Οι «μπον βιβέρ» του Εμφυλίου – Νόλτσε βίτα και κερδοσκοπία 1946-49 Μέρος 2ο

Η ζωή δεν βαστιέται: Λαϊκή εξαθλίωση και ευμάρεια της ελίτ στις αρχές του Εμφυλίου.
Στις τεχνητές ελλείψεις και στην επιδίωξη αθέμιτου κέρδους προστίθεντο σκάνδαλα υπεξαίρεσης πρώτων υλών και τροφίμων.
Το ζήτημα της επιβίωσης στην Αθήνα κατά την πρώτη μεταπολεμική εποχή και τα κοινωνικά του συμφραζόμενα -η αγωνία για την εξασφάλιση τροφής, στέγης και εργασίας, η βία, ο φόβος, η ανασφάλεια, η χειραγώγηση, η προπαγάνδα, η κατάσταση της σωματικής και ψυχικής υγείας των ανθρώπων, οι συλλογικότητες, οι ατομικές πρακτικές και άλλα πολλά- βιώνονται στην Αθήνα ως το καθοριστικότερο στοιχείο συνολικού προσδιορισμού του κοινωνικού σώματος.

Δεν επρόκειτο για δευτερεύον θέμα κοινωνικού ενδιαφέροντος που παρεισφρέει στις διαιρέσεις και τις συγκρούσεις της εποχής, αλλά για στοιχείο που τις διαμορφώνει, τις διογκώνει και τις εκτραχύνει.
Η UNRRA και οι μεταδεκεμβριανές κυβερνήσεις
Στο διάστημα 1945-1947 η μόνη σημαντική βοήθεια για τον πληθυσμό προερχόταν από τον διεθνή οργανισμό της UNRRA που στην πραγματικότητα χρηματοδοτούνταν κατά 73% από αμερικανικά κεφάλαια και αφορούσε τρόφιμα, πρώτες ύλες, καύσιμα, μέσα μεταφορών και χρηματικό κεφάλαιο.
Η σχετική συμφωνία που είχε υπογραφεί τον Μάρτιο του 1945 προέβλεπε, ανάμεσα σε άλλα, ότι την αποκλειστική ευθύνη για τη διανομή και χρήση των εφοδίων που λαμβάνονταν δωρεάν από την υπηρεσία είχε το ελληνικό κράτος.
Το γεγονός αυτό αποτέλεσε την καθοριστικότερη παράμετρο για την αποτελεσματικότητα της χρήσης της ξένης βοήθειας. Τα αγαθά της υπηρεσίας θα παρέχονταν δωρεάν στους απόρους και επί πληρωμή στους πιο ευκατάστατους, ενώ τα έσοδα από την πώληση των αγαθών θα κατέληγαν στο κράτος.
Η πρακτική του διεθνούς οργανισμού να θέσει αυτή την τεράστια βοήθεια στη διάθεση των κρατικών αρχών, δίνοντας τη διακριτική ευχέρεια στις μεταδεκεμβριανές κυβερνήσεις να ρυθμίσουν τη διανομή των εφοδίων κατά το δοκούν, δεν εφαρμόστηκε μόνο στην Ελλάδα.
Και άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως η Τσεχοσλοβακία, η Γιουγκοσλαβία, η Πολωνία, έτυχαν παρόμοιας βοήθειας.
Τα δύο τελευταία κράτη στις συμφωνίες που υπέγραψαν διατήρησαν το δικαίωμα να ρυθμίζουν οι κρατικές αρχέςκαι όχι οι ξένες αποστολές τη διανομή της βοήθειας.
Η αυστηρή προϋπόθεση που έμπαινε ήταν ότι κανενός είδους διακρίσεις, πολιτικές ή άλλες, δεν έπρεπε να ισχύσουν στη διανομή των αγαθών.
