Federico Finchelstein: Αλήθεια, μυθολογία και φασιστικό υποσυνείδητο

Η Hannah Arendt το 1945 έγραψε πως ο φασισμός είναι ένα απόλυτο ψέμα, ένα ψέμα, σημείωσε, με αποτρόπαιες πολιτικές συνέπειες. Οι φασίστες εσκεμμένα μεταμόρφωσαν ψέματα σε αλήθεια:

Το ουσιαστικό ήταν πως εκμεταλλεύτηκαν την παλιά δυτική προκατάληψη που συγχέει την πραγματικότητα με την αλήθεια, και έκαναν «αληθινό» αυτό το οποίο ως τότε μπορούσε να οριστεί ως ψέμα.

Για την Arendt, η πραγματικότητα είναι εύπλαστη, ευμετάβλητη, αλλά η αλήθεια όχι. Για τον λόγο αυτό, κάθε διάλογος με τους φασίστες, για εκείνη, ήταν ανούσιος. Στην πραγματικότητα, οι φασίστες έδρασαν για δώσουν στα «ψέματα» τους μια «post facto βάση στην πραγματικότητα». Η αλήθεια καταστράφηκε, δεν κρύφτηκε. Στην οπτική της Arendt, αυτή η μορφή πολιτικής των ιδεολογιών αναπόφευκτα οδηγεί στην εξολόθρευση της πραγματικότητας όπως τη ξέρουμε. Τα φασιστικά ψέματα παρήγαγαν μια εναλλακτική πραγματικότητα. Η ίδια η ερμηνεία της Arendt όμως δείχνει πως η καταστροφή της αλήθειας τροφοδοτούνταν περισσότερο από μια υπερβατική αλήθεια παρά ένα απλό ψέμα. Η Arendt δεν πρόσβαλε απλά τους φασίστες. Όπως πολλοί άλλοι σύγχρονοί της αντιφασίστες ήθελε να καταλάβει γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι είχαν πειστεί πως η φασιστική ιδεολογία αντιπροσώπευε μια μόνη αλήθεια. Σίγουρα κάποιοι επιφανείς φασίστες ήταν υποκριτές και ψεύτες που αντιλαμβάνονταν την ιδεολογία σαν εργαλείο προπαγάνδας. Αν όμως είναι έτσι, γιατί οι πιο σημαντικοί ηγέτες τους και οι μάζες ακολούθησαν συχνά τα ψέματά και τη προπαγάνδα τους ως το τέλος, μέχρι σε σημείου να πεθάνουν για το σκοπό τους; Ποιος πεθαίνει για ένα ψέμα;

Στο φασισμό, η φαντασία παραμερίζει την πραγματικότητα και αυτή η φαντασία έγινε πραγματικότητα για τους φασίστες. Για τους μη πιστούς, αυτές οι φασιστικές φαντασιώσεις μπορούν να γίνουν αντιληπτές μόνο ως ψευδείς θέσεις, πλαστές αξιώσεις πάνω στη φύση της πολιτικής. Για τους φασίστες αλήθεια είναι το αντίθετο.

Αξιοσημείωτο είναι πως στην περίοδο μεταξύ 1922 και 1945 υπήρχε μια εκπληκτική συμφωνία μεταξύ φασιστών και αντιφασιστών όσον αφορά την μη λογική φύση της μεταβατικής αλήθειας στο φασισμό, και πιο γενικά, όσον αφορά την σχέση της σκέψης του καίριου ρόλου του υποσυνείδητου στην πολιτική.

Οι φασίστε και οι αντιφασίστες, φυσικά, διέφεραν στις κανονιστικές τους απόψεις. Για τους φασίστες το υποσυνείδητο – ένας πολύπλοκος όρος που χρησιμοποιούσε ο Freud, ο Theodor Adorno και άλλοι για να εκφράσουν την πιο παράλογη διάσταση του είναι, το κομμάτι του εαυτού που ήταν ανίκανο για συνειδητότητα – απλά αντιπροσώπευε το τον προ-λογικό εσωτερικό εαυτό που ο φασισμός έκανε συνειδητό. Αντίθετα από το Freud και τη ψυχανάλυση, οι φασίστες παρουσίαζαν μια ιδέα αυτού του εαυτού ως πηγή για την αλήθεια, μια απλή κατάσταση της προ-συνείδησης που ο φασισμός μπορούσε απλά να αδράξει και να μετατρέψει σε πολιτική πραγματικότητα. Όπως θα δούμε, οι φασίστες, αλλά και πολλοί άλλοι, χρησιμοποιούσαν συχνά αυτό τον όρο για να υπογραμμίσουν το γεγονός πως αντιλαμβάνονταν τους εαυτούς τους ως τους βασικούς ερμηνευτές των υποσυνείδητων πολιτικών καθηκόντων που κατά καιρούς ξεπερνούσαν τα δικά τους έθνη και περνούσαν τον Ατλαντικό. Στο φασισμό, η μετατόπιση από το ασυνείδητο στο συνειδητό αντιπροσωπεύει τη στιγμή που η υπερβατική αλήθεια τελικά φανερώνεται.

Ο φασισμός συχνά παρουσιάζεται ψευδώς είτε ως μια αποκλειστική εθνική παράδοση ή σαν μια ιδέα δίχως ιστορία, αλλά ο φασισμός ήταν μια ιδιαίτερη διεθνική πολιτική ιδεολογία με θεωρητικές, εθνικές και ιδεολογικές παραλλαγές. Πάνω απ’ όλα, ο φασισμός ήταν, και είναι, μια απόλυτη ιδέα για το κόσμο, μια ιδέα που κατέστειλε κάθε άλλη ανάγνωση της πραγματικότητας.

Η φασιστική εξίσωση της δύναμης, του μύθου και της αλήθειας δεν ήταν κάτι εντελώς καινούριο. Για τους κριτικούς αντιφασίστες, ο φασισμός ακολούθησε και μετασχημάτισε μια μακρά παράδοση ανορθολογισμού. Οι διαυγείς παρατηρητές ανάμεσά τους παρατήρησαν πως σημαντικές ρομαντικές παραδόσεις λειτούργησαν σαν το υπόβαθρο στη φασιστική αντίληψη της αλήθειας, μια «αλήθεια» που ξεπήδησε μέσα και έξω από τον εαυτό. Από την άποψη αυτή, και αξιοσημείωτα ανάμεσά τους κατά την μεσοπολεμική περίοδο, ο Αργεντινός συγγραφέας Jorge Luis Borges έστρεψε την προσοχή μας στο έργο του Thomas Carlyle ως το πνευματικό προάγγελο του φασισμού. Για τον Borges, ο Carlyle ήταν «ένας ονειροπόλος εφιαλτών». Πρότεινε μια «πολιτική θεωρία» που οι σύγχρονοί του δεν κατανόησαν «αλλά τώρα περιγράφεται με μια και ιδιαίτερα γνωστή λέξη: Ναζισμός». Η γενεαλογία αυτή του φασισμού προβάλει ένα κόσμο που «οι ήρωες είναι ανένδοτοι ημίθεοι, που όχι δίχως στρατιωτική ειλικρίνεια και κακές λέξεις, κυβερνούσαν μια κατώτερη ανθρωπότητα».

Αν ο Borges έδινε έμφαση στις ιδιαίτερες συνεισφορές των Ευρωπαίων συγγραφέων και φιλοσόφων, παρέλειψε επίσης να αναφέρει τις συγκλίνουσες λόγιες γενεαλογίες του φασισμού στο δικό του πλαίσιο της Λατινικής Αμερικής, ιδιαίτερα όπως μπορούμε να τις δούμε στα επικριτικά για τον φιλελευθερισμό κείμενα του José Enrique Rodó (τον Ουρουγουανό δημιουργό του Αριελισμού, την κύρια μορφή Λατινοαμερικάνικου ρομαντισμού), και στα πρώιμο έργο του πιο διάσημου συγγραφέα της Αργεντινής εκείνη την περίοδο, του Leopoldo Lugones. Όπως και ο Lugones, ο Rodó έδινε έμφαση σε μια άποψη της αλήθειας που αναδυόταν από τον εαυτό και διαποτιζόταν με μια απλή αίσθηση ομορφιάς και τάξης. Η απόρριψη της υπάρχουσας δημοκρατίας ήταν στο επίκέντρο των μυστικών εκκλήσεων των συγγραφέων αυτών για μια επιστροφή στην κλασική Ελλάδα. Για τον Rodó και τον πρώιμο Lugones (στις σοσιαλιστικές και φιλελεύθερο-συντηρητικές φάσεις του, που προηγήθηκαν της φασιστικής του στροφής στα 1920 ορίζοντας τις βασικές πνευματικές ρίζες της ηπείρου, η κλασική κληρονομιά επέτρεπε στα έθνη της Λατινικής αμερικής να προσπεράσουν την σύγχρονη Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Ως φασίστας στο μεσοπόλεμο, ο Lugones θα επέστρεφε σε αυτές τις αντιλήψεις για την Αργεντινή και την Λατινική Αμερική. Είδε τη χώρα του και την ήπειρο ως την απορροή των κλασικών μύθων που έθεταν υπό αμφισβήτηση τα βασικά δόγματα του ορθολογισμού και του νεωτερισμού. Για εκείνον, η επιστροφή το μύθου προεικόνιζε αυτό που αποκαλούσε την «αληθινή δημιουργία» της δικτατορίας.

Ενώ φασίστες σαν τον Lugones δημιούργησαν ένα μυθικό παρελθόν για την σύγχρονη πρότασή τους για μια φασιστική δικτατορία, ο Borges μοιράζονταν με πολλούς άλλους αντιφασίστες μια πιο κριτική ιστορική αντίληψη της προέλευσης του φασισμού στην ιδεολογία του αντι-διαφωτισμού. Το 1934 ο Max Horkheimer είπε, «η τάση να υποτάσσετε η αλήθεια στην δύναμη δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά με το φασισμό». Ο ανορθολογισμός «προηγείται ολόκληρης της ιστορίας της σύγχρονης εποχής και περιορίζει την έννοια του ορθολογισμού της». Παρομοίως, γράφοντας προς το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ernst Cassirer υπογράμμισε τη γενεαλογία του φασισμού και τόνισε πως η ιδέα ότι «η αλήθεια βρίσκεται στη δύναμη» πήγαινε πίσω στον Hegel και παρουσίαζε «το καθαρότερο και πιο αδίστακτο πρόγραμμα του φασισμού». Αν όμως. Για αυτούς τους αντιφασίστες συγγραφείς, ο φασισμός ήταν το σύμπτωμα μιας παράλογης μυθικής παράδοσης (Horkheimer) και η καινοτομία του ήταν μια «τεχνική» που παρήγαγε τρομερά αποτελέσματα και επηρέαζε τη φυσική πορεία των πραγμάτων (Cassirer), η Hannah Arendt, όπως ο Borges πριν από εκείνη, επεσήμανε πως οι φασιστικές ιδέες για τη δύναμη οδήγησαν σε νέες μορφές ιδεολογικής και πρακτικής αφαίρεσης της ανθρώπινης ιδιότητας. Αυτό έγινε δυνατό γιατί ο φασισμός στην ερμηνεία στάθηκε απέναντι στην ισότητα. Απέρριπτε την αντίληψη ενός κοινού, οικουμενικού ορθολογισμού ως του μόνου κριτηρίου για την έκφραση της αλήθειας. Ο φασισμός καθιέρωσε μια σειρά από εναλλακτικές γενεαλογίες που ήταν η απόλυτη πηγή που ήταν πολιτικά αληθές και κάνοντάς το, ο φασισμός θόλωσε τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ του αληθινού και του ψεύτικου στη πολιτική. Εν συντομία, ο φασισμός δημιούργησε μια αλήθεια που ήταν εθνικιστική και την ίδια στιγμή απόλυτη. Κενή πολλαπλών συνειρμών, η αλήθεια απέκλειε κάθε μορφή δυσαρέσκειας και έγινε το αποκλειστικό αποτέλεσμα των ιεραρχικών σχέσεων εξουσίας.

Με την αμφισβήτηση των ορθολογιστικών αντιλήψεων της αλήθειας, οι φασίστες επέμειναν στο κρυφό νόημα της αλήθειας. Για αυτούς η αλήθεια ήταν ένα μυστικό που αποκαλυπτόταν στην και μέσω της δύναμης. Όπως επιβεβαίωσαν τελετουργικά οι φασίστες, στο φασισμό η δύναμη απέκτησε μια πλήρως υπερβατική κατάσταση. Το αποτέλεσμα ήταν φασιστική πολιτική ως μυθολογία. Στο φασισμό, η απόλυτη μορφή της αλήθειας δεν ήταν αποτέλεσμα στηριζόμενο σε πρακτικές ενδείξεις: αντίθετα προκύπτει από μια εύληπτη επιβεβαίωση αντιλήψεων που υποτίθεται πως ήταν εκφράσεις διαχρονικών μύθων. Ο ηγέτης, βεβαίωναν οι φασίστες, ενσαρκώνει αυτούς τους μύθους. Η αποσύνδεση της πολιτικής ανάλυσης από την πραγματικότητα ήταν μια μοιραία εξέλιξη, δηλαδή, ένα αποτέλεσμα της αναζήτησης του φασισμού για μια υπέρτατη μορφή πολιτικής αυθεντίας που θα ξεπερνούσε τον ορθολογισμό. Υπό αυτή την έννοια, οι φασίστες δεν έλεγαν απλά ψέματα αλλά είχαν αυταπάτες. Όπως είπε ο Adorno το 1951, ήταν θύματα της φασιστικής «προσφοράς» της «μη-αλήθειας». Ισχυρίστηκε:

Ο συνεχής κίνδυνος του πολέμου, εγγενής στο Φασισμό, προσφέρει καταστροφή και οι μάζες εχουν τουλάχιστον ασυνείδητα επίγνωση αυτού. Έτσι, ο Φασισμός δεν λέει εντελώς μη-αλήθεια όταν αναφέρεται στις δικές του παράλογες δυνάμεις, όσο ψεύτικη και αν είναι η μυθολογία που ιδεολογικά εκλογικεύει το παράλογο.

Παρομοίως, για την Arendt η απολυταρχική ιδεολογία παίρνει κάποια στοιχεία από την πραγματικότητα αλλά οδηγεί σε εμπειρική τύφλωση. Ιστορικά η ιδεολογική αυτή λειτουργία οδήγησε στην σύγχυση της πραγματικότητας με την φαντασία. Η πίστη στα ψέματα ήταν κομμάτι της απολυταρχικής εκπαίδευσης των οπαδών, και ιδιαίτερα η ανώτερη δημιουργία, που μετέτρεψε «τα ιδεολογικά ψεύδη» σε «ιερές απόλυτες αλήθειες». Πίστευαν όμως οι φασίστες τα ψέματά τους μόνο επειδή τα έλεγαν οι ηγέτες; Ή μάλλον τα αντιλαμβάνονται ως πιο πραγματικές μορφές αλήθειας που αναδύονται από τον εσωτερικό εαυτό; Από τη δική μου ανάλυση των διατλαντικών φασιστικών πηγών, θα έλεγα πως για τους φασίστες δεν υπήρχαν αντιφάσεις ανάμεσα στις δυο πιθανότητες. Εδώ βρίσκεται η ιδεολογική φύση της φασιστικής αντίληψης της αλήθειας. Ο φασισμός ταύτισε την αλήθεια με έναν υπερβατικό μύθο ριζωμένο στο συλλογικό ασυνείδητο και που στη συνέχεια εξωτερικεύεται από και μέσω της συνειδητότητας του ηγέτη. Αυτή η υποτιθέμενη εξωτερίκευση του ασυνείδητου ήταν κεντρικής σημασίας για τους φασίστες. Στο φασισμό, οι συλλογικές επιθυμίες πιστεύαν πως ήταν παρούσες στο σώμα και το λόγο του ηγέτη. Ο ηγέτης αναμενόταν να κάνει συνειδητό αυτό που υποτίθεται πως ήταν πραγματικά ασυνείδητο και έτσι γνήσιο και αληθινό.

Αλήθεια και Δύναμη

«Ο Mussolini έχει πάντα δίκιο». Η απίθανη αυτή φράση επαναλαμβανόταν τελετουργικά από τους φασίστες στα χρόνια της κλασικής περιόδου 1922-1945. Οι φασίστες πίστευαν πως η αλήθεια άνηκε στο Mussolini. Αλλά πιο είδος αλήθειας; Πως η αλήθεια μπορούσε να ενσωματώνει το παρελθόν και το παρόν και να προβάλλει τον εαυτό της στο μέλλον; Όπως θα δούμε, η φασιστική απάντηση σε αυτή την ερώτηση έκανε ξεκάθαρη την εξάρτηση τους σε ένα συνεχές που υπερέβαινε το ιστορικό και το εμπειρικό. Καθώς κριτικοί στοχαστές όπως ο Sigmund Freud και ο Jorge Luis Borges πρότειναν την εποχή εκείνη, αυτή ήταν η καίρια μυθική διάσταση του φασισμού. Σε ένα έργο που, σύμφωνα με τον Adorno, «προέβλεψε» την άνοδο και τη φύση του φασισμού, ο Freud παρατήρησε πως ο μύθος του ηγέτη ήταν στο κέντρο της ομαδικής ψυχολογίας και της φαντασιακής μετατόπισης της πραγματικότητας που ο Adorno αργότερα θα χρησιμοποιούσε στη δική του ανάλυση του φασισμού. Ο Freud έγραψε, «το ψέμα του ηρωικού μύθου κορυφώνεται στην θεοποίηση του ήρωα».

Το 1933, σε μια πράξη βαθιάς ειρωνείας, ο Freud υπέγραψε ένα αντίγραφο ενός από τα βιβλία του για τον Mussolini, αποκαλώντας τον ήρωα. Ο Duce δεν κατάλαβε την ειρωνεία, όπως κάνουν ακόμα πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί. Στην πραγματικότητα, ο Freud ήταν βαθιά επικριτικός της λατρείας του ήρωα επειδή την αντιλήφθηκε στο πλαίσιο της σύγχρονης μαζικής πολιτικής. Για αυτόν, οι σύγχρονοι ήρωες εξυπηρετούσαν και προωθούσαν τις ανάγκες των ανθρώπων για κάθετη εξουσία. Ο Freud προβληματίζονταν από αυτό που έβλεπε ως την επιστροφή του απολυταρχικού πρωτόλειου πατέρα στο πλαίσιο των σύγχρονων πολιτικών μύθων. Οι μοντέρνοι αυτοί ήρωες απαιτούσαν πλήρη υποταγή στις επιθετικές τους επιθυμίες και αυτό έληγε στην πλήρη κυριαρχία. Όπως σημείωσε η Arendt, ο πρώτος όρκος για τα μέλη του ναζιστικού κόμματος έλεγε: «Ο Fuhrer έχει πάντα δίκιο». Ο ίδιος ο Hitler έλεγε πως το «αλάθητο» έδειχνε την ανωτερότητα του κινήματός του. Στην πράξη, πολλοί φασίστες πίστευαν πως το αλάθητο του Mussolini ή του Hitler ήταν πραγματικό επειδή ακριβώς ήταν μυθικό. Ο ηγέτης ήταν κατασκευασμένος έτσι ώστε να αντιπροσωπεύει μια συνέχεια με τα ελληνικά και ρωμαϊκά έθνη και ήρωες. Όπως εκείνοι, ο ηγέτης αντιπροσώπευε τη σκέψη του έθνους, «το χρόνο και το χώρο του». Ο Φασισμός ήταν η αφετηρία μιας νέας εποχής. Ο ηγέτης υποτίθεται πως διέθετε μια μοναδική καθοριστική ιδιοφυΐα. Ο Φασισμός πρόβαλε την αντίληψη μιας αλήθειας που υπερέβαινε τον ορθολογισμό και μετενσαρκωνόταν στο μύθο του ηγέτη.

Στο φασισμό, η πίστη συνδεόταν με μια πράξη πίστης προς τον αρχηγό. Ο φασισμός παρουσίαζε τους ηγέτες του ως ζωντανούς μύθους. Ενώ στη Γερμανία η Führerprinzip παρουσίαζε τον Hitler ως την απόλυτη πηγή αλήθειας και εξουσίας, στην Ισπανία, την Αργεντινή και πέρα από αυτή, οι φασίστες ταύτισαν την πολιτική των αρχηγών με μια υπερβατική μυθική αλήθεια. Η αλήθεια του φασισμού συνέδεε την πραγματικότητα του κινήματος και των ηγετών του με ένα μυθικό παρελθόν ηρωισμού, βίας και υποταγής. Στη φασιστική ιδεολογία, οι ηγέτες προσποιούσαν αυτό το καθοριστικό συνεχές δημιουργώντας έναν άμεσο σύνδεσμο, ένα μοναδικό μέτωπο με το λαό και το έθνος. Με τη σειρά του ο ηγέτης ήταν η απόλυτη πηγή λαϊκής κυριαρχίας, υπόλογος μόνο στον εαυτό του.

Οι φασίστες είχαν εμμονή με το αλάθητο των ηγετών τους γιατί, για αυτούς, η υποτιθέμενη απουσία λάθους αντικατόπτριζε τις θεμελιώδεις θεϊκές αλήθειες της ιδεολογίας. Αντίθετα από το φιλελευθερισμό ή το σοσιαλισμό, που πίστευαν πως βασίζονταν σε μη υπερβατικές βάσεις, δηλαδή, σε μερικές αλήθειες ή ακόμη και ψέματα, οι φασίστες προσδοκούσαν την επιστροφή για την επιστροφή των μυθικών πολεμιστών ηρώων και αυτό ήταν που περίμεναν από τους ηγέτες τους. Όπως είπε φιλικά ο Lugones στον Αργεντινό δικτάτορα στρατηγό José F. Uriburu:

Μην ακούτε τους ακαδημαϊκούς διανοούμενους (doctores), στρατηγέ μου. Αρκεί η συνείδησή σας του πατριώτη και του στρατηγού. Ο Στρατηγός Uriburu έχει πάντα δίκιο όταν σκέφτεται ως Στρατηγός Uriburu

Παρόμοια ο Ισπανός φασίστας στρατηγός José Millán Astray δήλωσε πως ως στρατιώτης ο Franco «δεν είχε ποτέ άδικο».

