Ryszard Kapuściński: Ο δικός μου «Άλλος»

Το ζήτημα του «Ξένου» ή «Άλλου» μου έχει γίνει έμμονη ιδέα και με γοητεύει για πολύ μεγάλο διάστημα. Το 1956 έκανα το πρώτο μου μεγάλο ταξίδι έξω από την Ευρώπη (σε Ινδία, Πακιστάν και Αφγανιστάν), και από εκείνη τη στιγμή ως σήμερα με ενδιαφέρουν τα θέματα του Τρίτου Κόσμου, δηλαδή με την Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική (αν και ο όρος «Τρίτος Κόσμος» καλύπτει επίσης ένα σημαντικό τμήμα της Ευρώπης και της Ωκεανίας). Πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής μου καριέρας σε αυτά τα μέρη, ταξιδεύοντας και γράφοντας για τους ντόπιους ανθρώπους και τα προβλήματα τους

Τα αναφέρω αυτά επειδή εδώ θα ήθελα να σχεδιάσω – εξ ανάγκης εν συντομία – όχι ένα πορτραίτο του Άλλου γενικά, με την αφηρημένη έννοια, αλλά μια εικόνα του δικού μου Άλλου, εκείνον που συνάντησα στα χωριά των ιθαγενών Ινδιάνων στη Βολιβία, ανάμεσα στους νομάδες στη Σαχάρα ή στα πλήθη που θρηνούσαν το θάνατο του Khomeini στους δρόμους της Τεχεράνης.

Πως βλέπει το κόσμο, πως σκέφτεται το κόσμο, η αντίληψή του για τους Άλλους – η αντίληψη του για εμένα, για παράδειγμα; Εν τέλει, όχι μόνο είναι ένας Άλλος για εμένα, είμαι και εγώ επίσης ένας Άλλος για εκείνον.

Το πρώτο πράγμα που προσέχει είναι η ευαισθησία του Άλλου μου στο χρώμα, στο χρώμα του δέρματος. Το χρώμα έχει κορυφαία θέση στη κλίμακα με την οποία διαιρεί και κρίνει τους ανθρώπους. Μπορεί να ζεις ολόκληρη τη ζωή σου δίχως να σκέφτεσαι, δίχως να αναρωτιέσαι για το γεγονός πως είσαι μαύρος, κίτρινος ή λευκός, μέχρι να περάσεις το σύνορο της δικής σου φυλετικής ζώνης. Αμέσως υπάρχει ένταση, αμέσως νιώθουμε σαν Άλλοι περιτριγυρισμένοι από άλλους Άλλους. Πόσο συχνά στην Ουγκάντα με άγγιζαν παιδιά που στη συνέχεια κοιτούσαν τα δάχτυλά τους για ώρα για να δουν αν είχαν ασπρίσει! Ο ίδιος μηχανισμός, ή ακόμη και αντανακλαστικό, της αναγνώρισης και κρίσης με βάση το χρώμα του δέρματος λειτουργούσε κάποτε και μέσα σε μένα. Στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, όταν υπήρχε μια αδιάλλακτη ιδεολογική διαίρεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, απαιτώντας από ανθρώπους και στις δυο πλευρές του Σιδερένιου Παραπετάσματος μια αμοιβαία αντιπάθεια, ή ακόμη και μίσος –  ως ανταποκριτής από μια χώρα του Ανατολικού Μπλοκ κάπου έξω στη ζούγκλα του Ζαϊρ, με χαρά θα αγκάλιαζα κάποιον από τη Δύση, και γι’ αυτό «ταξικό εχθρό» μου και «ιμπεριαλιστή»,  επειδή εκείνος ο «δόλιος εκμεταλλευτής» και «πολεμοκάπηλος», απλά πάνω από όλα ήταν λευκός. Μπορώ να προσθέσω πόσο πολύ ντρεπόμουν για εκείνη την αδυναμία, αλλά και που την ίδια στιγμή δεν ήξερα πως να την αντιμετωπίσω;

Το δεύτερο συστατικό της αντίληψης του Άλλου μου για το κόσμο είναι ο εθνικισμός. Όπως παρατήρησε ορθά πρόσφατα ο Αμερικάνος καθηγητής John Lukacs, στο κλείσιμο του εικοστού αιώνα ο εθνικισμός αποδείχτηκε ο ισχυρότερος από όλους τους ισμούς που ο σύγχρονος άνθρωπος γνώριζε. Μερικές φορές αυτός ο εθνικισμός έχει ένα παραδοξολογικό χαρακτήρα, για παράδειγμα όταν εμφανίζεται σε εκείνες τις αφρικανικές χώρες που δεν υπάρχουν ακόμα κάποια έθνη. Δεν υπάρχουν έθνη, αλλά υπάρχει εθνικισμός (ή όπως ισχυρίζονται κάποιοι κοινωνιολόγοι, υπό-εθνικισμός). Ο εθνικιστής αντιμετωπίζει το έθνος του, ή στην περίπτωση της Αφρικής το κράτος του, ως την υψηλότερη αξία, και όλους τους άλλους ως κάτι κατώτερο (που συχνά του αξίζει περιφρόνηση). Ο εθνικισμός, όπως ο ρατσισμός, είναι ένα εργαλείο για ταυτοποίηση και κατάταξη που χρησιμοποιείται από τον Άλλο μου με κάθε ευκαιρία. Είναι ένα απλοϊκό, πρωτόγονο εργαλείο που υπεραπλουστεύει και υποβαθμίζει την εικόνα που έχει κάποιος για τον Άλλο, επειδή για τον εθνικιστή το πρόσωπο του Άλλου έχει ένα και μόνο χαρακτηριστικό – την εθνικότητα του. Δεν έχει σημασία αν κάποιος είναι νέος ή γέρος, έξυπνος ή ανόητος, καλός ή κακός – το μόνο πράγμα που έχει αξία είναι αυτός ή αυτή είναι από την Αρμενία ή τη Τουρκία, από την Βρετανία ή την Ιρλανδία, το Μαρόκο ή την Αλγερία. Όταν ζω σε ένα κόσμο από φλεγόμενους εθνικισμούς, δεν έχω όνομα, επάγγελμα ή ηλικία – είμαι απλά και μόνο Πολωνός. Στο Μεξικό οι γείτονές μας με αποκαλούν «El Polaco», και η αεροσυνοδός στο Γιακούτσκ με φωνάζει να επιβιβαστώ στο αεροπλάνο φωνάζοντας «Polsha»! Ανάμεσα στα μικρά διασκορπισμένα έθνη, όπως των Αρμενίων, υπάρχει μια φαινομενική ικανότητα να βλέπεις το χάρτη ως ένα δίκτυο σημείων που κατοικούνται από συγκεντρώσεις από συμπατριώτες κάποιου, είτε είναι μια μοναδική οικογένεια ή ένα μόνο άτομο. Το επικίνδυνο χαρακτηριστικό του εθνικισμού ότι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του είναι το μίσος για έναν Άλλο. Ο βαθμός αυτού του μίσους διαφέρει, αλλά η παρουσία του είναι αναπόφευκτη.

Το τρίτο συστατικό της κοσμοαντίληψης του δικού μου Άλλου είναι η θρησκεία. Η θρησκευτική πίστη εμφανίζεται εδώ σε δύο επίπεδα, κατά κάποιο τρόπο – στο επίπεδο μιας αόριστα ορισμένης, μη προφορικής  πίστης στην ύπαρξη  και παρουσία μιας υπερβατικότητας, μιας Οδηγητήριας Δύναμης, ενός Υπέρτατου Όντος, Θεού (με ρωτάνε συχνά, «Κύριε Kapuściński, πιστεύετε στο Θεό;», και αυτό που απαντάω θα έχει τεράστια επιρροή σε ότι γίνει μετά), και στο επίπεδο της θρησκείας ως θεσμού και ως κοινωνικής ή πολιτικής δύναμης. Θέλω να μιλήσω για τη δεύτερη περίπτωση. Ο Άλλος μου είναι ένα όν που πιστεύει βαθιά στην ύπαρξη ενός ασώματου και άυλου κόσμου. Παρόλα αυτά, αυτό ήταν πάντοτε ο κανόνας. Αυτό που είναι χαρακτηριστικό σήμερα όμως, είναι το είδος της θρησκευτικής αναγέννησης που είναι εμφανής σε πολλές χώρες. Η πιο δυναμικά αναπτυσσόμενη θρησκεία σήμερα, αναμφίβολα είναι το Ισλάμ. Είναι παράξενο – και αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το είδος της θρησκείας – όπου συναντάται μια αναγέννηση της θρησκευτικής θέρμης, η αναγέννηση έχει αντιδραστικό, συντηρητικό, φονταμενταλιστικό χαρακτήρα.

Να λοιπόν ο Άλλος μου. Αν η μοίρα το φέρει σε επαφή με κάποιο Άλλο – Άλλο προς αυτόν – θα βρει τρία χαρακτηριστικά αυτού του Άλλου να είναι τα σημαντικότερα: φυλή, εθνικότητα και θρησκεία. Έχω προσπαθήσει να βρω ένα κοινό παράγοντα σε αυτά τα χαρακτηριστικά, να ανακαλύψω τι τα ενώνει. Είναι ότι το καθένα από αυτά κουβαλάει ένα τεράστιο συναισθηματικό φορτίο, τόσο μεγάλο που από καιρό σε καιρό ο Άλλος μου είναι ανίκανος να το ελέγξει, και τότε έρχεται σε σύγκρουση, σε αντιπαράθεση, σε σφαγή, σε πόλεμο. Ο Άλλος μου είναι πολύ συναισθηματικό άτομο. Αυτός είναι ο λόγος που ο κόσμος που ζει είναι ένα βαρέλι με πυρίτιδα που κυλά επικίνδυνα προς τη φωτιά.

