Uki Goñi: «Η Σιωπή είναι υγεία». O δρόμος προς τον απολυταρχισμό

Οι λευκοί σοβινιστές φώναζαν «αίμα και γη» καθώς έκαναν παρέλαση πέρυσι στους δρόμους του Σάρλοτσβιλ στη Βιρτζίνια, αγνοούσαν μάλλον πως ο κορυφαίος ναζιστής ιδεολόγος που χρησιμοποίησε το αρχικό σύνθημα Blut und Boden για να προωθήσει τη δημιουργία μιας κυρίαρχης γερμανικής φυλής δεν ήταν ο ίδιος γηγενής Γερμανός. 

Ο Richard Walther Darré, που διακήρυξε την ύπαρξη ενός μυστικιστικού δεσμού μεταξύ της Γερμανικής πατρίδας και των «εθνικά καθαρών» Γερμανών, στην πραγματικότητα είχε γεννηθεί ως «Ricardo» στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην πλούσια πρωτεύουσα της Αργεντινής, το Μπουένος Άιρες.

Σταλμένος από την οικογένεια του, που ήταν Γερμανοί μετανάστες,  στη Πατρίδα (Heimat) για εκπαίδευση στην ηλικία των εννέα, ο Darré αργότερα ειδικεύτηκε στην γεωργία, την λογική επιλογή για κάποιον με αργεντίνικο υπόβαθρο σε μια εποχή που το ζουμερό βοδινό και άφθονο σιτάρι των πεδιάδων της Αργεντινής, έκαναν τη χώρα διάσημη ως το «σιτοβολώνα του κόσμου». Για ένα σύντομο διάστημα, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, σκέφτηκε να γυρίσει στο Μπουένος Άιρες και να κάνει καριέρα στη γεωργία, αλλά αυτό ήταν πριν τα κείμενα του τραβήξουν τη προσοχή του ανερχόμενου Ναζιστικού Κόμματος του Adolph Hitler. Το βιβλίο του, που εκδόθηκε το 1930, Η Νέα Αριστοκρατία του Αίματος και της Γης, στο οποίο προτείνει την εφαρμογή της επιλεκτικής μεθόδου αναπαραγωγής των βοοειδών για την διαιώνιση των τέλειων Άριων ανθρώπων, συνεπήρε τον Φύρερ.

Από το 1932 μόλις, ο Darré βοήθησε τον αρχηγό των SS, Heinrich Himmler να δημιουργήσει την Διεύθυνση για την Φυλή και Μετεγκατάσταση ώστε να διαφυλάξουν την «φυλετική καθαρότητα» των αξιωματικών των SS. Το έργο του Darré ενέπνευσε επίσης το ναζιστικό πρόγραμμα Lebensborn (Πηγή της Ζωής) που επιβράβευε «ανύπαντρες» γυναίκες και κορίτσια που έκαναν παιδιά με φυλετικά καθαρούς αξιωματικού των SS. Ο Hitler ήταν τόσο εντυπωσιασμένος με το κίνημα «Αίμα και Γη» που το 1933 έκανε τον Darré υπουργό γεωργίας της Γερμανίας. Ο Darré έμεινε στη θέση αυτή ως ο 1942, όταν ο φάκελος του στα SS δείχνουν ότι μάλλον ανέπτυξε προβλήματα ψυχικής υγείας. (Ο Darré καταδικάστηκε στις Δίκες των Υπουργών στη Νυρεμβέργη για την οικειοποίηση της γης και τον εξαναγκασμό εκατοντάδων χιλιάδων Πολωνών και Εβραίων γεωργών σ καθεστώς δουλοπάροικου, εξέτισε ποινή φυλάκισης και πέθανε από καρκίνο το 1953).

Παρά τον αυτοπροσδιορισμό του ως Γερμανού, ο Darré φαίνεται πως διατήρησε μια αγάπη για τη γη της γέννησής του. Σύμφωνα με σωζόμενες μαρτυρίες, ενέκρινε την εισαγωγή βόειου κρέατος για την ομάδα της Αργεντινής στους Ολυμπιακούς του 1936 στο Βερολίνο και ακόμη συναντήθηκε με κάποιους αθλητές από την Αργεντινή. «Ήταν ο μόνος που μιλούσε καλά Ισπανικά», μου είπε ο 89χρονος αδελφός του, Alan Darré, σε μια συνέντευξη το 1997, όταν έκανα έρευνα για την απόδραση ναζιστών εγκληματιών στην Αργεντινή για το βιβλίο μου The Real Odessa. Το ότι οι ηλίθιες φυλετικές θεωρίες περί Αίματος και Γης του Darré αντηχούν ακόμη στα μυαλά των ακροδεξιών Αμερικάνων σχεδόν ενενήντα χρόνια αφότου ενέπνευσαν τον Hitler είναι μια ανησυχητική υπενθύμιση του πόσο ευάλωτες είναι οι κοινωνίες στο ρατσιστικό, απολυταρχικό σκουλήκι που τρώει το μυαλό.

