Randolph Bourne: Τι είναι η εκμετάλλευση;

Ο φίλος μου στη δύση που έχει ένα ακμαίο εργοστάσιο φούρνων βρίσκει σφάλμα στην επίμονη χρήση από μέρους μου της λέξης «εκμετάλλευση». Η οπτική μου για τη ζωή δεν είναι ιδιαίτερα χαρούμενη, και έχω τη τάση να βλέπω μοχθηρία όπου τα πάντα είναι, όπως λένε στο κολλέγιο, υγιή, ευδιάθετα και χαρούμενα. Η διαμάχη μας ξεκίνησε εξαιτίας της απεργίας στην περιοχή του Μεσάμπι1 και της αποδοχής μου ενός φυλλαδίου των IWW ως αληθινή εξιστόρηση του τι συνέβαινε εκεί

Οι διηγήσεις της επισφάλειας των αμοιβών, οι μικροκλοπές, τα βρώμικα σπίτια, η φανατική αντίθεση στην οργάνωση των εργατών, μου έμοιαζαν αληθινές, επειδή είχα διαβάσει τις εξοργιστικές ιστορίες του Κολοράντο2 και στη Δυτική Βιρτζίνια3, και είδα με τα ίδια μου τα μάτια στο Σκράντον και στο Γκάρι και στο Πίτσμπουργκ τον τρόπο με τον οποίο ζουν οι εργάτες, όχι στις κρίσεις του πολέμου αλλά στους ειρηνικούς καιρούς της αφθονίας.

Ο φίλος μου όμως είναι πιο στιβαρός. Δεν θα έβγαζε τέτοια βιαστικά, φλογερά συμπεράσματα. Δεν θα έκρινε τίποτα δίχως «να πάει στους μεταλλωρύχους, να δουλέψει μαζί τους ένα δυο χρόνια, να είναι ένας από αυτούς, να κερδίσει την ειλικρινή τους εμπιστοσύνη, και μετά να εργαστεί για μερικά χρόνια ως έμπιστος ελεγκτής για την εταιρία». Αυτού του είδους η ολύμπια δικαιοσύνη με γεμίζει με φθόνο και απογοήτευση. Αισθάνομαι πως η γαλήνη του είναι η φυσιολογική διάθεση της υγιούς δραστηριότητας, αντιμετωπίζοντας το σύγχρονο κόσμο. Θα μπορούσε να βρει κάτι παρά περιφρόνηση για εκείνους που τριγυρίζουν με ίχνη αυτού που είναι πλέον στενόμυαλο να αποκαλείς «κοινωνική συνείδηση»; Για αυτόν μια βιομηχανική απεργία είναι σαν ένας συναρπαστικός πολιτικός διαγωνισμός ή τις αντεγκλήσεις μεταξύ «δυο παιδικών ομάδων μπέιζμπολ». Και οι δυο πλευρές, λέει, «στριγκλίζουν πολύ για όσες πράξεις προσπαθεί να πετύχει η άλλη πλευρά», αλλά βαθιά μέσα του, η εμπειρία του τον πείθει, «είναι ένα πολύ ομοιόμορφο σύνολο ανθρώπων».  Δεν είχε πάει στο Μεσάμπι, αλλά ο φίλος του ο αρτέμπορος στο Ντουλούθ τον διαβεβαιώνει πως οι υποκινητές ήταν η αιτία της όλης φασαρίας. Πάντα είναι. Η φασαρία, για το φίλο μου, είναι προσωπικό θέμα. Βλέπει τα άτομα, να μοχθούν όσο χαρούμενα μπορούν να μοχθήσουν σε αυτή την κάθε άλλο παρά γόνιμη γη. Βλέπει την ικανοποίηση τους να διαταράσσεται από «ξένους», μεμονωμένους, μοχθηρούς φθονερούς ενοχλητικούς ανθρώπους που δουλειά τους είναι να στρέφουν τους εργαζόμενους εναντίον των εργοδοτών τους. Βλέπει τους «ξένους» να παραπλανούν, να πείθουν, να εκφοβίζουν τίμιους εργάτες στο να σταματήσουν εργάζονται και να εμπλέκονται σε καριέρες ανομίας. Βλέπει τον μεμονωμένο εργοδότη να είναι σε φυσική αυτοάμυνα να μάχεται για τα δικαιώματα του, υπερασπιζόμενος την περιουσία του, να εκδιώκει τους υποκινητές, φέρνοντας το πόλεμο στο καταυλισμό των εργατών του. Από το πολύβουο γραφείο του εργοστασίου φούρνων του, όλα μοιάζουν σαν προσωπική αντιπαράθεση μεταξύ ελεύθερων και ίσων ατόμων. Όταν το κράτος παρεμβαίνει με τις πολιτοφυλακές του και τις κυρώσεις του, δεν αδικεί την ατομικότητα, αλλά απλά κάνει τη δουλειά του να διατηρεί τη τάξη και να υπερασπιστεί την ιδιωτική ιδιοκτησία.

Το επιχείρημα μας πράγματι βασίζεται στο αν για τον εργάτη όλος ο ενθουσιασμός και η στέρηση και η αυταπάτη δεν είναι κομμάτι της καθημερινής ζωής. Είμαι πολύ συμπονετικός και ιδεαλιστής. Αυτό που είναι πίσω από τη σύγχυση μου δείχνει πως υπάρχει «κάτι ντροπιαστικό, κάτι συνειδητά βάρβαρο» όσον αφορά τις βιομηχανικές σχέσεις; ο φίλος μου παραδέχεται πως έχει στην επιχείρηση του άνδρες που εργάζονται σε μέρη που είναι γεμάτα θόρυβο και σκόνη, σε αποπνικτικά από τη ζέστη μέρη, σε δωμάτια που ψεκάζεται μπογιά. Λυπάται. Θα ήθελε αυτά τα πράγματα να μην έπρεπε να γίνονται, και τα διορθώνει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Αυτό που δεν θα παραδεχτεί είναι πως οποιοδήποτε «συγκεκριμένος είναι υπεύθυνος». Δεν φυλακίζει τους εργάτες του. Έρχονται με τη βούληση τους σε αυτόν ζητώντας εργασία. Τους «δίνει τέτοια αποζημίωση που κάνει τις δουλειές ελκυστικές προς αυτούς, σε ανταγωνισμό με τις άλλες εργασίες στη πόλη και τη χώρα». Είναι δίκαιος και επιμελής. Η εταιρεία του είναι στο έργο παραγωγής αγαθών με τέτοιο κόστος που οι άνθρωποι να μπορούν να τα αποκτήσουν. Δεν μπορεί να κάνει το εργοστάσιο του σανατόριο – και όταν το λέει αυτό η ελάχιστη ιδέα ειρωνείας μπαίνει κρυφά στην στιβαρή του φωνή – για τους μισθωτούς του. Οι μέτοχοι έχουν χτίσει ένα εργοστάσιο και όχι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Αν στους εργάτες δεν τους αρέσει το εργοστάσιο του, θα καλούσαν τους αδελφούς και του ξαδέλφους τους, πίσω στη πατρίδα τους, πέρα από τον ωκεανό; Αν αυτοί οι «λεβέντες» στο εργοστάσιο φούρνων και στο ορυχείο σιδήρου ήταν θύματα «εκμετάλλευσης», δεν θα έφευγαν τρέχοντας μακριά προς εργασίες με τις οποίες θα είναι ευχαριστημένοι; Ο φίλος μου δε μπορεί να φανταστεί έναν άνθρωπο να είναι οικειοθελώς θύμα εκμετάλλευσης. Υπάρχουν, αναμφίβολα, άκαρδοι εργοδότες, εργάτες εδώ και εκεί είναι ίσως αντικείμενα εκμετάλλευσης. Συστηματική όμως, διαδεδομένη βιομηχανική εκμετάλλευση – και έχει δουλέψει σε ολόκληρη τη χώρα και σε κάθε επίπεδο ικανότητας – ο φίλος εργοστασιάρχης που φτιάχνει φούρνους δεν έχει δει ποτέ. Και αποστρέφεται κάθε αφηρημένη φιλοσοφία στη καθημερινή διαχείριση φούρνων και ανθρώπων.

