Ενα κρυφό έγκλημα: Όταν οι ναζί έσφαξαν τους κατοίκους στους Λιγκιάδες

Screenshot_14

Το χρονικό της σφαγής

Στις 3 Οκτωβρίου του 1943, οι Γερμανοί στρατιώτες της Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών «Εντελβάις», σε αντίποινα για επίθεση που είχαν δεχθεί από αντάρτες, συγκέντρωσαν στα κελάρια των σπιτιών 92 αμάχους, γυναίκες, ηλικιωμένους και παιδιά και μετά πυρπόλησαν το χωριό. Από την καταστροφική επίθεση των Ναζί, επέζησαν μόνο πέντε άνθρωποι, ενώ ο Κρίστοφ Σμινκ υποστηρίζει ότι τα θύματα θα ήταν πολλά περισσότερα εάν δεν είχαν γίνει μια «διαβολική» σύμπτωση: Η σφαγή έγινε Κυριακή και ενώ κανονικά θα είχαν λειτουργία στην εκκλησία, ο παπάς λειτουργούσε σε άλλο χωριό με αποτέλεσμα αρκετοί κάτοικοι να πάνε να δουλέψουν στα χωράφια τους.
Ο ιστορικός δίνει μια διάσταση των θηριωδιών των Ναζί, αφού συνάντησε τους επιζήσαντες και αφηγείται χαρακτηριστικά: «Ένας από αυτούς ήταν μωρό που τον βρήκαν αργότερα αντάρτες στο στήθος της νεκρής μάνας του. Ο Μπαμπούσικας μου έδειξε την πληγή που έχει στην πλάτη, μια τεράστια ουλή 30 εκατοστών γιατί προσπάθησαν να Ο Κρίστοφ Σμινκ-Γκουστάβους έψαξε και στα αρχεία της Εισαγγελίας του Μονάχου. Εκεί βρήκε τα ημερολόγια του τάγματος που ήταν υπεύθυνο για τη σφαγή. Από την έρευνα αυτή προκύπτει ότι «οι Γερμανοί λένε ψέματα, γιατί αναφέρουν 50 θύματα ενώ ήταν 92. Ισχυρίζονται επίσης ότι τα θύματα είχαν κρυφτεί στα υπόγεια των σπιτιών. Αυτοί τους συγκέντρωσαν στην πλατεία και μετά τους οδήγησαν στα υπόγεια των σπιτιών. Έκανα τη διασταύρωση και είδα την ιστορική αλήθεια» σημειώνει ο Σμινκ.

Οι έρευνες του Σμινκ

που έφεραν στο «φως» την αλήθεια Στην έρευνα του για το τραγικό γεγονός της σφαγής, ο Σμινκ έψαξε και στα αρχεία της Εισαγγελίας του Μονάχου, όπου βρήκε τα ημερολόγια του τάγματος «Εντελβαϊς» που ήταν υπεύθυνο για τη σφαγή. Από την έρευνα αυτή προκύπτει σύμφωνα με τον συγγραφέα, ότι «οι Γερμανοί λένε ψέματα, γιατί αναφέρουν 50 θύματα ενώ ήταν 92. Ισχυρίζονται επίσης ότι τα θύματα είχαν κρυφτεί στα υπόγεια των σπιτιών. Αυτοί τους συγκέντρωσαν στην πλατεία και μετά τους οδήγησαν στα υπόγεια των σπιτιών. Έκανα τη διασταύρωση και είδα την ιστορική αλήθεια».

Η αδιαφορία των εκδοτών

Για πρώτη φορά το βιβλίο για τους Λιγκιάδες θα κυκλοφορήσει και στα γερμανικά τον Σεπτέμβριο με τον γερμανικό τίτλο «Φόιερ-ράουχ» από τις εκδόσεις Dietz. Στον επίλογο της γερμανικής έκδοσης γράφει ότι η παρέλευση τόσων ετών από το πρώτο οδοιπορικό στην Ήπειρο μέχρι την έκδοση του βιβλίου στα γερμανικά οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι για χρόνια δεν μπορούσε να βρει έναν γερμανικό εκδοτικό οίκο που να δείξει ενδιαφέρον για την έρευνά του. «Κατοχή της Ελλάδας από τη Βέρμαχτ; Αυτό είναι τόσο μακριά πια. Δεν υπάρχει αγοραστικό κοινό» ήταν το επιχείρημα που άκουγε από τους εκδοτικούς ολικούς και τον ανάγκασε να καταχωνιάσει για χρόνια το σύγγραμμα στο τελευταίο συρτάρι του γραφείου του.

(πηγή: ΤΑ ΝΕΑ)

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ – ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Ήταν Κυριακή 3 Οκτωβρίου του 1943 μια ηλιόλουστη μέρα, μέρα μεσημέρι και όπως αναφέρει ο καθηγητής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Πουλμέντης που ήτανδιερμηνέας στην γερμανική στρατιωτική αστυνομία Feldgendarmerie, οι Λιγκιάδες εκείνη τη μέρα αρχικά χτυπήθηκαν απόγερμανικά πυρά όλμων που είχαν εγκατασταθεί στο Νησί και στις όχθες της Λίμνης, κοντά στο χωριό Πέραμα. Στην συνέχεια 5 στρατιωτικά φορτηγά και 2 νοσοκομειακά αυτοκίνητα, ξεκίνησαν προς το Στρούνι και σε λίγη ώρα όπως αναφέρει ο παραπάνω μάρτυρας, ακουγόταν καθαρά τα πολυβόλα, ενώ οι φλόγες υψωνόταν από το χωριό και πυκνά σύννεφα καπνού κάλυπταν την Λίμνη και τα Γιάννενα. Ήταν η αρχή του χρονικού ενός προαναγγελθέντος θανάτου για τους Λυγκιαδιώτες.

To 1945, ο σεμνός δάσκαλος αείμνηστος Κώστας Απ. Παπαγεωργίου, κατέγραψε τα γεγονότα τα φρίκης και τους επιζήσαντες Λυγκιαδιώτες που βίωσαν την βαρβαρότητα του Ναζισμού και τον Ιούνιο του 1947 εξέδωσε ένα μικρό βιβλιαράκι 37 σελίδων που σίγουρα θα κάνει τον αναγνώστη να κλάψει από συγκίνηση καθώς θα διαβάζει τις καταθέσεις των επιζησάντων Λυγκιαδιωτών που περιγράφουν τις κτηνωδίες των γερμανών ορεινών καταδρομών της «Εντελβάις», στους Λιγκιάδες. Αναφέρει λοιπόν ο Κώστας Παπαγεωργίου: «Αμέσως οι Ναζί σκόρπισαν στο χωριό (…) όσες δεν ήθελαν τις άρχιζαν στις κοντακιές και στις κλωτσιές (…) Μαζεύτηκαν επί τέλους καμιά ενενηνταριά άτομα, γέροι, γριές γυναίκες, κοπέλες, παιδιά κορίτσια και μωρά ακόμη ως τριών μηνών (…) Τους γέρους τους πήραν όλους μαζί ξέχωρα και με χτυπήματα με τον υποκόπανο, κλωτσιές, βρισιές, τους τράβηξαν κατά το σπίτι του Π. Τσιρίκη. Εκεί μπάζοντάς τους στο κελάρι, τους πιστόλιζαν και τους άφηναν (…) Σ΄αυτό το μεταξύοι άλλοι τραβούσαν τα γυναικόπαιδα στα κελάρια και τα θέριζαν με το αυτόματο.

