Έχω φωνάξει κι εγώ Αλήτες Ρουφιάνοι Δημοσιογράφοι

Μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις δημιουργών είναι εκείνοι που παραδίδουν με συνέπεια δουλειές υψηλού επιπέδου ενώ παράλληλα καταφέρνουν να προκαλούν τον θεατή – ακροατή με τους σωστότερους τρόπους

Ο Άρης Χατζηστεφάνου είναι από αυτές τις περιπτώσεις καθώς διαθέτει αυτό το χάρισμα να μεταπηδά από το ένα genre στο άλλο στις εκπομπές του σαν να μην συμβαίνει τίποτα: από τον Μάη του ’68 και την κουτουλιά του Ζιντάν που έσπασε τη βιτρίνα της γαλλικής δημοκρατίας ως το alter ego του Χίτλερ (aka Ουίνστον Τσόρτσιλ) και τον νομπελίστα του πυρηνικού πολέμου, Σιμόν Πέρες…

Το «Make The Economy Scream» που βρίσκεται αυτή την περίοδο στα σκαριά είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση δημοσιογραφικού project, μακριά από οτιδήποτε άλλο υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα επειδή, ακριβώς, στηρίζεται στη χρηματοδότηση των ίδιων των θεατών, εξελίσσεται και ολοκληρώνεται με τους απολύτως δικούς του όρους, δίχως να χάσει σε κανέναν σημείο τον στόχο ή την μπάλα. «Ένα ντοκιμαντέρ για την Βενεζουέλα δεν αφορά μόνο την Βενεζουέλα. Δεν αφορά πρωτίστως τη Βενεζουέλα. Ίσως και να μην αφορά καθόλου τη Βενεζουέλα…» αναφέρει το σημείωμα των δημιουργών του και ο Άρης Χατζηστεφάνου μιλάει στο Gazzetta Weekend βάζοντας στην εξίσωση τη δημοσιογραφία και τη φράση του Χάουαρντ Ζιν πως «δεν μπορείς να είσαι αμέτοχος ή ακίνητος μέσα σε ένα κινούμενο τρένο».

Τι είναι αυτό που σιχαίνεσαι στη δουλειά που κάνεις;
«Το ότι τα μεγάλα δημοσιογραφικά μαγαζιά αδιαφορούσαν και κυρίως φοβόντουσαν τους διεθνατζήδες οι οποίοι μπορούν να μιλήσουν για την πραγματικότητα και τις συνθήκες που επικρατούν εδώ, περιγράφοντας μια κατάσταση στο εξωτερικό και κάνοντας τις σχετικές συγκρίσεις. Στην Ελλάδα των Μνημονίων δεν μπορείς να μιλήσεις, για παράδειγμα, για τον Ισημερινό που διέγραψε το δημόσιο χρέος ή την Αργεντινή που έκανε στάση πληρωμών. Πάντα αισθανόμουν ότι ανήκω σε έναν χώρο που θέλουν να διαβάζεις μόνο το Associated Press ή το Reuters και να βγάζεις τις ειδήσεις σου από εκεί. Αν ήθελες να βγεις παραέξω και να δεις από μόνος σου τι γίνεται, το ίδιο το σύστημα ενημέρωσης στην Ελλάδα σε μπλόκαρε».

«Ο κόσμος έδωσε πνοή στη δημοσιογραφική μαυρίλα»