Για εμένα δεν είναι απλά μια ακαδημαϊκή παρατήρηση. Αν και γεννήθηκα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ο πατέρας μου υπηρετούσε στην πρεσβεία της Αργεντινής, αυτό δε με κάνει πολίτη των ΗΠΑ, μιας και η 14η Τροποποίηση δεν περιλαμβάνει τα παιδιά ξένων διπλωματών. Μεγάλωσα όμως σαν να ήμουν, δηλώνοντας πίστη κάθε πρωί στη σημαία στο προαύλιο του σχολείου στην λεωφόρο Μασαχουσέτης. Αργότερα, ως νεαρός ενήλικας στην Αργεντινή, εργάστηκα για μια αγγλόφωνη εφημερίδα του Μπουένος Άιρες και έκανα ρεπορτάζ για τα εγκλήματα της αιματηρής στρατιωτικής δικτατορίας που κυβερνούσε την Αργεντινή από το 1976 ως το 1983. Ως δημοσιογράφος, έγινα μάρτυρας πρώτα της διάβρωσης και στη συνέχεια της συνολικής κατάρρευσης των δημοκρατικών κανόνων, και πως μια αδίστακτη απολυταρχία μπορεί να χρησιμοποιήσει τις λαϊκές φοβίες και μίση για να συντρίψει τους αντιπάλους της.

Μια ενοχλητική ερώτηση που ήρθε πρώτα στο μυαλό μου ενώ ήμουν ένας 23χρονος δημοσιογράφος στην Buenos Aires Herald, επέστρεψε πρόσφατα για να με στοιχειώσει. Τι θα γινόταν αν οι ΗΠΑ, η χώρα που γεννήθηκα και πέρασα τα παιδικά μου χρόνια, βυθίζονταν στην ίδιου τύπου απολυταρχική δίνη της οποίας έγινα μάρτυρας τότε στην Αργεντινή; Η αντίδραση σήμερα στις ΗΠΑ εναντίον των μεταναστών και των προσφύγων, στη νόμιμη έκτρωση, ακόμα και στην ισότητα στο γάμο, ξυπνά άβολες αναμνήσεις της σήψης της δημοκρατίας που προηγήθηκε της πτώσης της Αργεντινής στην καταστολή και στις μαζικές δολοφονίες.

Στη συνέχεια, στη δουλειά μου ως συγγραφέα, εστίασα στο πως χιλιάδες ναζί και οι συνεργάτες τους διέφυγαν στην Αργεντινή. Έφτασα έτσι στην επώδυνη συνειδητοποίηση του πως η παρουσία τους στα τριάντα χρόνια που μεσολάβησαν από το τέλος του 2ουΠαγκοσμίου Πολέμου ως το πραξικόπημα του 1976, άμβλυναν την ηθική αντίληψη αυτού που τότε ήταν μια εύπορη, καλά μορφωμένη χώρα, με καταστροφικές συνέπειες για το λαό της. Η εξαναγκαστική συμβίωση των Αργεντινών με τους φυγάδες ναζί είχε ως αποτέλεσμα, συμπέρανα, σε μια κανονικοποίηση των εγκλημάτων που οι Γερμανοί εμιγκρέδες είχαν διαπράξει. «Ήρθε στη χώρα μας αναζητώντας συγχώρεση» είπε στον τύπο ο καρδινάλιος της Αργεντινής Antonio Caggiano όταν Ισραηλινοί πράκτορες συνέλαβαν τον αρχιεγκληματία ναζί Adolf Eichmann και τον μετέφεραν εκτός Αργεντινής το 1960 για περάσει από δίκη στην Ιερουσαλήμ. «Η υποχρέωση μας ως χριστιανοί είναι να τον συγχωρέσουμε για ότι έχει κάνει».

Περίπου δεκαπέντε χρόνια μετά, η Αργεντινή άρχισε τη δική της πορεία προς τον απόλυτο απολυταρχισμό, και ο στρατός της άρχισε ένα πρόγραμμα μαζικών δολοφονιών που διέφερε σε κλίμακα, αλλά όχι στην ουσία, από εκείνο των ναζί: υπολογίζεται πως 30000 άνθρωποι οδηγήθηκαν στην «εξαφάνιση» από τη δικτατορία. Οι ίδιοι πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγέτες που είχαν κάνει τα στραβά μάτια στη παρουσία των εγκληματιών ναζί στην Αργεντινή κοιτούσαν από την άλλη ξανά καθώς οι αιματοβαμμένοι στρατηγοί γονάτιζαν για να πάρουν τις ευλογίες τους στο καθεδρικό ναό του Μπουένος Άιρες. Μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής μου στοιχειώθηκε από την ανάγκη να απαντήσω το ερώτημα του πως αυτό μπορούσε να συμβεί στην Αργεντινή. Και πως μπορεί να συμβεί και αλλού.

*

Χάρη στις δυο θητείες του πατέρα μου στην Ουάσιγκτον πέρασα εννιά από τα πρώτα δεκατέσσερα μου χρόνια στις ΗΠΑ. Οι αναμνήσεις μου είναι σαν εικόνα από κάρτα που δείχνει τον αμερικάνικο τρόπο ζωής στα 1950 και 1960. Ένας πρώην πιλότος του 2ουΠαγκοσμίου Πολέμου ζούσε στο πίσω στενό από εμάς. Στο γυμνάσιο ήμουν πρόσκοπος και κέρδιζα το χαρτζιλίκι μου μοιράζοντας εφημερίδες, πετώντας τες από το ποδήλατό μου στις μπροστινές αυλές των γειτόνων, ακριβώς όπως τα παιδιά που μοίραζαν εφημερίδες στις ταινίες της εποχή αυτής. Θα ήταν πολύ δύσκολο να βρεις κάποιον με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από εμένα στο αμερικάνικο σύστημα αξιών, συμπεριλαμβανόμενης του άχρηστου αμερικάνικου χαρακτηριστικού της ιδιαίτερης αφέλειας σε ότι αφορά το κόσμο πέρα από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η πρώτη μου υποψία πως υπήρχε μια διαφορετική πραγματικότητα ήρθε όταν στην ηλικία των δεκατεσσάρων βρέθηκα στο St. Conleth’s College στο Δουβλίνο, όταν ο πατέρας μου μεταφέρθηκε στη διπλωματική αποστολή της Αργεντινής στην Ιρλανδία. Όπως και η Αργεντινή, η Ιρλανδία ήταν ουδέτερη στη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και έπειτα προσέφερε καταφύγιο σε ένα μικρό αριθμό Ναζί και συνεργατών τους. Ανάμεσά τους ήταν ο καθηγητής μου των γαλλικών, Louis Feutren, που διέφυγε ποινής φυλάκισης στη Γαλλία επειδή υπηρέτησε στη διάρκεια του πολέμου ως ανώτερος διοικητής ομάδας των SS (Oberscharführer).

Ο Feutren προκαλούσε το τρόμο στις καρδιές των μαθητών του, πετώντας μας βιβλία και βρίζοντας στα γαλλικά πίσω από το αποτσίγαρο του Gauloise που μόνιμα αψηφούσε τη βαρύτητα στην άκρη του κάτω χείλους του που προεξείχε. Αντί να ακούω πολεμικές περιπέτειες ενάντια στους ναζί από τον Αμερικάνο πιλότο απέναντι, τώρα διδασκόμουν γαλλικά από ένα πρώην αξιωματικό των SS. Εκ των υστέρων κατέληξα στο να ερμηνεύω αναδρομικά αυτό το γεγονός ως το πρώτο μου μάθημα στην κανονικοποίηση.

Η κανονικοποίηση αυτή των απολυταρχικών τάσεων επιταχύνθηκαν όταν η οικογένεια μου επέστρεψε στην Αργεντινή όταν ήμουν δεκαεννιά. Για να μάθω καλύτερα το Μπουένος Άιρες, έκανα μεγάλους περιπάτους στη πρωτεύουσα. Μια μέρα, το 1974, συνειδητοποίησα πως α βήματά μου πάγωσαν στην μεγάλη Λεωφόρο της 9ης Ιουλίου που χωρίζει στα δυο το Μπουένος Άιρες. Στη μέση της λεωφόρου υψώνεται ένας ψηλός λευκός οβελίσκος που είναι το πιο γνωστό σημείο αναφοράς της πόλης, και εκείνες τις ημέρες μια περιστρεφόμενη πινακίδα είχε τοποθετηθεί γύρω του. Γυρνούσε γύρω γύρω και τυπωμένο πάνω της με μεγάλα μπλε γράμματα σε λευκό απλό φόντο ήταν το σύνθημα «Η Σιωπή Είναι Υγεία».

Με κάθε περιστροφή, η πινακίδα εκπαίδευε τους Αργεντινούς στην απόλυτη λογοκρισία και καταστολή του ελεύθερου λόγου που θα επέβαλε σύντομα η δικτατορία. Η ταμπέλα ήταν ο πνευματικό τέκνο του Oscar Ivanissevich, του αντιδραστικού υπουργού παιδείας της Αργεντινής, φαινομενικά για να προειδοποιήσει τος οδηγούς για την υπερβολική χρήση της κόρνας. Η άλλη του αποστολή ήταν η «ιδεολογική εκκαθάριση» των πανεπιστημίων της Αργεντινής, που είχαν γίνει φυτώριο φοιτητικού ακτιβισμού. Σε προηγούμενη υπουργική θητεία το 1949, ο Ivanissevich είχε ηγηθεί μιας σκληρής εκστρατείας εναντίον της «νοσηρής… διεστραμμένης… άθεης» τάσης της μοντέρνας τέχνης, θυμίζοντας την πρωτοβουλία των ναζί κατά της «έκφυλης» τέχνης. Κατά την περίοδο εκείνη, η αδελφή του και ο ανιψιός του εμπλέκονταν στην παράνομη είσοδο ναζί στην Αργεντινή.

