Hannah Proctor: Ένας τρελός κόσμος. Ριζοσπαστική ψυχιατρική και ο Μάης του ‘68

Πενήντα χρόνια μετά το 1968, οι σκέψεις πάνω στη στιγμή αυτή αποδίδονται ακόμη συχνά με ψυχολογικούς όρους: ως ευφορικές εμπειρίες της συλλογικότητας που έδωσαν τη θέση τους στις απογοητεύσεις, τις διαψεύσεις και τις καταθλίψεις που συνοδεύουν την ήττα. Η ψυχολογία επίσης ήταν κεντρικό θεωρητικό ζήτημα για πολλούς από εκείνους που υποβλήθηκαν σε αυτές τις αλλαγές στην υποκειμενικότητα, αλλά όπως λέει ο Michael Strabo στο Madness is CivilizationWhen Diagnosis was Social, 1948-1980:

«Οι ιστορίες των πολιτικών αναταραχών και της κουλτούρας (και της αντικουλτούρας) των κινημάτων του 1960 αποφεύγουν όλες τους συστηματικά να συζητήσουν την αντιψυχιατρική σκέψη και φυσικά δεν ενσωματώνουν την ιστορία της αντιψυχιατρικής σκέψης στους απολογισμούς τους με οποιοδήποτε σταθερό και ουσιαστικό τρόπο»

Η ασάφεια αυτής της ιστορίας την κάνει δύσκολη να γραφεί. Η παρουσία των ριζοσπαστικών ψυχιατρικών ιδεών και πρακτικών σε αυτές τις αναταραχές ήταν διάχυτες παντού αλλά ομιχλώδεις, όπως τα σύννεφα καπνού που αιωρούνται σε τόσα απομνημονεύματα της γενιάς του ’68. Αν και επικαλυπτόμενες και σε διάλογο, τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και οι αρχές αυτής του 1970 είδαν διάφορες ξεχωριστές ριζοσπαστικές ψυχιατρικές προσεγγίσεις να είναι στη μόδα σε διαφορετικά μέρη της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής (και στη πράξη, ακόμη πιο πέρα). Η εκτεταμένη επιρροή της ριζοσπαστικής ψυχιατρικής ξεπερνούσε πολύ τη κλίμακα των φυσικών τόπων που οι εναλλακτικές μορφές της ψυχιατρικής φροντίδας αναπτύσσονταν, και ούτε πρέπει να ταυτιστεί με διάσημα άτομα – σχεδόν αποκλειστικά λευκοί άνδρες, οι περισσότεροι από τους οποίους  ήταν ήδη κάπως μεγάλοι ως το 1968 και κάποιοι από αυτούς δεν ήταν ιδιαίτερα πολιτικά ριζοσπάστες – των οποίων τα ονόματα φιγουράριζαν στα εξώφυλλα πολλών από τα πιο ευπώλητα βιβλία πάνω στα ριζοσπαστικά ψυχιατρικά θέματα. Χαράζοντας όμως προσεκτικά τις ιδιαιτερότητες των διαφορετικών καταβολών, τροχιών και προσεγγίσεων θα ήταν από μόνες της ανακριβείς, αποτυγχάνοντας να συλλάβουν τη χαοτικό και το αντιφατικό μείγμα ιδεών που στροβιλίζονται τριγύρω στη κορύφωση των κινημάτων.

Άρρωστη Κοινωνία

«Ένας άνθρωπος που προτιμά να είναι νεκρός αντί για κόκκινος είναι φυσιολογικός… Ένας άνθρωπος που λέει πως οι Νέγροι είναι κατώτερη φυλή μπορεί να είναι ευρέως σεβαστός», έγραφε στο πρόλογο του βιβλίου του The Divided Self το 1964 (αρχική έκδοση 1959) ο R.D. Laing. Η Angela Carter το περιέγραψε ως «ένα από τα επιδραστικότερα βιβλία του 60» ισχυριζόμενη πως ο Laing «έθεσε το ρυθμό για τη τρελή στροφή της δεκαετίας». Ο πρόλογος του Laing δείχνει πως τα ριζοσπαστικά ψυχιατρικά λεξιλόγια  έφτασαν να χρησιμοποιούνται για να αμφισβητήσουν τους κανόνες ενός κόσμου στον οποίο η δολοφονία παιδιών με ναπάλμ στο Βιετνάμ ή οι πυροβολισμοί άοπλων μαύρων στους δρόμους των ΗΠΑ μπορούσαν να οριστούν ως λογικά. Τον Ιούλιο του 1967 το Συνέδριο για τη Διαλεκτική της Απελευθέρωσης (Dialectics of Liberation) πραγματοποιήθηκε στο Roundhouse στο Λονδίνο, οργανωμένο από μια ομάδα αντιψυχιάτρων (Laing, David Cooper, Joseph Berke και Leon Redler), μαζεύοντας πλήθη που έφταναν τα 5000 άτομα στη διάρκεια του. Όπως αναλύει ο Alexander Dunst, οι αναφορές στη τρέλα διάνθιζαν ακόμη και εκείνες τις παρουσιάσεις στο Συνέδριο που δεν συνδέονταν άμεσα με την αμφισβήτηση ψυχιατρικών θεσμών:

«Όταν ο [AllenGinsberg χρησιμοποιεί τη φράση ‘τρελός στο τρελάδικο’ ως συντομογραφία για την αστυνομική καταστολή στο Κογκρέσο, όταν ο [HerbertMarcuse δημιουργεί τον όρο ‘παρανοϊκή λογική’ στο λόγο του, όταν ο [StokelyCarmichael αντιδρά λέγοντας: ‘Ο μαύρος άνθρωπος δεν είναι άρρωστος άνθρωπος, είναι λευκός άνθρωπος που είναι άρρωστος’, όλοι τους φαντάζονται τη πολιτική ως ψυχολογία».

Ή τουλάχιστόν όλοι τους αντιμεταθέτουν τις ψυχολογικές κατηγορίες στο κόσμο και παίζουν με τη σχέση μεταξύ λογικού και παράλογου. Συνήθως αυτό τοποθετούνταν ως μια αντίθεση μεταξύ των κανονικών/ισχυρών  από τη μία, και των αντιφρονούντων/καταπιεσμένων από την άλλη, αλλά στο δίπολο αυτό λογικό και παράλογο μπορούσαν να περιγράφουν κάθε πλευρά ανάλογα με το πλαίσιο: «λογικό» μπορούσε να λειτουργεί σαν μια ηθική κατηγορία που χρησιμεύει για να υπογραμμίσει τη βία και τον ανορθολογισμό των υπαρκτών κατηγοριών και δομών εξουσίας, αλλά «παράλογο» μπορούσε επίσης να λειτουργεί  θετικά, ορισμένο σαν μια «εν μέρει επιβεβλημένη, εν μέρει επιλεγμένη» απάντηση και απόρριψη της κυρίαρχης κοινωνίας.