Ένα νέο project δημοσιογραφίας όπως το Make The Economy Scream έχει τύχη στην Ελλάδα του «έλα μωρέ τώρα»;
«Παραδόξως, είναι η πρώτη μας δουλειά έπειτα από τα προηγούμενα τέσσερα ντοκιμαντέρ που δεν αφορά ή δεν έχει ως άξονα την Ελλάδα ωστόσο ο λόγος που κινήθηκα προς αυτή την κατεύθυνση είναι αυτός, ακριβώς, που περιγράφεις… Το “έλα μωρέ τώρα”, η παραίτηση όλων. Η παραίτηση της Αριστεράς που είδε ότι μια αριστερή κυβέρνηση προωθεί νεοφιλελεύθερα μέτρα και, συγχρόνως, η παραίτηση της Δεξιάς που είδε ότι η Αριστερά προωθεί καλύτερα τα νεοφιλελεύθερα μέτρα. Είχαμε φτάσει στο σημείο να κάνουμε σπουδαία θέματα ή αποκαλύψεις στο info-war.gr και δεν υπήρχε ανταπόκριση. Ένιωθες ότι απέναντί σου έχεις μια κοινωνία που κοιμάται. Εκεί είπα “πάμε έξω”! Εκεί αποφάσισα ότι θα πάω να κάνω αυτό που πάντα ήξερα να κάνω καλά. Δεν λέω πως… συγκλονίσαμε τον κόσμο ή ότι όλοι ασχολούνται με αυτό το project όμως η ανταπόκριση ήταν εντυπωσιακή! Εκατοντάδες άτομα θέλησαν να μας βοηθήσουν οικονομικά και να μας ενισχύσουν, κάτι που μας έδωσε πνοή στη δημοσιογραφική μαυρίλα».

Παρακαλώ αποδεχθείτε τα δεδομένα Youtube για αναπαραγωγή του video. Με την αποδοχή, θα έχετε πρόσβαση στο περιεχόμενο του Youtube, μια υπηρεσία που παρέχεται από εξωτερική πηγή.

YouTube πολιτική απορρήτου

Εάν αποδεχθείτε, η επιλογής σας θα αποθηκευθεί και η σελίδα θα ανανεωθεί.

Αποδοχή περιεχομένου Youtubeaccept

To trailer του Make The Economy Scream

Σίγουρα όμως ένα ντοκιμαντέρ για τη Βενεζουέλα έχει προεκτάσεις, έτσι;
«Το όλο project αγγίζει επίσης τα Μέσα Ενημέρωσης. Το πώς, δηλαδή, στήνεται ένα τεράστιο παιχνίδι προπαγάνδας και πώς μπορούν να σου κάνουν το άσπρο-μαύρο δίχως να καταλάβεις τίποτα. Ένα πάτερν που έχει χρησιμοποιηθεί πολύ πριν από πραξικοπήματα κι επεμβάσεις. Ο τρόπος, λοιπόν, που βλέπω να χειρίζονται τη Βενεζουέλα ήταν ο τρόπος χειρίζονταν τη Χιλή του Αλιέντε πριν γίνει το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Πρέπει να στηθεί μια αφήγηση από τα μεγάλα Μέσα Ενημέρωσης για να προωθήσουν κάποιον στόχο. Τώρα είναι η ανατροπή του Μαδούρο και παλαιότερα εκείνη του Τσάβες. Όλο αυτό άρχισε να με ιντριγκάρει περισσότερο από το ίδιο το θέμα της Βενεζουέλας».

«Δεν έχεις απορία να δεις αν όντως έχουν κωλόχαρτο εκεί»;

Γιατί, λοιπόν, κάποιος να μπει στη διαδικασία να δώσει έστω κι ένα ευρώ για την παραγωγή ενός ντοκιμαντέρ για… μια χώρα της Λατινικής Αμερικής;
«Επειδή ανοίγεις την ελληνική τηλεόραση και δεν έχεις κάτι να δεις. Διότι μπορείς εύκολα να καταλάβεις πως η δημοσιογραφική έρευνα πρέπει να χρηματοδοτηθεί με άλλον τρόπο, από τη στιγμή μάλιστα που κάποιοι δεν θέλουν και, συγχρόνως, δεν σου επιτρέπουν να δεις τι γίνεται εκεί έξω. Βλέποντας, λοιπόν, ένα ντοκιμαντέρ για το πώς αντιμετωπίζουν τα ΜΜΕ τη Βενεζουέλα, θα καταλάβεις καλύτερα το πώς μας αντιμετώπισαν στην Ελλάδα πριν από το δημοψήφισμα! Πως γινόταν, για παράδειγμα, όλα τα διεθνή Μέσα να παρουσιάζουν την Ελλάδα ως μια χώρα που ανήκει στους τεμπέληδες και σε αυτούς που τα τρώνε και να μην υπάρχει μια φωνή να το “σπάσει” όλο αυτό; Ένας αντίστοιχος μηχανισμός έχει στηθεί τώρα για τη Βενεζουέλα, επομένως μπορείς να εντοπίσεις πολλά κοινά σημεία. Και στην τελική, αν πας στη Ελληνική Βουλή και συζητούν όλοι για το χαρτί υγείας της Βενεζουέλας, δεν έχεις απορία να δεις αν όντως έχουν κωλόχαρτο εκεί (γέλια)»;

