Δημοκρατία τότε και τώρα

Στο τρίτο βιβλίο των Πολιτικών του ο Αριστοτέλης λέει ότι η «ολιγαρχία ασκείται προς όφελος των πλουσίων, ενώ η δημοκρατία προς όφελος των φτωχών» και προσθέτει ότι «η ουσιαστική διαφορά μεταξύ της δημοκρατίας και της ολιγαρχίας είναι η πενία και ο πλούτος». Δηλαδή, ο Σταγειρίτης φιλόσοφος διέκρινε εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια ότι το πολίτευμα ενός κράτους έχει τις ρίζες του σ’ αυτό που σήμερα χαρακτηρίζουμε «κοινωνικό σύστημα». Και, κατά συνέπεια, το ερώτημα των ερωτημάτων για το θέμα της συλλογικής συμβίωσης είναι το λεγόμενο «κοινωνικό ζήτημα»: «ποιος για ποιον».

Στις αρχαίες πόλεις–κράτη σχεδόν όλα τα οικονομικά βάρη της διακυβέρνησης –συμπεριλαμβανομένων των πολεμικών δαπανών– βάραιναν τις εύπορες τάξεις. Σε περιόδους κρίσεων, όπως οι πολεμικές περιπέτειες, επιβάλλονταν «έκτακτες εισφορές», οι οποίες ήταν αρκετά βαριές, χωρίς ποτέ όμως να μετατρέπονται σε μόνιμες, αφού έπρεπε να ψηφίζονται κάθε χρόνο εάν αυτό κρινόταν απαραίτητο. Οι φτωχοί πολίτες και κυρίως οι αγρότες απαλλάσσονταν από τη φορολογία στις ελληνικές πόλεις. Γι’ αυτούς υπήρχαν μόνο οι περιστασιακοί φόροι επί των πωλήσεων, τα λιμενικά τέλη και η προσφορά των πρώτων καρπών στους θεούς, «δοσίματα» που δεν αποτελούσαν σημαντικό φορτίο.

Σήμερα, η δημοκρατία έχει φαλκιδευτεί σχεδόν ολοκληρωτικά, αφού πια το οικονομικό σύστημα –η «οικονομία της αγοράς»- λειτουργεί προς όφελος μιας συντριπτικής μειοψηφίας του 1%, η οποία όχι μόνο δεν υποχρεώνεται να συνεισφέρει σε περιόδους κρίσεων, αλλά έχει τη δυνατότητα να μεθοδεύει, με τη συνέργεια των ελεγχόμενων κυβερνήσεων, κυρίως σ’ αυτές τις φάσεις, τη μεταφορά πλούτου από τους πολλούς στους λίγους.

Ως προς τη δημοκρατία και τη συμμετοχή, η αθηναϊκή απάντηση στο πρόβλημα της πολυφωνίας, δηλαδή της πολιτικής συνύπαρξης, είναι η παροχή σε όλους της δυνατότητας να είναι ταυτόχρονα διαχειριστές της εξουσίας και πηγή της, κυβερνήτες και πολίτες, να μπορούν να συμφιλιώνουν δημόσιο βίο και ιδιωτική ζωή.

Οπως λέει ο ελληνιστής Ζακ Γκαγιάρ, «ενώ οι άλλες ελληνικές πόλεις συμβιβάζονται με την τυραννία ή με ολιγαρχίες που νέμονται την εξουσία, η Αθήνα έχει την υπερφίαλη ιδέα να ταυτίζει την εξουσία με τον Δήμο, δηλαδή με την ίδια την πόλη και τη δεδομένη πολυφωνία της». Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν υπάρχει πια: τα Κοινοβούλια έχουν υποβαθμιστεί, οι κυβερνήσεις είναι ανεξέλεγκτες, οι πολίτες απέχουν θεαματικά από τα κοινά, ενώ οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται ουσιαστικά από διεθνικά όργανα που δεν λογοδοτούν σε κανέναν.

Αυτοί είναι βέβαια και οι λόγοι που το «κοινωνικό ζήτημα» επέστρεψε με τέτοια δύναμη στο προσκήνιο, πάνω που είχε κυριαρχήσει η ψευδαίσθηση ότι η σοσιαλδημοκρατική συναίνεση το είχε αντιμετωπίσει επαρκώς. Η κατάλυση του κράτους πρόνοιας, η εκτός ελέγχου παγκοσμιοποίηση, η υποβάθμιση της εργασίας, η ασυδοσία του χρηματοπιστωτικού τομέα και οι κραυγαλέες ανισότητες είναι μερικές μόνο από τις εκδηλώσεις του. Και, φυσικά, ας μην αμφιβάλλει κανείς ότι τα επόμενα χρόνια θα ακολουθήσουν, όπως πάντα στην Ιστορία, και οι αναπόφευκτοι «σπασμοί»: διεκδικήσεις, συγκρούσεις, εξεγέρσεις και -ας ελπίσουμε όχι– κάποιος πόλεμος.

Σε κάθε περίπτωση, η αποχή από τον δημόσιο βίο, η ιδιώτευση και η γενικευμένη απαισιοδοξία δεν προμηνύουν κάτι καλό. Σήμερα το σταυροδρόμι που βρισκόμαστε απαιτεί αφύπνιση, εγρήγορση και δράση, δηλαδή τα μόνα μέσα για αντίσταση στη θανατοπολιτική του κεφαλαίου.

efsyn.gr