Η μόνη διέξοδος από τον ατελείωτο κύκλο ανατροφοδότησης μεταξύ ανθρώπων χαρακτηρισμένων ως τρελούς και του κακού τρελού κόσμου που παράγει αυτές τις κατηγορίες είναι να αλλάξει ο κόσμος και να καταργηθεί τόσο η τρέλα όσο και τα αντώνυμα της στη προσπάθεια. Αν και αργότερα θα απέρριπτε κάθε αφοσίωση στην επαναστατική πολιτική ο Laing φλερτάρισε στενά με τα λεξιλόγια του μαχητικού πολιτικού ακτιβισμού και της αποαποικιοποίησης εκείνη τη στιγμή. Τα παραδείγματα αυτά ωστόσο από το Συνέδριο δείχνουν τη χαλαρότητα με την οποία αυτές οι ιδέες αναπτύσσονταν και η δυσκολία του να οριστεί με σαφήνεια το «κανονικό» και το «προφανές». Οι ζωές και οι εμπειρίες των πραγματικών ατόμων που είχαν διαγνωστεί με σχιζοφρένεια μερικές φορές φαίνονται ιδιαίτερα αποκομμένες από τέτοιες συζητήσεις, παρά τη κεντρικότητα της μορφής του σχιζοφρενικού σε αυτές. Όπως η διάκριση μεταξύ εσωτερικών εμπειριών και των εξωτερικών κατηγοριών ήταν κάπως ασαφώς ορισμένη, ήταν επίσης συχνά αόριστο το που τελείωναν οι μεταφορές και που άρχιζε η πραγματικότητα. Ο Laing τοποθέτησε το ερώτημα ως πρόβλημα κλίμακας: το τεράστιο μέγεθος της κοινωνικής παράνοιας απαιτούσε την εργασία προς τα έξω, από το άτομο του οποίου η ιατρικά διαγνωσμένη τρέλα μπορούσε να γίνει κατανοητή σε σχέση με μια κοινωνική απολυτότητα που αποτελούνταν από διάφορα μπλεγμένα ενδιάμεσα στρώματα. Η εριστική παρέμβαση του Carmichael αμφισβήτησε την έμφαση του Συνεδρίου στην ατομική ψυχολογία σε πολιτικό υπόβαθρο και την ως τώρα μεταφορική ανάγνωση στο βαθμό που το άρρωστο ορίζεται ως ηθικά απαράδεκτο, αλλά αυτό δε σημαίνει πως η παθολογικοποίηση και ο εγκλεισμός των πολιτικοποιημένων μαύρων ανδρών στα αμερικάνικα άσυλα εκείνη τη στιγμή δεν ήταν επίσης ένα πραγματικό ιστορικό φαινόμενο.

Παίρνοντας τον έλεγχο του Ασύλου

Μια από τις πρώτες σκηνές στη ταινία Serge Bard Καταστρέψτε τους Εαυτούς σας, γυρισμένο στο Παρίσι το Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1968, βλέπεις δυο νέες γυναίκες να περπατούν δίπλα σε ένα ψηλό τοίχο ακουμπώντας με τα χέρια τους την επιφάνεια του. Μια γυναίκα διηγείται μία συζήτηση με ένα Αμερικάνο που της είπε πως το «αληθινό μέρος για ένα άνθρωπο είναι πίσω από τους τείχους μιας φυλακής». Η άλλη γυναίκα συμφωνεί «επειδή πίσω από τους τοίχους της φυλακής είναι εκείνοι που παραβαίνουν τους νόμους που φυλακίζουν την κοινωνία. Όπως πίσω από τους τοίχους του ασύλου είναι οι άνθρωποι που παραβαίνουν τους νόμους της σκέψης». Όπως δείχνει αυτή η συζήτηση, ενώ οι ριζοσπαστικοί ψυχίατροι στόχευαν το άσυλο και ιδιαίτερα με τη συμμετοχή τους σε κινήματα αποϊδρυματοποίησης, το άσυλο ήταν επίσης αντιληπτό ως ένας από τους καταπιεστικούς θεσμούς ανάμεσα σε πολλούς, το άσυλο έγινε μετωνυμία για τη κοινωνία.

Ο δημοσιογράφος Jean-Jacques Brochier σημείωσε σε μια συζήτηση με τον Felix Guattari που εργάζονταν στη ψυχιατρική κλινική La Borde και ήταν ενεργός σε πολλούς πολιτικούς σκοπούς και γκρουπούσκουλα: «Η αντιψυχιατρική μπορεί να συνδεθεί με το Μάη του ’68, με την έννοια πως ο Μάης του ’68 ήταν ουσιαστικά μια επίθεση στους θεσμούς». Το άσυλο, η φυλακή, το πανεπιστήμιο, το σχολείο, το δικαστήριο, το εργοστάσιο, και η οικογένεια ήταν όλα υπό επίθεση και αυτοί οι διάφοροι θεσμοί συχνά συγκρίνονταν με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ήταν αντιληπτοί ως τα βίαια άκρα στα οποία τείνουν όλοι οι καταπιεστικοί θεσμοί. Ιδιαίτερα στην Δυτική Γερμανία και σε τμήματα της Ευρώπης που ήταν υπό ναζιστική κατοχή, αυτό δεν ήταν ούτε υπερβολή ούτε μεταφορικό: πρώην μέλη του Ναζιστικού Κόμματος είχαν ακόμη βασικούς ρόλους στους θεσμούς ανάμεσα τους και το ιατρικό κατεστημένο και, φυσικά, μέσα στις οικογένειες. Πως μπορούσαν τα υποκείμενα που διαμορφώθηκαν σε αυτές τις κοινωνικές συνθήκες να αποφύγουν να τις αναπαράξουν;