«Δεν πίστεψα ποτέ ότι υπάρχει αντικειμενική δημοσιογραφία»

Πώς αντιλαμβάνεσαι το κομμάτι της έρευνας και πώς μπορεί να σταθεί όρθια σε μια χώρα όπου τα ΜΜΕ ασθμαίνουν;
«Εμείς πάντα εξηγούσαμε στον κόσμο που ήταν “συμπαραγωγός” μας σε αυτή την διαδικασία να μην περιμένει ένα… υποτίθεται αντικειμενικό ντοκιμαντέρ που θα παρουσιάσει ισόποσα μια άποψη και ισόποσα μια άλλη. Αν όλα τα άλλα Μέσα Ενημέρωσης παρουσιάζουν μόνο τη μια πλευρά, εγώ έρχομαι να μπαλανσάρω μιλώντας συγκροτημένα και με στοιχεία για την άλλη. Αυτό κάναμε πάντα, δίνοντας τη δυνατότητα σε φωνές που δεν ακούγονταν να ακουστούν. Θεωρώ δεδομένο ότι ο άλλος έχει δει τη μαύρη προπαγάνδα για τη Βενεζουέλα ή για οποιαδήποτε άλλη χώρα στον ΣΚΑΪ, στον ΑΝΤ1 ή στον ALPHΑ, επομένως θέλω να δώσω κάποια άλλα στοιχεία. Το πετύχαμε στο “Debtocracy”, στο “Catastroika”, στο “Φασισμός Α.Ε.” και στο “This is not a Coup”. Συντεταγμένα, λοιπόν θα ακούσετε την άλλη άποψη από εμάς. Κάποιοι το χαρακτηρίζουν μη αντικειμενικό. Προσωπικά, δεν πίστεψα ποτέ ότι υπάρχει αντικειμενική δημοσιογραφία. Αντικειμενική είναι η πραγματικότητα. Σε ό,τι αφορά τον δημοσιογράφο, πάντα θα δίνει τον δικό του τόνο και τη δική του πολιτική σκέψη. Το θέμα είναι να στο πει ανοιχτά από την αρχή, να σου εξηγήσει ότι αυτό που έχει μπροστά σου είναι News Analysis και θέλω να ακούσεις μια άποψη».

Γιατί έχουμε μπολιαστεί με τη νοοτροπία ότι ο δημοσιογράφος τα παίρνει… υποχρεωτικά από κάπου;

«Εντάξει, φταίει η ίδια η δημοσιογραφία σε αυτό. Η δημοσιογραφία στην Ελλάδα των γραφείων Τύπου και των διαφημίσεων κάτω από το τραπέζι. Είναι απολύτως φυσιολογικό και υγιέστατο ο κόσμος να φοβάται και να αμφισβητεί αυτό που βλέπει, ιδιαίτερα αν παρακολουθεί τα κυρίαρχα Μέσα Ενημέρωσης».

