Χαρτοπαιξία με… εθνική διαπαιδαγώγηση και φόρους

Ελληνοπρεπή τραπουλόχαρτα (Ιανουάριος 1937)

Η Ελλάς απέραντο χαρτοπαίγνιο…», έγραφαν οι εφημερίδες της περιόδου του Μεσοπολέμου για τις εορταστικές μέρες της Πρωτοχρονιάς και, όταν η δικτατορία του Μεταξά απέτυχε να περιορίσει τη χαρτοπαιξία, αποφάσισε ότι οι Ελληνες πρέπει να παίζουν με… ελληνοπρεπή τραπουλόχαρτα.


Ετσι, όπως διαβάζουμε στις εφημερίδες της εποχής («Ακρόπολις» και άλλες, 15 και 16 Ιανουαρίου 1937), τα καινούργια… εθνικόφρονα τραπουλόχαρτα είχαν σχεδιαστεί και υποβληθεί στους αρμόδιους και μάλλον από τύχη δεν είδαμε τον «ρήγα» ντυμένο τσέλιγκα, με φουστανέλα, την «ντάμα» ως ροδοκόκκινη βοσκοπούλα και τον «βαλέ» ως αμούστακο βοσκόπουλο από την Κρήτη!
Οταν εγκαταλείφθηκε αυτό το σχέδιο… εθνικής διαπαιδαγώγησης μέσω της τράπουλας, η δικτατορία στράφηκε στα οικονομικά οφέλη, οπότε επέβαλε στην τιμή πώλησης της τράπουλας ειδικό τέλος υπέρ της Κοινωνικής Πρόνοιας! Παρ’ όλα αυτά, η εξάπλωση της χαρτοπαιξίας και η εισαγωγή των νέων παιχνιδιών δεν σταμάτησε!
Χαρακτηριστικό της εξέλιξης είναι ότι τα ονόματα παιγνίων, που «ανθούσαν» στην Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα μοιάζουν σήμερα με… κινέζικα.
Η «πασέτα», που παιζόταν κατά κόρον σε σπίτια και λέσχες, η «μπάτσικα», κάτι σαν το «τριανταένα», ο «φαραώ», ο «λασκινές» ή «λανσχανέ», το «πλουσέρ», το «πιεσιγρού» είναι παιχνίδια εντελώς ξεχασμένα και άγνωστα.
Αντίθετα, ο «μπακαράς», το γνωστό σεμέν ντε φερ (τα 8 και 9 κερδίζουν), όχι μόνο… επιβίωσε, αλλά από παιχνίδι των «γερών πορτοφολιών» έγινε, την περίοδο του Μεσοπολέμου, ένα παιχνίδι για όλους, παίρνοντας εκείνη την εποχή τη θέση του δίπλα στα… εισαγόμενα πόκερ, πόκα και ραμί.
Σταθερή αξία στο «βασίλειο» του τζόγου ήταν το «τριανταένα», ενώ το τεχνικό μπριτζ, που απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις, άσκηση και πολλές ικανότητες, δεν το προτιμούσαν τις εορταστικές ημέρες, στις οποίες… βασίλευε η θεά Τύχη.


Ρεπορτάζ της εφημερίδας «Ακρόπολις» (φ. 3.1.1938) για το εορταστικό χαρτοπαίγνιο | 
Στα παλιά αθηναϊκά σπίτια, το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, ο νοικοκύρης έκοβε την πίτα παρουσία της οικογένειάς του και των προσκεκλημένων τους και εν συνεχεία, συνήθως σε ανδρικό κύκλο, «έκοβε» και τα χαρτιά, πράγμα που σήμαινε ότι ξεκίναγε να κάνει «μπάνκα».
Στις χαρτοπαικτικές λέσχες ο… εορτασμός γινόταν όλο τον χρόνο, αλλά τις ημέρες της Πρωτοχρονιάς είχαν την… τιμητική τους. Η λειτουργία μιας χαρτοπαικτικής λέσχης προϋπέθετε ότι ο ιδιοκτήτης μπορούσε «να επιστρατεύση μίαν ομάδα μαχαιροβγαλτών […] που ήσαν απαραίτητοι όπως και το χρηματικόν κεφάλαιον».