Η οργουελλιανή πινακίδα του Ivanissevich εμφανίστηκε την ίδια στιγμή που ξεσπούσε η ακροδεξιά βία ως προοίμιο του στρατιωτικού πραξικοπήματος. Την ίδια εκείνη χρονιά, το 1974, ο Ivanissevich διόρισε ως πρύτανη του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες ένα αρκετά γνωστό θαυμαστή του Hitler, τον Alberto Ottalagano, που αργότερα στην αυτοβιογραφία του έδωσε τον τίτλο Είμαι Φασίστας, ε! και;. Η δουλειά του ήταν να ξεφορτωθεί το είδος των νεαρών αριστερών διαδηλωτών που συγκεντρώνονταν έξω από το Ξενοδοχείο Sheraton απαιτώντας να μετατραπεί σε νοσοκομείο για παιδιά, και ήταν ανοιχτός στην δίωξη και αποβολή τους. Το να υποδειχθείς από αυτόν ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ακαδημαϊκή τιμωρία, περίπου δεκαπέντε από αυτούς τους φοιτητές δολοφονήθηκαν από δεξιά αποσπάσματα θανάτου όσο ο Ottalango ήταν πρύτανης.

Ως εν μέρει ξένος στην ίδια μου τη χώρα, παρατήρησα αυτό που εκείνοι που ήδη είχαν κανονικοποιηθεί δεν μπορούσαν: ήταν ένας πληθυσμός που είχε εγκλιματιστεί στην μισαλλοδοξία και τη βία. Δυο χρόνια αργότερα, το σύνθημα του Ivanssevich έκανε μα μακάβρια επανεμφάνιση. Στο υπόγειο του στρατοπέδου εξόντωσης της δικτατορίας που ήταν στη Σχολή Μηχανικών του Ναυτικού (γνωστό ως ESMA), που περίπου 5000 άτομα εξοντώθηκαν, αξιωματικοί κρέμασαν δυο πανό κατά μήκος του διαδρόμου που οδηγούσε στα κελιά βασανιστηρίων. Ένα έγραφε «Λεωφόρος της Ευτυχίας» και το άλλο «Η Σιωπή Είναι Υγεία».

*

Για να καταλάβει κανείς τους μελλοντικούς απολυτάρχες χρειάζεται να καταλάβει την αντίληψη που έχουν για τους εαυτούς τος ως θύματα. Και από μια άποψη είναι θύματα – των παρανοϊκών φόβων τους για τους άλλους, τους ομιχλώδεις, απειλητικούς άλλους που στοιχειώνουν τις παραληρηματικές φαντασιώσεις τους. Αυτό είναι κάτι που είδα να επαναλαμβάνεται σε πολλές συνεντεύξεις που πραγματοποίησα τόσο με τους αυτουργούς της δικτατορίας της Αργεντινής και με τους ηλικιωμένους ναζί που είχαν έρθει κρυφά στις ακτές της Αργεντινής τρεις δεκαετίες νωρίτερα. (Οι συνεντεύξεις μου με τους τελευταίους έχουν αρχειοθετηθεί στο Μουσείο του Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον). Οι φόβοι τους ήταν, και στις δυο περιπτώσεις, παράλογοι με δεδομένη την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του στρατού στην Αργεντινή και των Ναζί στην Γερμανία, αλλά αυτό δεν είχε σημασία σε όσους πήρα συνέντευξη.

Επειδή η μέθοδός μου ήταν να τους δώσω το σεβασμό και την υπομονή τα οποία ένιωθαν πως δικαιούνταν (όσο δύσκολο και αν ήταν για εμένα), έμοιαζαν για σύντομα διαστήματα να αντιλαμβάνονται πως έγιναν οικειοθελώς φορείς βίαιων ψευδαισθήσεων. Το να τους κάνω να το παραδεχτούν αυτό, πλήρως και συνειδητά, ήταν άλλο θέμα. Η χίμαιρα ενός πανίσχυρου διαβολικού εχθρού, υπεύθυνου για όλες τα δεινά που αντιλαμβάνονταν, έκανε πολύπλοκες, ασαφείς πραγματικότητες κατανοητές με το να ελαττωθούν στο επίπεδο μανιχαϊκών απλουστεύσεων. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν απολυταρχικοί, όχι μόνο επειδή πίστευαν στην απόλυτη εξουσία, αλλά και επειδή τα δίπολα μοτίβα σκέψεως τους παραδέχονταν μόνο απόλυτες εξηγήσεις.

Ο στρατός της Αργεντινής και ένας μεγάλος αριθμός παρόμοια σκεπτόμενων πολιτών  ήταν ιδιαίτερα επιρρεπείς στο φόβο μιας αδρά προσδιορισμένης, αλλά υπαρξιακής, απειλής. Η νεανική κουλτούρα της δεκαετίας στα 1960, η σεξουαλική επανάσταση, οι φοιτητικές διαδηλώσεις στα 1970, σήμαναν όλα το συναγερμό στις καρδιές τους. Το ότι μια νεότερη γενιά θα αμφισβητήσει τις βαθιά ριζωμένες θρησκευτικές τους αντιλήψεις, θα αμφισβητήσει τα υποκριτικά σεξουαλικά τους ήθη, και θα προτείνει εναλλακτικές πολιτικές λύσεις, έμοιαζε εντελώς βλάσφημο. Ο στρατός ξεκίνησε να ανατρέψει βίαια αυτές τις τάσεις και να προστατέψει την Αργεντινή από την παλίρροια του νεωτερισμού.  Για να το πετύχει, κατέστρωσαν ένα σχέδιο συστηματικής εξόντωσης που στόχευε κυρίως νεαρούς Αργεντίνους. Δεν ήταν απλά μια ιδεολογική πάλη, αλλά ένας πόλεμος γενεών: περίπου το 83 τις εκατό από τους υπολογιζόμενους 30000 νεκρούς της δικτατορίας ήταν κάτω από την ηλικία των τριάντα πέντε. (Επίσης ένα δυσανάλογος αριθμός ήταν Εβραίοι).

