Μπορούμε να απαντήσουμε ταξικά στην καταπίεση;

Ο Κώστας Τορπουζίδης παρεμβαίνει στην συζήτηση που άνοιξε μετά τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου.

Στις 21 Σεπτέμβρη του 2018, ένας νέος άνθρωπος, ο Ζακ Κωστόπουλος, έπεσε νεκρός στο κέντρο της Αθήνας, κατακρεουργημένος και αβοήθητος μπροστά τα μάτια των περαστικών.

Οι δύο δράστες επιτέθηκαν απάνθρωπα και δολοφονικά σε έναν αδύναμο άνθρωπο και οι αστυνομικοί που κατέφτασαν λίγο μετά συνέδραμαν και ολοκλήρωσαν το έγκλημα.

«Δικαιοσύνη για τον Ζακ»

Η επιχείρηση να ενοχοποιηθεί το θύμα είχε όλες τις προϋποθέσεις να πετύχει και η τραγική δολοφονία του Ζακ να καταχωρηθεί σαν η δυσάρεστη κατάληξη απόπειρας ληστείας ενός ανυποψίαστου επαγγελματία.

Tα συστημικά και δεξιά ΜΜΕ είχαν στα χέρια τους όλα τα «στοιχεία» για να κατασκευάσουν την τέλεια υπόθεση «επιβολής του νόμου και της τάξης», αφού μάλιστα το θύμα είχε το ιδανικό προφίλ: ομοφυλόφιλος ακτιβιστής, οροθετικός, χρήστης ουσιών. Ρατσιστικές προκαταλήψεις και φοβίες χρησιμοποιήθηκαν από την πρώτη στιγμή για να δικαιολογηθεί η απερίγραπτη βιαιότητα των δύο δραστών και της αστυνομίας και να συγκαλυφθεί το έγκλημα. Και όπως φάνηκε σχεδόν αμέσως, οι αστυνομικές αρχές θα έβρισκαν πολύ βολική μια τέτοια εκδοχή.

Όμως, οι φρικιαστικές εικόνες που κατέγραψαν οι κάμερες και έφτασαν μέσα σε κάθε σπίτι και χώρο δουλειάς προκάλεσαν τόση οργή και αποτροπιασμό, που καμιά εξήγηση, ούτε καν κι αυτή της απόπειρας ληστείας δεν φαινόταν τόσο πειστική για να τις δικαιολογήσει.

Η συγκίνηση και δίκαιη οργή που προκάλεσε η δολοφονία ήταν πολύ ευρύτερη απ’ όσους γνώρισαν τον Ζακ προσωπικά και ήρθε σαν αποτέλεσμα της συνολικότερης πολιτικοποίησης που έχει υπάρξει στην ελληνική κοινωνία, η οποία αρνείται πλειοψηφικά και πολλές φορές ενεργά τη ρατσιστική και φασιστική βία και την αστυνομική καταστολή.

Στα δέκα σχεδόν, σκληρά χρόνια της κρίσης δεν επικράτησε η απελπισία και η απανθρωπιά. Αντίθετα, μαζί με τις εργατικές αντιστάσεις στις μνημονιακές επιθέσεις αναπτύχθηκαν μαζικά κινήματα αλληλεγγύης στα θύματα της πιο ακραίας βίας που παράγει μια κοινωνία υποταγμένη στα ατομικιστικά και ανταγωνιστικά δόγματα του νεοφιλελευθερισμού και στις κάθε είδους ρατσιστικές διακρίσεις που υποδαυλίζει.

