Τελικά δεν είμαστε λαϊκιστές, εσείς είστε λαμόγια

Υπάρχει μια σκηνή στη ταινία «το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο», όπου τα κακομαθημένα πλουσιοκόριτσα κοροϊδεύουν τον γυμναστή τους. «Θα με κάνετε να πάω να βρω καμιά κοφτερή γωνία να χτυπήσω το κεφάλι μου» λέει ο τρελαμένος Ορέστης Μακρής. Και όταν ο Παπαμιχαήλ του επιβεβαιώνει ότι απλώς τον δουλεύουν, ο Μακρής απαντά «σας ευχαριστώ κύριε, μου γλυτώσατε 200 δραχμές, γιατί είχα αποφασίσει αύριο να πάω σε νευρολόγο»

Και για να μην αναρωτιέστε αν είμαι χαιρέκακη, το δηλώνω ευθύς εξ αρχής: Eίμαι.

Ένοιωσα αγαλλίαση όταν είδα αυτό το έκπληκτο βλέμμα απορίας στο πρόσωπο του Γιάννου Παπαντωνίου, όταν βρέθηκε με χειροπέδες. Αυτό το «μα είναι δυνατόν;» που κραύγαζε ο τρόμος του.

Συγχέουμε συχνά τη λέξη «αδύνατον» και τη λέξη «απίθανο». Ιδιαίτερα σε αυτό τον τόπο.

Ήταν όντως απίθανο.

Τι πιθανότητες είχε ο στυλοβάτης του σημιτικού «εκσυγχρονισμού» να συλληφθεί για το ξέπλυμα της μίζας; Μηδαμινές. 

Ένοιωθαν δε, τόσο σίγουροι για τον εαυτό τους και την ασυλία τους, που αντί να κρυφτούν στις Συριανές τρύπες και στα Ελβετικά λαγούμια τους, αντί να επιχειρήσουν να ξεχαστούν, έβγαιναν με θράσος περισσό να μας κουνάνε το δάχτυλο. Εμείς φταίμε, εμείς αγοράσαμε κάστανα και τυρόπιτες χωρίς απόδειξη, εμείς θέλαμε τις μίζες από τις φαρμακευτικές,  εμείς θέλαμε φρεγάτες και υποβρύχια, εμείς θέλαμε τους φαραωνικούς Ολυμπιακούς.  Κι όχι μόνο τα θέλαμε, αλλά τα διεκδικούσαμε κιόλας. Μας το είπε φάτσα κάρτα ο κ. Σημίτης. Δεν είναι που αυτοί «μιζώνονταν», είναι που η διαφθορά είναι «κοινωνικό φαινόμενο».

Γιατί  τι να κάνουν κι αυτοί οι καημένοι; Χαλάνε αυτοί χατίρια στο «διεφθαρμένο» πόπολο; Λαϊκό καπιταλισμό δεν θέλατε; Σας το πήγαμε το χρηματιστήριο στις 6.500, τόσα δισ. άλλαξαν χέρια, τόσα δισ. ήρθαν στα δικά μας χέρια και στα χέρια των κολλητών μας, ας προσέχατε.

Όταν η «ισχυρή Ελλάδα» τους, κατέρρευσε σαν τραπουλόχαρτο, πάψαμε να είμαστε ο περιούσιος λαός και γίναμε τα «κακομαθημένα». Τα… παθογενή. 

Επί 8 χρόνια οι ιεραπόστολοι της λαμογιάς, της μίζας, της διαπλοκής, πάνω στο πτώμα της κοινωνίας, ρητορεύουν στο «γυαλί», για εμάς τους θλιβερούς λαϊκιστές που αδυνατούσαμε να κατανοήσουμε το μεγαλείο τους, την πείρα τους στις διασώσεις, τη τεχνοκρατική τους επάρκεια στη διακυβέρνηση μας.  «Μαζί τα φάγαμε», έλεγαν και εξακολουθούν να λένε.

Την ώρα που η φυλή τους, η φυλή του αγροίκου πλούτου, απολάμβανε τον παρά μας, είχε το θράσος να κανιβαλίζει την αξιοπρέπεια, την εργασία, το μεροκάματο, τη ζωή των πολιτών.

Τα δημοσιογραφάκια της συμφοράς, όλα αυτά τα ημιαγράμματα των pay-rolls, τα οικόσιτα του κιτσάτου εκσυγχρονισμού, να σκηνοθετούν προτεσταντισμό «Λευκής Κορδέλας» σε νοτιοβαλκανική, κακή απομίμηση Μίκαελ Χάνεκε.

Οι εξτρεμιστές του κέντρου και της «μετριοπάθειας», να μας καλούν αντί να φωνασκούμε να κάνουμε  την αυτοκριτική μας για τον… άγριο πλουτισμό που βιώσαμε επι ημερών τους. Τον πλουτισμό των 700-1000-1500 ευρώ μηνιαίως, τον υπερκαταναλωτισμό στο κάθε φτηνομαγαζο που αγοράσαμε την επιπλέον μπλούζα, στο super market που ξοδέψαμε για την επιπλέον σοκολάτα.

Μας εγκαλούσαν πως αντιδρούσαμε αντί να κάνουμε την ενδοσκόπηση μας και να ξεπεράσουμε με ηρεμία και αυτοσυγκράτηση τις πληγές από την απώλεια της ζωής μας.

Και είναι αυτός ο αγροίκος πλούτος που απαιτούσε από τον σκουπιδιάρη να μην διαμαρτυρηθεί, από τον εργαζόμενο να μην απεργήσει, από τον άνεργο να μην διαδηλώσει γιατί χαλάει το mood της πόλης.

Και είναι αυτά τα ανθρωπάκια που εγκαλούσαν αυτόν που δημοσίευσε τη λίστα Λαγκάρντ, ότι τους διασύρει δημοσιοποιώντας «προσωπικά δεδομένα».

Κι είναι αυτά τα δάχτυλα που τολμούσαν να κουνιούνται απειλητικάφωνάζοντας μας, ότι επιτέλους σε αυτή τη χώρα είχε παρατραβήξει το βιολί, «αφεντικά και δούλοι, ίσοι γινήκαμε ούλοι».

Ναι, λοιπόν χάρηκα, χάρηκα πολύ βλέποντας  τις κρυμμένες χειροπέδες κάτω από το Zegna σακάκι του Γιάννου Παπαντωνίου. Χάρηκα αφάνταστα που επιτέλους σε αυτό το τόπο το… απίθανο γίνεται δυνατό.

Ναι, λοιπόν χάρηκα. Χάρηκα πολύ. Γιατί δεν χρειάζεται να πάμε εμείς σε «νευρολόγο», σε εξομολογητή, σε ψυχίατρο. Χρειάστηκε να πάτε εσείς στον Εισαγγελέα. Σε έναν Εισαγγελέα όχι στο ρόλο του Τσαγανέα, αλλά στο ρόλο του Παπαμιχαήλ.

Ναι, λοιπόν χάρηκα. Χάρηκα πολύ. Γιατί δεν είμαστε εμείς λαϊκιστές. Εσείς είστε λαμόγια.

koutipandoras.gr