«Ας φρόντιζε ο κλάδος μας να είναι πιο καθαρός»

Σε ενοχλεί όταν ακούς το «Αλήτες Ρουφιάνοι Δημοσιογράφοι»;
«Το έχω φωνάξει κι εγώ πολλές φορές. Πίστεψέ με, όχι μόνο με τον φόβο να μην με… δείρουν οι γύρω μου, ότι και καλά είμαι ο μόνος που δεν το φωνάζει στη συγκέντρωση. Σίγουρα έχει μέσα μια αδικία αφού δεν είναι σωστό να ισοπεδώνεις και να τσουβαλιάζεις τα πάντα όμως ας φρόντιζε ο κλάδος να είναι πιο καθαρός για να μην φοβάται. Γιατί, για παράδειγμα δεν λέμε κάτι τέτοιο για τους φωτορεπόρτερ; Επειδή ενδεχομένως έχουν μια αξιοπρεπή στάση ως κλάδος, στο σύνολό του. Οι δημοσιογράφοι δεν το καταφέραμε ποτέ, επομένως θα το ακούσουμε».

Αν εγκλωβιζόσουν στο ασανσέρ για μια ώρα με μια από τις περσόνες που πραγματεύεσαι στα ντοκιμαντέρ σου, με ποιον θα ήθελες να το κάνεις;
«Είναι κάποιοι άνθρωποι όπως η Θάτσερ και ο Τραμπ που πιστεύω πως όσες ώρες κι αν μείνω μαζί τους, θα είναι σαν να μένω με τον προπάππου μου. Δεν θα γινόταν καμία κουβέντα που ενδεχομένως θα άλλαζε την γνώμη του άλλου. Πιο πολύ θα ήθελα να μιλήσω με ανθρώπους που έχουν αλλάξει στον χώρο τους τη ροή της ιστορίας».

«Επιδιώξαμε να ξαναδούμε την πραγματικότητα»

Για ποια δουλειά σου είσαι περήφανος και ποια έχεις ζηλέψει;
«Είμαι υπερήφανος για την αποστολή στη Γάζα με τον Στόλο της Ελευθερίας. Εν τέλει δεν φτάσαμε ποτέ αλλά καταλήξαμε στις φυλακές του Ισραήλ. Απλό πλευράς έντασης και δημοσιογραφικής αδρεναλίνης, ήταν συγκλονιστικές οι στιγμές που βρισκόμασταν στο κατάστρωμα του “Mavi Marmara” έχοντας από πάνω μας τα ελικόπτερα και τους ελεύθερους σκοπευτές, βλέποντας παράλληλα τρεις-τέσσερις κόκκινες κουκίδες να μας σημαδεύουν! Τώρα σε ό,τι αφορά τα πράγματα που έχω ζηλέψει, είναι χιλιάδες. Για παράδειγμα, έχω ζηλέψει μεγάλα ρεπορτάζ από αυτά που δεν μπορούμε να κάνουμε εδώ αφού χρειάζονται μήνες δουλειάς και έρευνας».

Ονειρεύεσαι να κάνεις κάτι που δεν έχεις κάνει ακόμα;
«Σε κανένα από τα ντοκιμαντέρ μας δεν φέραμε κάποια είδηση που να μην είχε ήδη “παίξει”. Αυτό, όμως, που επιδιώξαμε ήταν να ξαναδούμε την πραγματικότητα. Να την παρουσιάσουμε, να την εξηγήσουμε και να συγκεντρώσουμε κάποιες απόψεις περιθωριακές, πολύ ακαδημαϊκές κι ενίοτε στριφνές ώστε να τις κάνουμε πιο… σέξι! «To sex it up» που λέγαμε στο BBC. Έχω μπει σε αυτή τη διαδικασία τα τελευταία χρόνια αφού είναι ένας διαφορετικός τρόπος ερευνητικής δημοσιογραφίας, κοιτάζοντας ξανά μια κατάσταση και προσελκύοντας ένα ευρύτερο ακροατήριο».

