύματα προσωρινών συλλήψεων, αρχικά αφέθηκαν στην ησυχία τους. Είδαν όμως τη μεταφορά Αρμενίων από άλλες πόλεις μέσω του Αντέπ, το πρώτο περιλάμβανε 300 γυναίκες και παιδιά, «τραυματισμένοι, με τις πληγές να έχουν μολυνθεί και με τα ρούχα τους κουρελιασμένα». Για δυο ακόμα μήνες, οι φάλαγγες των εκτοπισμένων περνούσαν μέσα από τη πόλη και προς την έρημο του μαρτυρίου. «Κορίτσια και αγόρια αρμένικής καταγωγής απάχθηκαν, κοσμήματα και χρήματα γυναικών είχαν κλαπεί, είχαν βιαστεί δημόσια με την ενεργή συνενοχή χωροφυλάκων και κυβερνητικών αξιωματούχων».

Όπως οι Εβραίοι της Ευρώπης που αρχικά είχαν αφεθεί ανέγγιχτοι από τη γενοκτονία των ομόθρησκών τους, οι Αρμένιοι του Αντέπ δεν μπορούσαν να πιστέψουν την πιθανή τους τύχη. «Αντίθετα από ότι συνέβαινε γύρω μας…», έγραφε ένας αυτόπτης μάρτυρας, «ο αριθμός εκείνων που έθαψαν το κεφάλι τους στην άμμο σαν στρουθοκάμηλοι δεν ήταν μικρός. Οι άνθρωποι αυτοί έπησαν τον εαυτό τους πως ήταν ευτυχισμένοι δεν ήταν μικρός, και προσπαθούσαν να πιστέψουν πως ένας παρόμοιος εκτοπισμός δεν ήταν πιθανός για το Αϊντάμπ και πως τίποτα κακό δε θα συνέβαινε σε αυτούς».

Όπως γενναίες Πολωνικές οικογένειες και τους λίγους Oskar Schindler της Ναζιστικής Γερμανίας, λίγοι γενναίοι Τούρκοι αντιτάχθηκαν στην γενοκτονία των Αρμενίων. Ο Celal Bey, ο κυβερνήτης στο Χαλέπι – 100 χιλιόμετρα από το Αντέπ – αρνήθηκε να απελάσει τους Αρμένιους. Αντικαταστάθηκε όμως. Και οι Χριστιανοί Αρμένιοι του Αντεπ ήταν καταδικασμένοι.

 

Στις 30 Ιουλίου, 50 οικογένειες Αρμενίων διατάχθηκαν να φύγουν εντός 24 ωρών. Αρχικά μόνο Ορθόδοξοι Χριστιανοί εκτοπίστηκαν, αφήνοντας όλα τα τιμαλφή τους πίσω. Ένας από αυτούς που επέζησαν θυμάται πως «οι γείτονές μας, οι Τούρκοι, τραγουδούσαν από τα σπίτια τους, μπορούσαμε να τους ακούσουμε… ‘Ο σκύλος είναι στο δρόμο’…». Μια εβδομάδα μετά ακόμη 50 οικογένειες απελάθηκαν, για να δεχτούν επίθεση από μια πολιτοφυλακή εγκληματιών καθοδηγούμενη από τον διευθυντή της τοπικής Αγροτικής Τράπεζας. Στο Αντέπ γυναίκες βιάζονταν και στέλνονταν στα τοπικά «χαρέμια». Ο διοικητής ενός κοντινού χωριού (μουχτάρης) έριξε έξι παιδιά Αρμενικής καταγωγής από ένα βουνό για να σκοτωθούν. Οι φάλαγγες μεγάλωναν – 1500 Αρμένιοι για παράδειγμα, από το Αντέπ στις 13 Αυγούστου – και στέλνονταν με τραίνο ή με τα πόδια στο Χαλέπι ή στο Ντέιρ αλ-Ζορ. Μετά ήρθε η σειρά των Καθολικών Αρμενίων.