Στις επικρίσεις μάλιστα που είχε δεχτεί ο γενικός διευθυντής της UNRRA Φιορέλο Λα Γκουάρντια για την ενίσχυση της Αλβανίας το καλοκαίρι του 1946 απαντούσε ότι δεν θα καταδικαστεί σε πείνα ένας λαός επειδή δεν αρέσει σε κάποιους η κυβέρνησή του και ότι η UNRRA «προμηθεύει στους λαούς τρόφιμα και όχι κυβερνήσεις».
Στην Ελλάδα η ζωτική σημασία της ξένης βοήθειας δεν αμφισβητήθηκε από την Αριστερά. Ομως πραγματικά τεράστια ήταν η διαστρέβλωση του νοήματος της ξένης συνδρομής από την εγχώρια αστική τάξη, που όξυνε αντί να αμβλύνει τα κοινωνικά χάσματα.
Το πρώτο μεγάλο κοινωνικό αλλά και πολιτικό διακύβευμα που τέθηκε με βίαιο τρόπο στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο ήταν αν θα μπορούσαν να διατηρηθούν η κοινωνική ηγεμονία και οι πρακτικές μιας νέας αστικής τάξης της κατοχικής περιόδου και μεταπολεμικά, όταν δηλαδή το εξουσιαστικό status quo πέρασε από τον ξένο κατακτητή και τον κάθε μορφής δωσιλογισμό στις εγχώριες κυβερνήσεις.
Οι αθηναϊκές εφημερίδες παρουσιάζουν στις αρχές του 1946, σε πλήθος καταγγελιών, τη χρήση της ξένης βοήθειας από την αστική τάξη της χώρας. «Τον ελληνικό λαό τον στέλνουν από τον Αννα στον Καϊάφα ενώ ησυμμαχική βοήθεια που θα μπορούσε να γιατρέψει κάμποσες πληγές είτε μένει αχρησιμοποίητη προς όφελοςτων βιομηχάνων που διατηρούν το μονοπώλιο της εσωτερικής αγοράς είτε διαρρέει στη μαύρη αγορά προςόφελος λίγων κερδοσκόπων».
Η έκταση της υφαρπαγής των εφοδίων της UNRA ήταν τέτοια που θα μπορούσε να πει κανείς ότι τροφοδότησε την αναπαλαίωση του κοινωνικού ιστού στην Αθήνα. Οι τεχνικές ελλείψεις αλλά και η διαρκής επιδίωξη τουμέγιστου και παντελώς αθέμιτου κέρδους διόγκωναν τις παθογένειες της εσωτερικής αγοράς. Σε αυτά προστίθενται τα ηχηρά σκλανδαλα διάθεσης και υπεξαίρεσης πρώτων υλών, οι κλοπές και η σπατάλη στα τρόφιμα, στον ιματισμό και στα εφόδια της UNRRA.
Δεν επρόκειτο για καταγγελτικό λόγο στο πλαίσιο της ακραίας πολιτικής πόλωσης αλλά για ανεξέλεγκτη πραγματικότητα. Εκτός από την Αριστερά, πολιτικοί του κέντρου, οι Βρετανοί, η ίδια η UNRRA και αρκετοίΑμερικανοί εξέφραζαν τις ίδιες κατηγορίες ενάντια στις μεταδεκεμβριανές κυβερνήσεις και την εγχώρια αστική τάξη.
Το ζήτημα των αντιδράσεων που εκφράζονταν για τις πρακτικές της διανομής και είχαν να κάνουν τόσο με τις ποσότητες των αγαθών που έφταναν στα κράτη-μέλη της UNRRA όσο και με την πολιτική μεροληψία κατά τη διάθεσή τους στο εσωτερικό των κρατών απασχολούσε και τον ίδιο τον διεθνή οργανισμό. Αντιδράσεις υπήρχαν ως προς τους όρους διανομής στην Κίνα αλλά και τη Γιουγκοσλαβία, ενώ ειδικά για το θέμα της πολιτικής χρήσης των εφοδίων της UNRRA από τις κυβερνήσεις αντικείμενο συζήτησης ήταν οι διακρίσεις που γίνονταν στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα επικριτικά για την ελληνική κυβέρνηση ήταν τα δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο και προβλημάτιζαν τα ηγετικά κλιμάκια του οργανισμού.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση άρθρου στο «Manchester Guardi Weekly» το 1946 που αναφερόταν σε σοβαρές διακρίσεις και παραποίηση του σκοπού της βοήθειας και της σχετικής συμφωνίας από την ελληνική κυβέρνηση.
Παρ όλα αυτά, η ροή της ξένης βοήθειας στην Ελλάδα συνεχίστηκε αμείωτη και χωρίς ιδιαίτερους ελέγχους και παρεμβάσεις, για να αυξηθεί εντυπωσιακά αργότερα από τους Αμερικανούς.
Οι εξελίξεις αυτές αποτυπώθηκαν άμεσα στην κοινωνία της πρωτεύουσας. Η επικράτηση της νέας αστικής τάξης,που είχε ξεκινήσει με την απομάκρυνση Βαρβαρέσου14 (1/9/1945) και την αποτυχία να δοθεί παραγωγική πνοήστις αστικές δραστηριότητες, σφραγίστηκε με τις εκλογές του 1946 και το δόγμα της ενίσχυσης της «ατομικής πρωτοβουλίας» της κυβέρνησης Τσαλδάρη, ενώ επικυρώθηκε πανηγυρικά η διαιώνιση των προνομίων της, που παρουσιάζονται ατράνταχτα -αν όχι και ενισχυμένα- από τις δονήσεις του Εμφυλίου.
Η καταναλωτική ευμάρεια της αθηναϊκής ελίτ, που ήταν πρόδηλη και προκλητική, ελάχιστα επηρεάστηκε από την έναρξη του Εμφυλίου. Η τάξη των «αφορολόγητων πλουσίων» απολάμβανε όλες τις ανέσεις και τηνπολυτέλεια ενός μεγάλου ευρωπαϊκού μητροπολιτικού κέντρου. Μνημειώδεις ήταν οι συναθροίσεις στις βίλεςτης Κηφισιάς με χαρτοπαιξία, πολυτελή εδέσματα και γλέντια έως πρωίας, η πολυτέλεια της διαβίωσης τωνΑγγλων στο Κεφαλάρι σε μια εποχή που οι κηπουπόλεις των βόρειων προαστίων έμοιαζαν με προέκταση του Κολωνακίου.
Στα βόρεια προάστια αλλά και στις πολυτελείς γειτονιές του κέντρου η ξένη δύναμη της Αθήνας ενοποιούνταν με την ανώτερη αστική τάξη, παράγοντας μια ιδιόμορφη κοινωνική συμμαχία που χαρακτηριζόταν από κοινές συνήθειες, κοινά συμφέροντα, κοινές επιδιώξεις. Επρόκειτο για μια ενδιαφέρουσα ιδεολογική μετατόπιση που μετά την Απελευθέρωση απενοχοποιούσε τη συνεργασία και τον συναγελασμό με την ξένη παρουσία στην Αθήνα, την οποία η Αριστερά δεν παρέλειπε να καταγγέλλει ως νέα κατοχή.
Τα ελαφριά χρονογραφήματα της εποχής αποκάλυπταν όμως και κάποιες πτυχές αυτής της συνύπαρξης όχι και τόσο αυτονόητες για την ελληνική κοινωνία. Η αριστοκρατική καταγωγή και οι τίτλοι ευγενείας που ακολουθούσαν τους Αγγλους αξιωματούχους στην Αθήνα προσέδιδαν κύρος και ανωτερότητα που ήταν αδύνατο να γεφυρωθούναπό την εγχώρια ηγετική τάξη όσο μεγάλη και αν ήταν η οικονομική της επιφάνεια.
Σε κάθε περίπτωση πάντως κατά την αντίληψη της ντόπιας ολιγαρχίας η κοινωνική συναναστροφή με τους ξένους της προσέδιδε αναμφισβήτητο κοινωνικό κύρος.