Παράλληλα, εξασφάλιζε ότι η τοπική αστυνομία θα έκανε τα… στραβά μάτια και πολλές φορές λειτουργώντας ως κομματάρχης είχε πολιτική στήριξη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ένας από τους ισχυρούς λεσχηάρχες των αρχών του 20ού αιώνα, ο Γ. Μητσέας, βρέθηκε κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία στη δολοφονία του πρωθυπουργού Θ. Δηλιγιάννη (31.5.1905), είχε ανάμεσα στους συνηγόρους υπεράσπισης τον πρώην πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο και έναν εν ενεργεία βουλευτή.
Επίσης, ως μάρτυρες υπεράσπισης είχαν καταθέσει βουλευτές, εν ενεργεία δικαστικός, αξιωματικοί, δημοσιογράφοι κ.ά., προφανώς θαμώνες στις λέσχες του Μητσέα («Εφημερίδα των Συντακτών», «Νησίδες», φ. 2-3/6/2018).
Οι λέσχες χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: για τον «καλό κόσμο» και για τα λαϊκά στρώματα. Ο Μητσέας είχε και από τις δύο. Ο «καλός κόσμος» πήγαινε στη λέσχη της πλατείας Ομονοίας, ενώ οι «λαϊκοί» στη δεύτερη λέσχη του, στην οδό Κρατίνου, στη σημερινή πλατεία Κοτζιά.
Αλλες λέσχες της εποχής ήταν του Πετρομανιάτη, στην οδό Πατησίων, κοντά στην πλατεία Ομονοίας, του Γώγου, του Σ. Ζεκάκου, στο τέρμα της οδού Αιόλου, του Καλφακάκου στην οδό Λυκούργου κ.ά.
Ο Καλφακάκος υπήρξε μεγάλος αντίπαλος του Μητσέα και υποστηρικτής αντίθετου κόμματος. Γι’ αυτό και, όταν επί πρωθυπουργίας Δηλιγιάννη αποφασίστηκε, τον Μάρτιο του 1905, να κλείσουν όλες οι λέσχες, υπήρξαν καταγγελίες και επιτόπια ρεπορτάζ δημοσιογράφων ότι η λέσχη του Καλφακάκου λειτουργούσε.
Συνήθως οι καλές λέσχες βρίσκονταν σε μονώροφες ή διώροφες οικίες. Στην είσοδο υπήρχε συνήθως γεροδεμένος θυρωρός, που ήλεγχε τους εισερχόμενους. Οσοι περνούσαν τον πρώτο έλεγχο οδηγούνταν από άλλο θυρωρό στην αίθουσα της χαρτοπαιξίας, επαρκώς φωτισμένης με λάμπες πετρελαίου, μέχρι να τεθεί σε ευρεία χρήση το ηλεκτρικό ρεύμα. Στη μέση βρισκόταν συνήθως το τραπέζι σκεπασμένο με μουσαμά, το ποντάρισμα γινόταν με μάρκες («κόκαλα») και στους παίκτες προσφερόταν καφές.
Τα κεντρικά καφενεία, όπως ήταν το περίφημο «Καφενείον των Γερόντων», στη γωνία των οδών Πατησίων και Πανεπιστημίου, διέθεταν ειδικό χώρο για το χαρτοπαίγνιο, ενώ στα συνοικιακά απομονωνόταν, πρόχειρα, ένας χώρος, όπου γινόταν «παιχνίδι».
Ο διαχωρισμός του καφενείου γινόταν με ένα μακρύ χοντρό σεντόνι (μπερντέ), συνήθως κόκκινου χρώματος, που κρεμόταν από έναν σπάγκο, ο οποίος δενόταν σε ένα ή δύο κοντάρια, ώστε να σχηματίζει παραβάν.
Στον «κλειστό» χώρο εξελισσόταν το χαρτοπαίγνιο. Οποιος πελάτης ήθελε έκανε «μπάνκα». Ζητούσε μια τράπουλα και άρχιζε να τα «κόβει». Συχνά διέθετε και σημαδεμένη τράπουλα. Πιο συχνά ανήκε σε «χαρτοπαικτικό συνεταιρισμό» που τα μέλη του χρησίμευαν ως «κράχτες». Το παιχνίδι άρχιζε και σταδιακά προσελκύονταν άλλοι παίκτες. Εβαζε ο καθένας τη μίζα του πάνω στον αριθμό ή τη φιγούρα της καρτέλας.
Πολλές φορές κυνηγούσαν τον ίδιο πόντο δεκάδες χαρτοπαικτών. Αυτοί σχημάτιζαν ευρείς κύκλους γύρω από το χαρτοπαικτικό τραπέζι. Οι πρώτοι κάθονταν σε καρέκλες. Οι άλλοι στέκονταν όρθιοι, στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, οπότε σχηματιζόταν ένας πυκνός και συχνά αδιαπέραστος κύκλος από ανθρώπινα σώματα.
Με την πάροδο των χρόνων, υπήρξαν εξελίξεις όχι μόνο στα παιχνίδια που παίζονταν αλλά και στους χώρους. Την περίοδο του Μεσοπολέμου, οι λέσχες είχαν αποκτήσει μια… ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα. Σε μερικές από αυτές, όπως η «Φεμίνα», στην οδό Βουκουρεστίου, λειτουργούσε και ακριβό εστιατόριο.
Ειδικά την Πρωτοχρονιά, αλλά και άλλες ημέρες του έτους, παίζονταν χαρτιά στην Αθηναϊκή Λέσχη, στην ΕΛΠΑ, σε συλλόγους και φυσικά σε καφενεία, ζαχαροπλαστεία κ.α. Την… τιμητική του είχε, βέβαια, τις εορταστικές μέρες το Καζίνο Λουτρακίου, που, όπως διαβάζουμε σε εφημερίδες της εποχής, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1934 είχε καθαρά κέρδη 4 εκατομμύρια δραχμές, ποσό τεράστιο για εκείνα τα χρόνια.
Ο τζόγος «ανθούσε» ακόμα και στους δρόμους της Αθήνας, όπου μεσουράνησαν, εκείνα τα χρόνια, οι «παπατζήδες» και οι υπαίθριες ρουλέτες, με θύματα κυρίως επαρχιώτες. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στα καλά σπίτια είχαν μπει πλέον και τα ζάρια ή αλλιώς το μπαρμπούτι.
Σε μια εφημερίδα του 1938 διαβάζουμε σχετικά:
«Το μπαρμπούτι δεν παίζεται πια επάνω σε στρατιωτικές κουβέρτες […] εισήχθη όχι μόνον στα καμαρίνια των αρτιστών του θεάτρου μας, όπου κάμνει θραύσιν αλλά και στα σαλόνια, όπου παίζεται από κομψές και μυρωμένες κυρίες που θαρρείτε ότι απαγγέλλουν ποίημα όταν παραγγέλνουν: Πέντε τάλληρα, τα δύο πίσω…».
Θα τα… πάμε, φέτος; Τι λέτε;
Επαγγελματίες χαρτοπαίκτες
Ο Νικ δε Γκρηκ σε μάχες εκατομμυρίων
Ενας «αστραφτερός» άνδρας, ντυμένος με επίσημο βραδινό σακάκι και φορώντας παπιγιόν, σηκώνεται από ένα χαρτοπαικτικό τραπέζι σε καζίνο του Λας Βέγκας, κάθεται κάπου απόμερα και αρχίζει να διαβάζει ένα βιβλίο τσέπης- ήταν ο «Κρίτων» του Πλάτωνα.
