Walden Bello – Sieg Heil, η παγκόσμια άνοδος της ακροδεξιάς

Λίγα, μόλις, χρόνια νωρίτερα, η ιδέα πως η άκρα δεξιά θα έρχονταν στην εξουσία σε μέρη που θεωρούνταν ως σταθερές προοδευτικές δημοκρατίες θα απορρίπτονταν όχι μόνο από τους φιλελεύθερους αλλά και από περισσότερους αριστερούς προοδευτικούς. Σε όχτώ χρόνια όμως, μεταξύ 2010-2018, ο πλανήτης έγινε μάρτυρας της μετακίνησης της άκρας δεξιάς από το περιθώριο των διαδρόμων της εξουσίας στο επίκεντρο της ίδιας της εξουσίας.

Αντεπανάσταση στο Βορρά

Φυσικά υπάρχει ο Donald Trump. Πριν όμως από τη εκλογική του νίκη, έκπληξη το Νοέμβριο του 2016, ο Viktor Orban είχε έρθει ξανά στην εξουσία στην Ουγγαρία το 2010 – αυτή τη φορά μετενσαρκωμένος ως άνθρωπος της σκληρής δεξιάς αντί του φιλελεύθερου δημοκράτη που ήταν στα τέλη του 1990. Οι Ινδουιστές εθνικιστές του Narendra Modi πέτυχε μια σαρωτική νίκη στην Ινδία το 2014. Και ο Rodrigo Duterte με τη σκληρή γραμμή του «Νόμος και Τάξη» έφτασε στη προεδρία των Φιλιππίνων το Μάιο του 2016.

Και μετά τον Trump, το Alternative für Deutschland (AfD) κέρδισε 94 από τις 630 έδρες της γερμανικής βουλής στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2017, η πρώτη φορά που η άκρα δεξιά απέκτησε τέτοια παρουσία στο σώμα αυτό, και η αντιμεταναστατευτική Lega Nord ήρθε στην εξουσία συμμαχώντας με το Κίνημα των Πέντε Αστέρων στην Ιταλία μετά τις εκλογές του Μαρτίου του 2018. Στη Γαλλία, χρειάστηκε μια ανεπίσημη εκλογική συμμαχία μεταξύ κεντροδεξιάς, κέντρου, κεντροαριστεράς και αριστεράς για να ηττηθεί η υποψηφιότητα για τη προεδρία της Marine Le Pen του Εθνικού Μετώπου.

Πως εξηγούμε αυτή την ξαφνική επανεμφάνιση της απολυταρχικής δεξιάς;

Πρώτα μερικές λέξεις για την άνοδο της άκρας δεξιάς στο Παγκόσμιο Βορρά. Δεν μου αρέσει να χρησιμοποιώ τα λόγια του Barrack Obama, αλλά πρέπει να αναφέρει κανείς μια παρατήρηση που έκανε πρόσφατα στο Γιοχάνεσμπουργκ: «Η αμφισβήτηση για την παγκοσμιοποίηση ήρθαν αρχικά από την αριστερά αλλά μετά ήρθαν με μεγαλύτερη σφοδρότητα από τη δεξιά, καθώς εμφανίστηκαν λαϊκίστικα κινήματα… [που] άντλησαν την αγωνία που πολλοί άνθρωποι ένιωθαν».

Εμάς στην αριστερά μπορεί να μη μας αρέσει ο φορέας αυτών των λέξεων, αλλά ο Obama είχε δίκιο: Η άκρα δεξιά οικειοποιήθηκε τη κριτική εναντίον της παγκοσμιοποίησης των προοδευτικών. Μας πήραν τη μπουκιά μέσα από το στόμα.

Στη πράξη, η άκρα δεξιά όχι μόνο άρπαξε την κριτική κατά της παγκοσμιοποίησης από την ανεξάρτητη αριστερά. Μίλησε επίσης πιο δυνατά από την αριστερά για το δημοκρατικό έλλειμα της ΕΕ, με την Marine Le Pen οπορτουνιστικά να αποκαλεί την αδιαφορία της τρόικας για τα αποτελέσματα του ελληνικού δημοψηφίσματος του 2015, που απέρριψε τους όρους του τελευταίου προγράμματος λιτότητα, περίπτωση «Ευρω-δικτατορίας».