Συχνά για τις Αθηναίες των «καλών» οικογενειών που παντρεύονταν Αγγλους στρατιώτες η αντίληψη αυτή αποδεικνυόταν φενάκη και όταν προσγειώνονταν στο Λονδίνο αντιμετώπιζαν μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική από αυτή που φαντασιακά είχαν πλάσει για την πάλαι ποτέ «κραταιά αυτοκρατορία».
Στις λαϊκές συνοικίες και τις φτωχογειτονιές κοντά στο κέντρο τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Η αληθινή Αθήνα δεν είχε καμία σχέση με την παραπλανητική, ως έξωθεν μαρτυρία, λαμπερή εικόνα τωνβιτρινών του κέντρου, των σαλονιών του Κολωνακίου και των πολυτελών κέντρων διασκέδασης.
Για την πλειονότητα του πληθυσμού της πρωτεύουσας το κοινωνικό περιβάλλον ήταν ασφυκτικό. Η ανέχεια, η καθημερινή αγωνία για την εξασφάλιση των αναγκαίων, οι ατελείωτες ουρές για την προμήθεια τροφίμων με δελτίο για όσους μπορούσαν να πληρώσουν το αντίτιμο, οι άθλιες συνθήκες στις τρώγλες και το άγχος της στέγασης, οι αρρώστιες και η αδυναμία εργασίας, ο φόβος, οι διακοπές στο ρεύμα (όπου υπήρχε) και στο νερό, η ανεπάρκεια των συγκοινωνιών δεν έπλητταν μόνο τους άνεργους, τους άστεγους ή μια μικρή κοινωνική ομάδα του περιθωρίου. Στις αρχές του 1946 ακόμη και όσοι εργάζονταν αντιμετώπιζαν το φάσμα της πείνας, σε μια Αθήνα που συνέχιζε να είναι το διοικητικό κέντρο διανομής της ομολογουμένως μεγάλης ξένης βοήθειας για την ανακούφιση του πληθυσμού.
Ο αποκλεισμός εξάλλου που επέβαλλε το κράτος στους επαγγελματίες από τις πρώτες ύλες της UNRRA και οι εξαιρετικά υψηλές τιμές οδηγούσαν στη βίαιη προλεταριοποίηση και αυτών των στρωμάτων. Αντίθετα ο προσεταιρισμός του κράτους, η επιρροή στη διανομή και μεταποίηση των υλικών της ξένης βοήθειας και ο κάθε μορφής μαυραγοριτισμός αποτελούσαν τη βασική αφετηρία προσπορισμού οικονομικής δύναμης.
Το 1946 οι τεχνητές ελλείψεις αγαθών που παρατηρούνταν στην Αθήνα την προηγούμενη χρονιά έδωσαν τη θέση τους στη δραματική υποκατανάλωση στην αγορά, λόγω της ακρίβειας και της ανεπάρκειας των οικονομικών πόρων των κατοίκων. Εν μέσω πρωτοφανούς τρομοκρατίας, στις αρχές του 1946 ξέσπασε ένα τεράστιο απεργιακό κύμα, που μετουσίωσε την αδυναμία επιβίωσης σε κοινωνική διαμαρτυρία και συμπεριέλαβε όλους σχεδόν τους αστικούς παραγωγικούς τομείς και ολόκληρη τη χώρα.
Οι κομμουνιστές κατηγορούνταν από τις δεξιές εφημερίδες ότι εκμεταλλεύονται πολιτικά τη φτώχεια και τη δυστυχία στην Αθήνα και σε αυτό συνηγορούσαν και οι αγγλικές ανταποκρίσεις στην πρωτεύουσα που υπενθύμιζαν εμφατικά ότι «από οικονομικής απόψεως η Ελλάς θα καταρρεύσει άνευ της βοήθειας της Ούνρα και πολιτικώς άνευ της υποστηρίξεως της Μεγάλης Βρετανίας».
Την ίδια στιγμή καταγγελλόταν ότι μια οικογένεια χρειαζόταν μόνο για φαγητό 400.000 δρχ. τον μήνα, όταν οι μισθοί κυμαίνονταν στις 40 με 60.000 δρχ.
