«Οι άνθρωποι μοιάζουν με λουλούδια στο τέλος» – 100 χρόνια από τη γέννηση του Τσαρλς Μπουκόφσκι

του Γιάννη Ανδρουλιδάκη

«Συχνά οι καλύτερες στιγμές της ζωής ήταν όταν δεν κάνεις απολύτως τίποτα, απλά κάθεσαι με μια σκέψη και τη μασουλάς ξανά και ξανά. Θέλω να πω, καταλαβαίνεις ας πούμε ότι όλα είναι μάταια, και την ίδια στιγμή δε μπορεί να είναι εντελώς μάταια, γιατί το συνειδητοποιείς ότι είναι μάταια και αυτή η συνείδηση της ματαιότητας σχεδόν δίνει ένα νόημα η ίδια. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω; Ένας αισιόδοξος πεσιμισμός».

Όταν ο Τσαρλς Μπουκόφσκι γράφει αυτό το απόσπασμα για το τελευταίο του μυθιστόρημα, το Pulp, είναι ήδη 73 χρόνων και του μένουν μόνο μερικές εβδομάδες ζωής. Και γράφει, ίσως, με τη φράση αυτή και με το βιβλίο όλο, έναν απολογισμό αυτής της ζωής ή μάλλον έναν αποχαιρετισμό προς όσους τον διάβασαν κι ακόμη προς όσους τον ταλαιπώρησαν και τους ταλαιπώρησε ανταλλάσσοντας λόγια και σκέψεις έξω από το πλαίσιο του κοινού τόπου που έχει την τάση να παίρνει πολύ στα σοβαρά τον εαυτό του. Αυτός ο αισιόδοξος πεσιμισμός, η συνείδηση της ματαιότητας που σχεδόν δίνει ένα νόημα η ίδια, είναι η βασική συμβολή του Μπουκόφσκι, μαζί με την τραχιά τρυφερότητα της χαλασμένης σάρκας καθώς ξεφεύγει από την παγίδα της εξιδανίκευσης, στην ιστορία της λογοτεχνίας και τελικά της ίδιας της σκέψης. Και ήταν και η ουσία της ίδιας της ζωής του κορυφαίου Αμερικανού μεταπολεμικού πεζογράφου και ποιητή, μιας ζωής που ξεκίνησε πριν από 100 χρόνια ακριβώς, στις 16 Αυγούστου του 1920.

ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Πρώτα δοκιμάζουν να σε τσακίσουν με την ανυπόφορη
φτώχεια
κι ύστερα δοκιμάζουν να σε τσακίσουν με τη μάταιη
φήμη.

Κι αν δεν σπάσεις
με κανένα από τα δύο
υπάρχουν οι φυσιολογικές μέθοδοι
όπως οι κοινές ασθένειες
που ακολουθούνται από έναν ανεπιθύμητο
θάνατο.

Οι περισσότεροι από μας ωστόσο σπάμε πολύ πριν
απ’ αυτό
όπως ήταν
κανονισμένο εξάλλου

Από σεισμό
κατακλυσμό
πείνα
οργή
αυτοκτονία
απελπισία
ή απλά
από σοβαρό έγκαυμα
στη μύτη
την ώρα που ανάβεις
το τσιγάρο σου
.