Ενώ για την Arendt, οι φασίστες απλά αγνοούσαν την αλήθεια, για τους ίδιους τους φασίστες, η αλήθεια υπερέβαινε τον αισθητηριακό ή τον εμπειρικό κόσμο. Στο φασισμό, ως ιδεώδεις ενσαρκώσεις της εθνικής αυθεντικότητας, οι ηγέτες αντιπροσώπευαν την αυθεντική αλήθεια. Όπως είπε πειστικά ο Jacques Derrida στη διάλεξη του στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες για την εννοιολογική ιστορία του ψεύδους, η Arendt δεν έλαβε ιδιαίτερα υπόψη τη δυναμική αλληλεπίδραση που εμφανίζεται στη πράξη του πολιτικού ψέματος μεταξύ του ασυνείδητου και της κατάστασης της αλήθειας. Ο Derrida επισημαίνει την ανάγκη να δοθεί περισσότερη σημασία στη λογική του ασυνείδητου και σε αυτό που βλέπει ως μια θεωρία παραστατικότητας (performativity) στη πράξη του ψεύδους. Η Arendt εισήγαγε τις αλλά δεν ανέπτυξε τις πλασματικές πτυχές του ψέματος. Αυτό είναι που ο Derrida ορίζει ως τις φασματικές διαστάσεις του ασυνείδητου. Αυτή η απολυταρχική επιστροφή στο ασυνείδητο ήταν ριζωμένη στην προσδοκία μιας μυθικής απουσίας, ένα γενεσιουργό εθνικό τραύμα. Η αλήθεια σχετιζόταν με την αποκάλυψη αυτής της απουσίας ως την προσομοίωση φανταστικών και υπαρκτών τραυμάτων. Η επιστροφή του ιερού παρελθόντος, στο οποίο γίνεται συχνά επίκληση στα απολυταρχικά κείμενα (το χιλιετές Reich, η αυτοκρατορική Ρώμη του Αύγουστου ή η Αντιβασιλεία του Ρίβερ Πλέιτ στην Αργεντινή), σηματοδοτούσε την φασιστική απόπειρα να ακυρώσουν την διαρκή εξέλιξη της εκλαΐκευσης. Αντί να πιστεύουν, όπως το έθεσε ο Hans Blumenberg, ανακαταλάβουν χώρους που ως τότε κατέχονταν από τη θρησκεία, οι φασίστες στη πραγματικά πίστευαν πως ήταν οι ίδιοι αληθινή θρησκεία. Συμφώνησαν πρακτικά με τον Martin Heidegger πως το ιερό αναφέρονταν στο ίχνος που «οι θεοί άφησαν πίσω» και που οδηγεί στην επάνοδό τους. Αυτή ήταν η μεσσιανική στιγμή του φασισμού. Εκεί που στο Ναζισμό αυτό το ίχνος πραγματώνονταν στην επινόηση και την εφαρμογή λυτρωτικού αντισημιτισμού, στους περισσότερους φασισμούς είχε τη τάση να εντοπίζεται να έχει διαχυθεί στην πολιτική βία, το πόλεμο, τον ιμπεριαλισμό και το ρατσισμό.

Οι φασίστες πίστευαν πως η αλήθεια προέρχονταν από το φασματικό κόσμο του ασυνείδητου. Για να δώσει απάντηση κάποιος στο ερώτημα για το ρόλο της αλήθειας στο φασισμό, πρέπει να αρχίσει με το να προσέξει το ρόλο της βίας ως παράσταση. Με άλλα λόγια, είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη πως και γιατί η φασιστική θεωρία του είναι, δημιούργησε ένα ουσιαστικό σύνορο μεταξύ ορθολογικού και ανορθολογικού. Η βία ήταν στο κέντρο αυτής της διαίρεσης. Οι φασίστες θεωρούσαν πως η εμφάνιση της εσωτερικής αυθεντικότητας μετατρέπονταν σε ουσιαστική πολιτική πράξη όταν υπονοούσε εξιλέωση μέσα από τη βία, τη θυσία και το θάνατο. Όπως έλεγαν οι Ισπανοί φασίστες στην αρχή του εμφυλίου πολέμου τους: «Δύναμη, αίμα και μαρτύριο είναι στην υπηρεσία της Αλήθειας». Εδώ, όπως και αλλού στο φασισμό, η αλήθεια αναδυόταν από τον εαυτό με την υποταγή του ατόμου στον σκοπό. Αυτή η απολυταρχική εικόνα της αλήθειας δεν την αντιμετώπιζε ως οικουμενική. Το κριτήριο της ήταν ιδεολογικό. Η αλήθεια αυτή βασίζονταν στη πίστη.

Οι φασίστες αντιμετώπιζαν τη θεωρία ως αλήθεια μόνο αν συνδεόταν με το ιερό, που σε χώρες όπως η Αργεντινή, η Ιταλία, η Βραζιλία και η Ισπανία οι φασίστες τη συσχέτιζαν με κλασικούς και θρησκευτικούς μύθους, ενώ στη Γερμανία ήταν συνυφασμένη σε ακραίο επίπεδο με το μύθο της Άριας φυλής. Όχι μόνο στη Γερμανία, η δικαιοσύνη ήταν ένα καίριο κομμάτι της απεικόνισης και δημιουργίας της αλήθειας του ηγέτη. Ειδικά στη Γερμανία όμως, η αλήθεια του ηγέτη ήταν κριτικά κατασκευασμένη να αντικαταστήσει πλήρως πιο ορθολογικές μορφές του νόμου. Η κριτική/δικαστική αλήθεια εξισώνονταν με την υπερβατική φύση του ηγέτη. Ο Hitler είναι γνωστό πως παρουσίαζε τον εαυτό του ως τον «υπέρτατο κριτή του Έθνους».

Είναι βέβαιο, είναι πολύ πιθανό πως ο Carl Schmitt ανειλικρινής το 1934, όταν δήλωσε πως ο Fuhrer ήταν η ενσάρκωση της «πλέον αυθεντικής αυθεντίας». Ο Schmitt όμως, όψιμος ακόλουθος του ναζισμού που είχε μια συνειδητά φιλική στάση στις μυθικούς του συνειρμούς, αντιλαμβανόταν πλήρως την αντίληψη των Ναζί για την αλήθεια όταν δήλωνε πως ο Hitler δεν «λογοδοτούσε στη δικαιοσύνη» αλλά μάλλον αποτελούσε για τον ίδιο και γύρω του την υψηλότερη μορφή δικαιοσύνης. Για τους Ναζί, ο Hitler ήταν η υπέρτατη πηγή δικαιοσύνης ακριβώς επειδή, όπως ισχυρίζονταν ο Schmitt, η δικαιοδοτική φύση του Fuhrer ακτινοβολούσε από την ίδια ζωτική πηγή από την οποία τα εθνικά δικαιώματα (Volksrecht) πήγαζαν. Στη Ναζιστική Γερμανία, ο Hitler ήταν ο αρχηγός, ο υπέρτατος δικαστής και, όπως ο ναζί Υπουργός Δικαιοσύνης Hans Frank επιβεβαίωνε, ο μόνος νομοθέτης. Όπως είπε ο Antonio Gramsci αναφορικά με την θεώρηση του δικαίου του Frank, οι Ναζί αμφισβητούσαν ενεργά την αντίληψη μιας οικουμενικής αφηρημένης δικαιοσύνης. Ο Gramsci ισχυρίζοταν πως για τους Ναζί η αντίληψη τους για το νόμο είχε γίνει ένα «σύμβολο πίστεως». Για τον ίδιο τον Frank, η δικαιοσύνη υπήρχε μόνο όταν ακολουθούσε τις ανάγκες του λαού (Volk) όπως ερμηνεύονταν από το Hitler. Η θέληση του Hitler, η φασιστική αντίληψη της αλήθειας στην ιερή του ηγεσία, στην Γερμανία μετασχηματίστηκε στο κοινό νόμο.

Οι Ναζί έδωσαν υπόσταση δικαιοδοσίας σε μια πιο εκτεταμένη φασιστική αντίληψη πως ο ηγέτης καθόριζε την ειλικρίνεια των ίδιων των πράξεων και των επιθυμιών του. Ως η πλήρης ενσάρκωση του λαού, ο φασίστας δικτάτορας ήταν τόσο ο αποδέκτης όσο και ο δημιουργός του δικαίου. Ήταν η φανταστική πηγή αυτού που ο Hans Frank αποκαλούσε, «το απόλυτο χρέος του Τρίτου Ράιχ: ‘Δράσε με τέτοιο τρόπο που ο Fuhrer, αν γνώριζε τη δράση σου, θα την ενέκρινε’». Όπως σημειώνει η Arendt, ο Adolf Eichmann μπορεί να είχε συνείδηση αυτού του χρέους, που ήταν ανάλογη με την «ασυνείδητη παραμόρφωση» από πλευράς του της Καντιανής φόρμουλας. Η Arendt είπε πως ο Eichmann αντιλήφθηκε αυτό που αργότερα (στην Ιερουσαλήμ) ονόμασε «εγκλήματα νομιμοποιημένα από το κράτος» πως είχαν νομική βάση επειδή προέρχονταν από την θέληση του Hitler. Εν ολίγοις, για τους Ναζί, ο αρχηγός έγινε ο νόμος επειδή αντιπροσώπευε μια ιδεολογική αλήθεια, τα «λόγια του είχαν την ισχύ νόμου».

Με τα λόγια, ο ηγέτης δημιουργούσε τις συνθήκες για την αντιπροσώπευση και το καθορισμό της αλήθειας. Στη Βραζιλία, η φωνή του φασίστα ηγέτη Plinio Salgado παρουσιάζονταν σαν να έχει δημιουργήσει τόσο το κίνημα των Integralista και την ιδέα, το νέο «ολοκληρωτικό ευαγγέλιο». Στην Αργεντινή η φωνή και τα λόγια του δικτάτορα Στρατηγού Uriburu γίνονταν τελετουργικά δεκτά ως ένα μοναδικό πρόγραμμα. Αντιπροσώπευε την υπόσχεση μια συλλογικής λύτρωσης.

Παρομοίως, οι Ιταλοί φασίστες τόνιζαν πως ο λόγος του Mussolini εξέφραζε την πραγματικότητα της εποχής. Όπως είπε ο φασίστας Telesio Interlandi στον Mussolini σε μια ιδιωτική επιστολή, ο λόγος του Duce δεν μπορούσε να γίνει απλά κατανοητός με την πράξη της ανάγνωσης. Για εκείνον, τα λόγια του Mussolini υπερέβαιναν το ρητό νόημα τους. Για πολλούς άλλους φασίστες, τα λόγια του Duce επέτρεπαν στους ακόλουθούς του να κατανοήσουν το «πνεύμα του ανδρός». Τα λόγια του παρουσίαζαν την αλήθεια από επιβλητικό βλέμμα μιας «ανένδοτης θέλησης». Η φωνή του ήταν απόλυτη. Αντιπροσωπεύει όλες του τις εκφάνσεις, ακόμη και τις καλλιτεχνικές.

Ο Mussolini ήταν η πηγή του νέου φασιστικού κόσμου. Ήταν «εκείνος δίχως ίσο». Τα φασιστικά τραγούδια έδιναν έμφαση στη μοναδικότητα του Mussolini και την υπερβατική του δημιουργία νοημάτων. Φαντάζονταν πως ο «Λόγος» του ήταν η πηγή της κινητοποίησης. Η προσωπικότητα του φώτιζε τους νεκρούς. Το μονοπάτι του «πεπρωμένου» ήταν στα χέρια του Duce. Όπως έλεγε το φασιστικό τραγούδι, «Ο Αετός της Λεγεώνας», ο Mussolini ενσάρκωνε «την ευφυΐα, τη πίστη, το πάθος και την αλήθεια».

Οι φασίστες ήταν αντιμέτωποι με το «γιγαντιαίο έργο της δημιουργίας του αναλυτικού σώματος του φασιστικού πολιτισμού με το να αναλύσουν τη σκέψη του Mussolini». Όπως το έθεσε ο φασίστας Federico Forni το 1939, ο φασισμός ήταν τόσο η «δημιουργία και η απεικόνιση του κόσμου». Έτσι, η αλήθεια δεν ήταν απλά η απεικόνιση, αλλά και ήταν δομημένη ως δράση. Με άλλα λόγια, η αλήθεια ήταν το αποτέλεσμα μιας «εν τη γεννέσει επανάστασης [revoluzione in atto]. Αν η «γνώση» από τον δέκατο όγδοο αιώνα ως τις αρχές του εικοστού ήταν «επιστημονική», ο φασισμός ουσιαστικά άλλαξε την ιστορία της πολιτικής αντίληψης, εγκαταλείποντας την έννοια της επιστημονικής διαψευσιμότητας επειδή «ο φασισμός είναι αμετάβλητος και αιώνιος στις θεμελιώδεις αρχές του». Αντίθετα με την ευμετάβλητη επιστημονική αντίληψη της αλήθειας, ο Forni ισχυρίζονταν, «πως ως ένα μυθικό κίνημα που αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα όχι ως απόδειξη αλλά ως πίστη, ο φασισμός αντιεπιστημονικός. Ως μια αλήθεια πίστης υπερνικά την αλήθεια που φαίνεται». Για τους φασίστες, η αλήθεια δεν είναι το αποτέλεσμα της εμπειρικής παρατήρησης αλλά το αποτέλεσμα της μυστικιστικής πίστης στην ιερή φύση του φασισμού. Η «ενστικτώδης» υποταγή του λαού στον ηγέτη αντιπροσωπεύει μια νέα εποχή του πνεύματος. Ήταν ο «θρίαμβος του πνεύματος πάνω στην κτηνώδη δύναμη της ύλης». Στο κόσμο του φασισμού, το τρίπτυχο του Mussolini «πίστευε, υπάκουε, πολέμα» συνεπαγόταν την πραγμάτωση της δικαιοσύνης. Όπως διακήρυξε το Μεγάλο Συμβούλιο του Φασισμού το 1935 όσον αφορούσε τον ιμπεριαλιστικό φασιστικό πόλεμο στην Αιθιοπία, με «ενθουσιασμό αναγνωρίζουμε τον Duce ως τον υλοποιητή του υπέρτατου δικαιώματος του έθνους».

Στο φασισμό, η ιδεολογία του ηγέτη καθόριζε την αλήθεια. Ο αντιφασίστας Alexandre Koyré ερμήνευσε αυτό το φαινόμενο το 1934 ως εξής: «Η επίσημη φιλοσοφία των απολυταρχικών καθεστώτων ομόφωνα χαρακτηρίζουν ως παράλογη την ιδέα πως υπάρχει μια αντικειμενική αλήθεια, έγκυρη για όλους». Ο Koyré ονόμασε αυτό το φαινόμενο ως ριζοσπαστική ακτιβιστική κατανόηση της αλήθειας. Οι θεωριτικοί του απολυταρχισμού αρνούνταν την έμφυτη αξία της σκέψης:

Για εκείνους η σκέψη δεν είναι φως αλλά όπλο: η λειτουργία της, λένε, δεν είναι η ανακάλυψη της πραγματικότητας ως έχει, αλλά να την αλλάξει και να την μετασχηματίσει με σκοπό να μας οδηγήσει προς αυτό που δεν είναι.

Για τον Koyré, ο μύθος και η συγκίνηση αντικατέστησαν τις εμπειρικές φόρμες επαλήθευσης: «Υπό αυτές τις συνθήκες, ο μύθος είναι καλύτερος από την επιστήμη και η ρητορική που επιδρά στα πάθη είναι προτιμότερος από την απόδειξη που απευθύνεται στην διανόηση».

Οι φασίστες και οι αντιφασίστες είχαν κοινές κατηγορίες και ακόμη και λεξιλόγια αλλά διέφεραν κάθετα στις πολιτική τους σημασία και εγκυρότητα. Έτσι, στην άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος, ο Αργεντινός φασίστας ποιητής Leopoldo Lugones ισχυρίζονταν πως η «ευαπόδεικτη αλήθεια» δεν έδειχνε την απόλυτη αλήθεια. Την τελευταία, την εξίσωνε με τον ηρωισμό, τον εθνικισμό και την ομορφιά. Αν ο φιλελευθερισμός είχε μια φαινομενολογική αίσθηση της αλήθειας, αυτή ήταν μισή αλήθεια. Για τον Lugones, ο φασισμός αντιπροσώπευε μια αλήθεια που υπήρχε μέσα και έξω από την ιστορία. Είχε τις ρίζες του στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, τον χριστιανισμό και την ισπανική κατάκτηση της Αμερικής και αντιπροσώπευε μια πατριωτική επανάσταση εναντίον του φιλελευθερισμού. Επίσης συνδεόταν με διαϊστορικές (transhistorical) ιερές αλήθειες. Στην δική του εκδοχή αργεντίνικου κληροφασισμού, ο Lugones συσχέτιζε ισοδύναμα την αλήθεια με την εξουσία και το θεϊκό.

Όπως ο Lugones, ο Ισπανός φασίστας συγγραφέας Ramiro de Maetzu διατύπωσε την αρχή της ύπαρξης μιας «αιώνιας αλήθειας». Μέσα από την αναζήτηση του δίκαιου και της αλήθειας ως «υπερβατικές έννοιες» ήταν που εμφανίζονταν η πραγματικότητα. Παρόμοια, ο Gustavo Barroso, ο πιο σημαντικός φασίστας διανοούμενος της Βραζιλίας, ισχυρίζονταν πως ο βραζιλιάνικος φασισμός ήταν ο καλύτερος πολιτικός σχηματισμός στο κόσμο επειδή αντιπροσώπευε «αιώνιες αλήθειες». Οι αλήθειες αυτές του βραζιλιάνικου φασισμού υπόσχονταν μια υπερβατική αλλαγή, τους «μοντέρνους καιρούς» όταν η «ενότητα» του πνεύματος, του σταυρού και του έθνους θα κυβερνούσε. Όπως και ο Lugones και ο de Maetzu, ο Barroso αναγνώρισε την άνοδο μιας νέας εποχής με την αισθητική και την πολιτική πρωτοκαθεδρία μιας απόλυτης αλήθειας.

Ο Lugones, ο de Maetzu και ο Barroso δεν ήταν μόνοι τους ανάμεσα τους διατλαντικούς φασίστες παρουσίαζαν την αλήθεια ως την μίξη μιας μυθικής εκδοχής της ιστορίας, την ιδέα της πολιτικής ως του οχήματος για το ιερό, την εξίσωση του ωραίου και του δίκαιου στη πολιτική, και την αντίληψη πως η δικαιοσύνη ήταν πλήρως υποταγμένη στην εξουσία.

Στο φασισμό, η αλήθεια ήταν πραγματική ακριβώς επειδή ήταν βασισμένη σε μυθικούς σχηματισμούς. Θεωρούνταν πως ήταν ριζωμένη σε συναισθηματικές ακτινοβολίες, εικόνες και πράξεις που οι φασίστες ταύτιζαν με την πολιτική ιδεολογία. Η δράση παραμέρισε τις προγραμματικές σκέψεις. Όπως ισχυρίζονταν ο ηγέτης των βρετανών φασιστών Oswald Mosley, η φασιστική δράση ήταν αντιδιαμετρικά αντίθετη με το δημοκρατικό διάλογο. Η δράση ήταν στο επίκεντρο του «αληθινού πατριωτισμού του φασισμού». Αντίθετα, με την τυπική αντιφασιστική έννοια, τόσο για την Arendt όσο και τον Koyré ο φασισμός απλά αντιμαχόταν την αλήθεια. πιο ενδιαφέρον, και οι δυο σημείωσαν την κεντρικότητα της εικόνας στη φασιστική κατανόηση της αλήθειας. Όπως είπα αλλού, η διάσταση αυτή απασχόλησε ιδιαίτερα δυο πολύ διαφορετικούς συγγραφείς κατά την περίοδο αυτή: τον Sigmund Freud και τον Jorge Luis Borges. Για τον Borges, όπως όπως έγραψε στην εφημερίδα Nosotros το 1925, ο φασισμός και η Lugoneria (δηλαδή ο φασισμός του Lugones και η διάσημη δήλωσή του για την «ώρα του ξίφους») συνεπάγονταν μια «λατρεία» των αισθήσεων που δεν βοηθούσε στη σκέψη. Ο Borges εξίσωσε το φασισμό με «διανοητικό κατήφορο (tropezones intelectuales)». Για τον Freud, ο φασισμός βρίσκονταν σε ένα κόσμο όπου η αρχή της πραγματικότητας εξουσιάζονταν από μύθους και ηγέτες. Και για τους δύο συγγραφείς, το πρόβλημα του φασισμού ήταν ότι εφάρμοζε ένα ψέμα (μια βίαιη βάρβαρη ιδεολογία) στη δομική αλήθεια του κλασικού μυθικού κόσμου. Δεν ήταν μόνο η επιστροφή των διωγμένων θεών, η επιστροφή του κόσμου που ξεπεράστηκε από τον ορθολογισμό, αλλά επίσης η απολυταρχική υιοθέτηση του στη πολιτική.

Η έλλειψη αλήθειας του φασισμού για τον Freud και τον Borges, σχετίζονταν με τον ανορθολογισμό του, την μεταμόρφωση πλήθους αρχαίων μύθων σε μια μοναδική πολιτική μυθολογία. Ο Freud θεώρηση αυτή την άποψη του φασισμού ως μια παθολογική επίθεση στην αλήθεια. όμοια για τον Borges, ο αντισημιτισμός των Ναζί ήταν ριζωμένος σε μια «επίκτητη παραίσθηση». Για τους δύο στοχαστές, ο φασισμός αντιπροσώπευε την άρνηση των συναφών αληθειών (π.χ. ιστορία). Και οι δυο τόνιζαν την σχέση μεταξύ βίας, ρατσισμού και πίστης στο φασισμό.

Για τον Borges, ο φασισμός ήταν πλήρως καταστροφικός, και οι άνθρωποι μπορούσαν μόνο να ψεύδονται, να σκοτώνουν και να χύνουν αίμα για το ναζισμό. Ταύτιζε τη φασιστική βία με την «πίστη του ξίφους», μια υπερβατική μορφή βασισμένη στην «ηθική του τρόμου (ΣτΜ: ethics of infamy)». Ο Borges ξεχώρισε αυτή την ιδεολογική διάσταση δήλωσε, στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου, πως οι Γερμανοί είχαν κατηχηθεί, παρακολουθώντας «κατηχητικά άρνησης» σε αυτή την ηθική της βίας. Η ηθική των Ναζί όμως ήταν μια αντίφαση όρων. Ήταν μια «μη-ηθική» (la ninguna ética del nazismo). Δεν ήταν μια λογική εκπαίδευση που προέρχονταν από βιβλία αλλά περισσότερο από εικόνες, συναισθήματα. Ήταν με λίγο λόγια η επιστροφή της δεισιδαιμονίας.