Η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, όπως κι αυτή του Σαχζάτ Λουκμάν και μετά του Παύλου Φύσσα, η δολοφονική επίθεση στην συνδικαλίστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα, η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών, οι ημέρες υπερηφάνειας ενάντια στη σεξιστική καταπίεση (Gay Pride), που τα τελευταία 15 χρόνια έχουν απλωθεί από την Αθήνα σε πολλές ακόμη πόλεις ανά την Ελλάδα, οι επιθέσεις στις γειτονιές σε μετανάστες και πρόσφυγες αλλά και οι απόπειρες να αποκλειστούν τα προσφυγόπουλα από τα σχολεία, η άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων στα νησιά μετά το 2015, είναι μερικές από τις στιγμές που άνοιξε η συζήτηση και δοκιμάστηκε στη ζωή η επιλογή της αλληλεγγύης κόντρα στους ρατσιστικούς αποκλεισμούς και την καταστολή.

Τα κινήματα αντίστασης που αναπτύχθηκαν τροφοδότησαν το ένα το άλλο και θα ήταν λάθος να τα δούμε ως αυθόρμητες και ασύνδετες αντιδράσεις. Η πολιτική ευαισθητοποίηση μιας ισχυρής κοινωνικής πλειοψηφίας και οι πρωτοβουλίες, κινήσεις και οργανώσεις που έχουν γεννηθεί εντωμεταξύ, όπως συμβαίνει και στο χώρο των ΛΟΑΤΚΙ, βρίσκονται στο υπόβαθρο της ενεργής κινητοποίησης χιλιάδων ανθρώπων και φορέων για να αποδοθεί «Δικαιοσύνη για τον Ζακ».

Όλες οι οργανώσεις της αριστεράς μαζί με συνδικάτα όπως των νοσοκομειακών γιατρών (ΟΕΝΓΕ), αντιρατσιστικές οργανώσεις, η ΕΣΗΕΑ, πανεπιστημιακοί και καλλιτέχνες, φορείς όπως η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), εκπροσωπούν τις κοινωνικές δυνάμεις που συνασπίστηκαν για να αποδομηθούν οι απόπειρες δραστών, αστυνομίας και ΜΜΕ να συκοφαντηθεί το θύμα και να παραδοθεί στη λήθη.

Με μια τέτοια στήριξη οι ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεις είχαν όλη την αυτοπεποίθηση να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες για τιμωρία των δραστών και ανάδειξη των ευθυνών της αστυνομίας, ενώ ακτιβιστές έφτασαν με το πανό «Δικαιοσύνη στο Ζακ» στην συγκλονιστική αντιφασιστική-αντιρατσιστική διαδήλωση του Βερολίνου στις 13 Οκτώβρη.

Έτσι, αναγκάστηκε η υπουργός δημόσιας τάξης Όλγα Γεροβασίλη να σπεύσει να διατάξει ΕΔΕ για τις ευθύνες των αστυνομικών και το ΕΣΡ να καλεί σε απολογία το κανάλι ΑΡΤ του Γιώργου Καρατζαφέρη, για το κατάπτυστο γκάλοπ με το ερώτημα «Είστε υπέρ της ηρωοποιήσεως του επίδοξου ληστή, ομοφυλόφιλου και οροθετικού;». Την καταδίκη της ΕΣΗΕΑ και τη μαζική κατακραυγή προκάλεσε και η ανάλογη απόπειρα της Τατιάνας Στεφανίδου στον ΣΚΑΪ. Ελέγχονται για παραβίαση της νομοθεσίας περί «σεβασμού μνήμης νεκρού», «απαγόρευσης δυσμενών διακρίσεων», «παρουσίασης των γεγονότων με αντικειμενικό τρόπο, με προσοχή και με αίσθημα ευθύνης».

