Τα πάνω – κάτω στην οικονομία φέρνει το Brexit


Του Λεωνίδα Βατικιώτη
«Άλλο έξοδος από την ΕΕ, κι άλλο μη συμφωνία»!  Αυτό είναι το μήνυμα που στέλνει η βρετανική επιχειρηματική κοινότητα στην Τερέζα Μέι, με αφορμή τις αδιανόητες παλινωδίες που δοκιμάζουν την πολιτική ζωή του Λονδίνου.



Με αυτό τον τρόπο, οι σημαντικότεροι επικεφαλής των επιχειρηματικών ενώσεων συμπαραστέκονται στη βρετανίδα πρωθυπουργό κι απορρίπτουν τις πιέσεις των ευρωσκεπτικιστών βουλευτών των Τόρηδων, που με την πρόταση μομφής απαίτησαν την υιοθέτηση ενός σκληρού Brexit, που σημαίνει να μην επιτευχθεί καμία συμφωνία με τις Βρυξέλλες και να απορριφθεί ο συμβιβασμός που έφερε μαζί της η Τερέζα Μέι, κατόπιν πολύμηνων διαπραγματεύσεων. Με τη στάση τους οι σκληροπυρηνικοί βουλευτές των Συντηρητικών, που έχουν ως άτυπο επικεφαλής τον πρώην υπουργό Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον, στέλνουν κυρίως μήνυμα σύγκρουσης προς τις Βρυξέλλες που έχει εξαντλήσει την αυστηρότητά της στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων κι επιχειρεί να ταπεινώσει το Λονδίνο. Έτσι, να στείλει μήνυμα συγκράτησης σε οποιαδήποτε άλλη χώρα στο μέλλον διανοηθεί να αποχωρήσει από την ένωση.
Αξίζει όμως να δούμε τι σημαίνει στην πράξη η «μη συμφωνία» την οποία ζητούν οι Τόρηδες ως απάντηση στις Βρυξέλλες κι άλλοι εμφανίζουν ως ισοδύναμη της εθνικής καταστροφής. Ως μέλος της ΕΕ η Αγγλία, όπως και κάθε άλλο κράτος μέλος, εμπορεύεται υπό τους κανόνες της ενιαίας αγοράς που περιλαμβάνει την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, κεφαλαίων, υπηρεσιών και ανθρώπων. Η συμφωνία περιγράφει ένα καθεστώς γενικής αποδοχής αυτού του καθεστώτος, ανάλογου για παράδειγμα αυτού που έχει συνάψει η Νορβηγία, το οποίο επιτρέπει τη συνέχιση του σημερινού πλαισίου, παρότι περιλαμβάνει ένα «αγκάθι», τους …ανθρώπους. Το αδιάσπαστο, κατά τις Βρυξέλλες, των 4 ελευθεριών σημαίνει πώς για να μπορεί να εμπορεύεται και στο μέλλον η Αγγλία όπως σήμερα θα πρέπει να αποδεχθεί και τους μετανάστες της ΕΕ. Αυτός όμως ο όρος από τους σκληρούς οπαδούς του Brexit θεωρείται προδοσία του δημοψηφίσματος και, στον αντίποδα, προτείνουν τη «μη συμφωνία».
Στα υπέρ της για όσους την επικαλούνται έχει μεν την επιβολή αυστηρών ελέγχων στα σύνορα, ταυτόχρονα όμως σε ελέγχους θα υπόκεινται και τα εμπορεύματα, καθώς η «μη συμφωνία» εντάσσει τη Αγγλία στο καθεστώς των αυστηρών (σε σχέση με την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά) δασμών που επικρατούν μεταξύ των χωρών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Εδώ ακριβώς δημιουργείται η σύγκρουση, καθώς η βρετανική οικονομική ελίτ θέλει μεν να απαλλαγεί από τα βαρίδια της ΕΕ, αλλά απορρίπτει και την προοπτική των δασμών που θα επιφέρει αυξημένα κόστη και ρωγμές στις διεθνείς αλυσίδες αξίας.
Καθόλου τυχαία δεν είναι η ομοφωνία που επιδεικνύουν οι βρετανοί μάνατζερ για την ανάγκη σύναψης συμφωνίας με την ΕΕ. Το Ινστιτούτο των Διευθυντών για παράδειγμα που με βάση ρεπορτάζ της εφημερίδας Γκάρντιαν είναι βαθιά διχασμένο (50:50!) στην προοπτική ενός νέου δημοψηφίσματος, αρνείται ομόφωνα και κατηγορηματικά το ενδεχόμενο της «μη συμφωνίας». Προς επίρρωση των ανησυχιών τους δημοσιεύτηκε έρευνα από την ίδια εφημερίδα που έδειχνε ότι ενώ η συμφωνία που υπέγραψε η Μέι θα κόστιζε 100 δισ. λίρες ετησίως για την επόμενη διετία, μια «μη συμφωνία», η υπαγωγή δηλαδή της Αγγλίας στο δασμολόγιο του ΠΟΕ, θα στοίχιζε 140 δισ.
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο το 12% των εξαγωγών και το 40% των ειδών τροφίμων που κατευθύνονται στην Αγγλία από την Ιρλανδία θα έπρεπε να ελέγχονται στα τελωνεία και να δασμολογούνται σαν να προέρχονται από την πλέον απομακρυσμένη χώρα του κόσμου. Έρευνα δε που δημοσιεύθηκε από την Βουλή των Κοινοτήτων εκτιμά ότι οι φόροι που θα επιβληθούν στα τρόφιμα γενικά θα αυξηθούν κατά 22%.
Το χειρότερο ωστόσο είναι η αβεβαιότητα, παρότι πολύ σύντομα θα μένουν μόνο 100 μέρες μέχρι την 29η Μαρτίου, όταν με την πάροδο διετίας από την κατάθεση του αιτήματος αποχώρησης, η Αγγλία θα πάψει να είναι μέλος της ΕΕ. Η διάθεση ενός καθόλου ευκαταφρόνητου τμήματος της βρετανικής ελίτ  να φτάσει τη σύγκρουση με την ΕΕ ως τα άκρα κι η τιμωρητική διάθεση των Βρυξελλών από την άλλη έχουν οδηγήσει 2,5 χρόνια μετά το δημοψήφισμα σε ένα αδιέξοδο που κάθε σοβαρή απόφαση για επενδύσεις, προσλήψεις κ.α. τη μεταθέτει για το μέλλον. Κι αυτό εξακολουθεί να είναι άγνωστο…
Νέα Σελίδα