Ο Borges αναγνώρισε πως ο φασισμός ήταν αντίθετος με το διάβασμα. Το 1944, προειδοποίησε πως ο φασισμός τελικά οδηγούσε στη καταστροφή της γνώσης. Θα άνοιγε το δρόμο προς το «θάνατο όλων των βιβλίων στη γη». από ειρωνεία της τύχης, αλλά δίχως την εκ των υστέρων επίγνωση του Borges το 1944 για τη συνεχιζόμενη εξόντωση των Εβραίων, ο Freud είχε ισχυριστεί πως το κάψιμο των βιβλίων ήταν προτιμότερο από το κάψιμο ανθρώπινων σωμάτων. Για τον Freud, ο κάψιμο των βιβλίων από τους Ναζί αντιπροσώπευε τη φασιστική άρνηση της καταγεγραμμένης κουλτούρας. Δήλωσε: «Πόση πρόοδο κάναμε. Στο Μεσαίωνα θα με έκαιγαν, τώρα ικανοποιούνται με το να καίνε τα βιβλία μου».

Στο πλαίσιο αυτό, είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε τις επιστημολογικές υπερβολές κάποιον φασιστών που έφτασαν μέχρι το σημείο να αρνούνται την αξία του διαβάσματος ως πηγή πολιτικής γνώσης. Για τους περισσότερους φασίστες, όμως, αν είναι αληθινό, έπρεπε να γίνει πράξη. Όπως έλεγε ο Mussolini με παιχνιδιάρικο ύφος, το βιβλίο και το μουσκέτο κάνουν το τέλειο φασίστα: «Libro e moschetto, fascista perfetto». Οι φασίστες είχαν μια πολύ διχασμένη σχέση με τα βιβλία και πιο γενικά με το πολιτισμό. Φυσικά, ο φασισμός στηρίζονταν από ισχυρά διανοητικά ρεύματα (από το φουτουρισμό και άλλες μορφές του μοντέρνου στη λογοτεχνία και στις τέχνες). Επίσης όμως ο φασισμός αγκάλιαζε τον ανορθολογισμό και τον αντιδιανοουμενισμό ως κεντρικές πηγές πολιτικής κινητοποίησης. Όπως είπε ο Περουβιανός μαρξιστής κριτικός στοχαστής José Carlos Mariátegui, για τον αυθεντικό φασίστα, ο φασισμός «δεν είναι μια ιδέα». Ο φασισμός αντιμάχονταν την τέχνη στο όνομα της βίας. Οι ιδεολογικές θέσεις του Mussolini «υποκινούνταν από το συναίσθημα».

Ο Mariátegui είχε αναλύσει κεντρικές θέσεις του φασισμού στα 1920, ιδιαίτερα τις θεμελιώδεις αντιδιαφωτιστικές του διαστάσεις. Για τον Mariátegui, ο φασισμός ενάντια στην «ελευθερία και τη δημοκρατία αλλά επίσης και εναντίον της γραμματικής». Απέρριπτε τον πολιτισμό, και αυτή ήταν μια ιδεολογική απόφαση. Παρομοίως για τον Adorno, ο φασιστικός συναισθηματισμός δεν υπονοεί ένα απλό «πρωτόγονο, απερίσκεπτο συναίσθημα» αλλά μάλλον μια ξεκάθαρη απόφαση να προσομοιώσουν ή να μιμηθούν αυτό που θεωρητικά ήταν ο κόσμος του ασυνείδητου. Οι φασίστες συνειδητά επιζητούσαν αυτή την «συλλογική οπισθοδρόμηση». Πρόσφερε στους οπαδούς του μια φαντασία αληθινών συναισθημάτων και καθόλου ορθολογισμό.

Για τους φασίστες, οι αφαιρέσεις και οι προβληματικοί συμβολισμοί δυνητικά οδηγούσαν στον φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία. Στην σχεδιασμένη επιστροφή των φασιστών στο κόσμο των συναισθημάτων και των εικόνων, το κείμενο ήταν δυνητικά επικίνδυνο. Το κείμενο ως μια απαραίτητη μορφοποίηση μια ιδέας ήταν επικίνδυνα μακριά από το αισθητηριακό. Οι ιδέες και οι ηθικές αξίες θεωρούνταν ως αντικατοπτρισμοί του ορθολογισμού που ο φασισμός έπρεπε να διορθώσει. Παραδόξως, για τους φασίστες, η «συναίσθηση» ήταν το αποτέλεσμα αυτής της βίαιης εξωτερίκευσης της αλήθειας (από βίαιες παραστατικές πράξεις που υπονόμευαν τη συμβολική και αναλογική τάξη πραγμάτων ως πραγματική, ξεκάθαρη βία και εξουσία). Η συναίσθηση και τα ένστικτα στο φασισμό ήταν αμοιβαία οργανικά με το φασιστικό κράτος. Εν συντομία, η προσπάθεια για να έρθουν στην επιφάνεια οι μυθικές δυνάμεις του ασυνείδητου όριζε τη φασιστική αντίληψη της συναίσθησης.

Το φασιστικό ασυνείδητο

Ο φασισμός υποτίθεται ότι αντιπροσώπευε ένα συλλογικό όχημα για την έκφραση και το πολιτικό συντονισμό ενός αυθεντικού όντος. Η αντίληψη αυτή της ψυχής ως μια αυθεντική εσωτερική αντίληψη του κόσμου ήταν στο κέντρο της φασιστικής διανοητικής διαδικασίας. Ήταν στη ρίζα της φασιστικής αντίληψης του πολιτικού. Στο πλαίσιο αυτό, ο αδερφός του Mussolini, Arnaldo Mussolini δήλωνε πως η θέληση που κυριαρχούσε στο φασισμό, οδηγούσε μια εσωτερική και γενική ανανέωση. Ουσιαστικά ισχυρίζονταν πως η δουλειά του Mussolini ήταν να συντονίσει αυτή τη συλλεκτική ψυχή (anima). Περισσότερο από τη τέχνη, η πολιτική μπορούσε να αδράξει και να μεταμορφώσει τη ψυχή και να την προβάλει στο μέλλον. Με λίγα λόγια, ο φασισμός αντιλαμβάνεται τη ψυχή ως τη πηγή της πολιτικής του νομιμοποίησης. Οι ατομικές και οι συλλογικές επιθυμίες του λαού ενσαρκωνόταν στη δημόσια εικόνα του ηγέτη. Ουσιαστικά, ο ηγέτης ήταν, υπό μια έννοια, η έκφραση της φασιστικής ιδέας της λαϊκής κυριαρχίας. Φυσικά, αυτές οι ιδέες περιλαμβάνονταν στο συλλογικό αλλά μόνο ονομαστικά. Μόνο ο ηγέτης ήταν η ορθή έκφραση των κυρίαρχων λαϊκών επιθυμιών. Καταλάβαινε πλήρως τις συλλογικές φιλοδοξίες του έθνους, ή, για να το πούμε διαφορετικά, ήξερε καλύτερα τι πραγματικά ήθελε ο λαός από ότι οι ίδιος ο λαός. Όπως το έβλεπε ο Hitler, ο ρόλος του ηγέτη ήταν να εκπληρώσει τις επιθυμίες του λαού γιατί:

Ο ίδιος ο απλός λαός τρέφει άπειρες επιθυμίες και έχει γενικές πεποιθήσεις, αλλά δεν μπορεί να δεν μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένη καθαρότητα όσον αφορά την ακριβή φύση των ίδιων των στόχων ή της επιθυμίας τους, πόσο μάλλον την πιθανότητα να εκπλήρωσής της.

Ο ρόλος του μαέστρου, του «δυνατότερου άνδρα», είχε χαθεί από την «φυσική τάξη». Ο Hitler έμοιαζε να εννοεί πως η εσωτερική πεποίθηση πως ο ηγέτης ήταν ο το ένα και μοναδικό άτομο που πραγματικά είχε σημασία, έμοιαζε με μια μορφή θρησκευτικής αναγέννησης. Πριν ο ηγέτης μπορέσει να ανέβει στην εξουσία, θα έπρεπε να προκύψει από μια λαϊκή «ψυχική ανάγκη». Ο Hitler έλεγε πως τα έθνη που δεν μπορούν να βρουν μια «ηρωική λύση» ήταν «ανίκανα», ενώ ταύτισε την ικανότητα με την ικανοποίηση των πολιτικών επιθυμιών του λαού μέσα από την ενσάρκωση ολόκληρου του λαού μέσα από την εικόνα του ηγέτη: «Η μοίρα κάποια στιγμή του χαρίζει τον άνδρα που είναι έτοιμος για αυτό το σκοπό, που επιτέλους φέρνει την ολοκλήρωση που λαχταρούσαν από καιρό». Έβλεπε την άφιξη ενός τέτοιου άνδρα ως το αποτέλεσμα ενός μυθικού αγώνα, ένα διαϊστορικό πεπρωμένο που δεν μπορούσε να στηριχθεί μόνο από γεγονότα. Ο μαέστρος ήταν «ο καλύτερος άνδρας» που τοποθετήθηκε από την ιστορία «στη θέση που του άνηκε. Αυτό θα είναι πάντοτε έτσι και θα παραμείνει έτσι, όπως πάντοτε ήταν έτσι». Στη μυθική του αντίληψη για απευθείας συνδέσεις μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος, ο Hitler αντιτάσσονταν την «αλήθεια» της «δήθεν ανθρώπινης σοφίας». Η ιστορία περιλάμβανε συνειδητούς και «ασυνείδητους αγώνες για την ηγεμονία».

Ο Mussolini επίσης έβλεπε τον εαυτό του ως τον βασικό ερμηνευτή του συλλογικού ασυνείδητου. Το ίδιο ίσχυε στη γαλλική γενεαλογία του φασισμού. Όπως σημειώνει ο Zeev Sterhnell, ενώ ο Maurice Barrès διατύπωνε τη «προτεραιότητα του ασυνείδητου», ο Charles Maurras επέμενε πως τα ένστικτα και το ασυνείδητο ήταν ουσιαστικά. Η νομιμότητα του φασισμού βασιζόταν στη μοναδική αντίληψη της πολιτικής νομιμοποίησης σχετιζόμενη με το ασυνείδητο. Στο πλαίσιο αυτό, η λαϊκή κυριαρχία δεν ήταν εκλογική έκφραση μιας λαϊκής πλειοψηφίας αλλά η δυική της πραγμάτωση στο φασιστικό κράτος και τον ηγέτη του. Ο φασισμός ενσαρκώθηκε στο απολυταρχικό κράτος που ο Mussolini δημιούργησε. Όπως ισχυρίζονταν ο Ιταλός φασίστας Michele Bianchi:

[Η] προσωπικότητα του κράτους είναι ζωντανή και δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα ή ένα δικαστικό πρότυπο. Είναι όμως ένα συναίσθημα και μια θέληση: το συναίσθημα και η θέληση του λαού.