Η μόνιμη υστερία των ΜΜΕ για ακόμη περισσότερη αστυνόμευση και καταστολή απονομιμοποιήθηκε τόσο γρήγορα, που μόνο ελάχιστοι φασίστες συγκεντρώθηκαν έξω από το κοσμηματοπωλείο για να στηρίξουν χωρίς καμιά ντροπή τους δράστες και συνδαιτυμόνες τους όπως αποκαλύφθηκε πολύ γρήγορα, ενώ ακόμη και οι της ΝΔ αναγκάστηκαν να μιλήσουν «για τραγικό θάνατο ενός νεαρού», αλλά για μια ακόμη φορά στη μόνη γλώσσα που γνωρίζουν σαν πιστοί υπηρέτες της κυρίαρχης τάξης, δηλαδή για να απαιτήσουν περισσότερη καταστολή: «Το κατ’ ευφημισμόν υπουργείο Προστασίας του Πολίτη έχει αφήσει χωρίς εμφανή αστυνόμευση ολόκληρες περιοχές, όπως το ευρύτερο κέντρο της Αθήνας, όπου η εγκληματικότητα έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο», δήλωσε ο αρμόδιος της ΝΔ για θέματα Προστασίας του Πολίτη, Μάξιμος Χαρακόπουλος.

Οι αστυνομικές και ανακριτικές αρχές βρίσκονται πλέον κάτω από ισχυρή πίεση να λογοδοτήσουν για το πώς και το γιατί της δολοφονίας και να αποδοθεί δικαιοσύνη στον αδικοχαμένο Ζακ, βάζοντας στην άκρη τις μισαλλόδοξες κραυγές ακροδεξιάς και ΝΔ. Είναι μια πρώτη σημαντική νίκη για την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα όλων μας και πάνω απ’ όλα των πιο καταπιεσμένων και ευάλωτων συνανθρώπων μας, που μπορούμε χωρίς υπερβολή να πούμε ότι εξασφαλίστηκε μόνο χάρη στην ενεργή και συντονισμένη αντίδραση τόσων πολλών.

«Εκφασισμός» της κοινωνίας;

Μια τελείως διαφορετική ανάγνωση των γεγονότων, είδε στη δολοφονία του Ζακ μια από τις πιο ακραίες εκδηλώσεις ενός γενικότερου «εκφασισμού» της ελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που παρακολουθεί αδιάφορα το λιντσάρισμα ενός αδύναμου ανθρώπου ή πολύ περισσότερο την επικροτεί για να εξασφαλίσει τα μικροκέρδη και την ησυχία της.

Πρόκειται για απόψεις, που ανθούν κυρίως στο χώρο της αναρχίας και της αυτονομίας και υποτιμούν χωρίς σοβαρή εξήγηση τα κινήματα αντίστασης και αλληλεγγύης που έχουν διατρέξει την ελληνική κοινωνία και την πολιτική ευαισθητοποίηση που έχουν παράξει ευρύτερα. Και την ίδια στιγμή, αποδεικνύεται στην πράξη ότι αδυνατούν να αναλάβουν πρωτοβουλίες που να επικοινωνήσουν και να κινητοποιήσουν όλη αυτή την ευρύτερη πολιτικοποίηση και ευαισθητοποίηση, που εκδηλώθηκε και στην περίπτωση του Ζακ.

Η άποψη του «εκφασισμού» αν και ξεκινά με την πρόθεση να διατυπώσει μια ριζοσπαστική κριτική στη ρατσιστική και σεξιστική καταπίεση, φαίνεται με έναν τρόπο να δικαιώνει τη «θεωρία περί νοικοκυραίων», που μαζί με την άποψη περί «αξιοκρατίας», αποτελούν κλασικά προπαγανδιστικά όπλα των πολιτικών δυνάμεων της δεξιάς. Η «θεωρία των νοικοκυραίων» επιχειρεί να διαχωρίσει επιπλέον τις κατώτερες τάξεις σ’ αυτούς που είναι νομοταγείς και προκόβουν στη ζωή και στους κάθε είδους απροσάρμοστους και επικίνδυνους (εξαρτημένους χρήστες, οροθετικούς, ομοφυλόφιλους, άνεργους, άστεγους, πόρνες κ.α.), που καταλήγουν στο «κοινωνικό περιθώριο». Το μήνυμα είναι ότι η υπάρχουσα ανταγωνιστική κοινωνία, ο καπιταλισμός, είναι κατά βάση ορθολογική και δίκαιη και μένει στην προσωπική προσπάθεια καθενός και καθεμιάς να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που του/της δίνονται.

Η συντηρητική ηθικολογία περί των «νομοταγών και άξιων» πολιτών δεν έχει σκοπό να παράξει οποιαδήποτε κοινωνική ανάλυση και αντιμετώπιση των φαινομένων ανισότητας, καταπίεσης και βίας που γεννάει η ταξική διαίρεση της κοινωνίας. Οι κοινωνικές αιτίες συσκοτίζονται συστηματικά και ο φόβος, ο λόγος του μίσους και της καταστολής των αποκλινόντων, των «επικίνδυνων» λαϊκών τάξεων, δηλαδή των πιο φτωχών και αποκλεισμένων είναι η λύση που απομένει. Είναι ο πολιτικός λόγος του αστικού κράτους και κυρίως των μηχανισμών καταστολής, όπως με ωμό κυνισμό τον εξέφρασε ο συνδικαλιστής εκπρόσωπος των αστυνομικών, «έτσι ενεργεί η Ελληνική Αστυνομία και σε όποιον αρέσει»!

Όμως, σχεδόν αμέσως με τις φρικιαστικές εικόνες της δολοφονίας και κάτω από την πίεση για ουσιαστική διερεύνηση και απόδοση ευθυνών, άρχισε να έρχεται στο φως η πραγματικότητα της σκληρής εκμετάλλευσης κάτω από τα μάτια, αν όχι με την ανοχή και συνέργεια, των κρατικών αρχών.

Οι εργαζόμενοι της μονάδας απεξάρτησης 18 Άνω – ΨΝΑ, στην σχετική ανακοίνωσή τους, δίνουν την πραγματική εικόνα για τους θύτες και τα θύματα: «Η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου δεν είναι ένα μεμονωμένο τραγικό συμβάν στο κέντρο της πόλης, αλλά έρχεται σε συνέχεια μιας σειράς βίαιων, και κάποιες φορές μαφιόζικων πρακτικών, από θεσμικά όργανα, κυκλώματα της αστυνομίας και συχνά από «κανονικούς» πολίτες, ενάντια σε ευάλωτες ή/και διαφορετικές κοινωνικές ομάδες (πρόσφυγες, άστεγους, τοξικομανείς, ομοφυλόφιλους, ψυχικά πάσχοντες κ.λ.π).

Εκφράζουμε την οργή μας για τους κλεπταποδόχους και τους ενεχυροδανειστές, τους υποτιθέμενους μεσίτες και μεσάζοντες, τα κυκλώματα της αστυνομίας που προστατεύουν ή/και οργανώνουν τη διακίνηση ναρκωτικών και την εξαναγκαστική πορνεία, τις φαρμακευτικές εταιρείες που πριμοδοτούν πάνω στην τοξικοεξάρτηση».1

Ακολούθησαν οι καταγγελίες μέσα από τις ίδιες τις τάξεις των κοσμηματοπωλών, που ήρθαν να επιβεβαιώσουν το γεγονός ότι συγκεκριμένα και γνωστά μαγαζιά στο κέντρο της Αθήνας οργανώνουν από την διακίνηση ναρκωτικών μέχρι την αγορά από εξαρτημένους χρήστες κλοπιμαίων τιμαλφή σε τιμές ευκαιρίας.

Είναι στα αλήθεια πολύ δύσκολο να πιστέψει κανείς, ότι η ΕΛΑΣ, οι εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές, οι ιατρικές υπηρεσίες που διαχειρίζονται εν πολλοίς τις ζωές αυτών των ανθρώπων είναι ανίδεες για τα κυκλώματα που λυμαίνονται τις ανάγκες τους.

