Πώς χαράχτηκαν τα σύνορα στη Μακεδονία

Η Αντάντ είχε συγκεντρώσει στη Μακεδονία 600.000 στρατιώτες από Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία, Ιταλία, Σερβία και Ελλάδα.
Πώς χαράχτηκαν τα σύνορα στη Μακεδονία
Στις 14 Σεπτέμβρη του 1918 εκατοντάδες γαλλικά πυροβόλα άνοιξαν πυρ στις οχυρωμένες θέσεις των Κεντρικών Δυνάμεων. Η «προπαρασκευή πυροβολικού» συνεχίστηκε ολόκληρη τη μέρα, κάτι συνηθισμένο στις μεγάλες επιθέσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μόνο που αυτή η επίθεση δεν έγινε στις πεδιάδες της βορειοανατολικής Γαλλίας ή του Βελγίου, αλλά σε μια τοποθεσία στα σημερινά σύνορα της Ελλάδας με τη Δημοκρατία της Μακεδονίας, και ο αντίπαλος στρατός ήταν ο βουλγαρικός.

Η «Μάχη του Ντόμπρο Πόλε», από την τοποθεσία που διεξάχθηκε, τέλειωσε με νίκη των γαλλο-σερβικών δυνάμεων στις 18 Σεπτέμβρη. Ελληνικές μονάδες έπαιξαν βοηθητικό ρόλο σε παράπλευρες επιθέσεις λίγο πιο μακριά, στη Δοϊράνη. Το αποτέλεσμα της μάχης ήταν η κατάρρευση του βουλγάρικου στρατού, με ένα κύμα επαναστατικών ανταρσιών που ταρακούνησαν το καθεστώς.

Η μάχη έκρινε, επίσης, και την τύχη της ευρύτερης Μακεδονίας για τις επόμενες δεκαετίες. Το βουλγαρικό κράτος επέλεξε την πλευρά που έχασε στον ιμπεριαλιστικό Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το σερβικό και το ελληνικό, επέλεξαν την πλευρά των νικητών. Κομμάτι της λείας τους ήταν το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας.


Αναμέτρηση

Η αναμέτρηση είχε ξεκινήσει από τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία έμπαινε σε μια περίοδο κρίσης. Οι επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και οι φιλοδοξίες των ντόπιων αρχουσών τάξεων δημιούργησαν ένα εκρηκτικό, ασταθές μείγμα, που οδήγησε στους δυο Βαλκανικούς Πολέμους, το 1912 και 1913. Στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο οι στρατοί της Βουλγαρίας, της Σερβίας (και του Μαυροβουνίου) και της Ελλάδας βγήκαν νικητές στην αναμέτρησή τους με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Μακεδονία ήταν το μεγάλο λάφυρο και από την πρώτη στιγμή οι σύμμαχοι έσπευδαν να εξασφαλίσουν και να μεγαλώσουν ο καθένας το δικό του μερτικό. Αυτοί οι ανταγωνισμοί οδήγησαν στην έκρηξη του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου τον Ιούνη του 1913. Ήταν ένας άγριος πόλεμος, που συνδυάστηκε με όλες τις βάρβαρες πρακτικές που σήμερα ονομάζονται εθνοκάθαρση.

Ο βουλγαρικός στρατός για παράδειγμα έκαψε τη Νιγρίτα, τις Σέρρες, το Δοξάτο της Δράμας, εκτελώντας εκατοντάδες. Ο ελληνικός στρατός δεν έμεινε πίσω, κάθε άλλο. Το Κιλκίς ήταν για δεκαετίες το κέντρο των «βουλγαριζόντων» Μακεδόνων. Ήταν επίσης η γενέτειρα του Ντάνεφ, του Βούλγαρου πρωθυπουργού. Σύμφωνα με μια διθυραμβική περιγραφή στον ελληνικό Τύπο της εποχής, μετά την ομώνυμη μάχη τον Ιούνη του 1913: «Η φωλέα των ληστών, το κέντρον των κομιτατζήδων, η καρδιά των κανιβάλων, η πατρίς του Δάνεφ, το Κιλκίς, εξέλιπεν». Δηλαδή εξαφανίστηκε, έγινε παρανάλωμα του πυρός. Η διεθνής Επιτροπή Κάρνεγκι καταμέτρησε 149 χωριά στην ευρύτερη περιοχή που πυρπόλησε εξολοκλήρου ή εν μέρει ο ελληνικός στρατός.

Όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος-ιστορικός Τ. Κωστόπουλος στο βιβλίο «Πόλεμος και Εθνοκάθαρση», ο επιθεωρητής των ελληνικών σχολείων του νομού Σερρών, στις εκθέσεις του «την επαύριο του πολέμου… κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στα (τουρκικά) εκείνα χωριά που ‘επυρπολήθησαν υπό των Βουλγάρων’ και τα (βουλγαρικά) που απλώς ‘επυρπολήθησαν’ χωρίς να διευκρινίζει από ποιον˙η ταυτότητα των εμπρηστών προκύπτει, ωστόσο, συχνά από τα συμφραζόμενα -όπως στην περίπτωση του Καρλίκιοϊ (σημ. Χιονοχώρι) όπου ‘εκτός ολίγων φυγόντων, ων αι οικίαι εκάησαν, οι μένοντες επανήλθον εις την ορθοδοξίαν’, στην ‘πνευματική’ κυριότητα της ελληνικής Εκκλησίας».

Ο Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος τέλειωσε με ήττα της Βουλγαρίας, που έχασε τα περισσότερα κέρδη της από τον πρώτο, ανάμεσά τους και το μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επέβαλαν την «ειρήνη» τους στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν και κατέληξαν στην Συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Αύγουστο του 1913. Η Μακεδονία μοιράστηκε, σε τρία κομμάτια. Όπως λένε οι συνηθισμένες περιγραφές για τα αποτελέσματα των Βαλκανικών Πολέμων, από τον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας το 51% προσαρτήθηκε στην Ελλάδα, το 38% στη Σερβία και το 10% στη Βουλγαρία.΄

Όμως, αυτή η μοιρασιά δεν ήταν το τέλος. Πριν καλά-καλά στεγνώσει το μελάνι των υπογραφών στα διάφορα πρωτόκολλα της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, ο Λ. Τρότσκι προειδοποιούσε σε ένα προφητικό άρθρο του:

«Πρέπει λοιπόν να πούμε για τις νέες συνοριακές γραμμές της Βαλκανικής Χερσονήσου πως, ανεξάρτητα από το πόσο θα κρατήσουν, έχουν χαραχτεί πάνω στα καταξεσκισμένα, αφαιμαγμένα και εξουθενωμένα ζωντανά κορμιά των εθνών. Ούτε ένα από αυτά τα βαλκανικά έθνη δεν κατόρθωσε να συμμαζέψει όλα τα σκορπισμένα κομμάτια του. Και ταυτόχρονα όλα τους, περιέχουν τώρα στην επικράτειά τους μια συμπαγή εχθρική μειονότητα.

Η Ειρήνη του Βουκουρεστίου έχει φτιαχτεί από υπεκφυγές και ψέματα. Είναι το αντάξιο επιστέγασμα ενός πολέμου απληστίας και επιπολαιότητας. Μα ενώ επιστεγάζει αυτόν τον πόλεμο, δεν τον τελειώνει. Έχοντας σταματήσει λόγω της απόλυτης εξουθένωσης, ο πόλεμος θα επαναληφθεί όταν φρέσκο αίμα κυλήσει στις αρτηρίες. Κι όμως, το αίμα των σκοτωμένων κραυγάζει πως χύθηκε άδικα. Τίποτα δεν επιτεύχθηκε, τίποτα δεν επιλύθηκε… Το Ανατολικό Ζήτημα καίει ακόμα, σαν μια απαίσια πληγή που χύνει δηλητήριο μέσα στο σώμα της καπιταλιστικής Ευρώπης».


Μέθοδοι

Οι πληθυσμοί που βρέθηκαν στις καινούργιες επαρχίες των βαλκανικών κρατών, έπρεπε πρώτα απ’ όλα να αποκτήσουν, με το καρότο και το μαστίγιο, τη «σωστή» γλώσσα, θρησκευτική αναφορά και εθνική συνείδηση. Στις περιοχές της Μακεδονίας που ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος το 1/3 τουλάχιστον του πληθυσμού μιλούσε αυτή την «ανύπαρκτη» γλώσσα και έπρεπε να την ξεμάθουν, με τη «βοήθεια» του γυμνασιάρχη και του χωροφύλακα. Το ίδιο έπρεπε να αλλάξουν τα ονόματα, των χωριών και των ανθρώπων: το 1915, ο Ιβάνωβ γίνεται Κωστόπουλος, ο Μπόρις γίνεται Παναγιώτης, Βύρων ή Περικλής, η Ντόστα γίνεται Θεοδότα και η Μπόζνα, Χριστίνα.

Το σερβικό κράτος εφάρμοσε τις ίδιες μεθόδους. Η επίσημη θέση ήταν ότι δεν υπήρχαν Μακεδόνες, απλά «νότιοι Σέρβοι», που μιλούσαν μια διάλεκτο της σερβοκροατικής. Τους ντόπιους ανέλαβε να «πείσει» μια ολόκληρη εκστρατεία εκσερβισμού. Τα ονόματα αλλάξανε επί το σερβικότερον, σέρβοι δάσκαλοι ανέλαβαν να μάθουν στα παιδιά τη «σωστή» γλώσσα (με αποτέλεσμα σκηνές πλήρους ασυνεννοησίας), δεκάδες χιλιάδες σέρβοι στρατιώτες κατέπνιγαν αλλεπάλληλες εξεγέρσεις, μέχρι και ένα πρόγραμμα εποικισμού ξεκίνησε η σερβική κυβέρνηση.


Μέτωπο

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος που ξέσπασε τον Αύγουστο του 1914 τίναξε στον αέρα την εύθραυστη ειρήνη.

Αρχικά, ο σερβικός στρατός άντεξε στις επιθέσεις του αυστροουγρικού. Τον Οκτώβρη του 1915 όμως, η Βουλγαρία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας και επιτέθηκε στη Σερβία. Αυτό που είχε προηγηθεί ήταν ένα κυνικό παζάρι για το ποιο από τα δυο στρατόπεδα των ιμπεριαλιστών θα προσεταιριζόταν το βουλγαρικό κράτος, και ποιες περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης θα άλλαζαν χέρια. Σε εκείνη την φάση ο Βενιζέλος έκανε την περίφημη πρόταση στον βασιλιά Κωσταντίνο να δοθεί η Καβάλα και η Δράμα στην Βουλγαρία, με αντάλλαγμα δεσμεύσεις των Συμμάχων της Αντάντ για τη Μικρά Ασία.

Ο βουλγαρικός στρατός κατέλαβε το μεγαλύτερο τμήμα της σερβικής Μακεδονίας και ανέλαβε να «διορθώσει» τα αποτελέσματα της προηγούμενης κατάστασης. Το καλοκαίρι του 1916, ο βουλγαρικός στρατός κατέλαβε τη Μακεδονία ανατολικά του Στρυμόνα (με κέντρο τη Δράμα και Καβάλα). Και στην κατοχή που ακολούθησε μέχρι το 1918 οι εθνοκαθάρσεις -και η πείνα- ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Δυτικά του Στρυμόνα, με κέντρο τη Θεσσαλονίκη κυριαρχούσε, από τα τέλη του 1915 ο στρατός της Αντάντ, αγγλογαλλικά στρατεύματα που είχαν καταφτάσει για να βοηθήσουν το σερβικό στρατό που εν τω μεταξύ είχε ηττηθεί. Εκεί στην ημερήσια διάταξη ήταν, πέρα από τις λεηλασίες των αγγογαλλικών στρατευμάτων που συμπεριφέρονταν σαν στρατός κατοχής, οι διώξεις σε βάρος των «βουλγαριζόντων» και «γερμανοφρόνων».

Το φθινόπωρο του 1916, μια αντεπίθεση των γαλλικών και σερβικών δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο, έφτασε μέχρι τη Μπίτολα (Μοναστήρι) στη σημερινή Δημοκρατία της Μακεδονίας. Η γραμμή του μετώπου σταθεροποιήθηκε, με σύντομα διαλείμματα επιθέσεων και αντεπιθέσεων, μέχρι το φθινόπωρο του 1918.

Με το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, επανήλθε η «κανονικότητα» των εθνοκαθάρσεων, που τώρα βαφτίστηκαν «ανταλλαγές πληθυσμών» όπως αυτή της Συνθήκης του Νεϊγί ανάμεσα στην Ελλάδα και την ηττημένη Βουλγαρία το 1919.

Αυτή την ιστορία χρειάζεται να την ανακαλύψουμε ξανά σήμερα, κόντρα στις εθνικιστικές εκστρατείες που προβάλλουν το σύνθημα «η Μακεδονία ήταν και είναι ελληνική». Η Μακεδονία μοιράστηκε ξανά και ξανά με το σίδερο και το αίμα, και το τελευταίο πράγμα που έπαιρναν υπόψη οι άρχουσες τάξεις και οι κυβερνήσεις τους σε αυτή τη μοιρασιά, ήταν οι επιθυμίες των κατοίκων της.


Λέανδρος Μπόλαρης

tiken.net

Advertisements