Οι ηγέτες της δικτατορίας, γεννημένοι στα 1920, είχαν ξεκινήσει τις στρατιωτικές τους καριέρες στη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου σε μια χώρα που ήταν εξωτερικά ουδέτερη αλλά κρυφά έτρεφε συμπάθεια προς τη πλευρά του Hitler. Στα διαστρεβλωμένα μυαλά αυτών των υπερεθνικιστών, ο Hitler προετοίμαζε το δρόμο για μια «Νέα Χριστιανική Τάξη», της οποίας η Αργεντινή θα αποτελούσε ένα ένδοξο κομμάτι. «Ο χιτλερισμός είναι, παραδόξως, ο δρόμος προς το Χριστιανισμό», διακήρυξε ο αντισημίτης ιερέας Julio Meinvielle, που είχε ισχυρή επιρροή στο στρατό, στο βιβλίο του από το 1940 με τίτλο Hacía el cristianismo (Ο Δρόμος προς το Χριστιανισμό). Μόλις ο Hitler θα κατατρόπωνε το κομμουνισμό και το καπιταλισμό, θεωρούμενες και οι δύο εξίσου διαβολικές ενσαρκώσεις του άθεου υλισμού, η Εκκλησία θα μπορούσε να παρέμβει και να προεδρεύσει σε ένα εξαγνισμένο κόσμο. «Αυτή είναι η σπουδαία υπηρεσία που εν αγνοία και άθελά του ο Άξονας προσφέρει στην Εκκλησία», κατέληγε ο Meinvielle.

Η συμβίωση μεταξύ Εκκλησίας και Στρατού έγινε τόσο ισχυρή στην Αργεντινή που το 1944 η Παρθένος Μαρία πήρε το βαθμό του στρατηγού. Στρατιωτικές τελετές πραγματοποιήθηκαν σε εκκλησίες σε ολόκληρη τη χώρα για τον εορτασμό της προαγωγής. Ακόμη και το 1950, οι αξιωματικοί του στρατού πάσχιζαν να διακοσμήσουν  ένα τεράστιο άγαλμα της Παρθένου έξω από τον καθεδρικό του Μπουένος Άιρες με την ταινία του στρατηγού. Βαπτισμένοι σε τέτοια νερά, οι στρατηγοί που, στα 1970, θα ηγούνταν της δικτατορίας έλεγαν πως πάνω από όλα φοβόντουσαν το κύλισμα της Αργεντινής στο κομμουνισμό. «Σε απάντηση στη διαφθορά, το χάος, την ηθική απειθαρχία, και το πραγματικό κίνδυνο εθνικής αποσύνθεσης στον οποίο βρέθηκε η πατρίδα μας, οι Ένοπλες Δυνάμεις ανέλαβαν την πολιτική εξουσία πριν έξι μήνες για να αποκαταστήσουν την διασαλευμένη τάξη», διακήρυσσε αργότερα μια τηλεοπτική διαφήμιση της χούντας πάνω από την εικόνα του χάρτη της Αργεντινής που ανατινάζονταν.

Ήταν τέτοια η παράνοια για μια πιθανή κατάληψη της χώρας κουβανικού τύπου που ένα πλατύ κομμάτι της αργεντίνικης κοινωνίας καλωσόρισε την στρατιωτική παρέμβαση θερμά. Από πλευράς τους, τα μυαλά των νεαρών επαναστατών φλέγονταν με ιδέες τ΄που από τη «φαντασία στην εξουσία» που είχαν δανειστεί από τις φοιτητικές διαδηλώσεις του Μάη του 1968. Η απειλή τους στη σταθερότητα του κράτους δεν πήγε ποτέ πέρα από μερικά πρωτοσέλιδα κατορθώματα – η απαγωγή κάποιου ξένου επιχειρηματία ή πυροβολισμός εναντίον κάποιων αξιωματικών του στρατού. Η εξέγερση τους δεν ήταν ποτέ μια σοβαρή απειλή στις δημοκρατικές κυβερνήσεις του Juan Perón, που πέθανε στο αξίωμα ου το 1974, και της χήρας του Isabel Martinez, που διαδέχτηκε τον άντρα της ως πρόεδρος.

Με την ευκαιρία που πρόσφερε το αντάρτικο κίνημα, ο στρατός επενέβη, ανατρέποντας την αναποτελεσματική Martinez και ανακηρύσσοντας τον εαυτό του σωτήρα του έθνους. Οι δυνάμεις ασφαλείας χάρηκαν που απελευθερώθηκαν από τα δεσμά της νομιμότητας. Με τη Γερουσία κλειστή και το τύπο φιμωμένο, οργάνωσαν γρήγορα αποσπάσματα θανάτου, που δεν λογοδοτούσαν σε κανένα. Η εικόνα συμβατικών αλλά με χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα Ford Falcon σεντάν να κυκλοφορούν με ιλιγγιώδη ταχύτητα στους δρόμους του Μπουένος Άιρες με αυτόματα όπλα να σημαδεύουν από τα παράθυρα ήταν αρχικά τρομακτικό. Όπως όλα τα άλλα μετά το πραξικόπημα, το θέμα έγινε τόσο συνηθισμένο που ξεθώριασε από τη συνειδητή εικόνα.