Η Ελένη Χολέβα που επέζησε, καταθέτει την μαρτυρία της:

«Τα μικρά πιάνονταν από τα φουστάνια μας και μας τραβούσαν σκούζοντας (…) Μας έμπασαν όλους στο κελάρι και βάρεσαν με το πολυβόλο μέσα στο σωρό (…) Εμένα μια σφαίρα τρύπησε τη σακούλα μετις παράδες και βρήκε το παιδί μου τον Αλέξη στο κεφάλι, του τίναξε τα μυαλά που μου γέμισαν το πρόσωπο και τα στήθεια. Έπεσα κι΄ εγώ σα χαμένη σφίγγοντας στην αγκαλιά το κουτσοκεφαλισμένο μου παιδί (…) ήμουν πνιγμένη στα αίματα (…) Σε μια γωνιά είδα το άλλο μου παιδί το Νικολάκη, κομματιασμένο… Μια μεγάλη γλώσσα κατέβαινε και έγλειφε το κεφάλι του παιδί μου. Άκουσα πως τσίριζαν οι σάρκες του που καιγόταν και ερχόταν στη μύτη η κνίσα τους (…) Η κνίσα από τις σάρκες του μου γιόμισε τη μύτη, μου φάνηκε πως κατάπινα κομματάκια από το παιδί μου.

Δε βάσταξα, πήρα τον ανήφορο. Η μυρωδιά με κυνηγούσε (…)» Το οδοιπορικό της φρίκης και της βαρβαρότητας των γερμανών ορεινών καταδρομών της «Εντελβάις» μέσα στους Λιγκιάδες, δεν έχει τελειωμό. Ο Κώστας Παπαγεωργίου συνεχίζει τις τραγικές καταγραφές για τους Λυγκιαδίτες και αναφέρει: «Παίρνουν την τελευταία π΄απόμεινε Ελένη Μπαμπούσικα με τα δύο της παιδιά, το Γιάννη και τον Παναγιωτάκη, χρονιάρικο και τους τραβούν να τους πετάξουν σ΄ένα σπίτι που είχε λαμπαδιάσει. Η μάννα αντιστέκεται και τη σκοτώνουν. Πέφτει μαζί με το Γιάννη που το σούβλισαν κι΄αυτό, κρατώντας και τον Παναγιωτάκη στο βυζί που μόλις τον είχε πάρει ξυστά η Λόγχη στη ραχοκοκαλιά. Έκατσε έτσι δυό μέρες, ως που το βρήκαν οι χωριανοί, να βυζαίνει στην πεθαμένη του μανούλα. Το έστειλαν σ’ένα αντάρτικο Νοσοκομείο στο Γρεβενίτι και γλύτωσε».

Το ίδιο βράδυ, η στρατιωτική διοίκηση της 1ης ορεινής μεραρχίας ορεινών καταδρομών «Εντελβάις», (1. Gebirgs – Division «Edelweiss» στα Γιάννενα, κατέγραφε στο πολεμικό ημερολόγιαo της μονάδας, την ημερήσια αναφορά της 3ης Οκτωβρίου 1943 που έλεγε: «Εκκαθαριστική επιχείρηση εναντίων του Στρουνίου, Λυγκιάδων και υψωμάτων ανατολικά και βορειοανατολικά ολοκληρώθηκε. Από το χωριό Λιγκιάδες και τα υψώματα (…) ασθενής εχθρική αντίσταση. 50 άμαχοι εξοντώθηκαν, Λιγκιάδες πυρπολήθηκαν. Υπάρχει όμως και άλλη μια συμπληρωματική αναφορά που συντάχτηκε από τον υπολοχαγό Καρλ-Χάιντς Ροτφούξ (Karl-Heinz Rothfuchs), που ήταν ο επικεφαλής της GFP621,(Geheime-Feld-Polizei), της γερμανικής Στρατιωτικής Μυστικής Αστυνομίας, αλλά και αξιωματικός του γραφείου Ic (3ο Γραφείο), υπεύθυνος στο «τμήμα για την κατάσταση του εχθρού και καταπολέμησης των συμμοριών» ο οποίος συμπληρώνει ότι: «Το 79 Εφεδρικό τάγμα αναφέρει την ολοκλήρωση της επιχείρησης εναντίων των Λυγκιάδων και του Στρουνίου. Οι Λιγκιάδες και τα υψώματα κατελήφθησαν παρά την ασθενή εχθρική αντίσταση.