Ο Άλλος μου είναι μη-λευκό άτομο. Πόσοι υπάρχουν; Σήμερα το 80 τις εκατό του κόσμου είναι μη λευκοί.

Απασχολημένοι με τη σύγκρουση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, μεταξύ δημοκρατίας και απολυταρχίας, δεν είμαστε όλοι μας συνειδητοποιημένοι, και όχι όλοι μας την ίδια στιγμή, πως ο χάρτης του κόσμου έχει αλλάξει. Στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα ο χάρτης ήταν διαρρυθμισμένος με βάση τις αρχές της πυραμίδας. Στη κορυφή ήταν ιστορικά υποκείμενα: οι μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις, τα κράτη των λευκών. Η διαρρύθμιση αυτή κατέρρευσε μπρος στα μάτια μας και στη διάρκεια της ζωής μας, καθώς περισσότερα από εκατό – τουλάχιστον επίσημα ανεξάρτητα κράτη που κατοικούνταν από τα δύο τρίτα της ανθρωπότητας εμφανίστηκαν στην αρένα της ιστορίας σχεδόν μέσα σε μια νύχτα. Και έτσι να ο νέος χάρτης του κόσμου, έγχρωμος, πολύχρωμος, πολύ πλούσιος και περίπλοκος. Ας σημειώσουμε πως αν συγκρίνουμε το χάρτη του κόσμου μας από το 1930 με το χάρτη από τα 1980, παίρνουμε δυο πολύ διαφορετικές εικόνες του. Στη πραγματικότητα όμως, η σχέση μεταξύ αυτών των δυο εικόνων δεν είναι ποτέ στατική – περνά συνεχή αλλαγή, σταθερή δυναμική και ασταμάτητη εξέλιξη. Στη πρόσφατη ιστορία, την ιστορία που συμβαίνει τώρα, οι Άλλοι του Τρίτου Κόσμου μας αποκτούν όλο και μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη υποκειμενικότητα. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα, και δεύτερον υπάρχει μια μαζική εισροή, σε αναζήτηση χρημάτων, αντιπροσώπων του Τρίτου Κόσμου σε αναπτυγμένες χώρες. Υπολογίζεται πως ως τα μέσα του εικοστού πρώτου αιώνα οι άνθρωποι από την Ασία και τη Λατινική Αμερική θα αποτελούν περισσότερο από το μισό του πληθυσμού των Ηνωμένων Πολιτειών.

Όλο και πιο πολλοί μετανάστες από την Ιρλανδία και τη Νορβηγία, και περισσότεροι από το Εκουαδόρ και τη Ταϊλάνδη, θα μετακινούνται στο κόσμο με Αμερικάνικα διαβατήρια στις τσέπες τους.

Πόσο προετοιμασμένοι είμαστε εμείς οι πολίτες της Ευρώπης, για αυτή την αλλαγή; Όχι ιδιαίτερα, φοβάμαι πως πρέπει να πω. Αντιμετωπίζουμε τον άλλο κυρίως ως ξένο (ωστόσο ο Άλλος δεν χρειάζεται να σημαίνει ξένος), ως αντιπρόσωπο ενός ξεχωριστού είδους, αλλά το πιο σημαντικό είναι πως τον αντιμετωπίζουμε ως απειλή.

Βοηθά η σύγχρονη λογοτεχνία να πέσουν αυτές οι προκαταλήψεις, η άγνοια μας ή η σκέτη αδιαφορία μας; Ξανά, δεν νομίζω πως κάνει πολλά. Έριξα μια ματιά στα γαλλικά λογοτεχνικά βραβεία για τη περασμένη χρονιά, και δεν βρήκα ούτε ένα βιβλίο που να λέει κάτι για τον ευρέως αντιληπτό σύγχρονο κόσμο. Υπάρχουν ερωτικά τρίγωνα, συγκρούσεις πατέρα-κόρης, η αποτυχημένη κοινή ζωή ενός νεαρού ζευγαριού – πράγματα που είναι όντως σημαντικά και ενδιαφέροντα. Με εξέπληξε όμως, η απαξιωτική στάση απέναντι στην εντελώς νέα τάση στη λογοτεχνία, το ίδιο συναρπαστική, της οποίας οι αντιπρόσωποι προσπαθούν να μας δείξουν τις σύγχρονες κουλτούρες, τις ιδέες και τη συμπεριφορά ανθρώπων που ζουν σε διαφορετικές γεωγραφικές συντεταγμένες και που πιστεύουν σε διαφορετικούς θεούς από εμάς, αλλά που αποτελούν ουσιαστικά κομμάτι της μεγάλης ανθρώπινης οικογένειας στην οποία ανήκουμε όλοι. Σκέφτομαι για παράδειγμα το The Innocent Anthropologist του Nigel Barley, το εξαιρετικά γραμμένο βιβλίο Behind the Wall του Colin Thurbon ή το εξαιρετικό Songlines του Bruce Chatwin. Τα βιβλία αυτά δεν κερδίζουν βραβεία, δεν κερδίζουν καν τη προσοχή, επειδή – κατά την άποψη κάποιων ανθρώπων – δεν αποτελούν την αποκαλούμενη πραγματική λογοτεχνία.