Ο Μπουκόφσκι και η λογοτεχνία του απέκτησαν ίσως υπερβολικά πολλά προσωνύμια, τα περισσότερα από τα οποία προσπαθούν χωρίς μεγάλη επιτυχία να κρύψουν την αμηχανία που προκαλούσε η γραφή του. Κάποιοι τον αποκάλεσαν «πορνογράφο» και άλλοι, έσπευσαν να τους διορθώσουν, λέγοντας ότι είναι «κάτι πολύ παραπάνω από αυτό». Κατά κάποιον τρόπο έχουν και οι μεν και οι δε άδικο. Οι «πορνογραφικές» εικόνες στα γραπτά του Μπουκόβσκι δεν στοχεύουν στην έξαψη του αναγνώστη, δεν είναι καν ακριβώς μια περιγραφή της δικής του έξαψης. Είναι κυρίως μια σπονδή στην πάντα ημιτελή προσπάθεια των ανθρώπων να συναντηθούν, μια προσπάθεια που στο έργο του έχει πάντοτε σωματικά χαρακτηριστικά, υπό την έννοια ότι η αποτυχία της βιώνεται σωματικά. Η αδυναμία των ανθρώπων να καταφέρουν κάτι καλύτερο από αυτό που πετυχαίνουν είναι ωστόσο ακριβώς αυτό που τους ορίζει ως ανθρώπους, με την πρωτόπλαστη έννοια, εξ ου και ο Μπουκόβσκι επανέρχεται ξανά και ξανά στην σεξουαλική τους επαφή. Η ίδια η ατέλεια είναι πηγή ηδονής, είτε πρόκειται για τις ατέλειες ενός σώματος είτε πρόκειται για τις ατέλειες μίας ολόκληρης ζωής.

Χαρακτηρίστηκε επίσης «ποιητής του περιθωρίου» ή «συγγραφέας της άλλης Αμερικής (sic)», τίτλους που πρέπει να είναι κανείς πολύ ευρωπαϊκά σοβαροφανής για να τους προτείνει. Ο Μπουκόβσκι αγνοεί την έννοια του περιθωρίου, πιθανόν τον κάνει να πλήττει. Αυτό που τον αφορά είναι να χρωματίσει την πραγματικότητα ακριβώς όπως είναι, με την γνώση ότι μπορείς να κάνεις τέχνη με κάτι άσχημο, χωρίς να το εξωραΐσεις –να κάτι που τον κάνει βαθύτατα Αμερικανό στη λογοτεχνία. Η έννοια του περιθωρίου του είναι ξένη, γιατί η σημασία της υπάρχουσας οριοθέτησης δεν δείχνει να τον αφορά –να κάτι που τον κάνει ενίοτε αντικοινωνικό- τον ενδιαφέρει ο σπαραγμός μέσα στην αδυναμία της ζωής να είναι κάτι άλλο και ο σπαραγμός της αποδοχής αυτής της κατάστασης: η συμφιλίωση με την ανθρώπινη μοίρα καθώς βιώνεται. Αυτή η σε γενικές γραμμές υπαρξιστική παραδοχή, δεν τον καθιστά υπαρξιστή, γιατί αντίθετα με τον υπαρξισμό που ξεκινά από την άρνηση της ουσιοκρατικής προσέγγισης, ο Μπουκόβσκι προσπερνά αυτό το στάδιο και εκκινεί άμεσα από το βίωμα. Χωρίς να το υμνολογεί, όπως ο καθόλου αγαπητός του Κέρουακ και χωρίς να το στήνει στο βάθρο των αισθήσεων, όπως ο Καμύ που τον βρίσκει κάπως τετράγωνο, αλλά απλά διαπερνώντας τον. Αυτό που τον μετατρέπει στον κατεξοχήν ποιητή της αστικής μεταπολεμικής νεύρωσης.


ΑΡΙΕΛ

Θεέ μου, Θεέ μου μεγαλοδύναμε
θα καταλήξουμε
στην άκρη ενός σχοινιού
μακριά από το Παρίσι
μακριά από τα πόδια που μας νοιάστηκαν
πάνω από τη χυδαιότητα
του βαμμένου πατώματος
το τηλέφωνο θα κτυπά
τα γράμματα θα έχουν απομείνει κλειστά
τα σκυλιά θα κατουράνε στον δρόμο

Άνδρες σπουδαιότεροι από μένα
κι απέτυχαν να τα βρουν με τη ζωή

Μακάρι να ‘χες γνωρίσει τον αδερφό μου, τον Μάρτυ
μοχθηρός, έξυπνος, αξιαγάπητος
μια χαρά τα πηγαίνει.

