Φοιτητές και εργάτες στο Πολυτεχνείο: Ο Γιάννης Φελέκης θυμάται την εξέγερση, 45 χρόνια μετά

Ο εμβληματικός αγωνιστής της κινηματικής Αριστεράς, Γιάννης Φελέκης, μίλησε στον 105,5 Στο Κόκκινο και τον Αλέξη Βάκη σε δύο έκτακτες δίωρες εκπομπές οι οποίες μεταδόθηκαν την Πέμπτη 16 και την Παρασκευή 16 Νοεμβρίου

«…καθώς προχώρησε το τανκ ευθεία μπροστά προς την Αρχιτεκτονική, ξεχυθήκανε από πίσω οι λοκατζήδες και μπήκαν μέσα. Φτάσανε μέχρι τα σκαλιά και όσους ήμασταν μπροστά προς τα κάγκελα, μας στριμώξανε με τις ξιφολόγχες και μας οδηγούσαν προς την πόρτα. Βγαίνοντας έξω, άλλοι πηγαίναμε προς τα Πατήσια και άλλοι προς την Ομόνοια. Εκεί, μπορούσες να φας όσο ξύλο χώραγε το τομάρι σου, γιατί όλοι αυτοί οι αστυνομικοί, που περνούσαμε ανάμεσά τους και η παράταξή τους έφτανε μέχρι τη Σολωμού από την πλευρά της Ομόνοιας, μας ρίχνανε γκλομπιές, κλωτσιές, γονατιές, μπουνιές, όλα αυτά…» αφηγείται για τα γεγονότα του 1973 ο εμβληματικός αγωνιστής της κινηματικής Αριστεράς Γιάννης Φελέκης, ο οποίος μίλησε στον 105,5 Στο Κόκκινο και τον Αλέξη Βάκη σε δύο έκτακτες δίωρες εκπομπές οι οποίες μεταδόθηκαν την Πέμπτη 16 και την Παρασκευή 16 Νοεμβρίου.

«Στο Πολυτεχνείο ήμασταν μερικές δεκάδες από την πρώην νεολαία του ΚΔΚΕ (Κομμουνιστικό Διεθνιστικό Κόμμα Ελλάδας- το τροτσκιστικό κόμμα που προέκυψε από το ενοποιητικό συνέδριο του 1946). Οι οποίοι όμως στην πλειοψηφία τους είχαν αποχωρήσει. Είχαν καταγγείλει τον τροτσκισμό και είχανε γίνει πια οπαδοί των απόψεων του Μπετελέμ. Δηλαδή λίγο Μάο, λίγο Μπετελέμ, όλα αυτά μαζί, θεωρώντας πως αυτό είναι το πιο μοντέρνο, το πιο καινούργιο, αυτό που ανταποκρίνεται στην εποχή. Ήταν τα χρόνια της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα και ο μαοϊσμός βρισκόταν σε φοβερή άνοδο. Όλοι αυτοί λοιπόν, επειδή γνωριζόμασταν από πριν, είχαμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον, παρά τις τρέχουσες διαφορές μας. Είχαμε μια κοινή λογική για το πώς οργανώνονται τα πράγματα. Οπότε, θελήσαμε να το κάνουμε πιο συγκροτημένα.
Έτσι, όταν νύχτωσε η Τετάρτη (14 Νοεμβρίου 1973) και ο περαστικός κόσμος αραίωσε, αρχίσαμε να συζητάμε μεταξύ μας. Τότε ήταν που ο Γιάννης Χαριτόπουλος, ο Γιώργος Γλυνός, ο Περικλής Γρίβας και κάποιοι άλλοι έριξαν την ιδέα να γίνει μια συνέλευση εργαζομένων μέσα στο Πολυτεχνείο. Ζητήσαμε την άδεια γι’ αυτό από τη Συντονιστική Επιτροπή. Δεν θυμάμαι αν ήταν ο Λαλιώτης ή η Δαμανάκη στο κουμάντο, πάντως μας το αρνήθηκαν. Αλλά με το που είπαμε σε διάφορους γύρω-γύρω ότι σκοπεύουμε να
κάνουμε εργατική συνέλευση, μαζεύτηκαν καμιά 300ριά άνθρωποι, κυρίως ακροαριστεροί αλλά και λίγοι αναρχίζοντες. Οπότε πήγαμε στο κτίριο Γκίνη, σπρώξαμε την πόρτα, μπήκαμε μέσα και ξεκίνησε η συνέλευση, θα’ ταν μεσάνυχτα πια.