Από την άλλη η δήθεν πραγματική λογοτεχνία απομονώνει τον εαυτό της από τα προβλήματα και τος συγκρούσεις που βιώνουν δισεκατομμύρια ξένοι (Fremde) μας. Για παράδειγμα, ένα από τα μεγαλύτερα δράματα του σύγχρονου κόσμου, ένα δράμα ιδιαίτερα οξύ για την Αμερική, ήταν η Ιρανική Επανάσταση, η ανατροπή του Σάχη, η μοίρα των ομήρων και ούτω καθεξής. Προς έκπληξή μου, στη πορεία των δώδεκα ή και περισσότερων μηνών που διήρκησαν αυτά τα γεγονότα δεν συνάντησα ούτε ένα Αμερικάνο συγγραφέα, στην πράξη ούτε καν ένα συγγραφέα από την Ευρώπη. Πως ήταν αυτό δυνατό, αναρωτήθηκα στη Τεχεράνη, για ένα τόσο σπουδαίο ιστορικό σοκ, μια τέτοια ασυνήθιστη σύγκρουση πολιτισμών, να μην ανακινήσει κανένα ενδιαφέρον ανάμεσα στους συγγραφείς του κόσμου; Φυσικά δεν είναι ότι πρέπει να τρέξουν ομαδικά στο τελευταίο σημείο αναταραχής, στο Περσικό Κόλπο – αλλά το γεγονός πως η βιβλιογραφία μπορεί να αδιαφορεί απόλυτα για ένα παγκόσμιο δράμα που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, αφήνοντάς το εντελώς στις τηλεοπτικές κάμερες και τους μηχανικούς ήχου να πουν την ιστορία μεγάλων γεγονότων, για εμένα είναι σύμπτωμα μιας βαθιάς κρίσης στη πρώτη γραμμή μεταξύ ιστορίας και λογοτεχνίας, ένα σύμπτωμα της ανημποριάς της λογοτεχνίας μπροστά στα γεγονότα του σύγχρονου κόσμου.

Έτσι, παρά έναν εντελώς νέο χάρτη του κόσμου, ερευνώντας, εμβαθύνοντας, ερμηνεύοντας και περιγράφοντας τις φιλοσοφίες και την ύπαρξη, τη σκέψη και το τρόπο ζωής των τριών τετάρτων του παγκόσμιου πληθυσμού παραμένει ακόμη – όπως το δέκατο ένατο αιώνα – στα χέρια μιας μικρής ομάδας ειδικών: ανθρωπολόγων, εθνογράφων, ταξιδιωτών και δημοσιογράφων.

Ο Ξένος, ο Άλλος σε αυτή την ενσάρκωση του Τρίτου Κόσμου (και έτσι του πιο πολυπληθούς προσώπου στο πλανήτη μας), αντιμετωπίζεται ακόμη σαν ένα αντικείμενο έρευνας,  αλλά δεν έχει γίνει ακόμα σύντροφος μας, εξίσου υπεύθυνου για τη μοίρα του πλανήτη για τον οποίο ζούμε.

Για εμένα ο κόσμος ήταν πάντοτε ένας μεγάλος Πύργος της Βαβέλ. Είναι όμως ένας πύργος στον οποίο ο θεός δεν ανακάτεψε μόνο τις γλώσσες αλλά και τις κουλτούρες και τα έθιμα, τα πάθη και τα ενδιαφέροντα, και τον κάτοικο του οποίου μετέτρεψε σε ένα αμφιλεγόμενο πλάσμα που συνδυάζει τον Εαυτό και τον μη-Εαυτό, τον ίδιο και τον Άλλο, το δικό του και το ξένο.

Απόσπασμα από το βιβλίο The Other του Ryszard Kapuściński (Verso Books, 2008) που δημοσιεύτηκε στο blog των εκδόσεων Verso Books. Ο Ryszard Kapuściński (1932-2007) ήταν δημοσιογράφος, φωτογράφος, ποιητής και συγγραφέας.

Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

geniusloci2017