Αν το άσυλο μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως μικρόκοσμος της ευρύτερης κοινωνίας, αντίθετα πειραματισμοί στην ίδρυση εναλλακτικών ψυχιατρικών ιδρυμάτων και πρακτικές μπορούσαν να λειτουργήσουν ως προεικονιστικοί χώροι δείχνοντας προς μια μη ιεραρχική κοινωνία που έρχονταν. Αν και η κλίμακα αυτών των πειραμάτων ήταν σχετικά ταπεινή σε σχέση με τις απεργίες, τις καταλήψεις και τις διαδηλώσεις τις εποχής, χειροπιαστές ριζοσπαστικές ψυχιατρικές πρακτικές προϋπήρχαν του 1968 και συνέχισαν ώστε να γίνουν ενσωματωμένοι χώροι στους ευρύτερους πολιτικούς αγώνες καθώς ξεδιπλώνονταν. Ο John Foot περιγράφει το άσυλο της Γκορίτσια, στην Βόρεια Ιταλία όπου ο Ιταλός ψυχίατρος Franco Basaglia είχε ξεκινήσει μια σειρά από μεταρρυθμίσεις, ως μια «Μέκκα για τη γενιά του 1968» και μαγνήτης για τους δημοσιογράφους που είχαν την ελπίδα να ρίξουν μια ματιά στο «θαυμαστό θέαμα των τρελών που συζητούσαν πως να διαχειριστούν το νοσοκομείο τους, το θέαμα μιας ομάδας σχιζοφρενών που κυριολεκτικά είχαν τον έλεγχο του ασύλου». Το Kingsley Hill στο Ανατολικό Λονδίνο, που φημολογούνταν πως ο Laing κρατούσε το ψυγείο γεμάτο με LSD, προσέλκυσε προσωπικότητες της αντικουλτούρας και ανθρώπους που ήταν περίεργοι για την κοινοτική ζωή, όπως και εκείνοι που έψαχναν εναλλακτική στο συμβατικό σύστημα ψυχικής υγείας. Αν και η κατάργηση των ιεραρχιών, δομών και εξειδικεύσεων στη θεωρία δεν σήμαινε απαραίτητα πως είχαν ξεπεραστεί στη πράξη, η αποδόμηση της ρουτίνας, η αναδιοργάνωση των χώρων, ο επανακαθορισμός των ρόλων και η αναδιανομή δραστηριοτήτων δεν σήμαινε αυτόματα την καταστροφή των δομικών ανισοτήτων μεταξύ των ανθρώπων.

Στη Γαλλία, όπου η ψυχανάλυση παρέμενε κεντρικός, θεωρίες υποκειμενικότητας εκφράζονταν σε κατακερματισμένες μορφές, κατάλληλες για τα αποκεντρωμένα ψυχωτικά υποκείμενα που επεδίωκαν να ταυτιστούν, υπήρχαν σε έντονη αντιπαράθεση με τις ριζοσπαστικές ψυχιατρικές πρακτικές. Στο Ψυχαναλυτική Πολιτική η Sherry Turkle ισχυρίζεται πως οι πολιτικές διαιρέσεις μεταξύ των αριστεριστών (gauchistes) και των μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος αντικατοπτρίζονταν σε συμπεριφορές προς την ριζοσπαστική ψυχιατρική μετά το ’68, που εξελίχθηκαν σε διαλόγους γύρω από την ψυχική υγεία της κοινότητας. Το χαρακτηρίζει γενικά αυτό ως διαμάχη μεταξύ των λαμπερών Παρισινών διανοούμενων που ήταν ερωτευμένοι με τον Jacques Lacan και των «νοσοκόμων της εργατικής τάξης που οργανώνονταν σε επαρχιακά ψυχιατρικά νοσοκομεία» που κατηγορούσαν τη προηγούμενη ομάδα για ρομαντικοποίηση την ψύχωση και απόρριψη της πρακτικής οργάνωσης βάσης. Η Turkle περιγράφει τους ανταγωνισμούς σε μια συνάντηση το 1973 στο Γκουργκάς όπου οι διάσημοι «rock star» θεωρητικοί – όχι μόνο ο Lacan αλλά και οι Jean Oury και Guattari του οποίου το AntiOedipus  που έγραψε μαζί με τον Gilles Deleuze «έγινε επίμαχο ζήτημα στο Παρίσι το 1972-73» – απέφυγε να συζητήσει ένα πρόσφατο σκάνδαλο που είχε ως αποτέλεσμα μια ομάδα από ριζοσπάστριες μαθητευόμενες νοσοκόμες να απολυθούν από το νοσοκομείο τους. οι θεωρητικοί μπορεί να πρόσφεραν ισχυρά ερμηνευτικά πλαίσια για την κατανόηση της πολιτικής και της ψύχωσης, αλλά ως ένα από τα συνθήματα που ήταν γραμμένο στους δρόμους του Παρισιού διακήρυσσε: «Οι δομές δεν περπατάνε στους δρόμους!»

Σεξουαλική Πολιτική

Η θεωρία όμως δεν γίνονταν αντιληπτή ως ξεχωριστή από τη πρακτική. Κάποια από τα πιο ευρέως διαδεδομένα έργα των κινημάτων της εποχής ήταν γραμμένα από ριζοσπάστες ψυχιάτρους ή έθεταν σε πρώτο πλάνο ψυχολογικά ερωτήματα, μεταφράσεις και πειρατικές εκδόσεις πολλαπλασιάζονταν. Το 1971 η αμερικάνικη έκδοση του Politics ofExperience R.D. Laing υπολογίζεται πως πούλησε 400000 αντίτυπα από την έκδοση του το 1966. Το The Negated Institution του Franco Basaglia, που έγραψε μαζί με την Franca Ongaro (αν και σπάνια αναφέρεται), πούλησε 12500 αντίγραφα μόνο στην Ιταλία το 1968. Το Της Γης οι Κολασμένοι  του Frantz Fanon με το τελευταίο κομμάτι του με ιστορικά περιπτώσεων αντλημένα από τη κλινική του πρακτική στη διάρκεια του Αλγερινού Πολέμου της Ανεξαρτησίας πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψιν, ανάμεσα σε πολλά άλλα πράγματα, ως μια συνεισφορά  στη ριζοσπαστική ψυχιατρική (κρίνοντας από τις βιβλιογραφικές λίστες που περιλαμβάνονταν στα φυλλάδια τους σίγουρα αντιμετωπίζονταν ως τέτοια από διάφορες αυτοοργανωμένες ακτιβιστικές ομάδες θεραπείας  που ξεπήδησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970). Και αν οι ακτιβιστές μιλούσαν και διάβαζαν για την ψυχολογία, τότε εκείνοι που ασχολούνταν με ριζοσπαστικά ψυχιατρικά πειράματα μιλούσαν και διάβαζαν επίσης για τον ακτιβισμό. Παρά το ότι διακήρυτταν πως η πρακτική ήταν σπουδαιότερη της θεωρίας, η Σοσιαλιστική Κολεκτίβα Ασθενών (SPK) στην Heidelberg έμοιαζε να έχει αφοσιώσει ένα μεγάλο μέρος του χρόνου τους στην κατανόηση της χεγκελιανής διαλεκτικής και συζητώντας έργα επαναστατών του παρελθόντος. Αν και φυσικά δεν είναι πάντοτε εύκολο να βρεις τι σήμαινε στη πραγματικότητα η αμφισημία κάποιων βιβλίων, στις βιβλιοθήκες αριστεριστών στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές αυτής του 1970, στην πράξη. Ο Rainald Goetz ισχυρίζεται με σαρδόνιο τρόπο πως η επίκληση συγκεκριμένων συγγραφέων από νεαρούς ακτιβιστές μπορεί να είναι επιφανειακός ή διακοσμητικός: «Τυλίξαμε τους εαυτούς μας με φράσεις από τους Laing-Cooper-Basaglia σα να ήταν αστραφτερά εξωτικά φυλαχτά».

Η συνηθισμένη ομάδα της αντιψυχιατρικής σκέψης θα περιλάμβανε τα έργα των Michel Foucault, Erving Goffman, Thomas Szaz μαζί με τους Laing και Cooper, αλλά ο Wilhelm Reich και ο Herbert Marcuse ήταν ίσως οι δυο πιο επιδραστικές φιγούρες που ασχολούνταν με τα ψυχολογικά θέματα στις ετερόκλητες βιβλιογραφίες του ’68.  Τόσο στη διάρκεια της ευφορικής κορύφωσης του 1968 και στην απογοητευτική κατάληξη της, οι Reich και Marcuse πρόσφεραν λέξεις για τη κοινή σύσταση υποκειμένων και κοινωνίας. Η συμμετοχή ανθρώπων στη διαιώνιση της ίδιας τους της καταπίεσης ήταν κεντρικό ζήτημα και για τους δυο στοχαστές και το ερώτημα του πως να αντισταθούν στη ψυχική αναπαραγωγή  της κοινωνικής τάξης ήταν στενά συνδεδεμένη με τα ερωτήματα της σεξουαλικής αναπαραγωγής και οικογενειακών δομών. Πράγματι, στην εισαγωγή του σε μια αγγλική μετάφραση του 1972 του πρώιμου «Sex-Pol» έργου του Reich, ο Bertell Ollman πάει μέχρι στο να προτείνει πως οι ιδέες του Reich πρόσφεραν μια πρώτη ώθηση για το φοιτητικό κίνημα στη Γαλλία. Θυμάται να παρακολουθεί μια ομιλία πάνω στο Reich που είχε γίνει δεκτή με ενθουσιασμό από το τροτσκιστή Boris Fankel το Φεβρουάριο του 1967 στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού στη Ναντέρ. Μια βδομάδα αργότερα αντίγραφα του φυλλαδίου του Reich O Σεξουαλικός Αγώνας των Νέωνπωλούνταν στους διαδρόμους των εστιών οδηγώντας σε μια εκστρατεία σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης εμπνευσμένης από τον Reich και ε αυτό που ο Daniel Cohn-Bendit χαρακτήρισε ως μια «εντατική επίθεση στους μοναστικους πανεπιστημιακούς κανονισμούς και ιδιαίτερα στη σεμνότυφη παρέμβαση στα προσωπικά ζητήματα των φοιτητών που ζούσαν στα πανεπιστήμια». Οι γυναικείοι κοιτώνες καταλήφθηκαν από φοιτητές και φοιτήτριες ως διαμαρτυρία για τους κανόνες που περιόριζαν τις επισκέψεις στα δωμάτια τους. σύμφωνα με τον Ollman, «η συνειδητοποίηση που κορυφώθηκε στα γεγονότα του του 1968 ήρθε πρώτα σε ένα μεγάλο αριθμό φοιτητών στη Ναντέρ στον αγώνα τους κατά της σεξουαλικής καταπίεσης τους». η «Ψυχανάλυση και η Κοινωνική Καταπίεση» επίσης περιλαμβάνονταν ως ένα από τα θέματα στο αντιπρόγραμμα σπουδών που επινόησαν οι φοιτητές του Palazzo Campana στο Τορίνο το χειμώνα του 1967, ενώ ο Klaus Theweleit, της γενιάς του ’68 και συγγραφέας της χαοτικής και ψυχαναλυτικής οπτικής κριτικής της πρωτοφασιστικής αρρενωπότητας Male Fantasiesέδειχνε το 1990 πως στο φοιτητικό κίνημα της Δυτικής Γερμανίας ένα «ιδιαίτερο είδος σεξουαλικής έντασης ήταν η ‘κινητήρια δύναμη’ του 1968».

Ο Marcuse, που είχε μιλήσει στο κοινό στο Roundhouse το 1967 και που έγινε 70 το 1968, βρήκε ένα πιστό κοινό ανάμεσα στους νεαρούς ριζοσπάστες. Μια γαλλική μετάφραση του Μονοδιάστατου Ανθρώπου εκδόθηκε το Μάη του 1968, 350000 αντίγραφα είχαν πουληθεί μέχρι το τέλος του Ιούνη (με 500 αντίγραφα την ημέρα να πωλούνται μόνο στο Drugstore στο Σεν Ζερμαίν). Μια αγγλική έκδοση που κυκλοφόρησε το 1968 ισχυρίζονταν στο εξώφυλλο της πως το βιβλίο είχε πουλήσει περισσότερα αντίγραφα από το Μικρό Κόκκινο Βιβλίο του Mao στη Γαλλία. Και ο Marcuse και ο Reich απέκλιναν από τον Freud στο ζήτημα της καταπίεσης των ενστίκτων, αν και οι οπτικές τους πως οι άνθρωποι θα είχαν ιδανική συμπεριφορά σε μια κοινωνία δίχως καταπίεση, ήταν πολύ διαφορετικές. Στο Έρως και Πολιτισμός (1955) ο Marcuse ισχυρίζονταν πως η καταπίεση επιβάλλεται κοινωνικά και παράγεται ιστορικά, ισχυριζόμενος πως μια μορφή μη καταπιεστικής μετουσίωσης θα ήταν δυνατή σε μια μη καταπιεστική κοινωνία, οδηγώντας στην «ερωτικοποίηση ολόκληρης της προσωπικότητας». Ο Marcuse ήταν ξεκάθαρος, όμως, πως μια κοινωνία δίχως καταπίεση δεν θα ήταν μια κοινωνία «σεξομανών», λέγοντας πως τα άγρια όργια ξεσπούν μόνο όταν οι λιμπιντικές ενέργειες είναι κοινωνικά περιορισμένες και πως τέτοιες δραστηριότητες δεν αποτελούν απειλή για την κυρίαρχη περιοριστική κοινωνία. Στο μάλλον καθώς πρέπει όραμα μιας μη καταπιεστικής «ερωτικοποιημένης» κοινωνίας που θα επέτρεπαν την απόκτηση της διαρκούς ευχαρίστησης μέσα από πολλαπλές δραστηριότητες κάνοντας τις σεξουαλικές μορφές ικανοποίησης λιγότερο επείγουσες. Για τον Reich, από την άλλη, η απελευθέρωση των ενστικτωδών ορμών ήταν ρητά συνδεδεμένη με τη «γενετήσια ικανοποίηση» και έτσι ιδανικά θα οδηγούσε πολύ πραγματικά απεριόριστο πήδημα. Ο Marcuse φαντάζεται ένα είδος τρυφερής ικανοποίησης που ήσυχα θα υπάρχει σε κάθε στιγμή, ενώ ο Reich φαντάζονταν κάτι πιο κοντά σε ένα μόνιμο εκστατικό οργιαστικό ντελίριο.

Σε ένα φυλλάδιο το 1971 που έβαζε τον Reich στη θεωρία του θεάματος, ο Γάλλος καταστασιακός Jean Pierre Voyer αναλογίζονταν πως το 1968 πρόσφερε «άφθονα και ποικίλα δεδομένα» που επιβεβαίωναν την δυνατότητα της κατάργησης της διαίρεσης μεταξύ της καθημερινής εμπειρίας και της κοινωνικής απολυτότητας, των εξεγερμένων μορφών σαν ένα είδος συλλογικού οργασμού. Η Dagmar Herzog λέει πως αν και ο Reich – του οποίου τα έργα κυκλοφορούσαν κυρίως ως πειρατικά – είχαν μια «απαράμιλλη» επιρροή μεταξύ των δυτικογερμανών της γενιάς του ’68, οι ιδέες για την σεξουαλική απελευθέρωση του απορρίφθηκαν τελικά από τους αριστερούς που προτίμησαν τον Marcuse, θέλοντας να κρατήσουν απόσταση από την πιο ευρύτερη σεξουαλική απελευθέρωση που λάμβανε χώρα στην κυρίαρχη αστική κοινωνία. Αναφέρει ένα φυλλάδιο του 1970 που επεσήμαινε πως «αν και οι άνθρωποι πηδούσαν περίπου δέκα φορές περισσότερο από ότι πριν, δεν μπορούσε να θεωρηθεί πραγματική σεξουαλική απελευθέρωση». Πράγματι το σεξ είναι σπουδαίο αλλά το πήδημα δε θα ανατρέψει το καπιταλισμό. Στο Σεξουαλικότητα και Ταξική Πάλη (1968), ο ακτιβιστής της Νέας Αριστεράς Reimut Reiche ήταν εξίσου σαφής πως η «γενετήσια σεξουαλικότητα δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως η αποφασιστική κοινωνική και σεξουαλική επαναστατική στιγμή που ο Reich πίστευε πως ήταν». Η εναλλακτική στη «γενετήσια πρωτοκαθεδρία» αντίθετα θα συμπεριλάμβανε την παρέμβαση στο μεγάλωμα των παιδιών και με το τρόπο αυτό στη δομή της κοινωνίας έτσι ώστε να ενθαρρύνει μια πορεία ανάπτυξης διακριτή από εκείνη που σχεδιάστηκε από τον Freud (η οποία, όπως και στην αντίληψη του Marcuse για την καταπίεση των ενστίκτων, ορίζεται ως ιστορικά συνδεδεμένη στην αστική κουλτούρα αντί βιολογικής ή γενικευμένης): «Κανένας σεξουαλικός μετασχηματισμός δεν είναι δυνατός δίχως κοινωνική επανάσταση». Όπως όμως στις θεραπευτικές κοινότητες, τα πειράματα στην κοινοτική ανατροφή των παιδιών, η πολυγαμία και η απεριόριστη σεξουαλική έκφραση μερικές φορές απέτυχε να υπερβεί τις ιεραρχίες και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και διευκόλυνε την σεξουαλική βία και κακοποίηση.

Αποπολιτικοποίηση και κατάθλιψη

Πολλές από τις πιο εμφανείς φιγούρες που πάτησαν πάνω στις πλάτες της ριζοσπαστικότητας μια νεότερης γενιάς την εγκατέλειψαν γρήγορα. Η Νέα Αριστερά ήταν πλησιέστερη στο New Age. Το ελευθεριακό ρεύμα στην αντικουλτούρα της δεκαετίας του 1960 εμφανίστηκε σε κάποιες ριζοσπαστικές ψυχιατρικές τροχιές, έμφαση δόθηκε στη πνευματικότητα μπροστά από την κοινωνική επανάσταση που εύκολα πέρασαν σε επικερδής επιχειρήσεις βοηθώντας τους ανθρώπους να πετύχουν μέσα στη καπιταλιστική κοινωνία αντί να τους ενθαρρύνουν να στραφούν εναντίον, να συντονιστούν ή να φύγουν από αυτή, πόσο μάλλον να πολεμήσουν για την κατάργηση της. Αν και όμως ο Laing και πολλοί από τους μαθητές, τους συναδέλφους και προστατευόμενους του στράφηκαν προς τα μέσα για να περιεργαστούν τα τρυφηλά βάθη της ψυχής ή ξεχύνονταν προς τα έξω για να εξερευνήσουν τα ανείπωτα μυστήρια του σύμπαντος – μακριά από το βαρετό κόσμο και τις άβολες και φαινομενικά ανεπίλυτα κοινωνικά κακά – άλλοι επηρεασμένοι από τις πιο πολιτικά φορτισμένες πτυχές της δουλειάς τους «συνέχισαν δίχως αυτούς» έτσι και αλλιώς.