Το κύριο ζητούμενο ήταν αυτά που λέγαμε εκεί να τα διαμορφώσουμε σε ένα κείμενο, το οποίο στη συνέχεια θα το μοιράζαμε στον κόσμο. Διότι συμφωνούσαμε όλοι να καλέσουμε τους εργάτες να κάνουν συνελεύσεις στα εργοστάσιά τους, να στείλουν εκπροσώπους στο Πολυτεχνείο και να κάνουμε ένα συντονιστικό όργανο με στόχο να διοργανώσουμε Γενική Απεργία. Μ’ άλλα λόγια, να προχωρήσουμε σε μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας, αν η εξέγερση κρατήσει μερικές μέρες.
Ήθελαν όμως όλοι να βάλουν και ένα «διά ταύτα», δηλαδή τι κυβέρνηση θα φτιάξουμε. Οι τροτσκίζοντες όλων των αποχρώσεων θέλαμε κυβέρνηση Εργατικών Συμβουλίων που θα εκλεγούν απευθείας απ’ την εργατική τάξη. Οι μαοϊκοί εκπροσωπούνταν κυρίως από το ΕΕΑΜ (Εργατικό Επαναστατικό Αντιϊμπεριαλιστικό Μέτωπο). Απ’ αυτούς θυμάμαι κυρίως τον Βασίλη Τσιμπίδη και τον Αντώνη Αντωνίου. Είχαν έρθει στο Πολυτεχνείο μ’ ένα πανώ που έγραφε «Λαϊκή Εξουσία». Αυτοί θέλανε Λαϊκή Δημοκρατία. Υπήρχαν ακόμα και μερικοί αναρχικοί, οι οποίοι ήταν η πρώτη τέτοια ομάδα που είχε συγκροτηθεί: ο Γιώργος Γαρμπής (που αργότερα άνοιξε το βιβλιοπωλείο «Ελεύθερος Τύπος»), ο Νίκος Μπαλής, ο Μιχάλης Κωνσταντινίδης, η Σύλβια και μερικοί άλλοι, γύρω στα δεκαπέντε άτομα. Ήτανε ενάντιοι σε κάθε κράτος και κάθε εξουσία. Θέλανε Εργατικά Συμβούλια, αλλά χωρίς κυβέρνηση. Αυτή ήταν η βασική κόντρα της εργατικής συνέλευσης…
…Πριν αρχίσει η καταστολή, όλο το κέντρο της Αθήνας ήταν γεμάτο κόσμο στο δρόμο. Η αστυνομία ήταν στην περιφέρεια και ο στρατός δεν είχε εμφανιστεί ακόμα.
Κάποια στιγμή βγήκα από το Πολυτεχνείο, είχα βρει έναν πιτσιρικά μ’ ένα μηχανάκι, κατεβήκαμε τη Στουρνάρη και πιάσαμε την Αχαρνών μέχρι το σταθμό του Ηλεκτρικού στα Κάτω Πατήσια. Όλη η Αχαρνών ήταν γεμάτη, οι πολυκατοικίες είχαν αδειάσει και ο κόσμος ήταν μαζεμένος στα πεζοδρόμια και τις πλατείες. Σιγά σιγά η αστυνομία άρχισε να αδειάζει τετράγωνο-τετράγωνο το δρόμο, μέχρι που φτάσανε να περικυκλώσουν το Πολυτεχνείο. Ένας κόσμος δηλαδή σκορπούσε και έμπαινε στα σπίτια του και ένας άλλος κόσμος υποχωρούσε και στο τέλος, όταν ο κλοιός έφτασε γύρω από το Πολυτεχνείο, μπήκε μέσα.
Τότε ήταν που ήρθαν τα τανκς. Περιμέναμε να δούμε τι θα γίνει. Προσωπικά δεν πίστευα ότι θα έμπαιναν τα τανκς, επειδή είχε πολύ κόσμο και πολλοί ήταν πάνω στα κάγκελα. Η Πατησίων ήταν γεμάτη αστυνομία, που βρισκόταν σε κανονική παράταξη. Το τανκ έριξε την πόρτα και η πόρτα έπεσε πάνω στη λιμουζίνα του Πρύτανη. Από κάτω ήταν η Πέπη Ρηγοπούλου που ούρλιαζε, όπως και άλλοι που χτυπηθήκαν, που πέσανε από τα κολωνάκια κλπ.
