Kobi Snitz: Δακρυγόνα και Τσάι

Αρθρο που συμπεριλήφθηκε στον συλλογικό τόμο «Αναρχικοί Ενάντια στο Τείχος: Άμεση δράση και αλληλεγγύη με τον παλαιστινιακό λαϊκό αγώνα» (Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2015). Ο Kobi Snitz είναι ακτιβιστής με τους Αναρχικούς Ενάντια στο Τείχος (Anarchists Against the Wall) και καθηγητής μαθηματικών.

Οι πραγματικά περιθωριοποιημένες πολιτικές απόψεις ανήκουν σε μια κατηγορία ιδεών που θεωρούνται είτε τρελές είτε ανεύθυνες. Ο πρώτος χαρακτηρισμός συνήθως δεν απαιτεί επιχειρήματα, αλλά o δεύτερος υποστηρίζεται από έναν ισχυρισμό που δεν μπορεί να απορριφθεί εκ των προτέρων. Καθώς o ισχυρισμός προχωρά, όταν μια θέση έχει περιθωριοποιηθεί αρκετά, γίνεται στην πραγματικότητα αντιπαραγωγική. Αντί γι’ αυτή, το υπεύθυνο, τρελό άτομο καλείται να λάβει τη συχνά αντιφατική και υπεύθυνη θέση. Αυτό το κάλεσμα είναι εφικτό όταν οι βασικοί όροι της συζήτησης έχουν διαστρεβλωθεί αρκετά, και έτσι είναι χρήσιμο να τους ξαναρίξουμε μια ματιά.

Όταν ο αντιρατσισμός είναι ακατανόητος

Το Ισραήλ έχει σχεδόν ολοκληρώσει αυτό που αποκαλεί συνοριακό φράγμα (το τείχος) τη Δυτική Όχθη. Οι επιπτώσεις του μεγαλύτερου κατασκευαστικού προγράμματος στην ισραηλινή ιστορία μπορούν να γίνουν κατανοητές εάν συνδεθούν με το φάσμα των περαιτέρω ισραηλινών πολιτικών και πρακτικών στη Δυτική Όχθη – δεκάδες επανδρωμένα τσεκπόιντ, κυριολεκτικά εκατοντάδες φυσικά φράγματα και πολιτικές αποκλεισμού και απαγόρευσης της κυκλοφορίας.

Όλα μαζί επιβάλλουν ένα ανεπτυγμένο σύστημα περιορισμών στη μετακίνηση όλων των παλαιστίνιων στη βάση συνεχώς μεταβαλλόμενων κανόνων που δεν δημοσιεύονται κι έτσι είναι σχεδόν αδύνατον να αμφισβητηθούν νομικά Αυτές οι πολιτικές και άλλες διαιρούν τα παλαιστινιακά εδάφη σε «εδαφικές μονάδες», όπως αποκαλούνται στην αργκό του ισραηλινού στρατού. Το τείχος, εάν ολοκληρωθεί σύμφωνα με το σχέδιο, θα ορθώνεται για να κάνει τη διαίρεση της Δυτικής Όχθης μόνιμη και μη αναστρέψιμη, περισσότερο απ’ ό,τι έχει συμβεί με οποιαδήποτε προηγούμενη ισραηλινή πολιτική ή πρακτική.

Το φάσμα της ισραηλινής αντίθεσης στο τείχος, από φιλελεύθερους μέχρι ριζοσπάστες, έχει τρεις κύριες κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία, μια θέση αρχών, αντιτίθεται στο τείχος καθώς αποτελεί μια πολιτική που τιμωρεί ανθρώπους επειδή είναι Παλαιστίνιοι. Η εναλλακτική του, η δεύτερη κατηγορία, αντιτίθεται στο τείχος επειδή δεν είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για την επίτευξη του δεδηλωμένου στόχου της προστασίας των Ισραηλινών, είτε επειδή δεν παρέχει ασφάλεια είτε επειδή ένα πιο ανθρώπινο τείχος θα μπορούσε να προσφέρει ανάλογη ασφάλεια. Αυτές οι δύο κατηγορίες είναι αντιδιαμετρικά αντίθετες υπό την έννοια ότι εάν επικρίνεις το τείχος ως αναποτελεσματικό, τότε διατηρείται ο υπαινιγμός ότι εάν το τείχος ήταν αποτελεσματικό θα ήταν και θεμιτό. Η τρίτη κατηγορία είναι μια παραλλαγή της δεύτερης. Περιέχει εκκλήσεις για την κατασκευή του τείχους στην Πράσινη Γραμμή, αλλά παραλείπει κάτι κρίσιμο: την προϋπόθεση να αποσυρθεί το Ισραήλ πίσω στην Πράσινη Γραμμή. Αυτή η θέση είναι κοινή στην ισραηλινή Κεντροαριστερά και αποτελεί μέρος του προγράμματος του Μέρετζ – του ισραηλινού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος.

Η διαφορά ανάμεσα στην πρώτη και την τρίτη θέση είναι κάτι παραπάνω από το ζήτημα της αθέλητης διαδρομής που ακολούθησε μετέπειτα το τείχος. Χωρίς την απόσυρση των Ισραηλινών από τη Δυτική Όχθη, ακόμη και εάν είχε χτιστεί το τείχος στην Πράσινη Γραμμή, όπως ήθελε το Μέρετζ, θα διευκόλυνε τον εγκλωβισμό των Παλαιστινίων με άλλα μέσα. Με τον ισραηλινό στρατό να παραμένει και στις δύο πλευρές του τείχους. η ελευθερία μετακίνησης για τους Παλαιστίνιους θα περιοριζόταν συνεχώς από τα τοεκπόιντ, τους απαγορευμένους δρόμους και τους εσωτερικούς φράχτες. Ένας τέτοιος αυστηρός έλεγχος δεν θα ήταν εφικτός χωρίς ένα τείχος να εμποδίζει την παλαιστινιακή πρόσβαση στο Ισραήλ, ακόμη κι αν αυτό το τείχος ήταν στην Πράσινη Γραμμή.

Από αυτά που γνωρίζω, η αντίθεση, από θέση αρχής, στο τείχος δεν έχει εκφραστεί καθόλου στον ισραηλινό τύπο και σπανίως σε δηλώσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς. Το δίλημμα για τους Ισραηλινούς ριζοσπάστες. που αντιμετωπίζουν ένα κύμα υποστήριξης του τείχους. είναι ανάμεσα στο να διατυπώσουν ένα εγγενώς ρατσιστικό επιχείρημα ή να διακινδυνεύσουν τον αποκλεισμό τους από το κυρίαρχο ρεύμα.

Για να γίνει ακόμη πιο ξεκάθαρο το τι σημαίνει να επικρίνεις το τείχος για οποιονδήποτε άλλο λόγο πέρα από μια θέση αρχής, σκεφτείτε την αντίδραση στην ιδέα να επιβληθεί στους Εβραίους ένα καθεστώς παρόμοιο με αυτό που έχει επιβληθεί στους Παλαιστίνιους. Η κλίμακα της αντίδρασης σε αυτή την περίπτωση μπορεί να υπολογιστεί από την απάντηση σε έναν σχετικό περιορισμό που έχει προταθεί για το εβραϊκό κράτος. Αυτή η πρόταση διατυπώνεται στην Απόφαση 242 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η οποία, εάν εφαρμοζόταν, θα εμπόδιζε το εβραϊκό κράτος να διοικεί τους Παλαιστίνιους στα κατεχόμενα εδάφη. Ο Ισραηλινός Υπουργός Εξωτερικών Άμπα Ήμπαν αντέδρασε στην Απόφαση 242 λέγοντας: «Έχουμε πει ανοιχτά ότι o Χάρτης δεν θα είναι ποτέ ξανά o ίδιος, όπως στις 4 Ιουνίου του 1967. Για εμάς είναι θέμα ασφάλειας και θέμα αρχών. Ο χάρτης του Ιουνίου είναι για εμάς συνώνυμος της ανασφάλειας και του κινδύνου. Δεν υπερβάλλω όταν λέω πως έχει για εμάς κάτι τη μνήμη του Άουσβιτς». Ακολουθώντας τον Ήμπαν, η ισραηλινή Δεξιά συνήθως αναφέρεται στα σύνορα του Ισραήλ του 1967 ως «τα σύνορα του Άουσβιτς».

Επιπλέον, σκεφτείτε την ιδέα να δικαιολογούνταν οι περιορισμοί στους Εβραίους λόγω της ύπαρξης μιας «ε8ραϊκής απειλής». Μια τέτοια συζήτηση θα απορριπτόταν αμέσως, στο σύνολό της, ως ακραία ρατσιστική. O ισχυρισμός ότι μια δήθεν εβραϊκή απειλή θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί διαφορετικά, θα υπέσκαπτε μια τέτοια αδιαμφισβήτητη απόρριψη. Στην πραγματικότητα, ακόμη και ο απλός υπαινιγμός για μια εβραϊκή απειλή, με όρους όπως «εβραϊκός μπολσεβικισμός», χαρακτηρίζει εκείνους που τον χρησιμοποιούν ως αντισημίτες. Έτσι, το να συνεχίσει κανείς να επιχειρηματολογεί για έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης μιας τέτοιας απειλής, σημαίνει αποδοχή της μιας από τις δύο ρατσιστικές υποθέσεις που μπορεί να υποκρύπτονται κάτω από αυτό – συγκεκριμένα, ότι όλοι οι Εβραίοι είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις κάποιων Εβραίων, ή ότι ακόμη κι αν δεν είναι, και πάλι είναι θεμιτό να τιμωρεί κανείς αθώους Εβραίους. Η πρώτη από αυτές τις υποθέσεις είναι η επίσημη άποψη του κράτους του Ισραήλ, του οποίου οι ηγέτες έχουν επανειλημμένα διακηρύξει ότι το εβραϊκό κράτος ανήκει όχι απλά στους πολίτες του αλλά επίσης στον εβραϊκό λαό ως σύνολο. Μόνο αυτοί που θεωρητικά δεν μπορούν να κατηγορηθούν για αντισημιτισμό, μπορούν να κάνουν μια τέτοια δήλωση. Ειδάλλως, αυτές οι θέσεις θα απορρίπτονταν και θα καταδικάζονταν.

Αυτή την αντίδραση θα πρέπει να την έχουμε στον νου μας αναφορικά με τον ρατσισμό εναντίον των Αράβων. Για να πάρουμε μόνο ένα από τα αμέτρητα παραδείγματα, είναι, καθώς φαίνεται, αποδεκτό να έχει μια μεγάλη ισραηλινή εφημερίδα ως τίτλο στο πρωτοσέλιδο του σαββατοκύριακου το «Η απειλή των Βεδουίνων» με μεγάλα, κόκκινα γράμματα πάνω από μια φωτογραφία νεαρών παιδιών σε έναν σκουπιδότοπο. Επιπλέον, ενώ η συζήτηση περί εβραϊκού μπολσεβικισμού αμέσως εκλαμβάνεται ως ρατσιστική εξαιτίας του υπαινιγμού της για όλους τους Εβραίους, δεν επιφυλάσσεται η ίδια μεταχείριση για τον ευρέως χρησιμοποιούμενο όρο «ισλαμική τρομοκρατία». Η σχεδόν οικουμενική αποδοχή τέτοιων ρατσιστικών εκφράσεων είναι ο λόγος για τον οποίο η αντίθεση στο τείχος για λόγους αρχής είναι είτε ακατανόητη για τα ισραηλινά μέσα είτε θεωρείται ως υποστήριξη για τους φόνους των Ισραηλινών. Οι Ισραηλινοί που αντιτίθενται στο τείχος συχνά επιχειρηματολογούν στη βάση μιας εναλλακτικής πρότασης ως προς τη θέση αρχών. Όμως, όταν κάνουν κάτι τέτοιο, είναι μια παραδοχή της ρατσιστικής υπόθεσης που υποκρύπτεται σ’ αυτή την ιδέα.

Διλήμματα προνομίων

Η ενασχόληση με τα ΜΜΕ και, σε μικρότερο βαθμό, οι περαιτέρω εκκλήσεις προς το κοινό παρουσιάζουν ένα δίλημμα μεταξύ της αντίθεσης στο τείχος για λόγους αρχής και για λόγους που θεωρούνται περιθωριακοί, ή την αποδοχή των ρατσιστικών υποθέσεων που υποκρύπτονται στις εναλλακτικές. Φυσικά, η επαφή με άλλους ισραηλινούς θεσμούς, από το Ισραηλινό Ανώτατο Δικαστήριο έως τα στρατεύματα πεζικού, παρουσιάζει ανάλογες δυσκολίες.

Σε διάφορες περιπτώσεις, σε κάτι που μπορεί να μοιάζει με νίκη, το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε να αλλάξει η διαδρομή του τείχους. Σχεδόν χωρίς καμία εξαίρεση, αυτές οι αποφάσεις έθεσαν επίσης προηγούμενα που νομιμοποίησαν πολύ μεγαλύτερα τμήματα του τείχους. Ανεξαρτήτως των επιπτώσεων στο τείχος, μια προσφυγή σε ένα δικαστήριο που έχει εγκρίνει την εκτέλεση Παλαιστινίων χωρίς δίκη είναι μια απεχθής παραχώρηση. Μια προσφυγή στο δικαστήριο μπορεί, επίσης, να δώσει ψεύτικες ελπίδες και να εκτονώσει έναν λαϊκό αγώνα, ο οποίος διαφορετικά θα ήταν πιο μαχητικός. Παρ’ όλα αυτά, οι Παλαιστίνιοι, που υπέστησαν άμεσα τις επιπτώσεις του τείχους, έκαναν δεκάδες προσφυγές στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι ένα παρόμοιο δίλημμα υφίσταται στις σχέσεις με Ισραηλινούς αξιωματούχους ή στρατιώτες σε άλλα επίπεδα. Για παράδειγμα, είναι συχνά πιθανό ακτιβιστές (ιδιαίτερα Ισραηλινοί) να εμπλακούν σε μια μορφή επιτόπιων διαπραγματεύσεων με στρατιώτες για μικρές «παραχωρήσεις», όπως να δοθεί άδεια για διαδήλωση σε συγκεκριμένη τοποθεσία. Από τη μία πλευρά, τέτοιες διαπραγματεύσεις μπορεί να μειώσουν τον σωματικό κίνδυνο για τους διαδηλωτές ή να κερδίσουν κάποιον χρόνο, από την άλλη, n πράξη της διαπραγμάτευσης αναγνωρίζει την εξουσία του στρατού, όπως επίσης δίνει το πρόσχημα για επίθεση στη διαδήλωση όταν η «συμφωνία» έχει τηρηθεί. Ομοίως, η διαδικασία της διαπραγμάτευσης χρησιμεύει στην εκτόνωση της ορμής μιας διαδήλωσης ή πορείας.

Αυτό που είναι λιγότερο αποδεκτό είναι το γεγονός ότι το ίδιο είδος δυσκολίας υφίσταται ακόμη και στη συνεργασία μεταξύ Παλαιστινίων και Ισραηλινών ακτιβιστών στη Δυτική Όχθη. Η προνομιούχα θέση των Ισραηλινών σημαίνει, για παράδειγμα, ότι έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στα ΜΜΕ και την ικανότητα να κινούνται πιο ελεύθερα, πέρα από το γεγονός ότι αντιμετωπίζουν πολύ μικρότερο νομικό και σωματικό κίνδυνο. Αυτό τείνει να αυξήσει την επιρροή των Ισραηλινών στις αποφάσεις για έναν αγώνα επηρεάζει πολύ περισσότερο τους Παλαιστίνιους ομολόγους τους. Με λόγια, ακόμη κι όταν χρησιμοποιούνται τα ισραηλινά προνόμια για τον σκοπό του αγώνα, υπάρχει μια παραχώρηση. Δηλαδή. υπό μία έννοια, τα προνόμια επεκτείνονται και μέσα στον αγώνα.

Ακόμη και η κοινωνική αλληλεπίδραση μπορεί να επεκτείνει τα ισραηλινά προνόμια. Η σχετική ελευθερία των Ισραηλινών ανεβάζει την κοινωνική τους θέση και οι κοινωνικοί δεσμοί, που δημιουργούνται υπό αυτές τις συνθήκες, το αντικατοπτρίζουν, διαιωνίζοντας έτσι τα προνόμια. Αυτό ισχύει, τουλάχιστον ως έναν βαθμό, και στους κοινωνικούς δεσμούς μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων ακτιβιστών. Αυτό το φαινόμενο είναι μια όψη αυτού που στην παλαιστινιακή κοινωνία αναφέρεται ως «ομαλοποίηση». Κατά τη γνώμη μου, αυτός o όρος σημαίνει ότι οποιαδήποτε αλληλεπίδρασή έχουν οι Παλαιστίνιοι με τους Ισραηλινούς, ακόμη κι αν είναι για θετικό σκοπό, όσο παραμένουν οι συνθήκες της ισραηλινής κατοχής στην Παλαιστίνη, η αλληλεπίδραση αυτή περιέχει μέσα της έναν βαθμό προσαρμογής σε αυτές τις συνθήκες και, κατά κάποιον τρόπο, ακόμη και την παράτασή τους. Αυτή η ευαισθησία είναι εν μέρει αποτέλεσμα του γεγονότος ότι κάποιες από τις πιο επιζήμιες ισραηλινές πολιτικές περιγράφηκαν ως μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και τα συναφή, οι οποίες συνοδεύτηκαν από υποσχέσεις για καλές ισραηλινές προθέσεις.

Υπάρχει μια αντίθετη άποψη σύμφωνα με την οποία η αλληλεπίδραση μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων – και ιδιαίτερα η κοινωνική αλληλεπίδραση- μπορεί να εξαλείψει τον αμοιβαίο φόβο και την καχυποψία – υποτίθεται την πρωταρχική αιτία της σύγκρουσης. Μία άλλη παραλλαγή αυτής της άποψης, την οποία βρίσκω πιο ρεαλιστική, είναι ότι οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις είναι πολύτιμες γιατί ενισχύουν τη βάση για έναν κοινό αγώνα. Η αξία, ακόμη και η δικαιολόγηση, της κοινής πολιτικής δράσης θα πρέπει να κρίνεται λαμβάνοντας αυτό υπόψη. Το ζήτημα περιγράφεται ίσως στην επιλογή που κάνουν οι Ισραηλινοί όταν έρχονται στη Δυτική Όχθη: να πιούν τσάι ή να εισπνεύσουν δακρυγόνα σε μια διαδήλωση.

Ένα μέλος της Λαϊκής Επιτροπής Ενάντια στο Τείχος στο παλαιστινιακό χωριό Μπιλαΐν εκφράζει μια γνώμη που ίσως είναι παραγνωρισμένη στους ευρύτερους κύκλους των Ισραηλινών ακτιβιστών. Το μήνυμά του προς τους Ισραηλινούς είναι: «Όταν τερματίσουμε μαζί την κατοχή, θα υπάρχει άπλετος χρόνος για τσάι».

Η επιλογή των σατανιστών

Στο Ισραήλ, όπως και σε πολλές άλλες κοινωνίες, o όρος «αναρχικός» χρησιμοποιείται συχνά με υποτιμητικό τρόπο και το ακριβέστερο συνώνυμό του είναι ίσως «σατανιστής». Η σύνδεση με τον σατανισμό στην πραγματικότητα χρησιμεύει για δύο σκοπούς: Απελευθερώνει τους Αναρχικούς Ενάντια στο Τείχος από τη δημόσια εικόνα τους, που τείνει να παραλύσει την πολιτική δράση, και το σημαντικότερο είναι ότι δείχνει την πρόθεση της ομάδας να θέσει τη δική της ατζέντα. Αυτό με τη σειρά του δυναμώνει την ομάδα, καθώς προσφέρει στα μέλη, ακόμη και τα εν δυνάμει, την επιλογή να δράσουν σύμφωνα με την ειλικρινή τους άποψη, αντί να πάρουν μια συμβιβαστική θέση σε μια συζήτηση της οποίας τους όρους έχουν επιβάλλει άλλοι.

Μία άλλη μοναδική πλευρά της δουλειάς των Αναρχικών Ενάντια στο Τείχος είναι o κοινός αγώνας που διεξάγουν μαζί με τους Παλαιστίνιους. Αυτό, βέβαια, δεν γίνεται χωρίς δυσκολίες. Είναι δύσκολο να περιμένει κανείς από τους Παλαιστίνιους να αποδεχθούν και να εμπιστευθούν άμεσα τους Ισραηλινούς. Πέρα από τον φόβο για κατασκόπους και προβοκάτορες, η συνεργασία με Ισραηλινούς ενέχει επίσης ένα στοιχείο ομαλοποίησης: μια προσαρμογή στις συνθήκες της κατοχής. Οι Ισραηλινοί ακτιβιστές φέρνουν, επίσης, μαζί τους πολιτισμικές επιρροές που μπορεί να μην είναι ευπρόσδεκτες σε κάποια κομμάτια της παλαιστινιακής κοινωνίας. Στη βάση αυτή, και παρόλο που δεν έχουν επίσημη Ιδεολογική πλατφόρμα, οι Αναρχικοί Ενάντια στο Τείχος επιμένουν σε ποικίλες αρχές κοινής δουλειάς. Η πρώτη αρχή είναι ότι, παρόλο που o αγώνας είναι κοινός, οι Παλαιστίνιοι υφίστανται μεγαλύτερες συνέπειες από τις αποφάσεις που λαμβάνονται και έτσι είναι εκείνοι που θα πρέπει να παίρνουν τις σημαντικές αποφάσεις. Δεύτερον, οι Ισραηλινοί έχουν ιδιαίτερη ευθύνη να σέβονται την παλαιστινιακή αυτοδιάθεση, συμπεριλαμβανομένου του σεβασμού των εθίμων της κοινωνίας και της αποστασιοποίησης από τα εσωτερικά, πολιτικά ζητήματα των Παλαιστινίων.

Το να ζυγίσει κανείς τις αρνητικές πλευρές της ομαλοποίησης απέναντι στα θετικά των κοινωνικών δεσμών είναι ένα ιδιαίτερα δύσκολο ζήτημα. Σε αντίθεση με τα πολιτισμικά πρότυπα, όπως η σεμνή συμπεριφορά και το ντύσιμο, θα ήταν πολύ πιο καταπιεστικό να προσπαθήσει κανείς να κωδικοποιήσει εκείνο που συνιστά έναν πρέπον κοινωνικό δεσμό, πόσο μάλλον να το απαιτήσει από τα άτομα. Η μόνη αρχή, και σε αυτό το ζήτημα, είναι η γενική πολιτική του σεβασμού των αιτημάτων των παλαιστινιακών λαϊκών επιτροπών.