50 άμαχοι που είχαν εν μέρει κρυφτεί στις κατοικίες τους εκτελέστηκαν, το χωριό πυρπολήθηκε». Σήμερα 67 χρόνια από τον χαλασμό των Λυγκιάδων, γνωρίζουμε πλέον ότι οι δολοφόνοι των Λυγκιαδιτών είναι οι άνδρες του 79ου εφεδρικού τάγματος των ορεινών καταδρομών της «Εντελβάις», το οποίο είχε διοικητή τονλοχαγό Άλφρεντ Σραίπελ (Alfed Schroppel). Στα Γιάννενα εκείνη τη μαύρη μέρα της 3 Οκτωβρίου 1943, «το απόγιομα της Κυριακής δε βγήκε κανένας για περίπατο. Ήταν η πρώτη εκδήλωση λευκής διαμαρτυρίας για το φοβερό έγκλημα που έγινε μπροστά στα Γιάννενα. Μονάχοι τους οι Ναζί φωτογραφούσαν το «ωραίο θέαμα» της καταστροφής ενός άκακου χωριού. Ο κόσμος αργότερα ξεχύθηκε με Επιτροπές να διαμαρτυρηθεί με θάρρος για τις αγριότητες» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κώστας Παπαγεωργίου.

Ο διερμηνέας Πουλμέντης στην γερμανική στρατιωτική αστυνομία Feldgendarmerie στα Γιάννενα, αναφέρει στον Κώστα Παπαγεωργίου, ότι μετά από 25 μέρες, ανέβηκε ο ίδιος στους Λιγκιάδες συνοδεύοντας τον διοικητή της γερμανικής στρατιωτικής αστυνομίας Feldgendarmerie υπολοχαγό Μπέρνχαρντ Τομκόβιακ (Bernhard Tomkoviak), έναν επιλοχία με 4 γερμανούς στρατιώτες, για να πραγματοποιήσουν μια επιτόπια έρευνα. «Ήταν όλα έρημα. Τα σπίτια μαύρα ερείπια. Στο δρόμο σκορπισμένα ανθρώπινα κόκκαλα, φαγωμένα από τα σκυλιά. Σε μια μεριά είδα δύο παιδικά κεφαλάκια γδαρμένα και ξηραμένα. Βρωμούσε πτωμαΐνη ολόκληρο το χωριό…

Μετά τον πόλεμο, το 1956 η τότε Ελληνική κυβέρνηση δια μέσου του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου, ζήτησε από την Εισαγγελία της Βόννης να ασκήσει ποινική δίωξη κατά των υπαιτίων της σφαγής των Λυγκιάδων. Στην πορεία ακολουθήθηκε μια λανθασμένη γραφειοκρατική τακτική, με ανακριβειες στις ημερομηνίες και στα ονόματα των δολοφόνων, με αποτέλεσμα η αρχική έρευνα να μην καταλήξει πουθενά. Η επιστολή του γερμανού στρατιώτη Φελίξ Μπουριέρ (Felix Bourier) Μετά τον πόλεμο έναςγερμανός στρατιώτης που ήταν ενταγμένος στην1η ορεινή μεραρχία ορεινών καταδρομών «Εντελβάις», (1. Gebirgs – Division «Edelweiss», απέστειλε μια σειρά από επιστολές στην Ελληνική γλώσσα προς τον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας των Λυγκιάδων και στο Κοινοτικό Συμβούλιο. Δυστυχώς οι επιστολές αυτές κατά περίεργο τρόπο υπεξαιρεθήκαν από κάποιους από τα Κοινοτικά αρχεία των Λυγκιάδων και σήμερα τις κατέχει ένας ιδιώτης.