Ήταν εκείνα τα χρόνια στην Αργεντινή που έμαθα πόσο γρήγορα η βιτρίνα της νομιμότητας μπορεί να αφαιρεθεί από μια κοινωνία. Το 1977, ένα χρόνο μετά το πραξικόπημα, εντάχθηκα στο δυναμικό της Buenos Aires Herald, μια μικρή αγγλόφωνη εφημερίδα που ήταν το μόνο μέσο που μιλούσε για τα εγκλήματα του καθεστώτος. «Είχα το προνόμιο να μιλάω ενώ όλοι οι άλλοι παρέμεναν σιωπηλοί», λέει ο τότε αρχισυντάκτης της Herald, ο Robert Cox, ένας Βρετανός που τώρα ζει στο Τσάρλεστον στη Νότια Καρολίνα. Δεν ήταν απλά το γεγονός πως ήταν Βρετανός ή που η εφημερίδα του είχε περιορισμένη κυκλοφορία που επέτρεπαν στον Cox να τυπώνει αυτά που οι άλλες εφημερίδες δεν θα έγραφαν. Πολύ απλά δεν μπορούσε να κάνει τον εαυτό του να παραμείνει σιωπηλός για τη σφαγή που έβλεπε. Αντίθετα με τόσους Αργεντίνους, δεν είχε απευαισθητοποιηθεί με το να μεγαλώσει ανάμεσα σε φυγάδες ναζί, αντίθετα, είχε μεγαλώσει στο Λονδίνο το καιρό του πολέμου ανάμεσα στα ερείπια κτιρίων που είχαν καταστραφεί από τις βόμβες και τις ρουκέτες του Hitler.

Έπρεπε να πληρωθεί ένα τίμημα για το προνόμιο που μίλησε ο Cox. Επιστρέφοντας στο σπίτι από τη πρώτη μου κιόλας μέρα στη δουλειά, είδα τρεις αστυνομικούς με πολιτικά – δίχως αμφιβολία παρά τα μακριά μέχρι τους ώμους μαλλιά, τα δερμάτινα μπουφάν και τα παντελόνια καμπάνες – να φεύγουν από τη πολυκατοικία μου κρατώντας ένα δερμάτινο τσαντάκι από το οποίο φαίνονταν μια μαγνητοταινία. Η μυστική αστυνομία είχε βάλει κοριό στο τηλέφωνό μου, μου ψιθύρισε ο επιστάτης του κτιρίου. Ένα πράσινο Ford Falcon ήταν παρκαρισμένο απέναντι στο δρόμο.

Η διακριτική προειδοποίηση από τον επιστάτη του κτιρίου μου ήταν ασυνήθιστη, ήταν πολύ πιο κοινό οι άνθρωποι να καρφώνουν τους γείτονες τους, και αυτό, φυσικά, ενθαρρύνονταν από το στρατό. Το Δεκέμβριο του 1979, ο Cox οδηγήθηκε στην εξορία, μαζί με την αργεντίνα σύζυγό του και τα πέντε παιδιά τους που είχαν γεννηθεί στην Αργεντινή, όταν δέχτηκε απειλές που έδειχναν μια λεπτομερή γνώση των καθημερινών ρουτινών της οικογένειας του. Ως σήμερα, η οικογένεια του Cox παραμένει πεπεισμένη πως ήταν μια κοντινή τους επαφή που έδωσε στη δικτατορία τις πληροφορίες. Η μεταμόρφωση των φίλων σε πληροφοριοδότες είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των απολυταρχικών καθεστώτων.

Αν θες να μάθεις τι διατηρεί την απολυταρχική βία σε μια κοινωνία, η ψυχολογία είναι μάλλον πιο χρήσιμη από την πολιτική ανάλυση. Ανάμεσα στους ελίτ,  υποστήριξη για την δικτατορία ήταν ενθουσιώδης. «Ήταν ένα είδος απρέπειας να μιλάς για τους ‘desaparecidos’ (εξαφανισμένους) ή για ο τι συνέβαινε», λέει ο Raymond McKay, ένας συνάδελφος δημοσιογράφος στη Buenos Aires Herald, στο ντοκιμαντέρ του 2017 Messenger on a Horseμε θέμα την εφημερίδα. «Αντιμετωπίζονταν ως κακογουστιά επειδή οι άνθρωποι δεν ήθελαν να ξέρουν».