Δημιουργήθηκε πανικός, άρχισε να στριγγλίζει και ο κόσμος που ήτανε από τη μέσα μεριά. Καθώς προχώρησε το τανκ ευθεία μπροστά προς την Αρχιτεκτονική, ξεχυθήκανε από πίσω οι λοκατζήδες και μπήκαν μέσα. Φτάσανε μέχρι τα σκαλιά και όσους ήμασταν μπροστά προς τα κάγκελα, μας στριμώξανε με τις ξιφολόγχες και μας οδηγούσαν προς την πόρτα.
Βγαίνοντας έξω, άλλοι πηγαίναμε προς τα Πατήσια και άλλοι προς την Ομόνοια. Εκεί, μπορούσες να φας όσο ξύλο χώραγε το τομάρι σου, γιατί όλοι αυτοί οι αστυνομικοί, που περνούσαμε ανάμεσά τους και η παράταξή τους έφτανε μέχρι τη Σολωμού από την πλευρά της Ομόνοιας, μας ρίχνανε γκλομπιές, κλωτσιές, γονατιές, μπουνιές, όλα αυτά.
Προσωπικά, μόλις έφτασα στο θέατρο Άλφα άρχισα να πηγαίνω σέρνοντας, δεν μπορούσα να σταθώ όρθιος από τα χτυπήματα. Ένιωθα παντού χτυπημένος, στα χέρια, στα πόδια, στο κεφάλι και την πλάτη. Εκεί που είναι τώρα η ΔΕΗ ήταν τότε ένα ξενοδοχείο, νομίζω το έλεγαν Ατλάντικ. Κατόρθωσα να φτάσω ως εκεί. Είχαν κατέβει τα γκαρσόνια και οι άλλοι εργαζόμενοι του ξενοδοχείου, μας ανέβαζαν στον ημιώροφο και όποιος είχε χτυπηθεί ή είχε αίματα, τον γιατροπορεύανε. Ήταν 4 η ώρα τη νύχτα.»
Είναι ένα απόσπασμα της αφήγησης για τα γεγονότα του 1973 από τον εμβληματικό αγωνιστή της κινηματικής Αριστεράς Γιάννη Φελέκη, ο οποίος μίλησε στον 105,5 Στο Κόκκινο και τον Αλέξη Βάκη σε δύο έκτακτες δίωρες εκπομπές οι οποίες μεταδόθηκαν την Πέμπτη 16 και την Παρασκευή 16 Νοεμβρίου.
Ο Γιάννης Φελέκης γεννήθηκε το 1943 και είναι ενεργός στο κίνημα ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Στη δεκαετία του ’60 ενστερνίστηκε τις ιδέες του επαναστατικού τροτσκισμού από τις οποίες ουδέποτε απομακρύνθηκε και σήμερα είναι στέλεχος της οργάνωσης ΟΚΔΕ- Σπάρτακος που συμμετέχει στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Σε αυτές τις δύο εκπομπές (ακούστε τις εδώ: Μέρος Α΄ – Μέρος Β΄ και Μέρος Γ΄ – Μέρος Δ΄) ο Γιάννης Φελέκης μιλάει αναλυτικά για:
– Τα παιδικά του χρόνια στο Δημαριό της Άρτας
– Την κάθοδό του δεκαπέντε χρονών στην Αθήνα
– Τις πρώτες δουλειές και τη σύνδεση με το συνδικαλιστικό κίνημα
– Το μπαρκάρισμα στα καράβια και την κακήν- κακώς επιστροφή του στον Πειραιά
– Την επαφή με τα μαρξιστικά διαβάσματα και ειδικότερα με το έργο του Λέοντος
Τρότσκι
– Την ένταξη στη Νεολαία Λαμπράκη, αλλά και στις τροτσκιστικές φράξιες που
έκαναν εισοδισμό σε αυτήν
– Το ΚΔΚΕ και τις άλλες τροτσκιστικές συλλογικότητες της εποχής
– Την «εμπλοκή» του στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου
– Τη συμμετοχή στο αντιδικτατορικό κίνημα και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, αλλά
και τις δύο συλλήψεις με τη φυλάκιση το 1969 και την εξορία στη Γυάρο το 1973
– Τα χρόνια της μεταπολίτευσης και την εκ νέου φυλάκισή του το 1977 μαζί με
άλλους αγωνιστές της Άκρας Αριστεράς και της Αναρχίας
– Το νέο πολιτικό τοπίο στην Ελλάδα από το 1981 που ανέβηκε το ΠΑΣΟΚ στην
εξουσία
– Τη σημερινή συγκυρία με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση
left.gr