Έχει επιβιώσει μια θλιβερή μαρτυρία μιας ευχαριστήριας ακολουθίας που έκαναν οι Προτεστάντες – οι μόνοι Αρμένιοι που είχαν διαφύγει της εξόντωσης για την ώρα – στην οποία ένας από τους ηγέτες με δουλοπρέπεια παρακάλεσε τους ανθρώπους του να μη κάνουν τίποτα που να εξοργίσει τις Τουρκικές αρχές. «Να μην πάρει κανείς εντός της οικίας του παιδί ή οποιονδήποτε άλλον που του έχουν πει να φύγει, είτε είναι από εκείνους που περνούν από τη πόλη ως πρόσφυγες ή είναι ανάμεσα στους φίλους και τους συγγενείς μας στη πόλη». Δεν υπήρχαν Καλοί Σαμαρείτες εκεί. Φυσικά όμως, και οι Προτεστάντες εκτοπίστηκαν. Από τις 600 οικογένειες Προτεσταντών, ως τον Ιανουάριο του 1916 σχεδόν 200 εξολοθρεύθηκαν στο Ντάιρ αλ-Ζουρ.

Ο αρχηγός της τοπικής αστυνομίας στο Αντέπ πήρε προαγωγή για το ζήλο που επέδειξε. Στις αποκαλούμενες «επιτροπές απέλασης» που αποφάσιζε τη μοίρα των Αρμενίων μπορούσε να βρει κανείς τον τοπικό βουλευτή του Αντέπ και τον αδερφό του, μια πληθώρα τοπικών αξιωματούχων, τον πρόεδρο της κοινότητας, δυο επίσημους του οικονομικού υπουργείου, δυο δικαστές, έναν εισαγγελέα, τον αρχιγραμματέα του δικαστηρίου του Αντέπ, ένα πρώην μουφτή, δύο ιμάμηδες, δυο ουλεμάδες, δυο αρχηγούς χωριών, τον γραμματέα μιας θρησκευτικής φιλανθρωπικής οργάνωσης, ένα γιατρό, ένα δικηγόρο και το διευθυντή ενός ορφανοτροφείου. «Κανένας από τους ντόπιους άριστους», γράφει ο Umit Kurt, «δεν έκανε κάτι για να διαμαρτυρηθεί για τους εκτοπισμούς, να κρύψει τους αδύναμους, ή να σταματήσει τα καραβάνια». Από τους 32000 Αρμένιους του Αντέπ, οι 20000 χάθηκαν στη γενοκτονία.

Τα φαντάσματα όμως στην πραγματικότητα επιβιώνουν.

Κατά τύχη αυτή την εβδομάδα τελείωνα την σοκαριστική ιστορία της ναζιστικής κυβέρνησης στην κατεχόμενη «γενική κυβέρνηση» της Πολωνίας, του Martin Winstone, The Dark Heart of Hitler’s Europe, και ανακάλυψα πως οι Εβραίοι – και οι Πολωνοί – της Βαρσοβίας, της Κρακοβίας και του Λούμπλιν συχνά περνούσαν απά ακριβώς τα ίδια στάδια ψεύτικης ελπίδας, συνεργασίας και εξολόθρευσης όπως οι Αρμένιοι του Αντέπ.

Ενώ οι περισσότεροι Πολωνοί συμπεριφέρθηκαν με γενναιότητα, αξιοπρέπεια και ηρωισμό, μια μειοψηφία εθνικών – και αυτός είναι ο λόγος που η τωρινή κυβέρνηση της Πολωνίας απειλεί να τιμωρήσει όποιον μιλάει για πολωνική συνεργασία με τους Ναζί – «συμμετείχαν άμεσα στη διαδικασία των δολοφονιών», σύμφωνα με τον Winstone. Συμπεριλάμβαναν την Πολωνική «μπλε» αστυνομία –  συνηθισμένους μπάτσους με την συνηθισμένη μπλε στολή τους – αλλά και επίσης ντόπιους χωρικούς στη περιοχή του Λούμπλιν, πολλοί από τους οποίους λήστεψαν τα θύματά τους πριν τα ξυλοκοπήσουν έως θανάτου. Εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες, φυγάδες Εβραίοι έπεσαν θύματα των δραστών «που ήταν οι διοικητές χωριών, μέλη των φρουρών των χωριών που δημιουργήθηκαν κατά την κατοχή, ή μπλε αστυνομικοί που δρούσαν ανεπίσημα». Όταν 50 Εβραίοι ανακαλύφθηκαν στο Στιέμπιεσιν, ένα «πλήθος απλά κοιτούσε». Ένας ισχυρός παράγοντας στη δολοφονία και στην καταδίκη των Εβραίων, καταλήγει ο συγγραφέας, ήταν «η επιθυμία για την Εβραϊκή περιουσία».

Και σήμερα, στη Μέση ανατολή, αναγνωρίζουμε πολύ καλά αυτό το τυπικό μοτίβο τοπικής κακίας που στρέφεται εναντίον γειτόνων, κορίτσια Χριστιανών στη Νινευή απάχθηκαν από Ισλαμιστές, οικογένειες Γιαζίντι διαλύθηκαν και τα σπίτια τους λεηλατήθηκαν από τοπικές Σουνίτικες πολιτοφυλακές. Όταν το ISIS εγκατέλειψε τη πόλη του Χαφτέρ, ανατολικά του Χαλεπιού, βρήκα τα έγγραφα των τοπικών δικαστηρίων του ISIS, αποδείκνυαν πως Σύριοι πολίτες είχαν προδώσει τα ξαδέλφια τους στους Αιγύπτιους δικαστές των Ισλαμιστικών δικαστηρίων, πως οι γείτονες διεκδίκησαν οικονομικές ανταμοιβές με την αποκήρυξη εκείνων που ζούσαν δίπλα τους για δεκαετίες. Στη Βοσνία στα 1990, όπως ξέρουμε, Σέρβοι γείτονες έσφαξαν τους Μουσουλμάνους συμπατριώτες τους, βίασαν τις γυναίκες και άρπαξαν τα σπίτια τους.

Όχι, δεν είναι κάτι καινούριο – είναι όμως κάτι που συχνά ξεχνάμε. Όταν ο ίδιος ο πατέρας μου ρωτήθηκε από τη Βρετανική κυβέρνηση το 1940 να κατονομάσει αυτούς που ίσως θα συνεργάζονταν με τους Ναζί μετά από εισβολή στο Μέιντστον του Κέντ, έβαλε ένα από τους καλύτερους φίλους, ένα ντόπιο επιχειρηματία, στη λίστα εκείνων που θα βοηθούσαν τους Γερμανούς. Η εθνοκάθαρση, η γενοκτονία, οι μαζικές σεκταριστικές σφαγές μπορεί να καθοδηγούνται από τη Κωνσταντινούπολή, το Βερολίνο ή τη Μοσούλη. Οι εγκληματίες πολέμου όμως χρειάζονται τους ντόπιους πληθυσμούς για να ολοκληρώσουν τα σχέδια τους ή – για να χρησιμοποιήσουμε μια παλιά Γερμανική έκφραση – «να δώσουν ένα χέρι για να σπρώξουν το τροχό».

 

Διαβάστε: Umit Kurt – Theatres of Violence on the Ottoman Periphery: Exploring the Local Roots of Genocidal Policies in Antep

Δείτε: Screamers (2006), ντοκιμαντέρ για την γενοκτονία στην σύγχρονη εποχή

Αρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα The Independent. Ο Robert Fisk είναι ανταποκριτής του The Independent για τη Μέση Ανατολή με έδρα τη Βηρυτό.

Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: