Αχμέντ Αρίφ – Τούρκος ποιητής Κουρδικής καταγωγής

Ο Αχμέντ Αρίφ (Ahmed Arif, Ντιγιαρμπακίρ, 21 Απριλίου 1927 – Άγκυρα, 2 Ιουνίου 1991) ήταν Τούρκος ποιητής Κουρδικής καταγωγής.  Το 1927 γεννήθηκε στο Ντιαρμπακίρ και στις 2 .6 .1991 πέθανε στην Άγκυρα. Τελείωσε το γυμνάσιο και το λύκειο στο Ντιαγιαρμεπκίρ και αργότερα σπούδασε φιλοσοφική στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας.
Όταν ήταν φοιτητής το 1950 σύμφωνα με το άρθρο 141 του τουρκικού ποινικού Κώδικά σχετικά με την προπαγάνδα και τον κομμουνισμό, καταδικάστηκε και μπήκε στη φυλακή μέχρι το 1952 με την  κατηγορία της ίδρυσης παράνομης οργάνωσης. Μετά την αποφυλάκισή τους δούλεψε σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες της Άγκυρας, δουλειές τεχνικές. Προοδευτικός σύγχρονος ποιητής, επηρεάστηκε από τα πολλά γεγονότα του Κουρδιστάν. Τα ποιηματά του, που έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, διαβάζονταν ευρέως εξαιτίας του πρωτότυπου λυρισμού και εικονοποιίας του επηρεασμένα από τους παραδοσιακούς πολιτισμούς της Ανατολίας. Έχει δημοσιεύσει μόνο μία ποιητική συλλογή: την Hasretinden Prangalar Eskittim (Δεσμά Ξεθωριασμένα από την Αναμονή,1968) – τόμος ο οποίος έχει εμφανιστεί σε αριθμό ρεκόρ εκδόσεων. τριάντα  τρεις σφαίρες

Αυτό το βουνό, είναι το βουνό του Μεγκενέ Όταν απλώνεται το πρώτο φως της αυγής, στη Βαν Αυτό το βουνό, είναι παιδί του Νεμρούτ Όταν απλώνεται το πρώτο φως της αυγής απέναντι στο Νεμρούτ Η μια του πλευρά, με στοίβες το χιόνι, ο ορίζοντας του Καύκασου Η άλλη του πλευρά, πλουμιστό χαλί, στα χέρια του Πέρση Στις κορυφές του τσαμπιά οι πάγοι Στα κεφαλόβρυσα φυγάδες αγριοπερίστερα Και αγέλες ζαρκαδιών Κοπάδι οι πέρδικες… Τη γενναιοψυχία δεν μπορεί να αρνηθεί Σ΄ αγώνα σώμα με σώμα. Σε μονομαχία ποτέ δεν ηττήθηκαν, Εδώ και χιλιάδες χρόνια, τα παιδιά αυτού του τόπου Έλα, πώς να δώσουμε την είδηση; Αυτό, δεν είναι σμήνος γερανών Δεν είναι αστερισμοί στον ουρανό Μα μια καρδιά με τριάντα τρεις σφαίρες Τριάντα τρεις ανάβρες αίμα Δεν χύνονται, Έχουν σχηματίσει λίμνη σ’ αυτό το βουνό… Στο κάτω μέρος της ανηφοριάς πετάχτηκε ένας λαγός Η ράχη του καστανό και γκρίζο Η κοιλιά του κάτασπρη, λευκή σα γάλα Ένας λαγός βουνίσιος. Με δυο ψυχές, ο δόλιος, Έτσι, με την ψυχή στο στόμα, ο καημένος Ξυπνάει του ανθρώπου τη μεταμέλεια Ήσυχοι ήταν, ήσυχοι ήταν οι καιροί Ήταν δίχως ψεγάδι, ολόγυμνη η πρωινή αυγή Κοίταξε ένας από τους τριάντα τρεις Στο στομάχι του αίσθημα βαρύ το κενό της πείνας Μαλλιά – γενιά μια παλάμη Ψείρα στο γιακά του, Κοίταξε τα χέρια του.

Χτυπημένα. Ένας αντρειωμένος με καρδιά κόλαση Μια, το δόλιο το λαγό Μια, πίσω του. Ήρθε στο νου του το χαϊδεμένο του φιλίντα, Αράθυμο κάτω από το μαξιλάρι του, Πήγε ο νους του στο πουλάρι που είχε φέρει απ’ τον κάμπο του Χάρου Η χαίτη του με μπλε χάντρες, Έπεφτε στο κούτελό του Οι τρεις φτέρνες του άσπρες Έτρεχε καλπάζοντας ακούραστο, γοργοπόδαρο Κόκκινη φοράδα σεγκλαβί. Πώς πετούσαν ίσια στο Χόζατ! Τώρα, έτσι, χωρίς ελπίδα και δεμένος Έτσι, με μια κρύα κάννη στην πλάτη του Αν αυτή δεν υπήρχε, Θα μπορούσε να καταφύγει εκεί ψηλά… Αυτά τα βουνά, τ΄ αδέρφια  τα βουνά, ξέρει τι αξίζουν, Με τη βοήθεια του θεού αυτά τα χέρια δεν θα ντροπιάσουν τον άνθρωπο, Την καύτρα του τσιγάρου που καίγεται, Τη γλώσσα της οχιάς, Που σα δικράνι σπιθίζει στον ήλιο, Με την πρώτη βολή τινάζουν στον αέρα τα χέρια του μάστορα … Αυτά τα μάτια ούτε μια φορά δεν πέσανε στη φάκα της καταστροφής των περασμάτων που περιμένουν. Της χιονισμένης, ύπουλης προδοσίας Των γκρεμών, Τα μάτια του το ξέραν από πριν … Δεν υπήρχε ελπίδα, Θα τον χτυπούσαν, Η διαταγή ήταν σαφής. Τα μάτια του τώρα πια θα τα ’τρωγαν σκουλήκια

Την καρδιά του, τ’ αρπαχτικά … Με χτύπησαν σε ένα ήσυχο πέρασμα των βουνών Την ώρα της πρωινής προσευχής Κείτομαι … Ματωμένος, ανάσκελα… Είμαι χτυπημένος Το ονειροπόλημά μου, πιο σκοτεινό από τις νύχτες Κανείς δεν το ερμηνεύει για καλό Παίρνουνε την ψυχή μου, πριν την ώρα της Δεν μπορώ να το χωρέσω στα βιβλία Το ’χει διατάξει με κωδικό ένας πασάς Με χτύπησαν δίχως ανάκριση, δίχως δίκη Κιρβέ μου, έτσι ακριβώς να γράψεις την ιστορία μου Ίσως να τη νομίσουν παραμύθι Δεν είναι τριανταφυλλένια στήθια Σφαίρα τού ντουμ-ντουμ, Έσκασε… Κομμάτιασε το στόμα μου… Εκτελέστηκε η διαταγή θανάτου Στη γαλανή ομίχλη του βουνού, και το μισοκοιμισμένο αγέρι της αυγής βάψανε με αίμα. Μετά σ’ εκείνο το σημείο σταύρωσαν τα όπλα τους. Τους κόρφους μας ψηλάφισαν μεθοδικά Όλα τα έκαναν φύλλο και φτερό Πήρανε το άσπρο μου ζωνάρι, το κεντημένο στο Κιρμανσάχ Το κομπολόι μου, την ταμπακέρα  μου και φύγανε Και ήτανε όλα δώρα από το Ατζέμελι … Κιρβέ, αδέρφια είμαστε, είμαστε δεμένοι με αίμα Σ’ αντικριστά χώρια, οικογένειες νομάδες που για εκατοντάδες χρόνια έχουμε πάρει και δώσει κοπέλες, Γείτονες ήμασταν, δίπλα-δίπλα

Μπερδεύονταν οι κότες μας Δεν είναι που δεν το ξέρουμε. Από τη φτώχεια. Μέσα μας δεν έχει ζεσταθεί το διαβατήριο Αυτό είναι το έγκλημά μας, η αιτία που μας αποδεκατίζουν, Το άλλο μας όνομα πια, είναι συμμορίτης Κατσαχτσής Ληστής Προδότης… Κιρβέ μου, έτσι ακριβώς να γράψεις την ιστορία μου, Ίσως να τη νομίσουν παραμύθι Δεν είναι τριανταφυλλένια στήθια Σφαίρα του ντουμ-ντουμ, Έσκασε, κομμάτιασε το στόμα μου… Χτυπήστε ρε, Χτυπήστε Εύκολα δεν πεθαίνω εγώ. Χόβολη έχω στο τζάκι Έχω πολλά να πω για όποιον μπορεί να καταλάβει. Ο πατέρας μου τα μάτια του έδωσε στο μέτωπο της Ούρφα, Και τα τρία του αδέρφια Τρία κυπαρίσσια καμαρωτά, Δεν είχαν χορτάσει τη ζωή, τρεις βράχοι των βουνών, στους πύργους, στους λόφους, στους μιναρέδες Κιρβέ, συγγενή μου, ήταν παιδιά των βουνών όταν αντιστέκονταν στη Γαλλική Πολιορκία Μόλις είχε βγάλει μουστάκια Ο μικρός μου θείος ο Ναζίφ Ωραίος, Λεπτός Καλός καβαλάρης Χτυπήστε αδέρφια, είπε Είναι μέρα τιμής Και όρθωσε το άλογο του. Κιρβέ μου, έτσι ακριβώς να γράψεις την ιστορία μου, Ίσως να τη νομίσουν παραμύθι Δεν είναι τριανταφυλλένια στήθια Σφαίρα του ντουμ-ντουμ,

Έσκασε, κομμάτιασε το στόμα μου… *Φιλίντα, μάρκα όπλου *Σεγκλαβί = ράτσα αλόγου *Χόζατ = πόλη του Κουρδιστάν στην περιοχή Ντερσίμ. *κιρβέ = ο νονός του αγοριού όταν γίνεται η περιτομή *ντουμ-ντούμ = μεγάλα σκάγια σε σφαίρες για το κυνήγι του αγριογούρουνου * Κιρμανσάχ = πόλη του Κουρδιστάν *Ατζέμελι = πατρίδα των Περσών Το γεγονός αυτό περιγράφεται αναλυτικά στο μυθιστόρημα (Τα Μάτια του Λύκου) του Τζεμίλ Τουράν   ΑΝΤΙΛΟΣ Γεννήθηκες, Για τρεις μέρες σ’ αφήσαμε να πεινάς ούτε καν σε βυζάξαμε για 3 μέρες. Αντιλος παιδί μου έτσι για να μην αρρωστήσεις, όπως λένε, το έθιμό μας το λέει. Τώρα πάρε το μαστό. Μεγάλωνε όσο μπορείς. Υπάρχουν οχιές και σαρανταποδαρούσες. Το φαΐ μας και το ψωμί μας κοίτα και άρπαξέ τα. Αρπάζοντάς τα, μεγάλωνε. Αυτό είναι αξιοπρέπεια γραμμένη στο οικογενειακό μας άλμπουμ και υπομονή που βγαίνει απ’ το φαρμάκι. Άρπαξε τα. Αρπάζοντάς τα, μεγάλωνε.

ΚΟΥΡΔIΣΤΑΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ

Κουρδιστάν, πατρίδα μου καταπιεσμένη χώρα, χώρα των αμπελιών και των κήπων πεντάς στα μαύρα ντυμένη κι από την αθλιότητά η καρδιά σου μια πληγή η αφύπνιση του λαού σου δεν ήρθε Κουρδιστάν , πατρίδα μου Με τον ερχομό της νίκης θα σε στολίσουν κι αυτό θα σου ‘ναι χαρούμενο μήνυμα. γιατί τα θαρραλέα τέκνα σου και κόρες μια’ καινούργια κοινωνία θα χτίσουν . τους εχθρούς σου για .πάντα θα διώξουν θα υψώσουν ψηλά: τ’ όνομά σου Κουρδιστάν, πατρίδα μου.. Απ’ τα κανόνια μολύβια κι άνθη θα βγουν ποτέ πια ψέμα κι απάτη κορίτσια κι αγόρια μια καρδιά μέρα και νύχτα δε θα ‘συχάζουν χωρίς παράπονα και θρήνους θα γνωρίζουν καλά, τι θέλουν Κουρδιστάν, πατρίδα μου.

πηγές:cemilturan.gr, el.wikipedia.org 21

kar.org.gr