Στις 31/1/1946 σε μια προσπάθεια εκτόνωσης της κοινωνικής έντασης η κυβέρνηση Σοφούλη δεκαπλάσιασε σχεδόν όλους τους μισθούς. Παρά το γεγονός αυτό, οι νέοι μισθοί είχαν ήδη εξανεμιστεί από τον πληθωρισμό και αποτελούσαν μόνο το 54% του μισθολογίου Βαρβαρέσου που ίσχυε τον Ιούνιο του 1945.
Η εξαθλίωση δημόσιων υπαλλήλων και εργατών έλαβε μεγάλες διαστάσεις έως τα τέλη του 1946 και οι απολύσεις αυξάνονταν. Οι μισθοί τους δεν εξασφάλιζαν ούτε τα στοιχειώδη για τη διατροφή τους.
Ταυτόχρονα, το φθινόπωρο του 1946 για την ενοικίαση ενός σπιτιού απαιτούνταν προκαταβολή ενοικίων ενός ή δύο ετών. Για την ενοικίαση ενός μόνο δωματίου απαιτούνταν 10-15 λίρες, δηλαδή δύο εκατομμύρια δρχ. Για ένα σπίτι δύο δωματίων και κουζίνα το ποσό ανέβαινε στις 20-30 λίρες και ανάλογη ήταν η αύξηση για περισσότερα δωμάτια. Σε αυτά τα ποσά δεν περιλαμβανόταν το κόστος των επίπλων και του εξοπλισμού. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ένα πιάτο κόστιζε από 5.00 έως 12.000 δρχ. και ένα φλιτζάνι του καφέ 2.000 έως 3.000 δρχ. ενώ ένα στοιχειώδες σαλονάκι 1.200.000 δρχ.
Η λύση είχε μάλλον βρεθεί για την Αθήνα, όταν στις αρχές Απριλίου του 1946 η κυβέρνηση απαγόρευσε να εκτίθενται στις βιτρίνες των αθηναϊκών καταστημάτων γλυκίσματα και εκλεκτά τρόφιμα.
Η είδηση, που αναπαράγεται στις αθηναϊκές εφημερίδες, όσο απίστευτη και αν φαίνεται, πρόδιδε την αντίληψητων ιθυνόντων για τη γεφύρωση των κοινωνικών χασμάτων.
Η εφημερίδα του κέντρου «Ελευθερία» έγραφε με μεγάλη δόση ειρωνείας: «Με βαθύτα την ικανοποίηση/ θα πληροφορηθεί ο ελληνικός λαός την σοφήν απόφασιν του Υπουργείου Εφοδιασμού διά της οποίας καταργούνται αι προθήκαι… Ως γνωστόν ο υποσιτισμός του λαού, το χαμηλόν αγοραστικόν επίπεδόν του και η δυστυχία του οφείλονται εις τας προθήκας, αι οποίαι καλλιεργούν την λιχουδιάν…».
Η γιορτή των Χριστουγέννων του 1946 αποκάλυπτε με τον πιο εύγλωττο τρόπο τους δύο «κόσμους» που συμβίωναν στις αρχές του Εμφυλίου στο αστικό πλέγμα της πόλης. Χαρά και διασκέδαση για τα νέα αστικά στρώματα, αγώνας επιβίωσης και φτώχεια για τους πολλούς.
Το βαρόμετρο της αθηναϊκής αγοράς των Χριστουγέννων του 1946 επιβεβαίωνε τα κοινωνικά δεδομένα. Παρά την πληθώρα των αγαθών, οι τιμές ήταν απαγορευτικές για τους εργαζομένους. Ενας εργαζόμενος που αμειβόταν με 5.000 – 5.500 δρχ. την ημέρα έπρεπε να ξοδέψει όλο το βδομαδιάτικο για το φαγητό μίας ημέρας.
