Τι μαθαίνουμε από τη Βραζιλία;

Τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε σε μια περίοδο κατά την οποία η σύγκρουση Αριστεράς και Ακροδεξιάς χαρακτηρίζει πλέον διεθνώς τις πολιτικές εξελίξεις;

Τελικά η απειλή πραγματοποιήθηκε. Στις εκλογές για τον πρόεδρο της Δημοκρατίας στη Βραζιλία, ο ακροδεξιός υποψήφιος και νοσταλγός της στρατιωτικής δικτατορίας, Χαΐρ Μπολσονάρο, πήρε το 55% των ψήφων. Ο υποψήφιος του Κόμματος των Εργαζομένων (ΡΤ), του Λούλα, ο Φερνάντο Χαντάντ, πήρε το 44,8%.

Αυτά τα ποσοστά είναι αποτέλεσμα της κατάρρευσης της απήχησης του ΡΤ, που σύμφωνα με τον Ανδρέ Σίγκερι, στενό συνεργάτη του Λούλα, έχασε από το 2013 ώς τώρα τα δύο τρίτα της απήχησής του!

Αυτή η εφιαλτική κατάληξη-νίκη του Μπολσονάρο θα είναι το τέλος μιας άνοιξης που ξεκίνησε με την πρώτη θητεία του Λούλα το 2003, με την οποία άλλαξαν ριζικά η κοινωνία και η οικονομία της Βραζιλίας.

Τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε σε μια περίοδο κατά την οποία η σύγκρουση Αριστεράς και Ακροδεξιάς χαρακτηρίζει πλέον διεθνώς τις πολιτικές εξελίξεις;

Ενα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι η ανάπτυξη στις παγκοσμιοποιημένες καπιταλιστικές οικονομίες δεν είναι αέναη κατά την τρέχουσα ιστορική περίοδο. Κατά την περίοδο 2003-2011 (στις δύο θητείες του Λούλα) και 2011-2014 (πρώτη θητεία της Ντίλμα Ρούσεφ) η οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 3% κατ’ έτος και μάλιστα 5% το 2011.

Κατά τη διετία 2015 και 2016 όμως το ΑΕΠ έχασε πάνω από 7% της αξίας του και το 2017 αυξήθηκε μόνο κατά 1%. Αιτία αυτής της κάμψης ήταν κυρίως η μείωση των εξαγωγών πρώτων υλών, πετρελαίου και γεωργικών προϊόντων, λόγω μιας αρνητικής διεθνούς συγκυρίας. Μειώνονται έτσι τα δημόσια έσοδα και επομένως οι δημόσιες επενδύσεις και οι κοινωνικές δαπάνες.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η ανεργία έφτασε στο 14% τον περασμένο Σεπτέμβριο και ο πληθωρισμός στο 7,5-10% τα τελευταία δύο χρόνια. Για πρώτη φορά μειώνονται τα εισοδήματα των εργαζομένων, μετά μια περίοδο κατά την οποία αυξάνονταν κατά 5% τον χρόνο.

Ο Λούλα και η Ρούσεφ είχαν επωφεληθεί από μια ευνοϊκή φάση, ακολουθώντας τον ρου της παγκοσμιοποίησης, την παραμονή όμως μιας αλλαγής συγκυρίας, λόγω της νέας εσωστρέφειας της Κίνας και της απορρύθμισης των διεθνών οικονομικών σχέσεων.

Ενα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι οι πρόεδροι του ΡΤ διαχειρίστηκαν επίσης μια εντυπωσιακή αύξηση των εισοδημάτων των πλουσίων. Από το 2001 ώς το 2015 το 10% των πλουσιότερων πήρε το 58% του νέου πλούτου και το 50% των φτωχότερων πήρε μόνο το 16%. Αυτοί που είδαν όμως τη σχετική τους θέση να χειροτερεύει ήταν τα μεσαία στρώματα: το 40% των ενδιάμεσων εισοδημάτων γνώρισαν μια μείωση του ποσοστού τους στο συνολικό εισόδημα από 34% σε 30% κατά την ίδια περίοδο.

Αυτός ο συμβιβασμός με τους πλούσιους, που συνδυάστηκε με την αύξηση των κοινωνικών δαπανών και των εισοδημάτων των φτωχότερων κατηγοριών του πληθυσμού, δεν άλλαξε πολλά πράγματα σε μια χώρα όπου μόνο το 51% του ενεργού πληθυσμού ήταν εκτός παραοικονομίας (το 2012) και όπου το ανώτερο ποσοστό φορολόγησης των εισοδημάτων είναι 27,5%.

Στο επίπεδο της κατανομής των εισοδημάτων και των δυνατοτήτων αλλά και του ρόλου του δημόσιου τομέα λίγα πράγματα άλλαξαν και με την αλλαγή της συγκυρίας, οι πλούσιοι συνεχίζουν να διεκδικούν το μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας.

Ενα επιπλέον συμπέρασμα είναι ότι μια διανομή νέου εισοδήματος σε πλούσιους και φτωχούς παράλληλα κατά τη διάρκεια μιας ευνοϊκής συγκυρίας δεν έχει διαρθρωτικά αποτελέσματα. Οι δυσαρεστημένες μεσαίες τάξεις και οι ικανοποιημένοι για λίγο φτωχοί δεν αποτελούν πιστούς οπαδούς ενός αριστερού προγράμματος.

Η Ρούσεφ κατά τη δεύτερη θητεία της στράφηκε, όπως αναφέρει ο Αντρέ Σίγκερ, προς τη συγκεκριμενοποίηση αναπτυξιακών επιλογών: την εκβιομηχάνιση για την καταπολέμηση της φτώχειας, τον σχεδιασμό από το κράτος μιας τέτοιας προοπτικής, χωρίς την εξάρτηση από τις δυνάμεις της αγοράς, την επεξεργασία αυτού του σχεδίου με την επιλογή τομέων της οικονομίας και την ενίσχυση των εργαλείων για την υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής. Φαίνεται ότι ήταν πλέον αργά.

Τα αριστερά κόμματα σήμερα δεν έχουν στενούς οργανικούς δεσμούς με τη μάζα των μισθωτών και άλλες λαϊκές τάξεις. Στην εποχή του παρακμάζοντος καπιταλισμού, τέτοιοι δεσμοί δεν δημιουργούνται με συγκυριακές μεταφορές εισοδήματος, αλλά με αποφασιστικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις που προσφέρουν απασχόληση και εξαλείφουν τις ανισότητες.

*Ο Πέτρος Λινάρδος Ρυλμόν είναι οικονομολόγος

left.gr