«Η μαύρη προπαγάνδα είναι η μεγαλύτερη απειλή»

Ποια είναι η μεγαλύτερη “πληγή” σε αυτή τη μορφή δημοσιογραφίας; Τα fake news, η έλλειψη παιδείας ή η αποχαύνωση;
«Τα fake news των κυρίαρχων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Δεν με ενόχλησαν ποτέ, για παράδειγμα, τα ρωσικά trolls ούτε πίστεψα ποτέ ότι θα μπορούσαν να αλλάξουν το αποτέλεσμα των εκλογών. Θεωρώ όμως ότι ένα κομμάτι του Reuters που βγήκε και συνέκρινε τη μεταναστευτική κρίση στη Βενεζουέλα με την κρίση των Ροχίνγκια στη Μιανμάρ όπου έχουμε μια γενοκτονία, όπου σκοτώνουν βρέφη και βιάζουν ομαδικά γυναίκες λέγοντας πως είναι πάνω-κάτω το ίδιο, αυτό είναι fake news ασύλληπτων διαστάσεων! Είναι μαύρη προπαγάνδα κι εκεί αισθάνομαι ότι υπάρχει η μεγαλύτερη απειλή. Το δεύτερο κομμάτι έχει να κάνει με το internet αφού αποκτούμε την αίσθηση μιας ελευθερίας, η οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχει αφού κυρίαρχος είναι πάλι αυτός που έχει να δώσει λεφτά για να πει την άποψή του. Τώρα, για παράδειγμα, θα παραβιαστεί πραγματικά το net neutrality. Από εκεί, δηλαδή, που κάθε byte πληροφορίας είχε την ίδια αντιμετώπιση από τους providers, πλέον το CNN, επί παραδείγματι, θα μπορεί να πληρώνει προκειμένου να έχει μεγαλύτερες ταχύτητες. Τι σημαίνει αυτό; Ότι το δικό μου site στην κατάταξη της Google θα πάει στη 10η-12η σελίδα. Ακόμα κι αν έχω κάνει τη φοβερή αποκάλυψη, δεν θα με δει ποτέ κανένας»!

«Σαν να έχεις απέναντι 100 Λεβέντηδες που εύχονται καρκίνο»

Δημοσιογραφία στα χρόνια των social media. Πόσο καλό είναι να έχουν πλέον όλοι γνώμη για όλα; Επηρεάζεσαι από τα σχόλια κάτω από τα άρθρα σου; Πιστεύεις ότι μπορεί να βγει κάτι θετικό;
«Σίγουρα μπορεί να βγει κάτι θετικό και γι’ αυτό τα φοβούνται τόσο πολύ, προσπαθώντας ενίοτε να τα μπλοκάρουν ή να τα περιορίσουν. Όταν, για παράδειγμα, βγαίνει η Google και σου λέει ότι περιορίζει με πολιτικά κριτήρια ρωσικά Μέσα Ενημέρωσης ή Ρώσους χρήστες του internet, ενδεχομένως σημαίνει ότι κάτι τους έχει τρομάξει. Δεν λέω ότι οι Ρώσοι είναι οι καλοί της ιστορίας αλλά κάποιοι ενοχλήθηκαν σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, προφανώς έχεις να κάνεις και με τη σαβούρα που είχες παλιά στο… καφενείο, όταν έλεγε ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του. Δεν το θεωρώ απειλή, ούτε με ενοχλεί. Όποτε έχει υπάρξει εμπεριστατωμένη δημοσιογραφία, νομίζω ότι κερδίζει τον κόσμο. Τώρα σε ό,τι αφορά την κριτική, πρέπει να καταλαβαίνεις αν έχεις απέναντί σου τον επαγγελματία troll που από κάπου τα παίρνει για να σε χτυπάει, επομένως πρέπει να έχεις στο μυαλό σου ότι ενδεχομένως θα δεις 100 αρνητικά μηνύματα. Δεν είναι πάντα εύκολο, ειδικά αν κάνεις ένα περίεργο, για κάποιους, σχόλιο σε μια κρίσιμη στιγμή. Για παράδειγμα, έπειτα από μια τρομοκρατική επίθεση, όταν όλοι λένε ”η σκέψη μας και η καρδιά μας είναι με τα θύματα”, το οποίο εμένα δεν μου λέει τίποτα ως φράση… Αν λοιπόν κάνεις μια πολιτική ανάλυση εξηγώντας τα βαθύτερα αίτια της επίθεσης, εκεί μπορεί να θεωρήσουν ότι δεν τιμάς την μνήμη των θυμάτων και σου στέλνουν ευχές για καρκίνο σε σένα και την οικογένειά σου. Ξέρεις, όπως με τις παλιές… καλές στιγμές με τον Λεβέντη που ευχόταν καρκίνο στον Μητσοτάκη (γέλια)! Σαν να έχεις απέναντί σου 100 Λεβέντηδες που σου εύχονται καρκίνο! Ουσιαστικά είναι μια ηχηρή μειοψηφία η οποία κάνει παραπάνω θόρυβο».