Οι έμποροι διαμαρτύρονταν γιατί ακόμη και την παραμονή των Χριστουγέννων δεν σημειώθηκε αύξηση του αγοραστικού κοινού. Το ίδιο «γιορτινό» βράδυ ένας αστός ευνοούμενος του κράτους ή ένας ξένος στην Αθήνα θα ξόδευε 300.000 έως 500.000 δρχ. μόνο για τη διασκέδασή του σε κάποιο πολυτελές κέντρο.
Η εφημερίδα «Η Βραδυνή» αφού διαπίστωνε και αυτή στις αρχές του 1947 τις εξαιρετικά υψηλές τιμές που επικρατούσαν στην αγορά της Αθήνας, σε μια πραγματικά πρωτότυπη ερμηνεία που ενοχοποιούσε την εξαθλίωση τις απέδιδε στηνπαρουσία χιλιάδων προσφύγων, ανέργων ή ατόμων με «παρασιτική εργασία» στα αστικά κέντρα που, ιδίως στην Αθήνα, «άθελά τους συντελούσαν στη διατήρηση των υψηλών τιμών» και οι περισσότεροι «είναι εντελώς άστεγοι ή στεγάζονται πρόχειρα, γυρίζουν όλοι χωρίς δουλειά, ντυμένοι στο πένθος και βουτηγμένοι στην απογοήτευση».
Η πρωτεύουσα συνολικά αποτέλεσε χωρικό στοιχείο και πυκνό περιβάλλον φιλοξενίας των ανισοτήτων αυτών. Πολλοί παράγοντες συμβάλλουν στην κατανόηση των αντιξοοτήτων που αντιμετωπίζει ένα κοινωνικό σώμα και μάλιστα πολλοί από αυτούς δεν είναι καν μετρήσιμοι σε απόλυτα μεγέθη, όπως τα ανθρώπινα συναισθήματα και το ψυχολογικό κλίμα μιας εποχής. Η κατάσταση στις λαϊκές και εργατικές συνοικίες της Αθήνας επιβεβαίωνε τα αδιέξοδα και έδινε ιδιαίτερο νόημα στον καθημερινό αγώνα επιβίωσης των λαϊκών στρωμάτων της πόλης.
Λαϊκή προαστιοποίηση και κοινωνικός αποκλεισμός
«Η ζωή εδώ δε βαστιέται» δήλωνε μια ηλικιωμένη κάτοικος της Καλογρέζας στους δημοσιογράφους της «Ελεύθερης Ελλάδας» στο οδοιπορικό τους στους συνοικισμούς
τα μέσα του 1946. Αυτή μάλιστα δεν ήταν η σκληρότερη δήλωση που άκουσαν οι δημοσιογράφοι στις φτωχογειτονιές της Αθήνας. Ενα μικρό κορίτσι της Καλογρέζας, ορφανό και άρρωστο με φυματίωση, έβαζε τους όρους της ζωής αλλά και του θανάτου σε αυτές τις γειτονιές: «Το ξέρω ότι θα πεθάνω» έλεγε, «αλλά να ’φεύγα, να ’φεύγα μόνο από δω. Να μην κολλήσει το θανατικό και τον αδερφό μου…».
Η συγκεκριμένη έρευνα της εφημερίδας έφερε στο προσκήνιο κάποιες σταθερές που χαρακτήριζαν την προσφυγική και λαϊκή προαστιοποίηση της Αθήνας στα μέσα του 1946: στην Καισαριανή, στον Βύρωνα, τον Ασύρματο, στο Δρουγούτι (Ν. Κόσμο), το Μπαρουτάδικο, το Περιστέρι, στην Καλογρέζα, στους Ποδαράδες και αλλού τα μεγαλύτερα προβλήματα ήταν το στεγαστικό, η εκτεταμένη ανεργία, ο ακραίος υποσιτισμός, οι αρρώστιες που θέριζαν, οι εντελώς ακατάλληλες υγειονομικές συνθήκες και η δραματική ανεπάρκεια ζωτικών αστικών υποδομών όπως το νερό και το ρεύμα. Ολα αυτά είχαν κοινό παρονομαστή την απόλυτη εγκατάλειψη από το κράτος.