Επιπλέον, καθώς η ευρύτερη αριστερά είχε παραλύσει από τη συνεχή προσήλωση των κυρίαρχων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στη νεοφιλελεύθερη  ιδεολογία που εξαπέλυσε την οικονομική κρίση πάνω στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεξιά κόμματα στην Ευρώπη σταδιακά μετακίνησαν την προσοχή τους από τις εναντίον της φορολογίας, της μεγάλης κυβέρνησης και υπέρ της ελεύθερης αγοράς ανησυχίες της αρχικής τους μικροαστικής βάσης και οπορτουνιστικά αγκάλιασαν μια αντι-νεοφιλελεύθερη ατζέντα και το κράτος πρόνοιας. Η στρατηγική είχε αποτέλεσμα.

Στη Γαλλία, η «νέα εμφάνιση» που έδωσε η Marine Le Pen στο Εθνικό Μέτωπο, που διαδέχθηκε το πατέρα της, το διαβόητο ρατσιστή Jean-Marie Le Pen, προκάλεσε τη παρακάτω παρατήρηση από ένα Γάλλο σοσιαλιστή γερουσιαστή: «Αριστεροί ψηφοφόροι περνάνε τη κόκκινη γραμμή επειδή πιστεύουν πως η σωτηρία τους από τα βάσανα τους ενσαρκώνεται από τη κυρία Le Pen… Λένε «όχι» σε ένα κόσμο που μοιάζει σκληρός, παγκοσμιοποιημένος, αδιάλλακτος. Είναι άνθρωποι της εργατικής τάξης, συνταξιούχοι, υπάλληλοι που λένε, ‘Δε θέλουμε αυτό το καπιταλισμό και ανταγωνισμό σε ένα κόσμο που η Ευρώπη χάνει την ηγεμονία της’».

Η άκρα δεξιά έχει τώρα ενώσει αυτές τις παραδοσιακές αριστερές ανησυχίες με ένα διαβολικό ρατσιστικής, σοβινιστικής και αντιμεταναστευτικής ατζέντας που μοιάζει με το πρόγραμμα που οι φασίστες και οι ναζί πρόσφεραν στο κόσμο κατά τα ευμετάβλητα 1930: ένα αμυντικό πρόγραμμα που περιλαμβάνει ισχυρή κρατική διαχείριση της οικονομίας ενώ αφήνει το καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής πρακτικά ανέγγιχτο (μαζί με τις ταξικές του ανισότητες), αν και με ρατσιστικά προνόμια για ολόκληρες κοινότητες με βάση την εθνικότητα, το αίμα και τη φυλή, και με τα σύνορα σφραγισμένα στους μετανάστες.

Πείτε το κράτος πρόνοιας, αλλά μόνο για τα μέλη της κυρίαρχης φυλετικής και πολιτιστικής ομάδας.

Είναι ένα ιδιαίτερα γοητευτικό πρόγραμμα που θα χρειαστεί όλη την ενέργεια και τη φαντασία της Ευρωπαϊκής αριστεράς για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.

Αντεπανάσταση στην Ασία

Γυρίζοντας τώρα προς την Ασία, υπάρχει επίσης σε εξέλιξη μια αντεπανάσταση.

Στην Ινδία, έχουμε μια ινδουιστική δεξιά που πέτυχε μια μαζική νίκη στις εκλογές του 2014 και σκοπεύει να εδραιώσει την ηγεμονία της στις εκλογές το ερχόμενο έτος. Οι αντεπανάσταση είναι αιματηρή. Λιντσαρίσματα μουσουλμάνων, νταλίτ και αντιβάσι (αυτόχθονων), φόνοι επιφανών διανοούμενων και σύλληψη ακτιβιστών είναι πια καθημερινότητα.

Είναι ίσως μάλλον αναμενόμενο, μιας και ο πρωθυπουργός Narendra Modi ήταν κυβερνήτης του κρατιδίου Γκουτζαράτ  το 2002, όταν σε μια περίοδο δυο μηνών, περίπου 2000 άτομα – η συντριπτική πλειοψηφία τους, Μουσουλμάνοι – έχασαν τις ζωές τους σε αυτό που πολλοί θεωρούν ως πογκρόμ. Η δεξιά ελέγχει το κυβερνοχώρο, από τον οποίο δημιουργούν ψεύτικες ειδήσεις που πυροδοτούν αντιμουσουλμανικές επιθέσεις, όπως στη πόλη Μουζαφαρναγκάρ το 2013, ή τη διάδοση ρητορικής μίσους, όπως το να δεθεί η Ινδή συγγραφέας Arundhati Roy σε στρατιωτικό τζιπ και να χρησιμοποιηθεί ως ανθρώπινη ασπίδα στο Κασμίρ.

Είναι μάλλον δίκαιο να πω πως οι προοδευτικοί διανοούμενοι και οι προοδευτικοί ακτιβιστές στην Ινδία δεν έχουν καταλάβει ακόμη πλήρως τι έχει συμβεί, και ακόμη λιγότερο έχουν βρει τρόπο για να το αντιμετωπίσουν.

Ποιος όμως είμαι εγώ που τα λέω αυτά; Στη δική μου χώρα, τις Φιλιππίνες, ένας κατά συρροή δολοφόνο που έχει πάρει πάνω από 7000 ζωές (ένας μέγεθος που από πολλούς θεωρείται ιδιαίτερα χαμηλότερο από τη πραγματικότητα) σε λίγο περισσότερο από δυο χρόνια στην εξουσία – και είναι το ίδιο δημοφιλής σήμερα όπως όταν εκλέχθηκε. Η αντιπολίτευση ακόμη δεν έχει βρει ένα σταθερό βηματισμό, με τις δυο βασικές δυνάμεις να είναι μια ανυπόληπτη φιλελεύθερη ελίτ αντιπολίτευση και μια εξίσου ανυπόληπτη άκρα αριστερά. Στο μεταξύ, μοιάζει να μην υπάρχει τίποτα απέναντι στον πρόεδρο Duterte καθώς ακυρώνει το δημοκρατικό σύνταγμα και εγκαθιδρύοντας ένα αυταρχικό σύστημα που μασκαρεύει ως φεντεραλισμό.

Και αλλού υπάρχουν ελάχιστα για τα οποία να είμαστε χαρούμενοι. Στην υπό χούντα Ταϊλάνδη, ο στρατός δε μοιάζει να βιάζεται να επιστρέψει στους στρατώνες, επειδή η μεσαία τάξη προτιμά να τους κρατήσει στην εξουσία από το να έχει μια δημοκρατία που να στηρίζεται από τις κατώτερες τάξεις. Στη Καμπότζη, ο Hun Sen έχει πετάξει τα τελευταία ίχνη δημοκρατίας με το να διαλύσει μονομερώς το κύριο αντιπολιτευόμενο κόμμα. Στη Μυανμάρ, ο στρατός πραγματοποιεί γενοκτονία με ισχυρή υποστήριξη από τη βουδιστική πλειοψηφία και τη συγκατάθεση της εκλεγμένης πολιτικής κυβέρνησης της Aung San Suu Kyi.

Κοινά χαρακτηριστικά

Κοιτώντας πιο προσεκτικά μερικές από τις χώρες αυτές στις οποίες ο απολυταρχισμός είναι σε άνοδο, πολλά πράγματα γίνονται ξεκάθαρα.

Πρώτα από όλα, υπάρχει μια επανάσταση εναντίον της προοδευτικής δημοκρατίας σε εξέλιξη, αν και οι λεπτομέρειες διαφέρουν κατά περίπτωση.

Στην Ινδία, η εξέγερση εναντίον του κοσμικού χαρακτήρα της προοδευτικής δημοκρατίας, εναντίον της στήριξης της προς τη πολυμορφία, και κατά των προστασιών που εγγυάται στις μειονότητες απέναντι στη πλειονότητα. Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί πως αυτό που αναδύεται είναι ένα πλειονοτικό καθεστώς – δηλαδή, δημοκρατικό με τη στενή έννοια της προώθησης της κυβέρνησης της πλειοψηφίας εις βάρος των δικαιωμάτων της μειοψηφίας και των ατομικών ελευθεριών, ακριβώς σαν το καθεστώς «ανελεύθερης δημοκρατίας» του Ούγγρου τύραννου Viktor Orban.

Στις Φιλιππίνες, η εξέγερση εναντίον της προοδευτικής δημοκρατίας  είναι μια απάντηση στην νόθευση της εκλογικής διαδικασίας από τους ελίτ ώστε να ανταγωνιστούν μεταξύ τους, ενώ παράλληλα συνεργάζονται μεταξύ τους για να διαιωνίσουν την ταξική τους κυριαρχία καθώς και στην αποτυχία του 32χρονου προοδευτικού δημοκρατικού συστήματος της χώρας να φέρει κοινωνική και πολιτική μεταρρύθμιση. Στη Ταϊλάνδη, είναι εναντίον της «αποτυχίας» της προοδευτικής δημοκρατίας να διατηρήσει τα προνόμια της μειονότητας ενάντια σε μια φτωχή πλειονότητα που χαρακτηρίζουν ως ανόητη και διεφθαρμένη.

Δεύτερο, ο ρατσισμός, ο εθνοκεντρισμός, και το σύμπλεγμα πολιτιστικής ανωτερότητας είναι κύριες κινητήριες δυνάμεις κάποιων από αυτά τα εξτρεμιστικά κινήματα. Στην Ινδία, την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα κινήματα αυτά έχουν υιοθετήσει την αφήγηση μιας πτώσης από κάποια μυθική «Χρυσή Εποχή», αμόλυντης από ξένους όπως Μουσουλμάνοι και μη λευκοί στη περίπτωση των ευρωπαϊκών δεξιών κινημάτων, Μουσουλμάνων και Χριστιανών σε αυτή των Ινδουιστών εθνικιστών, και μαύρων και Ισπανόφωνων σε αυτή της Αμερικάνικης δεξιάς.

Τρίτον, τα εξτρεμιστικά κινήματα στην Ασία, ενώ εξυπηρετούν τους ελίτ, απολαμβάνουν την υποστήριξη των μεσαίων τάξεων.

Στην Ινδία, οι πιο ενθουσιώδεις υποστηρικτές είναι αυτό που ένας παρατηρητής αποκάλεσε «μια ανερχόμενη μεσαία τάξη που είναι πεινασμένη για θρησκευτική επιβεβαίωση και έχει βαρεθεί τη σοσιαλιστική, ορθολογιστική κληρονομιά του Jawaharlal Nehru». Στη Ταϊλάνδη, φοβούμενη τις μάζες των φτωχών των αγροτικών περιοχών που κινητοποιήθηκαν από τον πρώην πρωθυπουργό Thaksin, η μεσαία τάξη, μεταξύ τους οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί, υποστηρίζουν μέτρα που ανατρέπουν τη δημοκρατική πλειοψηφική διακυβέρνηση και θα προτιμούσαν πολύ περισσότερο να έχουν ένα στρατιωτικό καθεστώς από ότι ένα αυθεντικό σύστημα όπου ισχύεις μία ψήφος ανά ένα άτομο. Στις Φιλιππίνες, οι άνθρωποι από τη μεσαία τάξη είναι οι πιο φανατική υποστηρικτές αιματηρού πολέμου ενάντια στα ναρκωτικά του προέδρου Duterte, όπου η νόμιμη διαδικασία έχει φύγει από το παράθυρο.

Όσο για το Βορρά, μεγάλα τμήματα της λευκής εργατικής τάξης έχουν ενωθεί με τη μεσαία τάξη ως βάση για τα εξτρεμιστικά κόμματα, καταπίνοντας την δεξιά υπόσχεση για ένα κράτος πρόνοιας, αλλά μόνο για τον ντόπιο πληθυσμό, δηλ τους λευκούς.

Τέταρτον στις Φιλιππίνες και την Ινδία, υπάρχει μια λογική εξολοθρευτισμού για τις βάρβαρες πράξεις του καθεστώτος.

Στην Ινδία, οι Μουσουλμάνοι και οι Χριστιανοί αντιμετωπίζονται ως ξένα μοσχεύματα πάνω στο Ινδουιστικό πολιτικό σώμα. Ενώ στρατηγικές εκτιμήσεις επιβάλουν πως για την ώρα πρέπει να αντιμετωπίζονται «απλά» ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, οι κοινότητες αυτές πρέπει τελικά να αφαιρεθούν με πογκρόμ ή με βίαιη εκτόπιση όταν παρουσιαστεί η ευκαιρία, όπως στο Γκουτζαράτ το 2002.

Στις Φιλιππίνες, οι χρήστες ναρκωτικών είναι το αντίστοιχο των Εβραίων της ναζιστικής περιόδου στο κόσμο του προέδρου Duterte. Ο Duterte έχει απλά διαγράψει αυτούς τους ανθρώπους από το ανθρώπινο γένος. Κατώτερη Μορφή, οι χρήστες ναρκωτικών θεωρούνται εκτός των ορίων της «ανθρωπότητας», μιας και οι εγκέφαλοι τους έχουν θεωρητικά ατροφήσει σε βαθμό που δεν έχουν πια τον έλεγχο της θέλησης και της σκέψης τους. στις ομιλίες του δικαιολογώντας τις δολοφονίες «σε αυτοάμυνα» από την αστυνομία, ο Duterte είπε πως ένας ή περισσότερος χρόνος χρήσης «shabu» – ο τοπικός όρος για την μεθαμφεταμίνη – «θα μίκραινε τον εγκέφαλο ενός ατόμου, και έτσι δεν είναι πια ικανός για αποκατάσταση». Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι «πραγματικοί ζωντανοί νεκροί» που «δεν έχουν καμμιά αξία για τη κοινωνία πλέον».

Τι πρέπει να γίνει;

Πρώτα απ’ όλα οι προοδευτικοί πρέπει να αντικρύσουν ξεκάθαρα το γεγονός πως τα κινήματα αυτά είναι είτε στην εξουσία ή στο κατώφλι της εξουσίας – και μόλις πάρουν εξουσία, με εκλογές ή άλλα μέσα, δεν έχουν καμμιά διάθεση να τη παραδώσουν. Αν υπάρχει ένα καίριο μάθημα είναι που τα κινήματα αυτά έχουν μάθει από το Hitler, που ανέβηκε στην εξουσία μέσω δημοκρατικών εκλογών το 1932-33, τότε είναι αυτό. Ο Amit Shah, ο ηγέτης του BJP, περηφανεύεται πως το κόμμα του θα είναι στην εξουσία για τα επόμενα 50 χρόνια.

Δεύτερο, ακόμη και αν μιλάμε συνεχώς για ανθρώπινα δικαιώματα, πρέπει την ίδια στιγμή να καταλάβουμε πως αυτό μπορεί να έχει μικρότερο αντίκρισμα ανάμεσα στους ανθρώπους που επηρεασμένοι από τους ηγέτες που απορρίπτουν τα ανθρώπινα δικαιώματα ως δυτική ιδεολογία που διαδόθηκε από αυτό που οι ιδεολόγοι του BJP αποκαλούν «βλαμμένους προοδευτικούς».

Επιπλέον, η εποχή απαιτεί προοδευτική πολιτική που υπερβαίνει την απαίτηση για την επιστροφή στην παλιά αναξιόπιστη δημοκρατία, που η ισότητα είναι αποκλειστικά ονομαστική σε μια που έχει ως επίκεντρο την επίτευξη αυθεντικής οικονομικής και κοινωνικής ισότητας, είτε κάποιος το αποκαλεί αυτό σοσιαλισμό, είτε μετακαπιταλισμό. Το πρόγραμμα πρέπει να απαιτεί ισχυρότερη κρατική και κοινωνική διαχείριση της οικονομίας, τέτοιας που κινείται πέρα από το καπιταλισμό, με ισχυρή δόση ριζοσπαστικής αναδιανομής εισοδήματος και πλούτου, ενώ προωθεί τις δημοκρατικές διαδικασίες, τη κοσμικότητα, ποικιλία και τα δικαιώματα των μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών.

Τρίτο, ενώ πολλοί από τη μεσαία τάξη έχουν αυτό που ίσως αποκαλούσαμε, ακολουθώντας τον Gramsci, μια «ενεργητική συναίνεση» προς στήριξη αυταρχικών πολιτικών, πολλοί περισσότεροι από τις φτωχότερες και πιο περιθωριοποιημένες τάξεις είτε κρατάνε την δεξιά κοντά ή περιορίζουν την υποστήριξη τους σε παθητική συναίνεση. Πρέπει να επικεντρώσουμε την αντι-κινητοποίηση μας σε αυτούς τους τομείς – δίχως, ωστόσο, να εγκαταλείπουμε τη μεσαία τάξη, ή τη λευκή εργατική τάξη. Φυλετικές, εθνικές και πολιτιστικές μειονότητες πρέπει να είναι κεντρικές σε αυτή τη συμμαχία.

Τέταρτο, τα δεξιά κόμματα και προσωπικότητες είναι ιδιαίτερα μυσογύνικα σε μια εποχή που οι γυναικείοι αγώνες για τα δικαιώματα τους είναι σε άνοδο σε όλο το κόσμο. Έτσι είναι πολύ κρίσιμο οι γυναίκες σε μεγάλους αριθμούς να παίξουν κεντρικό ρόλο στη πολιτική του αντιφασιστικού κινήματος. Οι γυναίκες, όταν κινητοποιηθούν, είναι ένα από τα πιο ισχυρά οχυρά απέναντι στο φασισμό.

Πέμπτο, πολλές από τις προοδευτικές προσωπικότητες και τα κόμματα που έπαιξαν καίριους ρόλους στις πολιτικές αρένες των παλιών προοδευτικών δημοκρατιών έχουν πέσει σε ανυποληψία, μαζί με το προοδευτικό δημοκρατικό σύστημα. Έτσι ενώ πρέπει να δημιουργήσουμε πλατιές συμμαχίες, είναι επιτακτικό πως νέα πρόσωπα, νέοι πολιτικοί σχηματισμοί, και νέες ιδέες να αντιπροσωπεύσουν τη προοδευτική απάντηση στο φασισμό. Η νεολαία, είναι ένα κεντρικό πεδίο μάχης σε αυτή τη σύγκρουση, και χάνουμε ανάμεσά τους.

Déjà vu;

Σήμερα είμαστε λίγο πολύ εκεί που ήμασταν στα 1930, όπου δυνάμεις της άκρας δεξιάς είναι στην επίθεση και η μοίρα των προοδευτικών δημοκρατικών πολιτικών ισορροπεί σε σχοινί.

Τα τελευταία λίγα χρόνια έχουν θάψει τη ντετερμινιστική άποψη του Francis Fukuyama πως η προοδευτική δημοκρατία ήταν το μέλλον κάθε χώρας, όπως και πριν τον Fukuyama μνημειώδη γεγονότα έθαψαν την εξίσου ντετερμινιστική άποψη πως ο σοσιαλισμός είναι το κύμα του μέλλοντος.

Το μέλλον πηγάζει από τη σύγκρουση των κινημάτων και των ιδεών, μιας σύγκρουσης που χαρακτηρίζεται από μεγάλη αβεβαιότητα και απρόοπτα. Δεν υπάρχει εγγύηση πως η πλευρά μας θα υπερισχύσει, αλλά σίγουρα θα ηττηθούμε αν δεν αντισταθούμε με ένα τρόπο που συνδυάζει αποφασιστικότητα, πάθος και σοφία.

Απόσπασμα:

Ο ρατσισμός, ο εθνοκεντρισμός, και το σύμπλεγμα πολιτιστικής ανωτερότητας είναι κύριες κινητήριες δυνάμεις κάποιων από αυτά τα εξτρεμιστικά κινήματα. Στην Ινδία, την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα κινήματα αυτά έχουν υιοθετήσει την αφήγηση μιας πτώσης από κάποια μυθική «Χρυσή Εποχή», αμόλυντης από ξένους όπως Μουσουλμάνοι και μη λευκοί στη περίπτωση των ευρωπαϊκών δεξιών κινημάτων, Μουσουλμάνων και Χριστιανών σε αυτή των Ινδουιστών εθνικιστών, και μαύρων και Ισπανόφωνων σε αυτή της Αμερικάνικης δεξιάς

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Foreign Policy In Focus (https://fpif.org/siegheildejavuunderstandingtheglobalriseoftheextremeright/). Ο Walden Bello είναι καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, αντιδικτατορικός ακτιβιστής και πρώην μέλος του κοινοβουλίου των Φιλιππίνων.

Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.