Πρωταγωνιστής της ασυνήθιστης εικόνας ήταν ο μέγας εραστής της τράπουλας, ο «Νικ δε Γκρηκ», που, με μια ιδιαίτερη φιλοσοφική διάθεση, κέρδιζε και έχανε, με την ίδια ευκολία, τεράστιες περιουσίες στα χαρτιά. «Η μεγαλύτερη απόλαυση στη ζωή είναι να τζογάρεις και να κερδίζεις. Η δεύτερη μεγαλύτερη απόλαυση είναι να τζογάρεις και να χάνεις», συνήθιζε να λέει ο Νίκος Δάνδολος, που χαρακτηρίστηκε, δίκαια, ως ο μεγαλύτερος επαγγελματίας χαρτοπαίκτης του 20ού αιώνα.
Οπως είχε γράψει σε μια επιφυλλίδα στην εφημερίδα «Ελευθερία» ο Π. Γιαννακόπουλος (φ. 29.12.1966), ο Νικ «εγνώριζε και να κερδίζη και να χάνη. Νίκη και ήττα, για την σκέψιν του, Σιαμαίες έννοιες, που, σε κάποιο σημείον, συνηντώντο με ομότιμον και ισόποσον περιεχόμενον. […] Κι’ εξηυτέλισε το χρήμα ως σκοπόν».
Ο ίδιος είχε πει ότι στη διάρκεια της ζωής του πέρασε 73 φορές από την απόλυτη φτώχεια στα πλούτη και το αντίστροφο! Μάλιστα, υπολόγιζε ότι από τα χέρια του πέρασαν περίπου 500 εκατομμύρια δολάρια, που με σημερινά δεδομένα θα αντιστοιχούσαν σε περίπου δύο δισ. δολάρια.
Ο «Νίκος ο Ελληνας» διέθεσε σχεδόν 20 εκατ. δολάρια σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και εκπαιδευτικά προγράμματα, 2 εκατ. σε φίλους που είχαν ανάγκη, και τελικά πέθανε απένταρος, σε ηλικία 83 ετών, ανήμερα των Χριστουγέννων του 1966.
Η κηδεία του έγινε στο Λας Βέγκας και ο Φρανκ Σινάτρα στον επικήδειο, που εκφώνησε δακρυσμένος, είπε μεταξύ άλλων: «Νικ, ήσουν τόσο αγνός και έντιμος, ώστε η μόνη περιουσία σου ήταν οι αγαθοεργίες σου».
Πάντως, οι φίλοι του είχαν φροντίσει να έχει μια πολυτελέστατη κηδεία, αντάξια της παραμυθένιας ζωής ενός «βασιλιά του τζόγου», όπως ήταν ο Νίκος Δάνδολος, που είχε γεννηθεί στις 27 Απριλίου 1883 στο Ρέθυμνο, παιδί ενός εύπορου εμπόρου χαλιών.
Ο Νίκος έκανε φιλοσοφικές σπουδές στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και με την ολοκλήρωσή τους, σε ηλικία 19 ετών, η οικογένειά του τον παρότρυνε να αναζητήσει την τύχη στις ΗΠΑ διαθέτοντάς του για τα έξοδά του 150 δολάρια την εβδομάδα.
Ετσι, το καλοκαίρι του 1902, το ατμόπλοιο «Georgia» σάλπαρε από τον Πειραιά για τη Νέα Υόρκη, με 345 Ελληνες επιβάτες, ανάμεσά τους και ο Νίκος Δάνδολος. Από τη Νέα Υόρκη πηγαίνει στο Σικάγο και αργότερα στο Μόντρεαλ του Καναδά, όπου γνωρίζεται με έναν αναβάτη αλόγων και σε συνεργασία με αυτόν αρχίζει να επιδίδεται σε ιπποδρομιακά στοιχήματα.
Η τύχη αλλά προφανώς και οι καλές «πληροφορίες» από τον αναβάτη βοηθάνε τον Δάνδολο να αποκτήσει, μέσα σε ένα εξάμηνο, περίπου 500.000 δολάρια. Για κάποιον άγνωστο λόγο αναγκάζεται, όμως, να φύγει από το Μόντρεαλ και να επιστρέψει στο Σικάγο, έχοντας μαζί του την πρώτη σημαντική περιουσία του. Εκεί στρέφεται αποκλειστικά στον «τζόγο» και δεν αργεί να χάσει όλα τα χρήματά του.
