ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ ΤΟ ΦΟΝΟ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΙ ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΟΛΑΣΗ

Όταν τον Ιούνιο του 2015 η προκήρυξη του δημοψηφίσματος γέμισε, για πρώτη φορά, τους δρόμους γύρω από το Σύνταγμα, με δεκάποντες γόβες, μαζί με πρόσωπα χαραγμένα από το μόχθο των spa της Μυκόνου, να διαδηλώνουν πως «Μένουμε Ευρώπη» και «Α και Ου, Μνημόνια παντού», οι επιφυλάξεις για τη διαχείριση του δημοψηφίσματος, πατούσαν πάνω στο πρώτο εξάμηνο διαχείρισης της εξουσίας με απτή τη στάμπα της εναλλαγής χωρίς ουσία.
Οι επιφυλάξεις όμως κουκουλώθηκαν κάτω από την ελπίδα, που πεθαίνει τελευταία.
Η διατύπωση στο επίδικο του δημοψηφίσματος φούντωσε όλους τους φόβους για την επόμενη μέρα. Εκεί πάλι καραδοκούσε η ελπίδα πως ο κόσμος του ΟΧΙ, θα περιφρουρήσει την απόφασή του, να μη γίνει η ζωή μας άθυρμα και κλωτσοσκούφι, να μη ανασκαφεί η χώρα εκ θεμελίων και να μην ξεπουληθεί μέχρι δέκατης γενεάς.
Η ελπίδα πέθανε στα σπάργανα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως συνισταμένη πολλών συνιστωσών και πια προεδρικό κόμμα και μαγνήτης πολλών ξέμπαρκων, λιγούρηδων της εξουσίας, έδωσε το 62% του ΟΧΙ στα σκυλιά.
Το «ή εμείς ή αυτοί» έγινε εμείς κι εμείς, συμπεριλήφθηκε στην εναλλαγή ως βαλβίδα εκτόνωσης και το γραφικό δίπολο της νεοελληνικής πολιτικής ακινδυνότητας.
Το 62% του ΟΧΙ είδαμε την κωλοτούμπα του ακροβάτη, ήπιαμε το πικρό ποτήρι και μείναμε σε κάποιες θεωρητικές διαπιστώσεις, χωρίς πράξη, αναμασήσαμε τις επιφυλάξεις μας, κουρνιάσαμε αυτιστικά στα κουτάκια μας ή μείναμε αόρατοι στην πολιτική αστεγία μας.
Το να κατεβεί δηλαδή το 62% στους δρόμους και να πνίξει στη ροχάλα και τους ακροβάτες και τους λιγούρηδες και τις συνιστώσες και τους «μενουμε ευρω-πέη», έμεινε στην απλή σκέψη του λέγοντος και τυλίχτηκε σε κάμποσες κόλλες θεωρίας.
Καναπεδιαστήκαμε κλαψιάρικα και αφήσαμε όλες τις πλατείες και τους δρόμους να μοστράρουν τα τετραγωνικά τους μέτρα στα πωλητήρια.
Το ΟΧΙ αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του ΝΑΙ σε όλα. Στα μνημόνια, στις εκχωρήσεις, στη μετατροπή μας σε τάφρο των προσφύγων μπροστά από την πύλη των Βρυξελλών, σε ρεσεψιονίστα των mega βάσεων του ΝΑΤΟ, στο ξεπούλημα λιμανιών και αεροδρομίων, στο ατιμώρητο αλισβερίσι, στο φορομπηχτισμό.
Γι άλλο το στιχούργησε ο Λουδοβίκος των Ανωγείων κι αλλού πήγε.
Πριν ένα χρόνο η εκτονωτική, μεθοδευμένη εναλλαγή, όπως την ορίζουν τα off shore μαγειρεία, έκανε τον ολίγιστο των απέθαντων βρυκολάκων, ηγέτη – βασιλιά καρνάβαλο σ’ ένα γαϊτανάκι φασιστών, λαμόγιων, παιδεραστών και καντηλαναφτών.
Ακολούθησαν τα δέοντα. Άγρια καταστολή, πολύ άγρια όμως. Να εμπεδωθεί έως κεραίας ο εξευτελισμός και η διαπόμπευση. Έφοδοι και εντός του «οικογενειακού ασύλου». Κανένα άσυλο, ούτε προσφυγικό, ούτε οικογενειακό. Μόνο υπουργικό.
Τα Εξάρχεια να γίνουν χώμα και φόβος και να πουληθούν για ένα κομμάτι ψωμί.Τα νοσοκομεία να ρημαχτούν και να υποκατασταθούν από την «ατομική ευθύνη».
…Ο εξευτελισμός να είναι τέλειος.
Η εκπόρθηση να φτάσει ως τις ρίζες των βουνών.
Τι θέλουν και μπλέκονται στα πόδια μας κι αυτοί οι ποιητές; Ως τις ρίζες των βουνών, λοιπόν, που ξυρίζονται οι κορφές τους και μπαζώνονται τα ρουμάνια τους.
Να έρθουν οι γερμανικές ανεμοφτερούδες να κόβουν στα δυο τον ανυποψίαστο γυπαετό, με μια υπόκρουση του “Heil”.
Αυτός ο 3ος παγκόσμιος, πόσο πετυχημένος! Ούτε αίματα, ούτε ερείπια! Μια κατοχή με το γαντι! Η μπότα Βέρμαχτ με τακουνάκια και αλυσίδες από το sex shop του Βερολινέζικου κυκλώματος παιδοφιλίας.
Και να δρομολογηθούν επιτέλους οι Γερμανικές Αποζημιώσεις. Αποφασιστικά και χωρίς πολλά λόγια. Από την ανάποδη. Δεν έχει σημασία. 187 εκατομμύρια από το δημόσιο μπεζαχτά στα Γερμανικά ταμεία, για περιορισμένη λόγω πανδημίας κερδοφορια της Fraport που της χαρίσαμε όλα τα αεροδρόμια – φιλέτα. Το αναγκαστικό Κατοχικό δάνειο δηλαδή, πώς το δώσαμε;
Οι Natura να γίνουν τσιμέντο, το Ελληνικό να στεγάσει την πρώτη ιδιωτική πόλη πολυτελείας, με ηλεκτροφόρα περιμάντρωση και σεκιουριτάδες κι απ’ έξω να ξεχύνονται οι φαβέλες.
Και η ‘βαριά βιομηχανία’ κατηγορίας φτερού, θεού θέλοντος και covid επιτρέποντος να εκχωρήσει όλες τις μικρές μονάδες της στις πολυεθνικές του τουρισμού, όπου τα μεγάλα πακέτα επίσης φορούν Βέρμαχτ με τακουνάκια.
Ο Ιούλιος, είπαμε, είναι ο μήνας των ιστορικών μνημών, των μνημοσύνων, των αμνήμονων και της θερινής αμεριμνησίας.

Νίνα Γεωργιάδου