Από τη λέσχη των αρχιτεκτόνων της Θεσσαλονίκης στην Ασφάλεια

Στη μνήμη εκείνων που πάλεψαν για τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑΡΗ

Πάντα αυτή η μέρα είναι χαραγμένη στο μυαλό και στην ψυχή μου. Μου φέρνει μνήμες από ένα παρελθόν ελπίδων και προσδοκιών, από σχέσεις με ανθρώπους που αγάπησα κι έγραψαν τη δική τους ιστορία. Πολλοί από αυτούς, ιδιαίτερα από εκείνους που μαζευτήκαμε στη λέσχη των αρχιτεκτόνων της Θεσσαλονίκης τη νύχτα του Πολυτεχνείου, δεν ζουν πια… Θα ταυτίζονται ωστόσο στο διηνεκές με τα γεγονότα εκείνης της σημαδιακής νύχτας, εννοιολογικά και πραγματικά…

Το περιστατικό που ακολουθεί συνδέει τον αείμνηστο Μάνο Λοΐζο με τους «ανήσυχους» αρχιτέκτονες εκείνης της εποχής, αλλά και ανθρώπους που έδωσαν ψυχή και ζωή στο όνομα και το περιεχόμενο της δημοκρατίας. Συνέβη στη λέσχη των αρχιτεκτόνων της Θεσσαλονίκης, στο πατάρι επί της οδού Προξένου Κορομηλά 37, που για χρόνια και σε δύσκολους καιρούς αποτελούσε ένα βήμα ελεύθερης έκφρασης. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας, οι περισσότεροι από τους ανθρώπους του πολιτισμού, των τεχνών και των γραμμάτων είχαν περάσει από εκεί. Τότε ήταν που ήρθε και ο Μάνος Λοΐζος, ένας από τους πιο ποιοτικούς μουσικούς, συνάμα και δημοκρατικούς πολίτες, καθώς οι δύο αυτές ιδιότητες σπάνια δεν συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους.

Ήταν μέρες του ’73 ή του ’74, αν θυμάμαι καλά, την παραμονή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, όταν οι δυο μας πήγαμε στον Λαγκαδά, στο σπίτι του αρχιαναστενάρη. Ήταν μια νύχτα γεμάτη από ήχους που έφταναν από το μακρινό παρελθόν, προκαλούσαν έκσταση, μαζί και μαγεία. Όταν αφήσαμε το κονάκι, τις μυρουδιές και τους ήχους και βγήκαμε για λίγο έξω, ο Μάνος έπαιξε με την κιθάρα του τις δικές του μελωδίες, φερμένες κι εκείνες από τη δική του Ανατολή…

Τα επόμενα βράδια, παρέα με τη σύντροφό του, ηθοποιό Δώρα Σιντσάνη, τον αδελφό μου Νίκο και άλλους πηγαίναμε στην ψησταριά του Καλογιάννη, στη διασταύρωση των δρόμων Πολυγύρου – Βασιλικών (στα φανάρια). Εκεί, ύστερα από συζήτηση, αποφασίσαμε να παίξει κιθάρα στη λέσχη του ΣΑΘ και να τραγουδήσει τα «νέγρικά» του, αλλά και άλλα απαγορευμένα τραγούδια, κυρίως του Μίκη Θεοδωράκη. Το εγχείρημα πήρε σάρκα και οστά σε λίγες μέρες.

Απίστευτη ήταν η κοσμοσυρροή, καθώς το μαντάτο μαθεύτηκε από στόμα σε στόμα. Η εκδήλωση διακόπηκε όταν εισέβαλαν όργανα του καθεστώτος, αυτά που ήταν εντεταλμένα «να προστατεύουν τις μεγάλες αξίες της φυλής»! Έμεινα αποσβολωμένος καθώς τον παρουσίαζα έχοντας τον ρόλο του επίδοξου κομφερασιέ! Ήταν όμως πολύ αργά όταν του ψιθύρισα να… αλλάξει το ρεπερτόριο και από τον «Γέρο Τζιμ»να το γυρίσει στο χαλκιδικιώτικο «Μήλο μου κόκκινο» που λίγο καιρό νωρίτερα του είχε μάθει ο Μητσιάς. Ούτε καν είχα προλάβει να συνειδητοποιήσω ότι κι αυτό περιλάμβανε τη λέξη «κόκκινο»!

Στα μπουντρούμια

Ακολούθησαν συλλήψεις και προσαγωγές στην Ασφάλεια… Μας έσωσαν από τα χειρότερα οι καλές μας συναδέλφισσες, η Μυρτώ Ρωμανού, η Σιούλα Τσιριλάκη και η αείμνηστη Κική Καυκούλα, που υπέγραψε το ψήφισμα για το Πολυτεχνείο κι αργότερα έγινε καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής στο ΑΠΘ. Αποτελούσαν και εκείνες μέλη της άτυπης οργανωτικής επιτροπής της εκδήλωσης. Από καλή συγκυρία, οι πατεράδες και των τριών είχαν παλαιότερα υπηρετήσει σε υψηλές θέσεις του δημόσιου τομέα -της πρώτης μάλιστα εξακολουθούσε να είναι λιμενάρχης Θεσσαλονίκης- και ο χαρακτηρισμός του «μιάσματος» δεν θα μπορούσε να κολλήσει και τόσο εύκολα σ’ αυτές…

(Σημ.: Το αφιερώνω στη μνήμη των: Τάκη Πετρίδη, που πιάστηκε όντας φοιτητής στις αρχές του ’74 και υπηρέτησε τις δύο τελευταίες δεκαετίες ως γιατρός στο Δημόσιο Νοσοκομείο Χαλκιδικής με απίστευτη συνέπεια, ευαισθησία και επιστημοσύνη. Νίκου Αικατερινάρη, μονάκριβου αδελφού και ενός από τα θύματα των «σωτήρων του Έθνους». Γιώργου Σιπητάνου, καλού φίλου που επέλεξε να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στον Πολύγυρο. Όλοι τους πιάστηκαν στη δικτατορία και βασανίστηκαν απάνθρωπα).

avgi.gr