Η στάση της ριζοσπαστικής Αριστεράς απέναντι στους νεοναζί και τα µνηµόνια

Από τις αντιφασιστικές διαδηλώσεις της προηγούµενης εβδοµάδας υπάρχουν δύο θετικά στοιχεία τα οποία αξίζει να κρατήσουµε. Το πρώτο είναι η µαζικότητα των διαδηλώσεων, ειδικά αυτή στο Κερατσίνι και µάλιστα για µία «δύσκολη» διαδροµή, αφού η διαδήλωση ακολούθησε µια πορεία περίπου πέντε χιλιοµέτρων µέχρι τα γραφεία της Χρυσής Αυγής στον Πειραιά. Το δεύτερο είναι η µαζική συµµετοχή στις διαδηλώσεις νέων ανθρώπων, σε όλα τα µπλοκ των οργανώσεων και των συλλογικοτήτων που συµµετείχαν σε αυτές. Αυτά τα δύο στοιχεία αναδεικνύουν την ύπαρξη ενός πολύ σηµαντικού δυναµικού, που «δεν ξεχνά» και επιµένει να παλεύει ενάντια στο φασισµό και το ρατσισµό

Ωστόσο, οι φετινές διαδηλώσεις χαρακτηρίστηκαν από ένα κοµβικό πολιτικό ζήτηµα: αυτό της στάσης της Αριστεράς και του κινήµατος όχι µόνο απέναντι στους νεοναζί δολοφόνους, αλλά και απέναντι στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και τη µνηµονιακή πολιτική που αυτή ενορχηστρώνει εδώ και τρία χρόνια, µε εξαιρετική σκληρότητα απέναντι στους φτωχούς, ντόπιους, µετανάστες και πρόσφυγες. Αυτό εµφανίστηκε µε δύο τρόπους.

Ο πρώτος τρόπος ήταν το ίδιο το πολιτικό πλαίσιο τόσο της ΚΕΕΡΦΑ όσο και του συντονισµού των οργανώσεων που διοργάνωσαν τη διαδήλωση στο Κερατσίνι, στην οποία ακόµα και τα συνθήµατα ελάχιστα προσπάθησαν να αναδείξουν την πολιτική σύνδεση µεταξύ του αγώνα ενάντια στο φασισµό και του αγώνα ενάντια στην κυβερνητική µνηµονιακή πολιτική.

Μια πολιτική αντίληψη που ευελπιστεί σε µία µαζικότερη και πλατύτερη απεύθυνση του αντιφασιστικού κινήµατος µέσω της «παράλειψης» του αντικυβερνητικού-αντιµνηµονιακού στοιχείου είναι εσφαλµένη, γιατί εκτός από το ότι υπονοµεύει τη δυνατότητα συγκρότησης ενός κινήµατος µε διάρκεια, προοπτική και σταθερό αντικυβερνητικό προσανατολισµό, δηµιουργεί συγχύσεις ως προς τον τρόπο αντιµετώπισης του κυβερνητικού και κοµµατικού ΣΥΡΙΖΑ. Για παράδειγµα, η «συνδιοργάνωση» αντιφασιστικών συλλαλητηρίων µε στελέχη του κυβερνητικού κόµµατος λειτουργεί αποπροσανατολιστικά για το ίδιο το κίνηµα. Αντίστοιχα, όταν στο Κερατσίνι εµφανίστηκαν βουλευτές της κυβέρνησης, θα ήταν ορθή η αντιµετώπιση του καλέσµατος από µικροφώνου να αποχωρήσουν από τη διαδήλωση, γιατί π.χ. είναι υπεύθυνοι για την κατάσταση των προσφύγων στη Μόρια, για τη γενικότερη υποστήριξη των ρατσιστικών πολιτικών της Ευρώπης-φρούριο κλπ, εάν το πολιτικό πλαίσιο είχε εξαρχής ένα τέτοιο καθαρό αντικυβερνητικό στίγµα. Από τη στιγµή που αυτό απουσίαζε και από τη στιγµή που τα µέλη και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ναζί, είναι λογικό να διεκδικήσουν το «δικαίωµά» τους να είναι στη διαδήλωση.

Βέβαια αυτό το δικαίωµα εντάσσεται σε µία προσπάθεια ξεπλύµατος των κυβερνητικών ευθυνών και επαναπροσέγγισης ενός αριστερού ακρoατηρίου. Πάντως σε κάθε περίπτωση η ταύτιση των νεοναζί µε τον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ είναι πολιτικά εσφαλµένη, ενώ µπορεί ακόµα και τους απλούς ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ να τους θέσει εκτός αντιφασιστικού κινήµατος, αντί να δηµιουργεί τις προϋποθέσεις να εγκαταλείψουν πολιτικά τις κυβερνητικές αυταπάτες. Δεν είναι ζήτηµα «εκλεκτικών συγγενειών» το ποιος πολιτικός χώρος µπορεί να συµµετέχει στην τάδε ή τη δείνα διαδήλωση, αλλά ζήτηµα πολιτικού πλαισίου.

Ο δεύτερος τρόπος που εµφανίστηκε το ίδιο ζήτηµα, ήταν το γεγονός της φασιστικής επίθεσης το Σάββατο 15/9 στο Πέραµα σε µέλος της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ και η στάση που κράτησε η Αριστερά και το αντιφασιστικό κίνηµα. Η αλληλεγγύη µας απέναντι σε κάθε θύµα φασιστικής ή ρατσιστικής βίας –και στη συγκεκριµένη περίπτωση– θα πρέπει να είναι αυτονόητη και αδιαµφισβήτητη, την ίδια στιγµή που θα συνεχίσουµε να είµαστε απόλυτα εχθρικοί απέναντι στη µνηµονιακή πολιτική της κυβέρνησης, αλλά και σε κάθε προσπάθεια «αριστερού ξεπλύµατος» του µνηµονιακού ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό είναι και πάλι ζήτηµα πολιτικού προσανατολισµού και από τη στιγµή που αυτός είναι ξεκάθαρος ως προς τις αιχµές του (ενάντια και στο φασισµό και τα µνηµόνια και την κυβέρνηση), βοηθάει στο να µην υπάρχουν συγχύσεις. Δυστυχώς, υπάρχουν τέτοιες συγχύσεις οι οποίες εκφράστηκαν είτε µε την προσπάθεια ταύτισης µε τον ΣΥΡΙΖΑ όσων εξέφρασαν την αυτονόητη αλληλεγγύη τους, είτε µε το χλευασµό του γεγονότος και µία αντιµετώπιση του τύπου «καλά να πάθει».

Αυτά τα πολιτικά ερωτήµατα θα είναι ολοένα πιο οξυµένα την επόµενη περίοδο και υπάρχει αναγκαιότητα να συζητηθούν στους κόλπους του αντιφασιστικού κινήµατος µε τρόπο προωθητικό, ξεκαθαρίζοντας την πολιτική στάση και συµβάλλοντας στη µεγαλύτερη δυνατή ενότητα των δυνάµεών µας και πολιτικά και στο δρόµο.

*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά