Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων-UNESCO: Καταγγέλλει την παραχώρηση μνημείων-αρχαιολογικών χώρων στο ΕΤΑΔ

unesco

Έντονη ανησυχία έχουν προκαλέσει πρόσφατα δημοσιεύματα που αποκαλύπτουν πως ακίνητα και μνημεία του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, μεταξύ των οποίων εμβληματικοί χώροι και τοπόσημα, παραχωρούνται στην Εταιρία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ), σύμφωνα με την ΥΠΟΙΚ 0004586 ΕΞ 2018 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Μεταβίβαση, κατ’ άρθρα 196 παρ. 6 και 209 του Ν. 4389/2016, ακινήτων στην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε.» (ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.)».

Η καθησυχαστική (αν και όχι ενιαία) απάντηση των αρμόδιων Υπουργείων ΥΠΟΙΚ και ΥΠΠΟΑ στο θόρυβο που προκλήθηκε, η οποία στη χειρότερη περίπτωση μιλά για λάθος ή παράλειψη, περισσότερο επιβεβαιώνει παρά διασκεδάζει τις σχετικές ανησυχίες. Μπορεί, πράγματι, η παράγραφος 4 του Ν. 4389/2016 να εξαιρεί από την παραχώρηση, μνημεία και αρχαιολογικούς χώρους, έρχεται ωστόσο η αμέσως επόμενη παράγραφος, όπως επισημαίνει και Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, για να ακυρώσει κατ΄ ουσίαν αυτήν την εξαίρεση (και σε κάθε περίπτωση να δημιουργήσει σύγχυση), καθώς δηλώνει πως τα εξαιρούμενα ακίνητα παραμένουν στην κυριότητα της ΕΤ.Α.Δ. Αξίζει να σημειωθεί πως η ΕΤ.Α.Δ. όπως και το ΤΑΙΠΕΔ ανήκει στην ΕΕΣΥΠ (Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας), η οποία ακολουθώντας τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας αποσκοπεί, δια της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων που θα συγκεντρώσει, στην αποπληρωμή των νέων δανείων.

Είναι, επίσης, γνωστό πως οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μνημεία δεν απαλλοτριώνονται, ούτε αποτελούν αντικείμενο αγοραπωλησίας, καθώς σύμφωνα με τον ισχύοντα Αρχαιολογικό Νόμο (Ν.3028/02, άρθρο 7, παρ. 1) «τα αρχαία ακίνητα μνημεία που χρονολογούνται έως και το 1453 ανήκουν στο δημόσιο κατά κυριότητα και νομή και είναι πράγματα εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτα χρησικτησίας». Απολαμβάνουν, μάλιστα, αυξημένης συνταγματικής προστασίας, καθώς το ισχύον Σύνταγμα επιβάλλει ευθέως την προστασία και διαφύλαξή τους στο διηνεκές. Ωστόσο, το σύνολο των μνημείων και ιδιαίτερα όσα έπονται του 1453 φαίνεται ότι αποτελούν μια ελκυστική προοπτική, τουλάχιστον, διαχείρισης, όταν μάλιστα είναι εμφανής μια διασταλτική ερμηνεία στοιχείων και όρων από τα προστατευτέα μνημεία.

Σε καιρούς που τα «λάθη» ή οι «παραλείψεις» εργαλειοποιούνται και οι παραχωρήσεις δικαιωμάτων, για να ανακληθούν  μελλοντικά, υπηρετούν έναν πολιτικό τακτικισμό, ο εφησυχασμός αποτελεί ασύγγνωστη αμέλεια. Το Ελληνικό Τμήμα του ICOMOS, έχει εκφράσει από το  2014 τον έντονο προβληματισμό του για τη συμπερίληψη μιας σειράς μνημείων και αρχαιολογικών χώρων στον Κατάλογο Αποκρατικοποιήσεων του ΤΑΙΠΕΔ (με ανακοίνωσή του στις 19-6-2014). Έχει, επίσης, στηλιτεύσει την οικονομικίστικη αντίληψη με την οποία προσδιορίζεται, συχνά, η πολιτιστική κληρονομιά, στο όνομα μιας αποτελεσματικότερης διαχείρισης.

Σε ένα κράτος που εξακολουθεί να μη γνωρίζει επακριβώς την πολιτιστική του περιουσία ή την αντιλαμβάνεται ως κωδικές ονομασίες, σε μια εποχή που ο δημόσιος χαρακτήρας των πολιτιστικών αγαθών υποστέλλεται και η μνήμη υποβάλλεται σε προκρούστειες πρακτικές, η ανάγκη αυξημένης επαγρύπνησης είναι μεγαλύτερη από ποτέ.

Στο πνεύμα των προαναφερόμενων και κατόπιν αυτών, το Ελληνικό Τμήμα του ICOMOS ζητά από τα αρμόδια Υπουργεία την άμεση ανάληψη των απαραίτητων νομοθετικών πρωτοβουλιών, με τις οποίες θα εξαιρούνται ρητά και απόλυτα όλα τα μνημεία και οι αρχαιολογικοί χώροι από τη μεταβίβασή τους στην ΕΤ.Α.Δ και θα διασφαλίζεται, στο διηνεκές, ο δημόσιος χαρακτήρας τους.

iskra.gr