Όλα αυτά μπορεί να δίνουν την εντύπωση ότι οι δυσκολίες σε έναν κοινό αγώνα είναι μεγαλύτερες απ’ αυτές που είναι στην πραγματικότητα. Αντίθετα, ο κοινός αγώνας αντιμετωπίζει μόνο ένα κύριο πρόβλημα: το ισραηλινό κράτος. Η προσοχή που δίνεται στα παραπάνω ζητήματα είναι για να υπογραμμίσει τη διαδικασία της πολιτικής εξέλιξης μέσα από την οποία πέρασαν οι Αναρχικοί Ενάντια στο Τείχος με τους Παλαιστίνιους συντρόφους τους. Κατά τη διάρκεια πολλών χρόνων έντονου αγώνα, σε δύσκολες στιγμές, τα παραπάνω διλήμματα ήρθαν στην επιφάνεια και έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Αποτελώντας, ίσως, τον κύριο σύνδεσμο μεταξύ του ισραηλινού και του παλαιστινιακού κινήματος ειρήνης, οι Αναρχικοί Ενάντια στο Τείχος μετέδωσαν την εμπειρία τους στο ισραηλινό φιλειρηνικό κίνημα και διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο στην πολιτική του εξέλιξη. Τον καιρό που ξεκίνησαν οι Αναρχικοί Ενάντια στο Τείχος, η ιδέα να συμμετέχουν Ισραηλινοί στις παλαιστινιακές διαδηλώσεις έμοιαζε απίστευτη για την τεράστια πλειονότητα της ισραηλινής Αριστεράς. Μετά από αρκετά χρόνια δραστηριότητας. ο αριθμός των Ισραηλινών που έχουν λάβει μέρος κοινές διαδηλώσεις με Παλαιστίνιους ανέρχεται σε χιλιάδες και περιλαμβάνει πολλούς που δεν είναι καθόλου περιθωριοποιημένοι σε προσωπικό επίπεδο. Παρ’ όλα αυτά, πέρα από τα πολιτικά κόμματα που έχουν κυρίως Άραβες ψηφοφόρους, κανένα ισραηλινό πολιτικό κόμμα δεν έχει υποστηρίξει τον κοινό αγώνα ενάντια στο τείχος.

Η υποχρέωση των πολιτών να αντιστέκονται στις εγκληματικές πράξεις και τις πολιτικές που διαπράττονται από τις κυβερνήσεις τους, αναγνωρίζεται από το διεθνές δίκαιο και απαιτεί από τους Ισραηλινούς να κάνουν ό,τι μπορούν για να αντισταθούν στην κυβέρνησή τους. Είναι σημαντικότερο ότι η ηθική υποχρέωση να αντισταθεί κανείς στο τείχος γίνεται προφανής σε οποιονδήποτε έχει γίνει μάρτυρας στο γεγονός ότι αυτό αποκόπτει χωριά και πόλεις ή σε κάποιον που απλά έχει δει τη διαδρομή του σχεδιασμένη σ’ έναν χάρτη. Το να κοιτά κανείς αλλού και να αγνοεί τα εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομά μας, με τους φόρους μας, από τους φοιτητές που εκπαιδεύουμε ή από εκείνους με τους οποίους κάνουμε ευγενικά παρέα, σημαίνει ότι αυτός έχει χάσει μέρος της ανθρωπιάς του. Αυτό είναι ένα βάρος στο οποίο οι Ισραηλινοί έχουν υποδουλωθεί από φόβο. Υπό την έννοια αυτή, η πράξη της ανυπακοής και της αντίστασης είναι επίσης μια πράξη προσωπικής απελευθέρωσης – μια επιλογή ανοιχτή σε όλους τους Ισραηλινούς που θα συμμετείχαν στον αγώνα. Ο αγώνας των Παλαιστινίων ενάντια σε εκείνους που θα τους εκτόπιζαν ή θα τους εξαφάνιζαν είναι ένας συνεχής αγώνας για την ίδια τους την ύπαρξη. ΟΙ Ισραηλινοί υποστηρικτές συμμετέχουν στον αγώνα εστιάζοντας στο παρόν και με ένα ρίσκο για τους ίδιους. Παρ’ όλα αυτά, η σκληρότερη ποινή, που είναι πιθανή για τους Ισραηλινούς, δεν περιλαμβάνει μια ζωή οικονομικής ανασφάλειας και τα καπρίτσια των στρατιωτών κατοχής. Εάν αυτές οι τιμωρίες δεν είναι ικανές να αποθαρρύνουν τους Παλαιστίνιους συντρόφους μας, δεν θα πρέπει να αποθαρρύνουν ούτε εμάς τους Ισραηλινούς.

Μετάφραση Γιώργος Καρατζάς

Διαβάστε: Αναρχικοί Ενάντια στο Τείχος: Άμεση δράση και αλληλεγγύη με τον παλαιστινιακό λαϊκό αγώνα (Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2015)

geniusloci2017