Το μονοπάτι που πήραν μερικά από τα μέλη της SPK είναι σε απόλυτη αντίθεση με το συντριπτικά απολίτικο «κίνημα ανάπτυξης». Πολλά από τα πρώην μέλη της SPK έγιναν ενεργά μέλη στη Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF). Η ταινία της Yvonne Rainer Journeys from Berlin/1971 τελειώνει με την ανάγνωση μιας επιστολής στο πρώην μέλος της SPK Hanna Krabbe όταν και οι δύο γυναίκες ήταν στη φυλακή. Η Meinhof, που βρέθηκε κρεμασμένη στο κελί της μερικές εβδομάδες αφού έγραψε την επιστολή, επιτέθηκε στο ρόλο των ψυχιάτρων στο σύστημα ποινικού δικαίου  και τη χρήση των ψυχιατρικών διαγνώσεων με πολιτικό σκοπό: «Η ψυχιατρικοποίηση, ως μηχανισμός ψυχολογικού πολέμου, στοχεύουν στο να πείσουν το διαλυμένο μαχητή για την ματαιότητα της επαναστατικής πολιτικής, για να καταστρέψουν την αξιοπιστία του μαχητή». Εκείνοι με τη δύναμη να καθορίσουν τι ή ποιος ήταν συνεννοήσιμος ή λογικός παρέμειναν στην εξουσία και οι απόπειρες έκθεσης της ανομίας της νόμιμης κρατικής βίας με βίαια μέσα προκάλεσαν μόνο την επιδείνωση της βίας που επιβάλλεται.

Αν και σχετικά λίγοι άνθρωποι έγιναν ενεργοί στον ένοπλο αγώνα και άλλες αυτοκτονίες ήταν λιγότερο δημόσιες από της Meinhof, μια βαθιά ψυχολογική αρρώστια συνόδευε τον απόηχο του ’68. Η Kristin Ross προσπαθεί να προσπεράσει τις επίσημες τελετές για το 1968 στη Γαλλία και να αποφύγει τους αυτοδιορισμένους εκπροσώπους που «οικειοποιήθηκαν» την ιστορία του, με την προσπάθεια να φέρει στο προσκήνιο «τους ανώνυμους ακτιβιστές του Μάη και εκείνους που χάθηκαν στα μεθεόρτια του Μάη: τις αυτοκτονίες, τις καταθλίψεις και τις απογοητεύσεις εκείνων που έχασαν τη πορεία τους, τρομοκρατημένοι ή σαστισμένοι από τις ανατροπές και τα πισωγυρίσματα που αποκαλύφθηκαν». Αν και αργότερα ο Guattari είπε πως παρά τις συντριπτικές ήττες τα «γεγονότα του Μάη» παρήγαγαν μια θετική και διαρκή ψυχολογική μεταμόρφωση σε εκείνους που συμμετείχαν σε αυτά:

«Ένα συγκεκριμένος τύπος ομαδικής μύησης έχει το δικό της ιδιαίτερο στίγμα: αληθινή ακτιβιστική δραστηριότητα σε ένα αληθινό κοινωνικό πλαίσιο δημιουργεί ένα ριζοσπαστικό ρήγμα με την αίσθηση της παθητικότητας που έρχεται με την συμμετοχή στους συνηθισμένους θεσμούς… πιστεύω πως κανένας που είχε την εμπειρία του να είναι ακτιβιστής σε κάποια από εκείνες τις νεανικές οργανώσεις ή τα μαζικά κινήματα… δεν θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος όπως όλοι οι άλλοι.

Η μεταμόρφωση αυτή όχι μόνο εκτυλίσσεται πάνω σε ένα ατομικό επίπεδο. Οι ριζοσπαστικές ψυχιατρικές ιδέες συνέχισαν να τροφοδοτούν τα συλλογικά κοινωνικά κινήματα στη δεκαετία του 1970, η κληρονομιά του ’68 πήρε πολλές μορφές.

Πέρα από τα οδοφράγματα

Ακολουθώντας τα βήματα του 1968 και εμπνευσμένοι από το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων και άλλων απελευθερωτικών αγώνων, οι άνθρωποι που είχαν διαγνωστεί με ψυχικές ασθένειες άρχισαν να οργανώνονται συλλογικά, αντιλαμβανόμενοι τους εαυτούς τους ως μια ξεχωριστή καταπιεσμένη κοινωνική ομάδα. Η Judi Chamberlin, μια από τις ηγέτιδες του κινήματος των «επιζώντων» στις ΗΠΑ και συγγραφέας του σχεδόν μανιφέστου On Our Own (1978), αργότερα έλεγε: «Η ιστορία μας είναι το ίδιο σημαντική όπως το μαύρο κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων, το γυναικείο κίνημα, όλοι οι χειραφετικοί αγώνες». Το Madness Network News, ένα ενημερωτικό δελτίο που συντάσσονταν από εργαζόμενους στη ψυχική υγεία και πρώην ασθενείς στην ευρύτερη περιοχή του Σαν Φρανσίσκο, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1972 διαμαρτυρόμενο κατά της ψυχιατρικής καταπίεσης και δίνοντας ένα βήμα στους ανθρώπους που είχαν διαγνωστεί με ψυχική ασθένεια να μοιραστούν τις εμπειρίες τους. στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1969 ένα ανεπίσημο δίκτυο από ακτιβιστές αρνητές της κατεστημένης ψυχιατρικής, το People Not Psychiatry δημιουργήθηκε, ακολουθήθηκε από διάφορους άλλους οργανισμούς πρώην ασθενών/ληπτών υπηρεσιών και εργαζόμενους στη ψυχική υγεία. Ο ιδρυτής του PNP, Michael Barnett πρώτε απεύθυνε κάλεσμα για συμμετοχή στην underground εφημερίδα International Times, ενώ η πρώτη κατάληψη της ομάδας (ένα πείραμα στην κοινοτική ζωή και αμοιβαία βοήθεια εμπνευσμένο από το Kingsley Hall) προσφέρθηκε από τον προσωρινό γραμματέα της Καταστασιακής Στεγαστικής Ένωσης (Situationist Housing Association). Όπως δείχνουν αυτές οι λεπτομέρειες, αν η «απελευθέρωση της τρέλας» γίνονταν αντιληπτή ως «ένα απελευθερωτικό κίνημα ισότιμο με την χειραφέτηση των γυναικών, χειραφέτηση των ομοφυλόφιλων και τη μαύρη δύναμη», διασταυρώνονταν επίσης και ενέπνευσε άλλα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα.