Έτσι ο Bianchi ισχυρίζονταν πως, ο Mussolini, το κράτος δεν ήταν απλά μια πολιτική πραγματικότητα αλλά επίσης μια «ιδανική και ηθική πραγματικότητα».

Η θέληση αυτή του κράτους ήταν το αποτέλεσμα της κατάκτησης του από το φασισμό. Δεν ήταν ένα τυπικό κράτος αλλά το φασιστικό κράτος. Είχε τις βάσεις του στη φασιστική αντίληψη, και προσομοίαζε, το μυθικό του ασυνείδητο. Η φασιστική δικτατορία έγινε η εξωτερίκευσή του. Αυτή η αντίληψη του ασυνείδητου ήταν ιδεολογική με την έννοια ότι αντιμετωπίζονταν ως μύθος, με τη σειρά του υπερέβαινε το βιολογικό ή το ψυχικό επίπεδο. Οι ισχυρισμοί αυτοί για την εσωτερική αυθεντικότητα των φασιστικών πολιτικών ήταν στη πραγματικότητα, μια φασιστική εκλογίκευση. Με άλλα λόγια, αποτελούσαν ένα σκεπτικό για την εξήγηση τη φασιστική πολιτική και μη-προγραμματική έμφαση στις ορμές, του μύθους και τις φαντασιώσεις. Έτσι, ειρωνικά, το φασιστικό ασυνείδητό ήταν αναγκαστικά εννοιολογικό.

Σύμφωνα με τη φασιστική οπτική, η λαϊκή εξουσία είχε ανατεθεί για πάντα στον ηγέτη που λειτουργούσε ως η καλύτερη έκφραση του ιδανικού εαυτού του λαού. Ο ηγέτης ενσάρκωνε τη κυριαρχία του λαού. Αν οι μονάρχες ενσάρκωναν τους ίδιους, η αξίωση στη νομιμότητα από τον ηγέτη εξαρτιόνταν από το λαό, αλλά με τη φασιστική έννοια, η νομιμότητα αυτή δεν ήταν κενή θεϊκών προεκτάσεων. Ο Mussolini δήλωσε πως η «κυριαρχία του λαού» υπήρχε μόνο μέσα από την απόλυτη ανάθεση. Ο ηγέτης κυβερνούσε με τη πυγμή, όχι με την συναίνεση. Η ίδια η ερμηνεία του Mussolini όμως φανερώνονταν όχι μόνο στις αναλύσεις του για την υπάρχουσα λαϊκή θέληση ή την επιβεβαίωση «της βεβαιότητας του λαού στην ικανότητα του», αλλά πολύ πιο σημαντικά στα ίδια του τα ένστικτα. Όπως ο Hitler, ο Duce πίστευε πως ήξερε τι ήθελε πραγματικά ο λαός. Φανταζόταν πως μπορούσε να αισθανθεί το «παλμό του έθνους» από μέσα. Ο Mussolini συνέχεε τις επιθυμίες του λαού με εκείνες του ιερού. Το 1926 δήλωσε πως όταν σκέφτεται το ιστορικό πεπρωμένο του έθνους και τα γεγονότα που διαδραματίζονταν, ήταν σε θέση να «δει», «το αδιαμφισβήτητο χέρι της θείας πρόνοιας, το αδιαμφισβήτητο σημάδι του θεϊκού». Πολλοί φασίστες συμφωνούσαν. Για αυτούς, ο νους του Mussolini έδειχνε την «μεγαλειώδη διάχυση του θεϊκού στον άνθρωπο». Η ψυχή του Mussolini θεωρούνταν ως η ιδανική ενσάρκωση όλων των ψυχών, η ιδανική πηγή για την ανάλυση της εσωτερικής ιταλικής αυθεντικότητας. Το αποτέλεσμα ήταν η συνεχής επαναδιαμόρφωση του φασισμού μέσα από παραστατικές αναπαραστάσεις, δηλαδή των πολιτικών υλοποιήσεων των φαντασιώσεων και των επιθυμιών του. Όπως είπε ο φασίστας στοχαστής Camillo Pellizzi, δεν υπήρχε ως τότε ανάγκη για ένα φασιστικό δόγμα μιας και το δόγμα εκπροσωπούνταν κυρίως από την εικόνα και τις πράξεις του Mussolini. Σαν να έδειχνε μια θεωρία πολιτικών ορμών, αυτός ο απόλυτος ακτιβισμός της αυτενέργειας του Mussolini, εξηγούνταν συχνά ως το αποτέλεσμα της επιβεβαίωσης της ζωής πάνω στο θάνατο, όπως δηλώνονταν στον ύμνο «Ήρωες της Φασιστικής Επανάστασης». Όπως ένα άλλο τραγούδι «Ο Ύμνος του Mussolini» έλεγε, ήταν ο σωτήρας των φασιστών. Ο ίδιος ο Mussolini εξίσωνε τη ζωή με μια ριζοσπαστική αντίληψη πάλης.

Υπό τη φασιστική έννοια, όπως τα ένστικτα, η ψυχή, ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα, οι λέξεις ήταν ενσαρκώσεις του μυθικού. Ήταν βιολογικές πραγματικότητες αλλά και συλλογικά κληροδοτήματα του αυτοκρατορικού παρελθόντος. Κενοί ορθολογικών ερμηνειών, οι φασιστικοί εσώτεροι εαυτοί δεν ήταν πιο ψυχικές αφαιρέσεις αλλά ζωντανές αντιπροσωπεύσεις του αυτοκρατορικού μύθου του έθνους. Αντίθετα από την αφηρημένη (και για αυτόν προβληματική) διάκριση μεταξύ του σώματος και του μυαλού, ο Pellizzi πίστευε πως η «ψυχή» ήταν μια «απορροφητική πραγματικότητα» (realtà assorbente). Οι φασίστες συνέλαβαν την πολιτική τους ως έκφραση αυτής της «πραγματικότητας» μέσα από τις «έμφυτες» εμπειρίες της βίας, του πολέμου και του ιμπεριαλισμού. Η αυτοκρατορία ήταν η ουσιώδης έκφραση του «ιεραρχικού ενστίκτου». Όπως έδειξα αλλού η φασιστική ιδέα του ασυνείδητου δίνει έμφαση στην ανάγκη να αναγνωριστεί η επιθυμία του ηγέτη προέρχεται πραγματικά από τις καταστροφικές ορμές, δηλαδή μια επιβεβαίωση των βίαιων επιθυμιών. Με λίγα λόγια, ο φασισμός έγινε επιθυμία αλλά την ίδια στιγμή κατέπνιξε όλες τις εκφράσεις επιθυμιών που δεν ήταν σχετικές με τα κεντρικά σημεία του ιδεολογικού φασισμού, δηλαδή του ολοκληρωτικού πολέμου, της γενικευμένης βίας και τη συμβολική και πρακτική καταστροφή του εχθρού. Ο φασισμός αντιπροσώπευε την απολυτοποίηση των βίαιων ενστίκτων στη πολιτική σφαίρα. Αυτό αποδίδονταν συνοπτικά από την μουσσολινική ιδέα του «ζήσε επικίνδυνα» ή όπως το έθετε ο Ισπανός φασίστας Giménez Caballero, ήταν ένας δημιουργικός κίνδυνος εμποτισμένος με μυστικισμό. Ο τέλειος κόσμος του ήταν τέτοιος που οι έννοιες «του πόνου και του πολέμου» είχαν μια «θετική και υπερφυσική αξία».

Φασισμός εναντίον Ψυχανάλυσης

Οι φασιστικές αυτές ιδέες για ένα μυστικιστικό, βίαιο και ιεραρχικό εαυτό στέκονταν απέναντι από την ψυχαναλυτική σκέψη. Για πολλούς φασίστες, οι ψυχαναλυτικές μορφές του ασυνείδητου αφορούσαν μόνο τον εχθρό. Με τη σειρά του ο Freud, αρνούνταν την ιερή διάσταση του φασισμού και τον παρουσίαζε ως την επιστροφή μιας βαρβαρότητας δυτικού τύπου. Για τον Leopoldo Lugones, ο Freud αμφισβητούσε τα ιερά και τη πολιτική που αντιπροσώπευε ο φασισμός. Ο Lugones δήλωσε «Ο Θεός δεν είναι [για τον Freud] τίποτα περισσότερο από την εξιδανίκευση, ο ίδιος διπολικός, του Totem ή του κατοικίδιου-κτήνους που κάποιες άγριες φυλές έχουν». Για τον Lugones, ο Freud αντιπροσώπευε μια «αντιθρησκεία» που έδινε έμφαση στην αρνητικότητα των δυνάμεων των ενστίκτων. Ο Lugones αντιμετώπιζε την ψυχανάλυση πρώτα απ’ όλα ως «αντιχριστιανική» και έτσι ανταγωνιστική στην φασιστική του αντίληψη μιας Χριστιανικής Αργεντινής.

Στην Αργεντινή επίσης κληροφασίστες ιερείς όπως ο Virgilio Filippo ανησυχούσαν για τις ψυχαναλυτικές οπτικές πάνω στην κανονικότητα, την επιθυμία και τη παθολογία. Για εκείνους υπήρχε μια γραμμή που ο φασίστας δεν έπρεπε να περάσει: έτσι, οι Εβραίοι ήταν σεξουαλικά αφύσικοι και οι φασίστες όχι. Ο Filippo έβρισκε την φραϋδιανή νομιμοποίηση και πραγμάτωση της επιθυμίας ιδιαίτερα προβληματική. Έτσι ο Filippo αναγνώρισε, επινόησε και υποβίβασε το «ονειρικό εγώ»: «το εγώ του κατώτερου τμήματος, ενστικτώδες και ασυνείδητο». Για τον Filippo ήταν ξεκάθαρο πως αυτό το «ονειρικό εγώ» ήταν εντελώς Εβραϊκό στις αδιαμεσολάβητα σεξουαλικές, ασυνείδητες βάσεις του, στον ίδιο βαθμό που το «συνειδητό εγώ» ήταν γνήσια Καθολικό και Αργεντινό στην ικανότητα του να καθορίζει τη θέληση των ατόμων. Έτσι ο Filippo αφιερώθηκε στο να ξεσκεπάσει τον Freud, ως υπέρμαχο της δύναμης της libido. Ο Freud, όπως και ο Albert Einstein, ήταν κεντρική φιγούρα στο πλαίσιο του «κυρίαρχου υλισμού», που σύμφωνα με το Filippo, υπόσκαπτε την Αργεντινή και την Καθολική δυνατότητα να δαμάσει δια της πλήρους καταστολής τις ενοχλητικές δυνάμεις του ασυνείδητου. Με τον ίδιο τρόπο, πολλοί Ιταλοί φασίστες αναγνώρισαν ένα δίπολο μεταξύ του κανονικού εγώ και του Εβραϊκού. Για τους φασίστες, ο Freud, «βύθισε την ηθική στο βούρκο της libido». Σε ένα επίκαιρο άρθρο με τίτλο «Κάτω ο Freud», ο φασίστας Alberto Spaini αναφέρονταν στον Freud, ως ένα ψεύτικο «Εβραίο ‘ποντίφικα’» που αμφισβητούσε την αμεταβλητότητα της ψυχής. Ο ίδιος ο Mussolini αναφέρονταν στον Freud ως το «Μέγιστο ποντίφικα» της ψυχανάλυσης. Η ιδέα πως ο Freud αμφισβητούσε την αμεταβλητότητα των κανονικών ψυχών ήταν αφόρητη για τους φασίστες. Παρόλα αυτά όμως είναι αξιοσημείωτο, πως ήταν διατεθειμένοι να αντιμετωπίσουν τον Freud με τους δικούς του όρους. Οι φασίστες τόνιζαν πως η θεωρία του Freud για το ασυνείδητο δεν είχε καμιά τύχη σε μια καταπρόσωπο αντιπαράθεση με τη δύναμη της θέλησης. Είδαν την θέληση ως την έκφραση της ψυχής και τον δημιουργό της αλήθειας. Αν η δική τους εκδοχή του ασυνείδητου ήταν το σημείο από όπου προέρχονταν ο απολυταρχικός εθελοντισμός τους, επέμεναν πως ο Freud την παρουσίαζε ως μια ζωώδη μορφή που ήταν εκτός ιστορίας.