Ομως, καθώς έχει γίνει τακτικός θαμώνας χαρτοπαικτικών λεσχών και καζίνων, γνωρίζεται με έναν άλλο μεγάλο χαρτοπαίκτη της εποχής, τον Νέστορα, που συνήθιζε να λέει ότι «αν ο Θεός θέλει να μάθει να παίζει, θα έρθει σε μένα».
Τα επόμενα χρόνια, ο Νίκος Δάνδολος, που διακρίνεται για τη μνήμη του και την ταχύτητα στους υπολογισμούς, κατακτάει την κορυφή στην επαγγελματική χαρτοπαιξία και γίνεται πασίγνωστος ως «Νικ δε Γκρηκ, Νίκος ο Ελληνας».
Οι μεγαλύτεροι χαρτοπαίκτες της εποχής επιζητούσαν να βρεθούν αντίπαλοί του. Πάντως, δύο παρτίδες έμειναν ιστορικές και συζητιούνταν για χρόνια ανάμεσα στους χαρτοπαίκτες σε όλο τον κόσμο.
Η μία έγινε στο κέντρο «Ελ Μαρόκο» της Νέας Υόρκης, με αντίπαλο του Νικ τον «νονό» της μαφίας Φρανκ Κοστέλο, ενώ υπήρχαν μόλις 10-12 εκλεκτοί θεατές, ανάμεσά τους ο Αιγύπτιος βασιλιάς Φαρούκ.
Στο τέλος του παιχνιδιού, ο Νικ είχε κερδίσει εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια, αλλά όταν σηκώθηκε από το τραπέζι, ο Κοστέλο τού είπε προκλητικά: «Ελληνα, φεύγεις και δεν συνεχίζεις, γιατί είσαι δειλός!»
Τότε, ο Νικ παρακάλεσε τον Φαρούκ να ανακατέψει την τράπουλα. «Και τώρα, αμίγκο, είπε στον Κοστέλο, έλα να τραβήξουμε από ένα χαρτί. Το μεγαλύτερο θα κερδίσει 500.000 δολάρια!»
Ο Κοστέλο τον κοίταξε συνοφρυωμένος. Δεν ήταν διατεθειμένος να στοιχηματίσει ένα τόσο μεγάλο ποσό σε ένα χαρτί. Αναψε ένα πούρο, έριξε το παλτό στον ώμο κι έφυγε, αμίλητος, με τους συνοδούς του… Την άλλη μέρα, οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» έγραψαν: «Ο Κοστέλο δεν θα είναι για πάντα ο αρχηγός της μαφίας, όπως θα είναι για πάντα ο Νικ δε Γκρηκ ο βασιλιάς του πόκερ».
Η δεύτερη ιστορική παρτίδα πόκερ είχε γίνει μεταξύ του Νικ και του μεγάλου, επίσης, χαρτοπαίκτη Τζόνι Μος. Πολλοί μίλησαν για «μαραθώνιο», καθώς, σύμφωνα με τον αστικό μύθο, διήρκεσε πέντε μήνες, με διακοπές μόνο για φαγητό και ύπνο.
Ομως, φαίνεται ότι δεν είχαν γίνει ακριβώς έτσι τα πράγματα. Αλλωστε ο Δάνδολος δεν μίλησε ποτέ γι’ αυτή την παρτίδα και ο Μος την επιβεβαίωσε πολύ αργότερα, χωρίς να αναφερθεί σε λεπτομέρειες.
Τελικά, το πιθανότερο είναι ότι οι δύο χαρτοπαίκτες βρέθηκαν αντίπαλοι σε μια παρτίδα πόκερ που έγινε το 1949, κατ’ άλλους το 1951, σε ιδιωτικό χώρο κάποιου καζίνου του Λας Βέγκας, ίσως με λίγους θεατές. Νικητής αναδείχτηκε ο Μος, ο οποίος κέρδισε περίπου 4 εκατομμύρια δολάρια.