Μια ματιά στις σελίδες του αμερικάνικου περιοδικού Radical Therapist μαρτυρά την έκταση στην οποία οι ανησυχίες τους συνδέονταν με άλλους πολιτικούς αγώνες. Το περιοδικό συμπεριλάμβανε άρθρα για τον Fanon και τον αντιιμπεριαλισμό, το πόλεμο στο Βιετνάμ, τον ακτιβισμό των Μεξικοαμερικάνων, και τις εξεγέρσεις στις φυλακές. Ενώ αυτές λειτουργούσαν σαν χειρονομίες αλληλεγγύης, άλλες σχέσεις ήταν πρακτικές και υλικές. Ένας συνεργάτης του RT εργάζονταν σαν γιατρός για μια ανοιχτή κλινική του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων (BPP) στο Λος Άντζελες και έγραψε ένα άρθρο που μιλούσε εναντίον της «άσκησης ανάλυσης στο γκέτο» προκρίνοντας την αμφισβήτηση τη θεωρητική βάση των υπαρχόντων μοντέλων συνολικά. Πράγματι, ο συνεργάτης του RT, Claude Steiner έλεγε πως ο μαχητικός πολιτικός αγώνας σε οργανώσεις όπως το BPP μπορούσε να είναι από μόνος του θεραπευτικός: από την επιβίωση εν αναμονή επανάστασης ως την επαναστατική πράξη ως στρατηγική της επιβίωσης. Αν και μια σημείωση στο περιοδικό ζητούσε «άρθρα για τους αγώνες των μαύρων, λατίνων  και των ανθρώπων του Τρίτου Κόσμου» έδειχνε μια αγωνία για την λευκότητα των ίδιων των επιμελητών: «δίχως να ακούμε από αυτούς τους αδερφούς και αδερφές μας το περιοδικό μας είναι ρατσιστικό, και δε θέλουμε να είμαστε».

Οι Reiche και Guattari δημοσιέυσαν και οι δυο έργα που ξεσήκωσαν αντιδράσεις για την ομοφυλοφιλία μετά το ’68. Η κεντρικότητα της ριζοσπαστικής ψυχιατρικής στο Μέτωπο της Γκέι Απελευθέρωσης (GLF) στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες συνδέονταν με την παθολογικοποίηση της ομοφυλοφιλίας και τις βάρβαρες ιατρικές μεθόδους που χρησιμοποιούνταν για την «θεραπεία» της. Στις ΗΠΑ ακτιβιστές οργανώθηκαν για να βγει από τη λίστα ψυχιατρικών ασθενειών της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Ένωσης (APA) η ομοφυλοφιλία. Τον Οκτώβριο του 1970 μια ομάδα από διαδηλωτές του GLF όρμησαν στη σκηνή σε ένα ψυχιατρικό συνέδριο πάνω στη Συμπεριφορική Τροποποίηση στο κέντρο του Λος Άντζελες διακόπτοντας μια ομιλία  για την «θεραπεία αποτροπής ως αγωγής για την ομοφυλοφιλία», φωνάζοντας στο μικρόφωνο με λόγο παρόμοιο με εκείνο που χρησιμοποιήθηκε στο Συνέδριο για τη Διαλεκτική της Απελευθέρωσης: «Είμαστε πράγματι άρρωστοι – άρρωστοι από το να οριζόμαστε από σεξιστές στρέιτ ψυχιάτρους». Ένας διάλογος ακολούθησε με κάποιους από τους επαγγελματίες της ψυχικής υγείας να εκφράζουν συμπάθεια για τους διαδηλωτές, μια συζήτηση που θεωρείται πως συνεισέφερε στην απομάκρυνση της ομοφυλοφιλίας από το Diagnostic and Statistical Manual (DSM) της APA το 1973.

Αν και η ομοφυλοφιλία είχε αποποινικοποιηθεί στη Βρετανία από το 1967, αντιμετωπίζονταν ακόμη σε γενικές γραμμές ως αρρώστια να όχι ως έγκλημα. Το βρετανικό GLF στο Λονδίνο περιλάμβανε μια Αντιψυχιατρική Ομάδα με μέλη που είχαν από πρώτο χέρι εμπειρία από ψυχιατρικά ιδρύματα τόσο ως ασθενείς όσο ως προσωπικό. Δεν απαιτούσαν μόνο την αποπαθολογικοποίηση της ομοφυλοφιλίας αλλά έλεγαν πως η ομοφυλοφιλία μπορούσε να είναι ευχάριστη, ικανοποιητική και γεμάτη από «αγάπη, χαρά και δημιουργικότητα» διάφορες παρεμβάσεις ή «χτυπήματα» σε συνέδρια και τηλεοπτικούς διαλόγους πραγματοποιήθηκαν και γράφτηκαν συνθήματα σε ιατρικά ιδρύματα (ανάμεσά τους «Άνθρωποι όχι Ψυχιατρική»). Η Αντιψυχιατρική Ομάδα επίσης  έκανε εκστρατεία εναντίον του Everything You Always Wanted to Know About Sex* – *but were afraid to ask του David Reuben, που διαιώνιζε ομοφοβικούς μύθους, φυλλάδια έμπαιναν κρυφά σε αντίγραφα του βιβλίου στα παραρτήματα του διανομέα WH Smith, βιτρίνες βιβλιοπωλείων καταστρέφονταν και ένα αντίγραφο αγγουριού έξι μέτρων παραδόθηκε στον εκδότη του Reuben ως αναφορά στον ισχυρισμό του πως οι «γκέι άνδρες έκαναν αισχρές πράξεις με λαχανικά».