Ποια είναι η σχέση σου με τον αθλητισμό;
«Πάντα έβλεπα τα μεγάλα αθλητικά γεγονότα από τη σκοπιά του διεθνατζή παρά ως φίλαθλος ωστόσο είμαι εξίσου φανατισμένος με κάποιον που θα κάτσει να δει ποδόσφαιρο. Για παράδειγμα, θεωρώ ότι η κεφαλιά του Ζιντάν στον τελικό του Μουντιάλ έσπασε τη βιτρίνα που προωθούσε το γαλλικό κατεστημένο, ότι δηλαδή “εμείς καταφέραμε κι ενσωματώσαμε τα γαλλικά προάστια και τους μετανάστες”. Ο Ζιντάν έχωσε μια κουτουλιά και το τσάκισε όλο αυτό, λέγοντας ουσιαστικά, πως “είμαστε ακόμα εδώ, υπάρχει ρατσισμός, υπάρχουν 1002 προβλήματα κι έχουμε έναν τσαμπουκά να σας τα πούμε”! Στους αγώνες της Αγγλίας με την Αργεντινή βλέπω πάντα ψήγματα από τον Πόλεμο των Φώκλαντς ενώ με ενδιαφέρει πάρα πολύ το ότι στη Βαρκελώνη μπορεί να βγει όλο το αυτονομιστικό κίνημα και να εκφραστεί ακριβώς τη στιγμή που ο Βασιλιάς στέκεται όρθιος και παιανίζει ο εθνικός ύμνος της Ισπανίας! Όλα αυτά μου φαίνονταν πάντα απίστευτα συγκλονιστικά. Επίσης πάντα μου άρεσαν οι αθλητές που εκφράζονται πολιτικά κι εξοργίζομαι όταν προσπαθούν να τους φιμώσουν. Είτε είναι οι μαύροι αθλητές στους Ολυμπιακούς Αγώνες που υψώνουν τη γροθιά τους, είτε εκείνοι που σηκώνουν την μπλούζα κι από μέσα φορούν ένα t-shirt με τη σημαία της Παλαιστίνης».

Συμφωνούμε, δηλαδή, ότι το ποδόσφαιρο είναι το όπιο του λαού;
«Ναι αλλά πρέπει να δεις ολόκληρη τη φράση του Μαρξ περί θρησκείας και να μην μείνεις μόνο σε αυτό το κομμάτι. Ότι, δηλαδή η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, η ψυχή άψυχων συνθηκών… Δεν εννοούσε, δηλαδή, πως η θρησκεία είναι κάτι που απλώς σε τυφλώνει. Είναι επίσης ένας χώρος που εκφράζεις μια αδικία ή έστω την αγανάκτησή σου για μια αδικία, ζητώντας ένα αποκούμπι σε έναν κόσμο που δεν σε στηρίζει. Τα σπορ και ειδικά το ποδόσφαιρο το έχουν πολύ αυτό. Ναι, μεν, είναι όπιο του λαού αλλά με όλη τη φράση του Μαρξ».

*Πηγή: gazetta.gr – Γιάννης Σταυρουλάκης