Την κοινωνική περιθωριοποίηση των πιο φτωχών και στερημένων κοινωνικών στρωμάτων δεν την παράγουν και δεν την επιβάλλουν κάποιοι μικροαστοί «νοικοκυραίοι», αλλά η ίδια η καπιταλιστική κοινωνία μέσα από την οργάνωση και τους θεσμούς της. Στην εκπαίδευση και το στρατό και αργότερα στην εργασία, αλλά και στην ίδια την οικογένεια, η ανισότητα και ο ανταγωνισμός, οι διακρίσεις, η υποβάθμιση και οι αποκλεισμοί των αδύναμων και «ελαττωματικών» αποτελούν τις σταθερές της λειτουργίας τους, που ενσωματώνουν το αξιοποιήσιμο εργατικό δυναμικό και εξοβελίζουν το «σκάρτο». Σ’ όλες αυτές τις διαδικασίες, ό,τι χαρακτηρίζει την ανθρώπινη υπόστασή μας, η συλλογική εργασία, η αλληλεγγύη, η κοινωνική στήριξη στους πιο αδύναμους θεωρούνται σαν βαρίδια για την επίτευξη της μέγιστης παραγωγικότητας και κερδοφορίας.

Το «κοινωνικό περιθώριο» παράγεται και διευρύνεται επιπλέον, μέσα και από τις ταξικές και ρατσιστικές πολιτικές που εφαρμόζουν οι κυρίαρχες τάξεις και τα κράτη τους, για να απαντήσουν στην οικονομική και πολιτική κρίση που αντιμετωπίζουν. Χωρίς να αντιμετωπίζουν τις κοινωνικές συνέπειες που αυτή προκαλεί, πολλαπλασιάζουν τις διακρίσεις, τους αποκλεισμούς και τον πόνο όσων ήδη υποφέρουν.

Αποδεικνύεται τελικά ότι ο καπιταλισμός έχει ανάγκη για την σταθεροποίησή του και την πολιτική διαχείριση των εκρηκτικών κοινωνικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών, εκτός από ένα μόνιμο εφεδρικό στρατό εργασίας, και από έναν στρατό κοινωνικά περιθωριοποιημένων, αποδιοπομπαίων τράγων, που «ευθύνονται» για την ανασφάλεια, τη φτώχεια, την συνολική υποβάθμιση της ζωής, που ο ίδιος προκαλεί. Από αυτή την άποψη, όλες οι μορφές διακρίσεων και καταπίεσης είναι δεμένες με την οργάνωση και νομιμοποίηση της εκμετάλλευσης της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας εκπλήσσει η διαχρονική πολιτική κάλυψη που απολαμβάνει η ΕΛΑΣ, ακόμη και για τα πιο ακραία φαινόμενα ωμής, ή και απρόκλητης, αστυνομικής βίας, όπως καταγγέλλει και από την πλευρά της η ΕΕΔΑ: «η τοποθέτηση του προέδρου της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αττικής ότι “αυτή είναι η πρακτική και σε όποιον αρέσει, γιατί σε εμένα δεν αρέσει κάτι άλλο”(!) προδίδει ότι το αίσθημα ατιμωρησίας και έλλειψης λογοδοσίας εξακολουθεί να είναι κυρίαρχο στην Αστυνομία».

Χαρακτηριστικές για την διασύνδεση της εκμετάλλευσης με τις κάθε είδους διακρίσεις και την καταπίεση είναι επίσης και οι συχνές αποκαλύψεις υποθέσεων διαφθοράς, όπως αποκαλείται η εμπλοκή εν ενεργεία ακόμη και υψηλόβαθμων αστυνομικών σε κυκλώματα σωματεμπορίας, εμπορίας ναρκωτικών, πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων κτλ.