Παρά την πλειοψηφία των ανδρών μέσα στην ριζοσπαστική ψυχιατρική, το Κίνημα της Γυναικείας Χειραφέτησης ασχολήθηκε επίσης, επέκτεινε και ανέλυσε τις ιδέες και τη πρακτική της ριζοσπαστικής ψυχιατρικής. Δύο μέλη της ομάδας Red Therapy, που αναδύθηκε από τους χώρους των αριστερών ακτιβιστών στο Ανατολικό Λονδίνο στις αρχές του ‘70 και τελικά διασπάστηκε σε έμφυλες γραμμές, συνέχισαν γράφοντας ένα βιβλίο που απευθύνονταν σε γυναίκες που έφτιαχναν τις δικές τους ομάδες αυτοβοήθειας, που επίσης έδινε απαντήσεις στο διάχυτο σεξισμό των ηγετών της ομαδικής θεραπείας στο κίνημα ανάπτυξης που έκαναν υποτιμητικά σχόλια για τη γυναικεία εμφάνιση, «υπέθεταν πως η μη συμμόρφωση στις θηλυπρεπείς νόρμες ήταν νευρωτική» και αντιλαμβάνονταν τις θυμωμένες αντιδράσεις στην παρενόχληση ή την επίθεση ως ενδείξεις ανασφάλειας. Οι γυναίκες από την ομάδα επίσης εμπλέκονταν με το Κέντρο Θεραπείας Γυναικών στο Βόρειο Λονδίνο, η ειρωνεία του πρώην συμμετεχόντων στη Red Therapy τελικά εκπαιδεύονταν για να γίνουν επαγγελματίες ψυχοθεραπευτές και ψυχαναλυτές δεν πέρασε απαρατήρητη. Το φεμινιστικό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας της  Marge Piercy, Woman on the Edge of Time (1976), που βάζει τη πρωταγωνίστρια να πηγαινοέρχεται μεταξύ του κελιού ενός ψυχιατρικού νοσοκομείου και μιας μακρινής ουτοπικής κοινωνίας, ευχαριστεί  ανθρώπους που συμμετείχαν στο περιοδικό RadicalTherapy και το Μέτωπο Απελευθέρωσης των Ψυχικά Ασθενών στις ευχαριστίες του. Ένα ειδικό τεύχος του Radical Therapist από το 1970 για τις «Γυναίκες» περιλάμβανε άρθρα για τη σχέση μεταξύ θεραπείας και ανάπτυξης της συνείδησης , τη ψυχολογία της μητρότητας, συμβουλές γάμου και ψυχαναλυτική κατανόηση της θηλυκότητας. Το editorial στρέφεται κατά της ¨ανδρικής σοβινιστικής ψυχολογίας» ζητώντας από τους ψυχολόγους να σταματήσουν να «καταπνίγουν επαναστατικές πράξεις και ορμές στις γυναίκες». Αντί να η διάγνωση για τη συμπεριφορά των γυναικών να είναι συμπτώματα ατομικών συνθηκών έπρεπε να γίνονται κατανοητές ως αντιδράσεις σε κοινές μορφές πατριαρχικής καταπίεσης: «εμείς οι γυναίκες δεν είμαστε χαλασμένες, μας χαλάνε». Η τρέλα ξανά γινόταν αντιληπτή ως το προϊόν ενός άδικου κόσμου.

Ο μηρυκασμός του 1968 τείνει να καταλήξει με μια από τις δύο εκδοχές: απελπιστικές αφηγήσεις ανάρρωσης (με μια υποψία αυθορμητισμού και έμφασης στον ατομιστικό τρόπο ζωής, ελευθεριακή αναζήτηση ευχαρίστησης και ηδονιστική ψυχική αναζήτηση πλήρως συμβατή με το νεοφιλελευθερισμό) ή ελπιδοφόρες αφηγήσεις προεικόνισης (τα πράγματα άλλαξαν μια φορά, για λίγο, και θα αλλάξουν ξανά), η ξεκάθαρη ταύτιση με τη μια ή την άλλη ως ένδειξη των πραγμάτων που έρχονται μοιάζει λίγο με τη προσέγγιση του Διάλεξε Τη Δική Σου Περιπέτεια στην ιστορία. Το 1974 η Juliet Mitchell επεσήμανε την «εκπληκτική συγχρονικότητα» των έργων του Reich που είχαν εκδοθεί τέσσερις δεκαετίες πριν. Ανησυχητικά, ακόμη τέσσερις δεκαετίες μετά, τα ερωτήματα που προκύπτουν από τις συναντήσεις μεταξύ ριζοσπαστικής ψυχιατρικής και πολιτικού ακτιβισμού που μου φαίνονται ως ανανεωμένης σημασίας σήμερα, δεν είναι εκείνα που αφορούν τη τρέλα, το σεξ ή τους θεσμούς αλλά εκείνα που τέθηκαν από τον Reich και αφορούν τις κοινωνικές και ψυχικές συνθήκες που επέτρεψαν την άνοδο της ακροδεξιάς. Αντίθετα από το σύγχρονο διάλογο, στον απόηχο του 1968 το ερώτημα αυτό (ξανα)τέθηκε όχι σε κάποια ασαφή φαντασιακή δημογραφική ομάδα αλλά σε όλους και ήταν αντιληπτή ως ένα ερώτημα που η αριστερά έπρεπε να θέσει στον εαυτό της. Όπως ρώτησε ο Foucault σε ένα πρόλογο του AntiOedipus:

«Πως μπορεί κάποιος να μη γινεί φασίστας, ακόμη (ιδιαίτερα) όταν κάποιος πιστεύει πως είναι επαναστάτης ακτιβιστής; Πως ξεφορτωνόμαστε από το λόγο μας και τις πράξεις μας, τις καρδιές και τις χαρές μας, το φασισμό; Πως ξετρυπώνουμε το φασισμό που είναι ενσωματωμένος στη συμπεριφορά μας;»

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η κοινωνία όπως είναι τώρα δομημένη είναι ψυχολογικά διαβρωτική, αλλά η ζημιά που προκαλεί δημιουργεί τόσο θύματα όσο και θύτες βίας. Μονοπάτια προς τη ταξική επίγνωση και την αλληλεγγύη διατρέχουν πάντοτε το κίνδυνο να κλείσουν από τα μπάζα του ασυνείδητου. Αυτό είναι το δίλλημα που τέθηκε από τον Marcuse: «πως μπορούν οι άνθρωποι που ήταν το αντικείμενο αποτελεσματικής και παραγωγικής κυριαρχίας να δημιουργήσουν από μόνοι τους τις συνθήκες της ελευθερίας;» αν τα υποκείμενα διαμορφώνονται στη κοινωνία τότε και η κοινωνία διαμορφώνεται από τα υποκείμενα των οποίων η κοινωνική διαμόρφωση μπορεί να εμποδίσει την μεταμόρφωση της κοινωνίας, δεν υπάρχει εύκολη διαφυγή αλλά η βία δεν θα σταματήσει μόνο αν τη φανταζόμαστε πως συμβαίνει αλλού.

Αρθρο που δημοσιεύτηκε στο blog των εκδόσεων VersoBooksH Hannah Proctor ιστορικός και ερευνήτρια στο ICI Berlin.

Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

geniusloci2017