Στο φασισμό, η φυλή «αποκαλύφθηκε» στην «διαίσθηση» και «ευφυΐα» του «υποσυνείδητου». Ενώ η ψυχανάλυση παρουσίαζε την θεωρία πως το ασυνείδητο είναι σαν την «έφοδο ενός αρχέγονου γορίλα», ο φασισμός έφερε στο προσκήνιο και διαρκώς παρουσίαζε την «αρχέγονη θέληση για ζωή». Ο φασισμός στήριζε τον «άνθρωπο που τιμούσε την ανωτερότητα του» ενώ ο «φροϋδικός άνθρωπος» ήταν ο άνθρωπος της libido. Αν ο πρώτος ήταν η επιτομή μια ανώτερη μορφή αρρενωπότητας, ασυγκράτητες σεξουαλικές ορμές κυριαρχούσαν στο δεύτερο. Για πολλούς φασίστες, η ψυχανάλυση αμφισβητούσε τα βασικά αξιώματα της φασιστικής επανάστασης, προτείνοντας εναλλακτικές εκδοχές της ιστορίας, της ηθικής, της τέχνης και του μύθου. Αμφισβητούσαν την φροϋδική αντίληψη του ασυνείδητου ως «του αποθετηρίου όλων των απορριμμάτων του πνεύματος». Για αυτούς, η ψυχανάλυση πρότεινε τους δικούς της μύθους υπεβατικότητας και καταστροφής. Σε μια αξιοσημείωτη στιγμή προνοητικότητας, ο φασίστας Alfonso Petrucci είπε: «το δόγμα του Εβραίου Freud είναι καινούριο μόνο στη μορφή και είναι μέρος της αιώνιας μάχης μεταξύ του υποχθόνιου κόσμου και του κόσμου του φωτός». Για τους φασίστες, ο Freud ήθελε μόνο την «καταστροφή». Αντίθετα, η φασιστική επανάσταση συνδύαζε «καταστροφή» και «κατασκευή». Όπως δήλωσε ο φασίστας καθηγητής Domenico Rende, η φροϋδική θεωρία του ασυνείδητου ήταν «ουσιαστικά ενάντια στο φασιστικό δόγμα». Φασίστες όπως ο Rende πρόβαλε την αντισημιτική οπτική πως μόνο Εβραίοι μπορούσαν να είναι το αντικείμενο αφύσικης συμπεριφοράς. Η ψυχανάλυση ήταν το αποτέλεσμα της ασθένειας που υποτίθεται πως αντιμετώπιζέ αλλά ο φασισμός θα «θεράπευε» τους μη Εβραίους από την ψυχανάλυση.

Πολλοί φασίστες συνοδοιπόροι του συμφώνησαν με αυτές τις θέσεις. Για παράδειγμα, ο Carl Jung, πρώην μαθητής του Freud και έπειτα μέρος της ακαδημαϊκής αντίστασης στην ψυχανάλυση, πίστευε πως η εβραϊκή ψυχή μπορούσε να ελεγχθεί αλλά όχι η «Άρια». Για τον Jung, το εβραϊκό ασυνείδητο ήταν ένα προβληματικό πράγμα ενώ η άρια ψυχή ήταν πηγή αυτογνωσίας και πολιτισμού. Αντιμετώπιζε το γερμανικό φασισμό σαν να βουτάει στα «βάθη» της.

Ο φασισμός αντιπροσώπευε μια προσπάθεια να θολώσει τη γραμμή μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού, δηλαδή, να σηκώσει το φραγμό μεταξύ (i) των εσώτερων επιθυμιών του μυαλού και (ii) τον εξωτερικό κόσμο. Οι φασίστες συνέλαβαν αυτή τη διαδικασία σαν μια μορφή ριζοσπαστική ιστορικής ανάγκης, μια φασιστική μορφή ακραίου ιστορικού βολονταρισμού. Για τους ναζί, η πρωτοκαθεδρία της θέλησης περιελάβανε ένα μυθικό ιστορικό συνεχές από το σκοτάδι στο φως και από τα μεσαιωνικά σκηνικά στην σύγχρονη ηγεσία του Hitler, όπως παρουσίαζε η διαβόητη ταινία της Leni Riefenstahl Ο Θρίαμβος της Θέλησης. Και ο ναζισμός και ο φασισμός βάσιζαν την ερμηνεία του εθνικού σε μια ερμηνεία του ιστορικού που συχνά απέκλινε από τις ιστορικές καταγραφές, ακριβώς επειδή ήταν γεμάτοι με μυθικά στοιχεία. Η Ρώμη είχε για τους Ιταλούς φασίστες (τουλάχιστον πριν τους ιταλικούς φυλετικούς νόμους του 1938) τις ίδιες μυθικές διαστάσεις που εμφανίζονταν στο φαντασιακό παρελθόν της φυλής στο ναζισμό.

Όπως υποστηρίζει ο Saul Friedlander: «Ο ναζισμός χρησιμοποίησε ένα σύνολο φανερά ανούσιων εικόνων που παρόλα αυτά σταθερά προκαλούσε μια επιθυμία για το ιερό, το δαιμονικό, το πρωτόγονο – με λίγα λόγια, για τις δυνάμεις του μύθου». Όμως αν, για το Freud, οι μύθοι λειτουργούσαν σαν αλληγορίες, ως μεταφορές των εργασιών του ασυνείδητου, ο φασισμός πραγμάτωνε τους μύθους ως ιδανικές εκφράσεις των εργασιών της ψυχής. Ο George Sorel επεσήμανε τις ισχυρές πολιτικές και αναλυτικές διαστάσεις της μυθικής σκέψης. Ο Mussolini και ο Hitler πήγαν ένα βήμα παραπέρα και όχι μόνο χρησιμοποιούσαν μύθους αλλά επίσης τους αγκάλιασαν ως ανώτερες αλήθειες, δηλαδή, να λειτουργούν ως πηγές της πράξης της φασιστικής νοηματοδότησης.

Οι Δυνάμεις της Καταστροφής

Η φασιστική επανάσταση συνεπάγονταν μια ριζοσπαστική μεταμόρφωση του εαυτού. Με το φασισμό, οι πολιτικές δυνάμεις υποτίθεται πως είχαν απελευθερωθεί. Οι φασίστες αναζήτησαν το ασυνείδητο ως φασιστικό πλαίσιο αυτοπραγμάτωσης. Για εκείνους, η αναζήτηση των ενστίκτων μπορούσε να οδηγήσει σε διατάραξη της τάξης και χάος, αλλά πλαισιωμένη μέσα από το φασισμό, οδηγούσε σε πολιτική κυριαρχία. Όπως το έθεσε ο Massimo Scaligero, ο φασισμός επέβαλε τη «τάξη» στο εγώ με το να το «φέρει από το επίπεδο της ασυνείδητης παρακμής και υλικού σκότους στο φως της απόλυτης αλήθειας, που καθορίζεται και συνειδητά κατασκευασμένη». Αυτή η κατασκευή της πραγματικότητας ήταν το αποτέλεσμα της πράξης της υποταγής στην ιδεολογία του ηγέτη. Έτσι, οι άνδρες φασίστες ήταν τοποθετημένοι πολύ μακριά από «νευρωτικούς, τους κολακευμένους και εκείνους που επηρεάζονταν από εγωιστικό συναισθηματισμό». Η φασιστική υποταγή αντιπροσώπευε την «μετάφραση» του εσωτερικού κόσμου του ασυνείδητου στην απόλυτα συνειδητή τάξη του φασισμού. Ήταν μια πράξη ισχύος (forza). Ήταν μια πράξη «εντολής προς τον εαυτό».

Ο φασισμός απαιτούσε την εξερεύνηση το ασυνείδητου, την μετάφραση του σε πολιτική και την θέληση να πολεμήσει για αυτή τη ριζοσπαστική πηγή βίας και αυθεντικότητας. Αυτή η φασιστική πραγμάτωση του ρόλου των βίαιων επιθυμιών στην πολιτική απασχολούσε βαθιά τον Freud και πυροδότησε μια σημαντική αλλαγή στη θεωρία του για το ασυνείδητο. Παρά την φασιστική έμφαση στην καταστροφική φύση στην εγωιστική ψυχαναλυτική libido, για τον Freud η libido ήταν στην πραγματικότητα ήταν αντίθετη στις καταστροφικές δυνάμεις του ασυνείδητου, αυτό που ονόμαζε «καταστροφικό ένστικτο». Ήταν σε αυτή τη περίοδο του φασισμού που ο Freud απέδωσε στο τελευταίο μια ακατανίκητη αυτονομία από των Έρωτα. Αν νωρίτερα, ο Έρωτας και ο Θάνατος είχαν δουλέψει λίγο πολύ μαζί, ο φασισμός κατέληξε να αντιπροσωπεύει την απώλεια αυτής της αδύναμης σταθερότητας. Σύμφωνα με τον James Strachey, ήταν εξαιτίας του φασισμού, και ιδιαίτερα οι πράξεις του Hitler, που ο Freud απέδωσε όλο και μεγαλύτερη αυτονομία στις δυνάμεις της καταστροφής, «το ανθρώπινο ένστικτο επιθετικότητας και αυτοκαταστροφής. Όπως παρατήρησε ο Freud το 1930 στο έργο του Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας, όσον αφορά τη καταστροφή, «η παρούσα χρονική στιγμή αξίζει ιδιαίτερης προσοχής». Εδώ ο Freud έδωσε σημασία στις ενδείξεις των όλο και περισσότερων αποφάσεων της πολιτικής της καταστροφής, μια εξελισσόμενη κυριαρχία που αντιμετώπισε με ιδιαίτερα απαισιόδοξους όρους:

Οι άνθρωποι που πήραν τον έλεγχο των δυνάμεων της φύσης σε τέτοιο βαθμό, που με τη βοήθειά τους δεν θα είχαν καμία δυσκολία να εξοντώσουν ο ένας τον άλλο, ως τον τελευταίο.