Η κοινωνική περιθωριοποίηση, η συνειδητή συρρίκνωση και αποδιοργάνωση των όποιων δημόσιων δομών περίθαλψης και πρόνοιας και η ασύμμετρη βία κατά των πιο ευάλωτων κοινωνικά ομάδων δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο λάθος συμπέρασμα ότι υπάρχει δήθεν μια κοινωνική πλειοψηφία που έχοντας εξασφαλιστεί μέσα στην υπάρχουσα κοινωνική κατάσταση, αδιαφορεί ή χειρότερα τσαλαπατάει τους «χαμένους του παιχνιδιού».

Η ελληνική κοινωνία μετά τη σκληρή εμπειρία δέκα χρόνων μαζικής φτωχοποίησης μέσω των μνημονίων και συστηματικής καλλιέργειας και συγκάλυψης της ρατσιστικής και φασιστικής βίας δεν είναι «εκφασισμένη», αλλά έντονα πολωμένη, ταξικά και πολιτικά, με συσσωρευμένες αγωνιστικές εμπειρίες και ισχυρά κινήματα αντίστασης και αλληλεγγύης.

Αντίσταση στην ταξική κανονικότητα

Σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο «Για σένανε πέθανε», που δημοσιεύτηκε στην ΕφΣυν και αναδημοσιεύτηκε στο TVXS.gr την 1 Οκτώβρη, ο Δημήτρης Παπανικολάου περιέγραψε με ευαισθησία και οξυδέρκεια την κατάσταση: «Ο Ζακ Κωστόπουλος ήταν γκέι, οροθετικός, δικαιωματικός ακτιβιστής, αντιφασίστας, γιος μεταναστών, αλληλέγγυος στους μετανάστες, ντραγκ περφόρμερ, ανασφάλιστος καλλιτέχνης, νέος σε πολλαπλή επισφάλεια. Και οι «κουίρ συλλογικότητες», στις οποίες και ο ίδιος ανήκε, επιμένουν πλέον δυναμικά στο πόσο η καταπίεση και ο αποκλεισμός δεν έρχονται μόνο από μια μεριά, και άρα και η απαίτηση και η διεκδίκηση πρέπει να είναι συντονισμένες, συνδυασμένες και πολυσυμμετοχικές…

Ας ξανασκεφτούμε λίγο πόσο ουσιαστικό, πολυδύναμο, πολύμορφο και βαθιά διαθεματικό είναι πλέον το κίνημα φύλου και σεξουαλικότητας στην Ελλάδα. Το έδειξε ο τρόπος με τον οποίο η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα θρήνησε αλλά και αντέδρασε. Αλλά και το πώς διαμορφώθηκε τόσο γρήγορα μια τέτοια, τόσο ευρεία, κινηματική συμπαράσταση και ειλικρινής συγκίνηση για τον θάνατό του….

Κι έτσι κάπως όλη η χώρα έμαθε στην πράξη τι σημαίνει διαθεματικότητα. Διαθεματικότητα, λοιπόν, είναι αυτή η τάση μας να είμαστε πολλά πράγματα ταυτοχρόνως, να έχουμε πολλές ταυτότητες, ελαττώματα, προβλήματα, αιτήματα, κατακτήσεις. Διαθεματικότητα είναι η τρομερή στιγμή κατά την οποία συνειδητοποιείς από πόσες πολλές μπάντες είσαι ευάλωτος· αλλά και τ’ αποτέλεσμά της, η δύναμη που μας πιάνει όλους, όταν κάτι συμβεί τρομερό, να ψάχνουμε, να ξεσκεπάζουμε, να συνδυάζουμε, να συμμαχούμε, να απαιτούμε».2

Η παρουσίαση αυτή αναδεικνύει από τη μια μεριά την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση των κινημάτων που έχουν εξελιχθεί όλα τα τελευταία χρόνια προς μια συνολικοποίηση της μάχης, προς μια «συντονισμένη, πολυσυμμετοχική» αντίσταση που μας «ανθρωποποιεί».

