Ένα λιντσάρισμα με ζοφερές και επικίνδυνες «παρακαταθήκες»

Εκτός από τις ανατριχιαστικές σκηνές που όλοι είδαμε, το λιντσάρισμα του Ζακ Κωνσταντινίδη αφήνει και ορισμένες «παρακαταθήκες», άκρως ζοφερές και επικίνδυνες, τις οποίες οφείλουμε να επισημάνουμε.

Πρώτη «παρακαταθήκη»: Αφορά την αστυνομία. Την αστυνομία, η οποία θα βρισκόταν στο απόλυτο «θεσμικό» απυρόβλητο, εάν δεν είχε δημοσιοποιηθεί το βίντεο που έδειχνε «όργανα της τάξης» να ποδοπατούν και να κλοτσούν έναν άνθρωπο ήδη ξυλοκοπημένο, πεσμένο, εμφανώς ανήμπορο να αντιδράσει. Έναν άνθρωπο, όπως αποδείχθηκε, ετοιμοθάνατο… Μένει να δούμε ποια τύχη θα έχει η έρευνα που διατάχθηκε. Αλλά πέραν αυτού, χρήζει επισήμανσης πως αυτό που ήταν εξαρχής βέβαιο: Ότι η αστυνομία παρακολουθούσε απαθής το λιντσάρισμα ενός ανθρώπου, δεν κρίθηκε αρκετά σοβαρό για να διαταχθεί αμέσως έρευνα.

Το ερώτημα λοιπόν είναι εάν και κατά πόσο διαμορφώνεται ένα είδος «εθιμικού δικαίου», βάσει του οποίου η αστυνομία θα κάνει τα «στραβά μάτια» και στις αγριότερες εκδοχές της αυτοδικίας, ακόμη κι όταν τη δική της παρουσία στο χώρο μόνο στραβά μάτια (στην κυριολεξία) δεν θα αντιλαμβάνονταν. Κι αυτό το «ακόμη κι όταν» έχει, νομίζουμε, μεγάλη σημασία.

Δεύτερη «παρακαταθήκη»: Η αστυνομία που δεν χρειάστηκε καν να «φθάσει αργά», που ήταν εκεί και παρακολουθούσε ατάραχη τη μετατροπή ενός ανθρώπινου κεφαλιού σε ποδοσφαιρική μπάλα, πάνω σε «τερέν» από σπασμένα γυαλιά, που πρόλαβε κι αυτή να κλοτσήσει και να ποδοπατήσει έναν «τσακισμένο» άνθρωπο, δεν έχει πολιτικό προϊστάμενο τον Σόλωνα Γκίκα του 1974 -76. Ούτε τον διαβόητο Αναστάσιο Μπάλκο του 1977- 80. Ούτε το Νίκο Δένδια. Επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ έγινε. Με όσα αυτό μπορεί να σημαίνει ή να προδιαγράφει. Τόση άνεση νιώθουν οι «αδάμαντες»;

Τρίτη «παρακαταθήκη»: Ο ορυμαγδός που μας καλεί να σεβαστούμε το δικαίωμα στην αυτοάμυνα, είναι φανερό ότι μπορεί να θεωρεί οτιδήποτε ως «άμυνα». Ο Ζακ λιντσαρίστηκε ενώ ήταν φανερό, πρώτον, πως το μόνο που επιθυμούσε ήταν να διαφύγει και, δεύτερον, ότι δεν είχε αρπάξει κάτι. Άρα ούτε καν ο φόβος της απώλειας τιμαλφούς προσφέρεται ως ελαφρυντικό. Για αυτό επιστρατεύθηκαν – «επικουρικά» – κι άλλες «δικαιολογίες». Ο κοσμηματοπώλης – ακούσαμε- είχε απηυδήσει από τη γενική «ανομία», το μαγαζί του βρίσκεται στο κέντρο «που κάθε τρεις και λίγο το καίνε οι μπαχαλάκηδες», κλπ. Ίσως να μην μας χωρίζει πολύς χρόνος από τη στιγμή, κατά την οποία θα προβάλλεται ως «ελαφρυντικό» για φόνο η ψυχολογική πίεση από την πτώση του τζίρου ή από την αδυναμία καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.

Τέταρτη «παρακαταθήκη»: Εν αντιθέσει προς την έννοια της «αυτοάμυνας» που φαίνεται πως χωράει τα πάντα, η ανάγκη για προστασία της ζωής του θύματος δεν δικαιολογεί σχεδόν τίποτα! Διότι, προφανώς δεν υφίσταται τέτοια «ανάγκη», είτε επειδή ο Ζακ «πήγε να κλέψει» (αυταπόδεικτο;) είτε διότι ήταν «πρεζόνι» κι «αδελφή», άρα ον με ζωή υποδεέστερης σημασίας… «Ο ιδιοκτήτης δεν μπορούσε να τον αφήσει να διαφύγει», είπαν. Λες και δικαιούσαι να κάνεις τα πάντα, έως και φόνο, για να αποτρέψεις, όχι κάποια απειλή εναντίον της σωματικής ακεραιότητας ή της ζωής σου, αλλά τη φυγή ενός πανικόβλητου ανθρώπου. Και μάλιστα ενός ανθρώπου, απέναντι στον οποίο βρίσκεται η αστυνομία… Το πλέον τραγικό κι εξοργιστικό, όμως, είναι ότι παρουσιάστηκε ως τεκμήριο… θηριωδών διαθέσεων το γεγονός ότι ο Ζακ άρπαξε ένα σπασμένο γυαλί και προσπάθησε να εμποδίσει τους γύρω να τον πλησιάσουν. Πότε; Έπειτα από το «λιάνισμα» που είχε υποστεί. Ενώ τρέκλιζε, έπεφτε, σηκωνόταν. Ενώ φοβόταν πως όποιος τον πλησίαζε θα το έκανε για να τον κτυπήσει, πάλι. Διότι αυτό ακριβώς είχε βιώσει…