Οι άνθρωποι στοιβάζονταν σε χαλάσματα, όλα τα μέλη της οικογένειας (άρρωστοι με φυματίωση και υγιείς) έτρωγαν από το ίδιο πιάτο, κοιμόνταν στις ίδιες κουρελούδες, υπήρχαν -στην καλύτερη περίπτωση- κοινόχρηστες τουαλέτες, οι κάτοικοι ήταν συχνά σε πλήρη αδυναμία να αγοράσουν τα προϊόντα του δελτίου και ταυτόχρονα δεν μπορούσαν να ενταχθούν στις λίστες απορίας για δωρεάν διανομές.
Αυτή η κοινή μοίρα δεν είχε μόνο οικονομικές και κοινωνικές αναφορές. Κυρίως σε αυτές τις γειτονιές, η πίστη στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ σήμαινε πίστη στους πολιτικούς φορείς που εξέφραζαν και μετά την Απελευθέρωση τις ελπίδες για βελτίωση της θέσης τους και δεν αμφισβητήθηκε στη νέα περίοδο, παρά τη σφοδρότητα της διαδικασίας απονομιμοποίησης της Αριστεράς, που σε κάποιο βαθμό είχε αρχίσει ήδη να αποδίδει μετά ταΔεκεμβριανά, και εντάθηκε έως τη γενίκευση του Εμφυλίου. Περισσότερο από ποτέ, στις αρχές του Εμφυλίου το χωρικό στοιχείο της αστικότητας στην πρωτεύουσα παρήγε ή σχηματοποιούσε κοινωνικές αλλά και πολιτικές ταυτότητες.
«Πολίται α’ ποιότητος»
Το δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1946 για την επιστροφή του βασιλιά κατέγραψε με χαρακτηριστική ακρίβεια το ρήγμα των προσφυγικών συνοικισμών της Αθήνας με το αστικό κέντρο.
Η εφημερίδα «Εμπρός» διέβλεπε την «εξαίρεση» στον «κανόνα» των μοναρχικών αντιλήψεων στους προσφυγικούς συνοικισμούς της πόλης, τονίζοντας ότι δεν ήταν αναμενόμενο να ψηφίσουν έτσι (υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας) γειτονιές που είχαν δώσει δείγματα της «εθνικής τους πίστης» στην Κατοχή, αλλά είχαν διαμορφώσει από τις κακουχίες και την πείνα «ιδιαίτερη ψυχολογία».
Μάλιστα εξέφραζε την ελπίδα ότι «οι πρόσφυγες που παραπλανήθηκαν θα είναι οι πρώτοι που θα αποδείξουν ότι ηκομμουνιστική παρέκκλισις ήτο ένα επεισόδιον και ένα κακόν όνειρον».
Στο επόμενο φύλλο μάλιστα, της 4ης Σεπτεμβρίου 1946, η εφημερίδα γινόταν πιο σαφής: «Οι πολίται α’ ποιότητος των συνοικισμών δεν εψήφισαν την αβασίλευτον».
Αντίθετα έπραξαν «οι αξιαγάπητοι πρόσφυγες των συνοικισμών… ο Θεός να μας συγχωρήσει, δεν τους θεωρούμε ανώτερους από τους άλλους Αθηναίους».
Πολύ σκληρότερη ρητορική, διανθισμένη με ευθείες απειλές για τους πρόσφυγες, διατύπωναν άλλα έντυπα όπως το «Ελληνικόν Αίμα» και το «Ελληνικόν Μέλλον», που θεωρούσε ζωτικής σημασίας για την ύπαρξη της πόλης την απαλλαγή από «το επικίνδυνο αυτό βραχυκύκλωμα των αναρχικών των τριγύρω συνοικισμών».