Εκείνοι που έχουν ζήσει ολόκληρη τη ζωή τους σε λειτουργικές δημοκρατίες μπορεί να το βρουν δύσκολο να συλλάβουν πόσο εύκολα τα μυαλά μπορούν να κερδηθούν από την απολυταρχική σκοτεινή πλευρά. Υποθέτουμε πως ένα τέτοιο πέρασμα θα απαιτούσε μια αργή και δύσκολη προσπάθεια. Όμως όχι. Η μετατόπιση από τη μέρα στη νύχτα είναι ανησυχητικά γρήγορη. Παρά αυτό που πιστεύουν οι πιο πολλοί, η πολιτισμένη συνύπαρξη σε μια κουλτούρα ανοχής δεν είναι πάντα ο κανόνας, ούτε είναι ομοιόμορφα επιθυμητή. Η δημοκρατία κατακτάτε με σκληρό αγώνα, και είναι μια κατάσταση από την οποία πολλοί θέλουν κρυφά να αποδεσμευτούν και που εύκολα υποχωρεί.

Για να μην υπάρχει καμμιά αμφιβολία για τις προθέσεις της, η δικτατορία ονόμασε τον εαυτό της «Διαδικασία Εθνικής Αναδιοργάνωσης». Βιβλία κάηκαν. Διανοούμενοι εξορίστηκαν. Όπως οι μεσαιωνικοί Ιεροεξεταστές, η δικτατορία αυτοανακηρύχθηκε – σε φλογερούς λόγους που ακούω να αντηχούν στα συνωμοσιολογικά παραληρήματα των λαϊκιστών και εθνικιστών Αμερικάνων σήμερα – ως μαχητή σε πόλεμο για τη σωτηρία του «Δυτικού και Χριστιανικού πολιτισμού» από τη λήθη. Ένας τέτοιος πόλεμος εξ ορισμού απαιτούσε την φυσική εξολόθρευση των μολυσμένων μυαλών, ακόμη και αν δεν είχαν διαπράξει κανένα έγκλημα.

Ένα ακόμη τρομακτικό χαρακτηριστικό του απολυταρχισμού είναι πως στρέφεται κατά των πιο αδύναμων στοιχείων της κοινωνίας, τους μετανάστες και τα παιδιά. Το έμπνευσης Darré πρόγραμμα Lebensborn άρπαζε παιδιά που έμοιαζαν Άρια από περιοχές που ήταν υπό ναζιστική κατοχή, χωρίζοντάς τα από τους γονείς τους και μεγαλώνοντας τα ως «γνήσιους» Γερμανούς σε οικογένειες Lebensborn. Στην Αργεντινή στα 1970, ο στρατός σχεδίασε ένα παρόμοιο πρόγραμμα. Υπήρχε ένας τεράστιος αριθμός από εγκυμονούσες γυναίκες ανάμεσα στις χιλιάδες νεαρών αιχμαλώτων στα στρατόπεδα εξόντωσης της δικτατορίας. Το να εκτελεστούν όσο κυοφορούσαν τα μωρά τους ήταν ένα έγκλημα που ούτε ο στρατός της Αργεντινής δεν μπορούσε να καταφέρει να διαπράξει. Αντίθετα, κράτησαν τις γυναίκες ζωντανές ως ανθρώπινοι επωαστήρες, δολοφονώντας τες αφού γεννούσαν και έδιναν τα μωρά σε θεοσεβούμενα στρατιωτικά ζευγάρια για να τα μεγαλώσουν ως δικά τους. Μια κοινωνία που χωρίζει τα παιδιά από τους γονείς τους, για οποιοδήποτε λόγο, είναι μια κοινωνία που είναι ήδη στο μονοπάτι προς τον απολυταρχισμό.

Η αποτρόπαια αυτή πρακτική ενέπνευσε εν μέρει το βιβλίο της Margaret Atwood του 1985, The Handmaids Tale«Οι στρατηγοί στην Αργεντινή πετούσαν ανθρώπους από αεροπλάνα», είπε η Atwood σε μια συνέντευξη με τους Los Angeles Times πέρυσι. «Αν όμως μια γυναίκα ήταν έγκυος, περίμεναν μέχρι να γεννήσει το μωρό και μετά έδιναν το μωρό σε κάποιον στην ιεραρχία τους. Και μετά πετούσαν τη γυναίκα από το αεροπλάνο».

Αυτή ήταν η απόλυτη εκδίκηση των φοβισμένων ηλικιωμένων ανδρών πάνω σε μια νεότερη επαναστατική γενιά. Όχι μόνο εξολόθρευαν τον υποτιθέμενο εχθρό τους, αλλά τα παιδιά του εχθρού αυτού θα ανατρέφονταν για να γίνουν υποδειγματικοί υπάκουοι πολίτες, όπως αυτοί εναντίον των οποίων είχαν εξεγερθεί οι βιολογικοί γονείς τους. Υπολογίζεται πως περίπου πεντακόσια μωρά είχαν αρπαχτεί από τις δολοφονημένες μητέρες τους με αυτό το τρόπο, μέχρι στιγμής μόνο 128 έχουν βρεθεί και αναγνωριστεί μέσω τεστ DNA. Δεν έχον δεχτεί όλα τους να επανενωθούν με τις βιολογικές τους οικογένειες.