Τι εννοώ τότε με την εκμετάλλευση; Και πρέπει να υπενθυμίσω στο φίλο μου πως η πρώτη μου βιομηχανική εμπειρία ήταν ένα από εκείνα τα στοιχειώδη μοτίβα της ζωής που, αν εντυπωθούν στο μυαλό σου αρκετά νωρίς, μένουν για να διαμορφώσουν ντους όρους με τους οποίους ερμηνεύεις το κόσμο. Η εμπειρία ήταν το να αφήσω το σχολείο για να εργαστώ για ένα μουσικό που είχε μια ιδιοφυή μικρή μηχανή με την οποία έκοβε διάτρητα χάρτινα ρολά μουσικής για τις μηχανές αναπαραγωγής που τότε άρχισαν να γίνονται δημοφιλείς. Ο έλεγχος του στα μέσα παραγωγής βασίζονταν στο ότι είχε τη μηχανή στο σπίτι του, στο οποίο πήγαινα κάθε πρωί στις οχτώ και έμενα ως τις πέντε. Παρείχε το χαρτί και τη μουσική και την ηλεκτρική ενέργεια. Εργαζόμουν ως μισθωτός , υπηρετώντας την δεξιότητα και την επιχείρηση του. Εργαζόμουν με το κομμάτι, και όλα έλεγαν στον νεαρό μου εαυτό πως εξαρτώταν μόνο από την ικανότητα και την εργατικότητα μου πόσο επιτυχημένος θα γινόμουν. Αυτό που με εξέπληξε όμως ήταν η αδιαφορία του εργοδότη μου να μου αποκρύψει πως για κάθε πόδι χαρτιού που έφτιαχνα, έπαιρνε δεκαπέντε σεντς από τον κατασκευαστή με τον οποίο είχε συμβόλαιο. Με πλήρωνε πέντε, και ενώ εργαζόμουν, περνούσε την ώρα του συνθέτοντας συμφωνίες στο δίπλα δωμάτιο. Για όσο μάθαινα την τέχνη, δεν είχα άλλο συναίσθημα για τη σχέση μας παρά ότι υπήρχε μια ακαθόριστη αδικία στον αέρα. Όταν όμως άρχισα να είμαι επικίνδυνα έξυπνος και τα εβδομαδιαία κέρδη μου αθροίζονταν πάνω από το κατάλληλο ποσό για ένα δεκαοχτάχρονο που ζούσε στο πατρικό του, αισθάνθηκα το χέρι της οικονομικής δύναμης. Η αμοιβή μου με το κομμάτι μειώθηκε στα τέσσερα και μισό σεντς. Η αθωότητα μου φλέγονταν προς την επανάσταση. Αν άξιζα πέντε σεντς για όσο μάθαινα, άξιζα περισσότερα, όχι λιγότερα αφού έμαθα. Ο αφέντης μου σταύρωσε τα χέρια. Δεν ήταν ανάγκη να δουλεύω γι’ αυτόν. Υπήρχαν γείτονες που θα το έκαναν. Μπορούσα να μείνω ή να φύγω. Ήμουν απόλυτα ελεύθερος. Και τότε με χτύπησε ο φόβος. Αυτή ήταν η μόνη μου ικανότητα, και η φοβισμένη μου απειρία γέμισε τον έξω κόσμο με τρόμους. Επέστρεψα πρόθυμα στο πάγκο μου, και όταν ο εργοδότης μου, γεμάτος με καπιταλιστικό ζήλο, έφτιαξε ακόμη μια μηχανή και έψαξε για ένα νεαρό μουσικό να την δουλέψει, πρότεινα δειλά σε ένα παλιό φίλο μου να κάνει αίτηση για τη θέση.

Μεγεθύνετε τον μουσικό μου σε ολόκληρη την εργοδοτική τάξη ιδιοκτητών και διευθυντών και μετόχων του εργοστασίου, του ορυχείου και του σιδηροδρόμου, και εμένα στη τάξη των μισθωτών σε όλες αυτές τις επιχειρήσεις, και τότε έχεις την εικόνα του βιομηχανικού συστήματος το οποίο το είχε στο νου του ο ακτιβιστής των IWW όταν γράφει το φυλλάδιο για το Μεσάμπι, με το οποίο διαφώνησε τόσο ο φίλος μου. Με τα πέντε μου σεντς να κάνουν τόσο τεράστια περιθώριο κέρδους για τον εργοδότη μου, και με τα τέσσερα και μισό σεντς μου να δίνουν στην επιχείρηση του μια παραγωγικότητα που, αν είχε μετατραπεί σε εταιρεία, θα μετατρέπονταν σε επιπλέον κεφαλαιοποίηση. Ήμουν ένα αδρό σύμβολο του βιομηχανικού συστήματος. Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία με την «εκμετάλλευση». Αν υπήρχαν λιγότεροι μουσικοί θα μπορούσα να έχω μεγαλύτερο μισθό, και αν υπήρχαν περισσότεροι θα έπαιρνα ακόμη πιο λίγα. Όμως έπρεπε να υπάρχει πάντοτε ένα πλεόνασμα , και θα έπρεπε πάντοτε να αισθάνομαι την εξουσία του εργοδότη μου να το αρπάξει, να το έλξει προς το μέρος του. Για όσο συνέχιζα να εργάζομαι, τίποτα δε μπορούσε να διώξει την αίσθηση ανημποριάς μου. Κάθε αγώνας που ίσως να έκανα θα ήταν μόνο προς την κατεύθυνση αποδυνάμωσης της έλξης του, και μείωσης του ποσού που ήταν σε θέση να αρπάξει. Δε με έκλεβε, και κανένα νοήμον ον δεν θα το ισχυρίζονταν, αλλά η σχέση μας η ίδια ήταν εκμετάλλευση. Δεν υπήρχε ενδιάμεσος δρόμος μεταξύ εκμετάλλευσης και φιλανθρωπίας.

Ο φίλος μου με το εργοστάσιο φούρνων όμως, δεν άκουγε τίποτα από αυτή τη θεωρία. Αν είναι ζήτημα ισχύος, λέει, τότε ο Mike Solomon εκμεταλλεύεται την εταιρεία φούρνων όταν είναι σε θέση να πάρει τρία δολάρια τη μέρα, με βάση την παρούσα απαίτηση για εργασία, όταν δυο δολάρια ήταν περιουσία γι’ αυτόν ένα χρόνο πριν. Τότε παραδέχομαι πως τοπικές ομάδες εργατών είναι σε θέση – είτε λόγω απουσίας ανταγωνισμού ή έξυπνης πολιτικής ή επίδειξης δύναμης – να εξασκήσουν προσωρινά αποφασιστική έλξη στο πλεόνασμα και να στρέψουν περισσότερη από αυτό προς τους ίδιους. Είναι όλα ζήτημα δύναμης. Για όσο όμως, του λέω, ο εργοδότης είναι οχυρωμένος σε δικαιώματα περιουσίας με το ένοπλο κράτος πίσω του, η δύναμη θα είναι δική του, και η τάξη που κάνει την εκτροπή [του πλεονάσματος] δεν θα είναι η εργατική. Ο φίλος μου, όμως, δεν αρέσκεται σε αυτούς τους νιτσεϊκούς όρους. Είναι σίγουρος πως οι εργάτες του έχουν την δύναμη να τον εκμεταλλευτούν όση έχει και εκείνος να εκμεταλλευτεί εκείνους. Εδώ είναι που διαφέρουμε, και αυτό είναι γιατί ενώ θα ενδιαφερθεί με μια θυμωμένη, σκοτεινή θολούρα για τα νομοσχέδια για οκτάωρο και ατομικά συμβόλαια και συλλογική διαπραγμάτευση για όσο εκατομμύρια συμφωνούν μαζί του. Πιστεύει τα δικαιώματα, πιστεύω τη δύναμη. Αναγνωρίζει μόνο άτομα, αναγνωρίζω τάξεις.

Για αυτό δεν θα καταφέρω ποτέ να του δώσω να καταλάβει τι εννοώ με την «εκμετάλλευση». Την αντιμετωπίζει ως κάτι προσωπικά βάναυσο. Δεν την αντιμετωπίζει ως εγγενή σε ένα σύστημα, για το οποίο κανένας δεν είναι «προσωπικά υπεύθυνος», μόνο επειδή είναι όλοι ένοχοι ως κοντόφθαλμοι και αβάσιμες αναλύσεις. Και όμως καθώς διαβάζω τα γράμματα και τα αποκόμματα του, αναρωτιέμαι μήπως δεν είναι αυτός ο ρεαλιστής και εγώ ο μεταφυσικός. Καταρρίπτει τις φράσεις μου για δύναμη και τάξεις με μια άτεχνη ικανοποιημένη ευχαρίστηση για τον οποίο εργασία και ασθένεια και εξέγερση είναι όλα στην ημερήσια διάταξη και που απεχθάνεται τη φιλοσοφία που με πάθος κουνάω στο πρόσωπό του. Μοιάζει να είναι πού μακριά ο ταπεινός μου μουσικό πάγκος από τα ορυχεία σιδήρου ή το εργοστάσιο φούρνων. Κάποιος ίσως πρέπει να αισθανθεί την εκμετάλλευση πριν την καταλάβει. Παρηγορώ τον εαυτό μου με τη σκέψη πως η δύναμη είναι από μόνη της μεταφυσική, και πως ο φίλος μου θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με κάποια αόρατη απειλή ταξικής δύναμης, όπως έρχονται αντιμέτωποι τώρα κάποιοι φοβισμένοι φίλοι του, πριν αναλύσει βαθύτερα αυτό το βιομηχανικό σύστημα του οποίου είναι τόσο αποτελεσματικό και πιστό στέλεχος.

  1. https://en.wikipedia.org/wiki/Mesabi_Range#Labor_strikes
  2. https://geniusloci2017.wordpress.com/2018/04/29/ludlow_massacre/
  3. https://en.wikipedia.org/wiki/West_Virginia_coal_wars

 

Αρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The New Republic, Νοέμβριος 1916 (Διαθέσιμο στα αγγλικά από τον ιστότοπο του ψηφιακού αρχείου Fair Use Repository). Ο Randolph Bourne (1886-1918) ήταν ακαδημαϊκός και μέλος του ευρύτερου προοδευτικού κινήματος της περιόδου.

Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

geniusloci2017