Η πτυχή αυτή της κοινωνικής πόλωσης στην Αθήνα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Η αναγωγή της κοινωνικού – ταξικού περιεχομένου πόλωσης σε ψευδεπίγραφα δίπολα του τύπου «Ελληνας – πρόσφυγας», παρόλο που φαντάζει αναχρονιστική στα μέσα της δεκαετίας του 1940, αναφύεται με σαφήνεια από τους ακραίους μοναρχικούς προκειμένου να εξυπηρετήσει την επιχειρηματολογία τους. Πρόκειται για μεγάλης εμβέλειας θέμα, στο οποίο ο πολιτικός παράγοντας υπεισέρχεται ως καθοριστικός και γίνεται η αφορμή για την ανάδυση μιαςβαθύτατης κοινωνικής διαίρεσης του παρελθόντος που για τους μοναρχικούς κύκλους φαίνεται ότι δεν έχει πάψει να υπάρχει το 1946 ή τουλάχιστο εφευρίσκεται και επιστρατεύεται ως «εθνολογικού περιεχομένου»επιχείρημα, δηλαδή επικαιροποιημένο και ενδεδυμένο με τις νοηματοδοτήσεις του «εθνικόφρονος» στρατοπέδου της εποχής του Εμφυλίου. Οι παρατάξεις οχυρώνονται πολιτικά, ιδεολογικά και κυρίως κοινωνικά στον χώρο. Τον χρησιμοποιούν σαν εφαλτήριο της ρητορικής τους.
Η Αριστερά δεν επέτρεπε να μένουν αναπάντητες οι διαιρέσεις που προκλητικά αναβίωναν οι μοναρχικοί, σε μια σύγκρουση που δεν άφηνε τίποτα εκτός, ούτε τα λαμπερά σαλόνια ούτε τις παράγκες με τα πισσόχαρτα και τα ερείπια των σπιτιών: «…Οσον αφορά δε τους κατοίκους των πόλεων, αυτοί δεν έχουν κανένα διακριτικό κατοικίας στη συνεισφορά τους προς το Εθνος. Αν τώρα συμβαίνει οι πλουσιότεροι απ’ αυτούς και οι πιο άτονοι στα εθνικά τους αισθήματα […] σήμερα να κατοικούν στο κέντρο και όχι στις συνοικίες ή τους συνοικισμούς, αν συμβαίνει ώστε η προσφυγική παράγκα και το πισσόχαρτο να έγινε προμαχώνας του έθνους, τα δε μέγαρα του Κολωνακίου σαλόνια δεξιώσεως των Γερμανών και των Ιταλών, αυτό δεν αποδεικνύει παρά ότι οι ψήφοι που έπεσαν στη Δημοκρατία είναι ψήφοι εθνικοί…».
Ο Εμφύλιος και η επικράτηση της τρομοκρατίας και στην Αθήνα δρούσαν πλέον καταλυτικά στον κοινωνικό ιστό. Η γενίκευση της επίθεσης του κράτους τον Ιούλιο του 1947 απέκλεισε οριστικά οποιαδήποτε προσπάθεια συνεννόησης ανάμεσα στις δύο παρατάξεις.
Η θεσμοθέτηση της βίας, με βασικό πεδίο εφαρμογής την αποβολή της Αριστεράς με κάθε τρόπο, άλλαξε καθοριστικά τα κοινωνικά δεδομένα στην Αθήνα.
Οι κερδοσκόποι αυξήθηκαν και οι πρακτικές τους -πλήρως νομιμοποιημένες και απαλλαγμένες από ενοχλητικούς ελέγχους- πρόσφεραν νέα πεδία πλουτισμού. Το βασικό χαρακτηριστικό της καθημερινότητας ήταν ο φόβος.
Η επιβίωση στην Αθήνα γινόταν δυσκολότερη από ποτέ. Η πλειονότητα των κατοίκων της μπήκε σε ένα καθεστώς παρανομίας.
Η επιδίωξη της κοινωνικής ευτυχίας θα περνούσε στο μέλλον μέσα από το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.
Πηγή: Μανώλης Μαθιουδάκης Υποψήφιος διδάκτορας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας Παντείου Πανεπιστημίου – History