Κάποιοι Νοέμβρηδες κρατούν ακόμη

Μοναχικές πορείες

Στον Δημήτρη Χριστόπουλο

Κάποιοι Νοέμβρηδες αντηχούν ακόμη στο μυαλό μου. Μουσική από Θεοδωράκη και Φαραντούρη, Μικρούτσικο και Δημητριάδη. Και νωρίς το μεσημέρι, σαν τελειώσει η σχολική επέτειος παίρνω πάντα μονάχος μου τους δρόμους. Διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα, άδειες βιτρίνες, βιαστικοί περαστικοί, σουβλάκι στη λαδόκολλα και καπουτσίνο με κανέλα στο χέρι. Κάποιες φορές κοντοστέκομαι στην άκρη του πεζοδρομίου με την κρυφή ελπίδα ότι έναν Καλτεζά, έναν Κουμή, μια Κανελλοπούλου, έναν Μαρίνο ή κάποιον Φύσσα αργά ή γρήγορα θα συναντήσω. Κι ύστερα πάλι σκύβω το κεφάλι, υψώνω τα τρύπια λάβαρά μου και ακόμη πιο μονάχος σφίγγω τα δόντια μου και συνεχίζω.

Το ηλικιωμένο ψαράκι της γυάλας

 

Αν θυμάσαι, επέστρεψα στο δυαράκι της Καισαριανής. Κι έμεινα εκεί για πάντα. Έζησα τη ζωούλα μου πάνω σε ένα φερ φορζέ με τη συνείδησή μου ήσυχη. Ότι μπορεί τον κόσμο να μην τον έσωσα, αλλά τουλάχιστον εξασφάλισα μια άνετη διαβίωση για το ψαράκι μου. Στα τοιχώματα της γυάλας του διέκρινα τα μαλλιά μου να ασπρίζουν, τα δόντια μου να πέφτουν και τη μνήμη μου να συναγωνίζεται σε κενά και ελλείψεις αυτήν του ψαριού. Και να ’μαι τώρα. Ενενήντα χρονών, μαγκούφης γέρος. Ακόμη περιμένω απ’ τη νέα γενιά να αναλάβει το καθήκον που αρνήθηκα ο ίδιος να εκτελέσω. Λέω για εκείνο το όμορφο Απριλιάτικο πρωινό του ΄67.

Που έκοβα βόλτες μακριά απ’ το στρατοκρατούμενο κέντρο της Αθήνας. Ζυγίζοντας μικροχαρές και μεγαλοδυστυχίες από τη ζωή μου τη χαμένη. Να πω ότι δεν ντρέπομαι για την επιλογή μου, θα είναι ψέματα. Αλλά έτσι όπως τα λογαριάζω τώρα στα στερνά, κρίνω ότι έπραξα σωστά. Όχι για το ψαράκι ούτε για το φερ φορζέ ούτε για το δυαράκι. Ο αληθινός λόγος είναι ότι δεν ήθελα, δεν άντεχα, δεν μπορούσα να ’χω ξανά μανά τα ίδια, δηλαδή κυνηγητά, βασανιστήρια στην Μπουμπουλίνας και εξορίες στη Λέρο, στη Γυάρο, στον Άγιο Ευστράτιο και στη Μακρόνησο, για να ’ρχεσαι εσύ μετά, ο αμετανόητος ή ο πεπλανημένος, και να μου λες: Και δρόμους χτίσανε και γέφυρες φτιάξανε και δουλειές δώσανε στον κοσμάκη. Πολλές οι ποικιλίες των ψαριών, βλέπεις. Πολλά τα μεγέθη και της γυάλας.

 

Η Ιδιωτική μου Αντωνυμία, εκδ. Κίχλη, 2018

                                                                Εθνική αγωγή

Η χειρότερή του μέρα στο σχολείο ήταν στους βαθμούς. Όχι για το 6 της Ιστορίας ή το 7 της Ανάγνωσης και των Θρησκευτικών αλλά για την καημένη τη γιαγιούλα του. Που ερχόταν κούτσα-κούτσα με το μπαστουνάκι της. Μια μαυροφορεμένη καμπούρα στις σκάλες. Τα άλλα τα παιδιά με τις μαμάδες και τους μπαμπάδες τους να τον κοιτάνε. Ενόσω άφηνε αυτός τη μπάλα και έτρεχε να τη στηρίξει. Χωρίς να πολυδίνει σημασία για τα πειράγματα και τις κοροϊδίες των φίλων του. Έντεκα χρονών παιδί, καταλάβαινε ήδη αρκετά. Και δεν άντεχε να την αφήνει μοναχή της μπροστά στον «Η εθνική μας επανάστασις υπηρετεί επάξια τα εθνικά μας ιδεώδη». Για να πάρει τους κακούς βαθμούς του εγγονού της στα θρησκευτικά, στην ανάγνωση και κυρίως στην ιστορία. Αυτή που είχε για καμπούρα την τρέχουσα ιστορία του τόπου. Και φορούσε τσεμπέρι στο κεφάλι τα πιο πρόσφατα συμβάντα της. Ένας άντρας σκοτωμένος στον εμφύλιο. Και ένας γιος, ο δικός του ο μπαμπάς, στη Λέρο εξορία.

 

Η Ιδιωτική μου Αντωνυμία, εκδ. Κίχλη, 2018

ixnilasies.blogspot.com