Μετά τον τελευταίο «γύρο», ο Νικ σηκώθηκε όρθιος, χαιρέτησε διά χειραψίας τον αντίπαλό του και του είπε τη φράση που έχει μείνει παροιμιώδης στους χαρτοπαικτικούς κύκλους: «Κύριε Μος, θα πρέπει να σας αφήσω να φύγετε…».
Ο Σουρής και η χαρτοπαιξία


«Ο μικρός Ρωμηός» του Γεωργίου Σουρή. Με καυστική έμμετρη σάτιρα και σκίτσα, σχολιάζει με τον δικό του τρόπο το χαρτοπαίγνιο των εορταστικών ημερών | 
Ο «Μικρός Ρωμηός», μια εφημερίδα, που με την έμμετρη ύλη της κατέγραφε και σατίριζε, επί 35 χρόνια (1883-1918), την επικαιρότητα, δεν άφηνε ασχολίαστη τη χαρτοπαιξία. Η ύλη της ήταν δημιούργημα του σατιρικού ποιητή Γεωργίου Σουρή, που έγραφε, με τον δικό του τρόπο, ακόμα και τις διαφημιστικές αγγελίες!
«Αφού λοιπόν πολλοί ζητούν να πληροφορηθούν,/ αν αγγελίας βάλωμεν, πόσο θα πληρωθούν,/ τους επαναλαμβάνομεν, πως η τιμή δηλούται/ έκαστος στίχος προς λεπτά πεντήκοντα – τ’ ακούτε;», έγραφε στην εφημερίδα, με ημερομηνία: «Οκτώ του Δεκεμβρίου, μνήμη του Παταπίου» «Χίλια οκτακόσια ογδοήντα τέσσερα. Μια να ταιριάζη βρήκα λέξι: Καίσαρα».
Και να δύο χαρακτηριστικές αγγελίες του «Μικρού Ρωμηού»:
 «Στην αγοράν του Πειραιώς, στου Λούμη δε πλησίον
    άνοιξε, ως εμάθομεν, καινούργιο καφενείον.
    Καφές εξαίσιος, προς δε υπηρεσία πρώτης
    και τόμπολες και έκτακτος παντού καθαριότης.
    Τσαγκάρης, Κουρκουνάκης τε, οι δύο το διευθύνουν,
    κι’ οι Πειραιώτες τρέχουνε και τον καφέ τους πίνουν»
 «Εις του Ταμπακοπούλου το μαγαζί θα βρήτε
    ό,τι πολυτελείας είδος επιθυμείτε,
    Προς τούτοις έχει πάλιν ως άλλοτε κι εφέτος
    δώρα πολύ ωραία διά το Νέον Ετος».
Στο πρωτοχρονιάτικο τεύχος του 1885 η χαρτοπαιξία έχει την… τιμητική της αλλά δεν μένουν ασχολίαστα και τα επεισόδια που προκαλούνται όταν… ανάψουν τα αίματα:
 «[…] Στα σπήτια, στης Λέσχαις, στη μέση των δρόμων,
   σε κάθε μεγάλο-μικρό καφφενέ,
   παρόντων κλητήρων πολλών κι’ αστυνόμων,
   τραβούν τέρτσο-τίρο (χαρτοπαικτικός όρος), τραβούν λανσχενέ (χαρτοπαικτικό παιχνίδι).
   Σε κάθε τραπέζι κεφάλια σκυμμένα,
   και όλοι της τύχης κυττούν τα γραμμένα.
   Αυτοί την ημέρα τα «κόβουνε» όλοι,
   μα μέσα στο φρικτό πατιρντί
   βροντά κάπου κάπου κανένα πιστόλι,
   κι’ ευθύς όπου φύγη σ’ αυτή την βροντή.
   Και βγαίνουν μαχαίρια κι αρχίζουν αντάρες,
   Και πέφτει ρεμούλα γερή στις δεκάρες».


efsyn.gr/