Χρειάζεται, όμως, θαρρετά να εμβαθύνουμε και να πολιτικοποιήσουμε αυτή την αντίληψη στην κατεύθυνση ότι το «από πόσες πολλές μπάντες είμαστε ευάλωτοι», δεν έχει να κάνει με τις «ιδιαίτερες» ταυτότητες και ανάγκες που καβαλάει ο καθένας και η καθεμιά από μας, αλλά στο πώς ο καπιταλισμός υποτάσσει στην ανταγωνιστική λογική του κέρδους και εμπορευματοποιεί όλες τις πλευρές της ζωής μας, αξιοποιώντας ή υποδαυλίζοντας κάθε είδους ρατσιστικές προκαταλήψεις και διακρίσεις για να διαιρεί τους από κάτω και να σταθεροποιεί την κοινωνική του εξουσία.

Από μια τέτοια αφετηρία ανοίγει πολύ πιο ουσιαστικά η συζήτηση για το πώς και με ποιους μπορούμε να χτίσουμε ένα κίνημα ενάντια στις διακρίσεις, την καταπίεση και την εκμετάλλευση, που να μπορεί να υπερασπιστεί άμεσα τη ζωή και τις ανάγκες όλων μας και ταυτόχρονα ικανό να ανοίξει ευρύτερες προοπτικές για τη συνολική απελευθέρωση από την ταξική κανονικότητα του καπιταλισμού.3

Η «διαθεματικότητα» σαν πολιτική «σύνδεσης των θεμάτων και των αντιστάσεων», μας φέρνει πολύ πιο μπροστά από την πολιτική των ταυτοτήτων, ακόμη και στην κουήρ εκδοχή της.4

Αμφισβητεί τον σεπαρατισμό και την ξέχωρη πορεία των επιμέρους καταπιεσμένων υποκειμένων, σε μια ιδιαίτερη και βιωματική ανακάλυψη των δρόμων αντίστασης. Ενώνει και δυναμώνει τις αντιστάσεις.

Η συνειδητοποίηση, όμως, ότι η «διαθεματικότα» πατάει πάνω στη σύνδεση των κάθε είδους διακρίσεων και της καταπίεσης με τη σταθεροποίηση και διαιώνιση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ανοίγει τη συζήτηση πάνω στα πιο καίρια ζητήματα.

Στην αναγκαία συνειδητοποίηση ότι κοινός αντίπαλος των κατώτερων τάξεων, με όλες τις διαφοροποιήσεις στις μορφές που βιώνουν την εκμετάλλευση και την καταπίεση, είναι το σύστημα της αγοράς, του ατομικιστικού ανταγωνισμού, των ρατσιστικών και σεξιστικών διαχωρισμών, της ιδιωτικοποίησης των κοινωνικών αγαθών, της καταστροφής του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος στο βωμό του κέρδους, είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός.

Και ότι, όσο πιο συνολική και γενικευμένη γίνεται η αντίσταση, τόσο πιο κεντρικό αναδεικνύεται το ερώτημα του κοινωνικών δυνάμεων, του υποκειμένου, που μπορεί να επιβάλλει μια αλλαγή πορείας, άλλες προτεραιότητες, αξιοποίηση του παραγόμενου πλούτου για τις ανάγκες των πολλών και των πιο αδύναμων.

Απ’ αυτή την άποψη η «διαθεματικότητα» θα ήταν λάθος να απονευρωθεί σε «διαταξικότητα», σε μια αντίληψη δηλαδή που εστιάζει κυρίως στα θύματα και στις συνέπειες και λιγότερο στις υλικές αιτίες της καταπίεσης. Ούτε και μπορεί να συρρικνωθεί σε μια εκλογική πολιτική υποστήριξης κάποιων «κοινωνικά ευαίσθητων» κυβερνήσεων.

Οι ανατροπές που έχουμε ανάγκη για να υπάρξει αξιοπρεπής ζωή για όλους χωρίς διαχωρισμούς, είναι κολοσσιαίες. Και μόνο αν χρησιμοποιήσουμε την δύναμη που διαθέτουμε στους χώρους δουλειάς, τη δύναμη δηλαδή να κινούμε τον ίδιο τον καπιταλισμό, μπορούμε να καταφέρουμε πραγματικές αλλαγές.

Η εργατική τάξη παραμένει η πιο οργανωμένη και δυνατή κοινωνική τάξη στην καρδιά όλων των κεντρικών μηχανισμών του καπιταλισμού και του κράτους. Οι οργανώσεις της στην εκπαίδευση, την υγεία, στους δήμους, στα μέσα μεταφοράς, στις μεγάλες επιχειρήσεις και τα υπουργεία μπορούν να παίξουν τον καθοριστικό ρόλο. Είναι οι πραγματικά αρμόδιοι και έχουν τη δύναμη να επιβάλουν τις λύσεις που χρειαζόμαστε.

Αυτός ο προσανατολισμός απαιτεί πρωτοβουλίες σύνδεσης και συντονισμού με τους υπαρκτούς εργατικούς αγώνες. Για παράδειγμα, η εξελισσόμενη μάχη των εργαζόμενων στη δημόσια υγεία για μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού δεν είναι απλά μια μάχη ενάντια στην επισφάλεια και την ανεργία. Η άλλη όψη της είναι η διεκδίκηση να δοθεί η προτεραιότητα στις ανάγκες των πιο αδύναμων, όπως για παράδειγμα, να δοθεί η δυνατότητα για δωρεάν διανομή ναρκωτικών ουσιών και συμβουλευτική από τις δομές δημόσιας υγείας, να εξασφαλιστεί δωρεάν και αξιοπρεπής περίθαλψη για όλους τους οροθετικούς, να αναπτυχθεί σε όλες τις γειτονιές η πρωτοβάθμια υγεία, να οργανωθούν ανοιχτές δημοτικές υπηρεσίες στέγασης και περίθαλψης για άστεγους, πρόσφυγες, κακοποιημένες γυναίκες και ΛΟΑΤΚΙ άτομα. Ανάλογες μάχες είναι σε εξέλιξη στον ΕΟΠΠΥ, στους χώρους της εκπαίδευσης, στους δήμους.

Η ευθύνη πέφτει σε όλα τα κομμάτια της αριστεράς να αγκαλιάσουν, να στηρίξουν και να οργανώσουν ενωτικά αυτές τις πρωτοβουλίες, μέσα και έξω από τα συνδικάτα. Το να χτίσουμε ένα πολιτικοποιημένο εργατικό κίνημα, εξοπλισμένο με τις ιδέες της απελευθέρωσης, πρωταγωνιστικό στις μάχες ενάντια σε κάθε είδους ρατσιστικές, σεξιστικές, εθνικιστικές διακρίσεις είναι το ανοιχτό στοίχημα που έχουμε μπροστά μας. Για να εξασφαλίσουμε «δικαιοσύνη για τον Ζακ» και για όλους τους Ζακ αυτού του κόσμου.

Σημειώσεις

1. https://left.gr/news/ergazomenoi-sto-18-ano-milisoyme-loipon-gia-tin-astheneia-ton-kanonikon

2. https://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/mori-he-died-you-5-1-simeioseis-gia-ton-zak

3. Βλ. και Κώστα Τορπουζίδη, Ομοφυλοφιλία, Σεξουαλικότητα και η πάλη για την απελευθέρωση, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2012, κεφ: Για ένα κίνημα απελευθέρωσης.

4. Για μια ενδιαφέρουσα σύνοψη και κριτική αποτίμηση της πολιτικής των ταυτοτήτων, τόσο από ψυχαναλυτική όσο και πολιτική σκοπιά, Χλόη Κολύρη, Το φύλο σαν δόλωμα, Πατάκης 2017.

socialismfrombelow.gr