Πέμπτη «παρακαταθήκη»: Ο ισχυρισμός πως ο Ζακ δεν πέθανε εξαιτίας του ξυλοδαρμού, σε πρώτη «ανάγνωση» δεν αξίζει παρά μόνο περιφρόνηση και, εάν κι εφόσον υπάρχει ανάλογη ψυχική διάθεση, πικρή χλεύη. Σε δεύτερη ανάγνωση, όμως, δεν αποκλείεται να εισάγει κάτι. Αν όχι ως ποινικό, ίσως ως «ηθικό» κανόνα.

Ο Ζακ δεν πέθανε, λοιπόν, εξ αιτίας όσων υπέστη; Άρα, τι; Θα ξεψυχούσε ούτως ή άλλως; Μπήκε στο κοσμηματοπωλείο, ήδη ετοιμοθάνατος; Αποτελεί σατανική σύμπτωση το γεγονός ότι πέθανε λίγα λεπτά έπειτα από όσα είχε υποστεί το κεφάλι, το σώμα, η ψυχή του; Κι αν (λέμε, αν) πέθανε επειδή δεν άντεξε η καρδιά του, παύει το έγκλημα να είναι έγκλημα; Θα μετράμε θλαστικά τραύματα για να το «αποτιμήσουμε»;

Η δεύτερη «ανάγνωση», όμως, διακρίνει κάτι ύπουλο. Μήπως λανσάρεται κάποια «λογική», βάσει της οποίας το έγκλημα δεν θα θεωρείται… και τόσο έγκλημα, εάν η υγεία του θύματος είναι εύθραυστη; Μήπως κατά το «δεν είμαι εγώ ρατσιστής, αυτός είναι…» («αράπης», «Πακιστανός», «γύφτος», «Αλβανός», «αδελφή», «πρεζόνι», κλπ), έχουμε και το «δεν είμαι εγώ φονιάς, αυτός δεν άντεχε πολύ»; Άντε, και με την προσθήκη «κι εγώ πού να το ξέρω;»…

Εξυπακούεται ότι τέτοια κτυπήματα θα μπορούσαν να έχουν προκαλέσει σοβαρές βλάβες σε άτομα κατά πολύ ανθεκτικότερα του Ζακ. Και θάνατο ακόμη. Σε άλλα, όχι. Τι θα γίνει, λοιπόν; Θα πρέπει να διαθέτει κανείς την αντοχή που είχε ο Μάικλ Τάισον όταν πυγμαχούσε, για να χρεωθούν σίγουρα – και πλήρως- το θάνατό του ή το σακάτεμά του «αγανακτισμένοι» και φασίστες, αν τον «περιποιηθούν» και τον φέρουν σε τέτοιο σημείο; Στις υπόλοιπες περιπτώσεις δεν θα φταίει η κτηνωδία των θυτών, αλλά η ανεπάρκεια αντοχής των θυμάτων; Θα εφαρμόζεται ένα είδος «φυσικής επιλογής», με δοκιμασία τις κλοτσιές, τις γροθιές ή τα ρόπαλά των τραμπούκων της… νοικοκυροσύνης;

Δεν αποτελεί ασφαλώς «είδηση» η προθυμία, με την οποία τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης ενστερνίστηκαν τους «κώδικες» που «ξέπλεναν» το λιντσάρισμα. Αλλά εκτός από τα κραυγαλέα, υπήρχαν και τα «πονηρά». Λόγου χάρη, η λέξη «αμόκ» δημιουργούσε την εντύπωση ότι ο Ζακ (ο πανικόβλητος που αναζητούσε δίοδο σωτηρίας) ήταν ένα «θεριό ανήμερο», σε κατάσταση μανίας, έτοιμο να βλάψει τους πάντες. Διότι η έννοια του αμόκ εμπεριέχει την επιθετικότητα, την «ετεροκαταστροφική» διάθεση. Κι ήταν θλιβερό να ακους κι από τα ρεπορτάζ της κρατικής τηλεόρασης πως το θύμα «βρισκόταν σε κατάσταση αμόκ»…

«Ανυπέρβλητος» όπως πάντα ο «Σκάι», έφτασε στο σημείο να γράψει σε «σουπεράκι» τη φράση πως αναζητείτο ο δεύτερος που ξυλοκόπησε τον Ζακ και να βάλει σε εισαγωγικά το «ξυλοκόπησε»! Λες και υπήρχε αμφιβολία… Ο δεύτερος, βεβαίως, ήταν ο τύπος που έβριζε το θύμα του στο «τουίτερ» και υπερασπιζόταν τα – υποτίθεται άγνωστα στον ίδιο- άτομα που το κλοτσούσαν. Και κάμποσα από όσα έγραφε στο τουίρερ αυτός το τύπος, ήταν ίδια με όσα (από)δεχόταν και ο Τύπος

ΠΡΙΝ