Το 1931 ο Freud πρόσθεσε μια πρόταση στην προηγούμενη παράγραφο, την τελευταία του κειμένου. Αφορούσε την ικανότητα του Έρωτα να κυριαρχήσει πάνω στη καταστροφή, ο Freud αναρωτήθηκε: «Ποιος όμως μπορεί να προβλέψει σε ποιο βαθμό επιτυχίας και με ποιο αποτέλεσμα;». είδε το ερώτημα αυτό ως μελαγχολικά ρητορικό. Σε μια ιδιωτική επιστολή το 1936, είπε: «ο κόσμος γίνεται τόσο θλιβερός που οδεύει προς μια γρήγορη καταστροφή». Στην απάντηση του σε μια πρόσκληση να εγκαταλείψει τη Βιέννη και να εγκατασταθεί στο Μπουένος Άιρες το 1933, ο Freud περιέγραψε το ναζισμό ως το «γερμανικό όνειδος». Γενικότερα εξίσωσε το φασισμό με μια βάρβαρη «εκπαίδευση». Ο φασισμός αντιπροσώπευε μια «οπισθοδρόμηση σε ένα πλήρη προϊστορικό βαρβαρισμό».

Ο φασισμός απεχθανόταν την απόπειρα του ορθολογισμού τις εσωτερικές επιθυμίες για πολιτική κυριαρχία. Υπό την έννοια αυτή, ήταν ενστικτωδώς και σχεδόν διαλεκτικά εχθρικός στην θεωρία του Freud, κατά το μεσοπόλεμο, για το ασυνείδητο και επίσης στα επικριτικά επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν από την Arendt, τον Mariátegui, τον Adorno, τον Horkheimer, τον Cassirer, τον Borges και πολλούς άλλους την εποχή εκείνη. Στο πλαίσιο αυτό, κάποιος θα μπορούσε να πει πως η αντίσταση του φασισμού στη κριτική θεωρία ήταν ουσιαστικά μέρος της αντανακλαστικής αντίδρασής του στον ορθολογισμό. Η αντίσταση στον ορθολογισμό βασίζονταν σε κάτι που ο Gramsci, πιθανώς σκεπτόμενος το φασισμό, βρισκόταν μέσα στο βασίλειο των πολιτικών φαντασιώσεων γύρω από τον εαυτό και τον υποταγμένο ρόλο του στο συλλογικό. Ξεκάθαρα τόνιζε τη κεντρικότητα του μυστικισμού και του ιερού στο πλαίσιο του πολιτικού. Ο Adorno συμφωνούσε όταν σημείωσε πως η καταστροφικότητα ήταν στο επίκεντρο του ψυχολογικού πνεύματος του «φασιστικού πνεύματος». Ενώ τα φασιστικά προγράμματα ήταν «αφηρημένα και ασαφή», οι φασιστικές συνειδητοποιήσεις ήταν ψευδείς και αυταπάτες. Ο φασισμός είχε βαθιά αρχαϊκές ρίζες. Παρουσίαζε την «χοντροκομμένη» μεταμόρφωση του χριστιανικού δόγματος σε συνθήματα «πολιτικής βίας». Περιελάβανε αποκαλυπτικές, σκέψεις αυτοθυσίας, προσομοίωση και προβολή. Ο Adorno έκανε διάκριση μεταξύ των ηγετών και των οπαδών. Ενώ οι πρώτοι συχνά προσποιούνταν την θρησκευτικότητα και τα πιστεύω τους, οι οπαδοί επέτρεπαν στους εαυτούς τους να παρασύρονται από ψέματα. Ήθελαν απλά να πιστεύουν με θρησκευτική θέρμη στο πανίσχυρο εγώ του φασίστα ηγέτη. Ο ηγέτης επιβεβαίωνε μια «βασική ταυτότητα» με οπαδούς βασισμένη σε υπονοούμενα. Ο Adorno έτσι έκανε αναφορά στο «ρόλο που απέδωσε ο Freud στις αναφορές στη διάδραση μεταξύ του συνειδητού και του ασυνείδητου». Οι ηγέτες πρόβαλαν τις επιθυμίες τους εξίσου πάνω σε εχθρούς και οπαδούς. Με τη σειρά τους, ο πρωταρχικός τους στόχος ήταν η εκπλήρωση των καταστροφικών επιθυμιών των οπαδών.

Η επιθυμία και η καταστροφή ήταν σημεία κλειδιά για την άνοδο του φασισμού. Ο Mariátegui σημείωσε πως ο Mussolini δεν δημιούργησε το φασισμό, αλλά «από μια συναισθηματική κατάσταση, εξήγαγε ένα πολιτικό κίνημα». Ο Mariátegui αναρωτιόταν πως ο Mussolini μπορούσε ν ακούγεται τόσο πεπεισμένος από το φασισμό όσο και από το σοσιαλισμό:

Ποιος ήταν ο μηχανισμός της διαδικασίας της μεταστροφής από το ένα δόγμα στο άλλο; Αυτό δεν είναι εγκεφαλικό φαινόμενο. Είναι παράλογο. Η μηχανή πίσω από αυτή την αλλαγή στην ιδεολογική νοοτροπία δεν ήταν η ιδέα. Ήταν το συναίσθημα.

Στη πραγματικότητα, ήδη από το 1914 ο Mussolini είχε αναγνωρίσει την απομάκρυνση του από το σοσιαλισμό ως αποτέλεσμα της ανάγκης να ακολουθήσει «τη νέα αλήθεια, την αγία αλήθεια». Ο μελλοντικός ηγέτης είχε ταυτίσει αυτή την αγία αλήθεια με την βία. Ο Mariátegui συμφώνησε πως ο Mussolini είχε συνειδητά αποφασίσει να αφήσει πίσω του τον σοσιαλισμό και να αγκαλιάσει τη φασιστική «λατρεία της βίας». Αλλά δεν είδε αυτή τη νέα πολιτική ως αποτέλεσμα προσωπικής απόφασης. Για τον περουβιανό στοχαστή, η νέα πίστη του Mussolini είχε επιβληθεί από την ταξινομία των οπαδών του. Περίμεναν μια συγκεκριμένη πραγματικότητα από εκείνον και την πρόσφερε. «Η ιδεολογική του ομοουσιόητα» ήταν αποτέλεσμα της απόφασής του να ταυτιστεί με τις προσδοκίες των φασιστών οπαδών του.

Ο Gramsci, ο Adorno και ο Mariátegui, όπως η Arendt και άλλοι, δεν ήταν εντελώς πρόθυμοι να πιστέψουν πως οι φασίστες πίστευαν συνειδητά όσα έλεγαν. Αλλά στην πραγματικότητα, ο φασισμός συνειδητά ενσάρκωνε μια θεώρηση του εαυτού, επικεντρωμένη στο πολιτικό ρόλο του ασυνείδητου. Ο φασισμός εξίσωσε το πέρασμα από την ασυνειδητότητα στη συνειδητότητα με την αποκάλυψη υπερβατικών αληθειών. Για τον Adorno, αυτή η αντίληψη της αλήθειας ήταν βασισμένη εξίσου και στο φετιχισμό της πραγματικότητας και τις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας. Ο φασισμός εξίσωνε ότι ήταν σωστό με την λυτρωτικές αντιλήψεις της σωτηρίας. Ο ηγέτης ονειρευόταν «μια ένωση του τρομερού με το θαυμάσιο». Το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο ο θάνατος και η καταστροφή του εχθρού αλλά και του εαυτού. Η δομή του φασισμού ήταν βασισμένη στην «ασυνείδητη ψυχολογική επιθυμία για αυτοκαταστροφή». Ο Adorno προειδοποίησε τους αναγνώστες του πως να και οι λόγοι του Hitler ήταν «ανειλικρινείς», το λάθος πολλών καλλιεργημένων ανθρώπων ήταν πως δεν το έπαιρναν στα σοβαρά. Η Hannah Arendt τόνισε επίσης την υπονοούμενη διάσταση του φασισμού. Ο ναζί βασίζεται «στον υπαινιγμό ορισμένων θεμελιωδών αληθειών», που πίστεψαν οι «εύπιστοι Ευρωπαίοι» και οδηγήθηκαν από τους Ναζί σε μια «κυκλώνα» της «καταστροφής της ίδιας».

Ενώ πολλοί αντιφασίστες παρουσίαζαν το φασισμό ως κάτι που επεδίωκε να προσποιηθεί γελοίους αταβισμούς, οι φασίστες έψαχναν τις αρχαϊκές αντιληπτές διαστάσεις του εαυτού. Είδαν μέσα σε αυτές τον αυθεντικό πυρήνα της αλήθειας. Αυτή είναι η ανάγνωση που ο Borges τόνισε στην κριτική του ανάλυση του φασισμού στη διάρκεια των χρόνων του μεσοπολέμου. Επίσης είδε το φασισμό ως συναισθηματικό. Αλλά πήγε πιο μακριά. Ο φασισμός ήταν μια πολιτική συλλογή υποκειμένων που μελετούσαν το αδύνατο για να γίνουν βάρβαροι. Ο φασισμός επιζητούσε την εγκαθίδρυση μια «νέα ηθική». Η απόλυτη εμπιστοσύνη στον ηγέτη, η ειδωλολατρική λατρεία των αρχηγών» οδήγησε τους φασίστες σε μια πίστη στη μαγεία και στην πραγμάτωση της απόλυτης βίας. Το 1938 ο Borges είπε ότι:

Ο φασισμός είναι μια κατάσταση της ψυχής. Στην πραγματικότητα, δεν ζητά από τους προσηλυτισμένους οπαδούς του κάτι περισσότερο από συγκεκριμένες πατριωτικές και φυλετικές προκαταλήψεις που όλοι οι άνθρωποι έχουν.

Οι φασίστες επιθυμούσαν να αφήσουν την λογική πίσω τους και να επιστρέψουν στην προκατάληψη. Ο Borges επεσήμαινε πως οι φασίστες χρησιμοποιούσαν σε μια μορφή σκέψης που αντιπροσώπευε μια αντίθεση προς τον ορθολογισμό. Την αποκαλούσε «τερατώδη λογική». Αυτή η «λογική» ήθελε να βασίσει την αυθεντία της στην αντιπροσώπευση του εσωτερικού εαυτού, αλλά στη πράξη, ο φασισμός μπορούσε μόνο να παρουσιάσει τον εαυτό του ως «παρορμητικό και άλογο». Επιπλέον η φασιστική επιστροφή στη καταπίεση ήταν μια συνειδητή πράξη. Στην πράξη, και μακριά από ένστικτα, η φασιστική αυτοβύθιση οδήγησε σε μια σχεδιασμένη εκπαίδευση στη καταστροφή. Η φασιστική αυτογνωσία οδήγησε στην εξίσωση της εξουσίας, της αλήθειας και της βίας. Η συνειδητότητα από φασιστική σκοπιά, αντιπροσώπευε μια επιθυμητή έκφραση πραγματικής λαϊκής κυριαρχίας. Όπως είπε ο Mussolini το 1925, με το φασισμό ο γενικός πληθυσμός έγινε «ένας συνειδητοποιημένος λαός». Για τον Duce, εκείνη ήταν η στιγμή που «η ιστορική αλήθεια έγινε το ψωμί του συνειδητού πνεύματος των Ιταλών». Στο σημείο αυτό, η ιστορία μετατράπηκε στο μύθο του φασισμού. Ο στόχος του ήταν η καταστροφή κάθε ίχνους απτής αλήθειας.

Αρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση κριτικής και δημοκρατικής θεωρίας Constellations Vol. 23, Issue 2. Ο Federico Finchelstein είναι καθηγητής ιστορίας και πρόεδρος του τμήματος ιστορίας του The New School for Social Research. Έχει γράψει σειρά βιβλίων και άρθρων για το φασισμό στην Ευρώπη και την Λατινική Αμερική.

Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

geniusloci2017