*

Για πολλούς Αργεντίνους, τότε, ο στρατός αντιπροσώπευε όχι την υποταγή σε μια αυθαίρετη εξουσία, αλλά την απελευθέρωση από τους εκνευρισμούς, τη πολυπλοκότητα και τους συμβιβασμούς της διακυβέρνησης με αντιπροσώπους. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έσφιξε με χαρά το απλωμένο χέρι της απολυταρχικής βεβαιότητας. Η ζωή ξαφνικά είχε απλοποιηθεί από τη συμμόρφωση σε μια μοναδική, αναμφισβήτητη εξουσία. Για όσους αγαπούν τη δημοκρατία, είναι απαραίτητο να καταλάβουν τη κρυφή ευχαρίστηση με την οποία πολλοί χαιρέτησαν το χαμό της. Μια γρήγορη λύση στην εξέγερση έμοιαζε πολύ πιο επιθυμητή από αργές έρευνες, αποσπασματικές συλλήψεις και νόμιμες δίκες ανά υπόθεση. Ερεθισμένοι από το παράλογο φόβο ενός κομμουνιστικού ξεσηκωμού, η ανυπομονησία αυτή νίκησε. Και μόλις η Αργεντινή είχε αποδεχτεί την ανάγκη για μια μοναδική, απόλυτη λύση, το μακελειό μπορούσε να ξεκινήσει.

Ότι οι αντάρτες απέτυχαν να καταλάβουν οποιαδήποτε περιοχή για κάποιο αξιομνημόνευτο χρονικό διάστημα ήταν ένα γεγονός που αγνοήθηκε με μακαριότητα. Η ψευδαίσθηση κυριάρχησε πάνω στη πραγματικότητα. Ο πιο διάσημος επαναστάτης ήρωας της Αργεντινής, ο Ernesto «Che» Guevara, που είχε πολεμήσει δίπλα στον Fidel Castro, είχε βρει έναν αισχρό θάνατο στις ζούγκλες της γειτονικής Βολιβίας πριν από χρόνια δίχως να προκαλέσει οποιουδήποτε είδους εξέγερση. Αυτό όμως δεν κατέστειλε τον συντριπτικό φόβο πως μια ομάδα ένοπλων επαναστατών μπορεί κάπως, από θαύμα, να μπουν στο Μπουένος Άιρες και να μετατρέψουν την Αργεντινή σε δεύτερη Κούβα. Η «συνομωπαράνοια» των στρατηγών της Αργεντινής φαίνεται πολύ καλά σε μια αναφορά από την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Μπουένος Άιρες, βασισμένη σε συζητήσεις με το στρατό γύρω από την αναγκαστική αποχώρηση του Cox το 1979:

«Μανιασμένοι αντισημίτες, τα άτομα αυτά έχουν πειστεί πως ο Cox είναι στο πνεύμα, και ίσως στη πραγματικότητα, Εβραίος. (Δεν είναι). Πολλές από τις πρόσφατες απειλές προς τον Cox είχαν άμεσα ή έμμεσα στοιχεία αντισημιτισμού. Για αυτούς, ο Cox είναι ένα σύμβολο προοδευτισμού. Για τους ανθρώπους αυτούς ο προοδευτισμός είναι η υπηρέτρια του κομμουνισμού και ο προστάτης της τρομοκρατίας. Η ένθερμη υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων από τον Cox τον καταδίκασε στα μάτια τους πως είναι προοδευτικός».

Όπως καταλάβαιναν καλά οι διπλωμάτες των ΗΠΑ, ο πραγματικός πόλεμος του στρατού δεν ήταν ενάντια στη χίμαιρα της κομμουνιστικής απειλής, αλλά εναντίον του προοδευτισμού. Ήταν ένα δηλητηριώδες μίσος που δεν διέφερε από εκείνο που έφεραν μαζί τους οι ναζί που βρήκαν καταφύγιο στην Αργεντινή. Όταν πρωτοξεκίνησα να ερευνώ την διαφυγή των ναζί προς την Αργεντινή, κοιτούσα για τρόπους με τους οποίους η παρουσία τους μπορούσε να εμπνεύσει άμεσα τα εγκλήματα της δικτατορίας. Όπως αποδείχτηκε, δεν βρήκα κάποιο φυσικό σημείο επαφής και καμία απόδειξη άμεσων δεσμών: δεν υπήρχε κανένας ηλικιωμένος αξιωματικός των SS που να βασάνισε νεαρούς κρατούμενους στα μπουντρούμια της Αργεντινής στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970. Κάθε χώρα παράγει το δικό της τύπο δολοφονικών απολυταρχών.

Αυτό που ανακάλυψα, όμως, ήταν πως η παρουσία των ναζί στην Αργεντινή κανονικοποίησε την ιδεολογία τους και εξασθένισε τις δημοκρατικές άμυνες της κοινωνίας απέναντι στις απολυταρχικές ιδέες που αντιπροσώπευαν. Βλέποντας ναζιστικές σημαίες να παρελαύνουν στους δρόμους του Σάρλοτσβιλ πέρυσι, βλέποντας τες ξανά στην Ουάσιγκτον φέτος, με κάνει να συνειδητοποιώ πόσο διαφορετική είναι σήμερα η Αμερική από τη χώρα που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Με κάνει να συνειδητοποιώ πόσο πολύ προχώρησε αυτή η κανονικοποίηση ήδη στις ΗΠΑ.

Αρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του New YorkReview of Books. Ο Uki Goñi είναι δημοσιογράφος, ερευνητής και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

geniusloci2017