Ο γερμανός στρατιώτης ονομαζόταν Φελίξ Μπουριέρ (Felix Bourier), ήταν 38 χρονών, Νοσοκόμος και Γραφέας μονάδας. Με την επιστολή που έστειλε στις 3 Οκτωβρίου 1947, τέσσερα χρόνια μετά από την σφαγή των Λυγκιάδωνεκφράζει την οδύνη του για τα θύματα των γερμανών και είναι φανερά σοκαρισμένος, γιατί θεωρεί και τον εαυτό του ως ηθικά υπεύθυνο για την τραγωδία των Λυγκιάδων. Σημαντικές εξάλλου προκύπτουν και οι πληροφορίεςαπό την επιστολή που αναφέρει για την δίκη της Νυρεμβέργης, γνωστής ως δίκης των στρατηγών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης που πραγματοποιήθηκε στις 15 Ιουλίου 1947 στην ίδια πόλη και στην οποία δικάσθηκε ο στρατηγός Χούμπερτ Λάνς (Hubert Lanz), διοικητής της 1ης ορεινής μεραρχίας ορεινών καταδρομών «Εντελβάις», (1. Gebirgs – Division «Edelweiss», στα Γιάννενα μαζί με άλλους 11 στρατηγούς της Βέρμαχτ (Wehrmacht). Ο στρατιώτης Φελίξ Μπουριέρ (Felix Bourier), δεν έλαβε ποτέ καμμία απάντηση στις επιστολές του και μετά τον πόλεμο έγινε μοναχός στο μοναστήρι της πόλης του στο Σέφτλαρν (Schaftlarn), με το όνομα πατήρ Μπαζίλ. Πέθανε στις 7 Νοεμβρίου 1994. (ακολουθεί η επιστολή) FelixBurier (13b) Shaftlarn bei Munchen Germany – Americanzone Αμερικανική Ζώνη της Γερμανίας Έν Schaftlarn της Γερμανίας, τη 3-10-1947 Αξιότιμε κύριε, Εν τω ημερολογίω μου αναγιγνώσκω, ότι ακριβώς σήμερον προ τεσσάρων ετών κατεκαύσθη υπό των Γερμανών το χωρίον Λυγγιάδης.

Ήμην εγώ κατ΄εκείνον τον καιρόν εν Ιωαννίνοις ως γερμανικός στρατιώτης (νοσοκόμος και γραμματικός) και είδον τούτο περιπατών εν τη πόλει. Ήτο τότε Κυριακή. Σφόδρα ελυπήθην, ορών τοσαύτην βίαν και αδικίαν εις αόπλους πολίτας. Ύστερα, τη 23 Σεπτεμβρίου 1944, αυτός ήμην εν τη Λυγγιάδη, ότε ασκήσεως ένεκα επυροβολούμεν εν τοις όρεσιν και ακόμη ενθυμούμαι τα περίφοβα και λυπητερά των αυτών πρόσωπα. Ίσως ενδιαφέρεσθε προς τούτο, ότι εν τω Ιουλίω του τρέχοντος έτους ήρχισεν εν τη γερμανική πόλη Nurnberg (Νούρνμπεργ), (εννοεί την πόλη Νυρεμβέργη), η διαδικασία κατά των γερμανικών στρατηγών πολεμησάντων ποτέ εν τη Ελλάδι και ταις λοιπαίς των Βαλκάνων χώραις. Κατηγορούνται αυτοί δια φόνον, αρπαγήν, απαγωγήν ανθρώπων, προμελετημένην εξαφάνισην ή κατάκαυσιν οικιών και χωρίων και άλλα τοιαύτα κακουργήματα.

Ευρίσκεται δε εν αυτοίς και ο στρατηγός Lanz (Λάνς), κατοικήσας τότε εν τη των Ιωαννίνων ακαδημία, υπεύθυνος ποτέ δια την της Λυγγιάδου εξαφάνισιν. Η διαδικασία ουκέτι τετέλεσται. Όταν τελεσθή, θα σας γράψω αύθις. Ανακοινώσατε τούτο, παρακαλώ, εις τους της Λυγγιάδου κατοίκους. Επέδωσα εις ταύτην την επιστολήν φύλλον γερμανικής εφημερίδος, που γέγραπται περί τούτων. Αποκρίνασθαί μοι, παρακαλώ, εί ελάβετε την επιστολήν μου. Ελπίζω ότι ο Θεός αποτρέψει εις το μέλλον αφ΄υμών και από της Ελλάδος πάσαν δευτέρωσιν τοιούτων ατυχιών. Χαιρετώ σας εγκαρδίως, καίπερ άγνωστος ών ο υμέτερος Felix Bourier (Φελίξ Μπουριέ)

agon.gr