Τέλος, υπάρχει το ζήτημα της «φτηνής λογοτεχνίας», το οποίο συχνά εμπλέκεται με αυτό του σεξισμού στο έργο του Μπουκόφσκι. Η θεματολογία των έργων του Μπουκόφσκι είναι στον αντίποδα της αρχετυπικής πεζογραφίας, όπως διαμορφώθηκε στον 19ο αιώνα. Αν σε αυτήν την τελευταία ο στόχος είναι να διηγηθείς με έμφαση κάτι που συμβαίνει, η λογοτεχνία του Μπουκόφσκι τείνει να διηγείται χωρίς έμφαση κάτι που δεν συμβαίνει. Οι ήρωές του (που συχνά είναι αυτός ο ίδιος με το ψευδώνυμο Χανς Τσινάσκι), πίνουν, κοιμούνται, γαμιούνται, ψάχνουν να βρουν λεφτά για να τη βγάλουν, προσπαθούν να τη βγάλουν γενικά, είναι απαλλαγμένοι από μεγάλα όνειρα και προσπαθούν με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία να διαχειριστούν τα μικρά. Οι αποφάσεις που παίρνουν ίσως να μην παίζουν κανέναν απολύτως ρόλο σε οτιδήποτε έξω από αυτούς, καμιά φορά μπορεί να μην παίζουν ρόλο ούτε για τους ίδιους. Η τραγικότητά τους δεν προκύπτει από τη συνείδηση που γεννούν τα αποτελέσματα των πράξεών τους, αλλά αντίθετα: υπάρχει επειδή η συνείδηση προηγείται της πράξης και τα αποτελέσματα αυτής αναπαράγουν την κοινοτυπία. Ο ήρως του Μπουκόβσκι είναι ένας άνθρωπος που γεννήθηκε και έζησε στον 20ό αιώνα, των αιώνα των μεγάλων αφηγήσεων, πέρα από τις οποίες ο άνθρωπος δεν είχε νόημα και κατέληγε να βιώνει μια καταθλιπτική επανάληψη, έξω από τα γεγονότα. Αυτός ο άνθρωπος, που κατέληγε σκληρός, μαλθακός, γεμάτος διαφθορές ή αρετές,  βίαιος ή ειρηνικός, συνετός ή αλλόκοτος, περιγράφεται στα βιβλία του Μπουκόβσκι με απόλυτη τρυφερότητα, αντιμετωπίζεται –αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στην πλειονότητα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας- ως ον έλλογο και συναισθηματικό και στις ανάγκες του βουτάμε, όπως βουτά κανείς το κεφάλι του στο κρύο νερό μετά από ένα γερό μεθύσι.

Ο ανθρωπότυπος αυτός είναι μακριά από τον «κοινό άνθρωπο» για τον οποίον κατά κόρον μίλησαν οι αριστερόστροφοι πολιτικοί της Αμερικής μετά τον πόλεμο, ο οποίος θέλει απλά να ζει από τη δουλειά του και για τον οποίον ο Μπουκόβσκι έχει μεγάλες επιφυλάξεις, τις οποίες εκφράζει και με τον περίφημο στίχο: «να φοβάστε τον μέσο άνδρα/ να φοβάστε τη μέση γυναίκα/ η αγάπη τους είναι μέτρια/ αλλά υπάρχει μεγαλοφυΐα στο μίσος τους», στο ποίημά του Η μεγαλοφυΐα του πλήθους. Ο άνθρωπος του Μπουκόφσκι είναι οικείος, αλλά δεν είναι κοινός.

Αν η λογοτεχνία του Μπουκόφσκι είναι «φτηνή» αυτή είναι μια κρίση που αφορά τη ζωή του περιφρονημένου ανθρώπου ή του προλετάριου κατά τον 20ό αιώνα (στην Ευρώπη θα τον ανακαλύψουμε μετά τον πόλεμο). Η αποτυχία του 20ού αιώνα όμως, είναι κατεξοχήν η αποτυχία του να συμπεριλάβει αυτόν τον άνθρωπο στις μεγάλες αφηγήσεις του, οι οποίες παρέμειναν ακλόνητα τοποθετημένες στον 19ο αιώνα.  Σύμφωνα με αυτή την άρρητη αντίληψη ο 19ος αιώνας είναι ένας αιώνας με περισσότερο πάθος από τον 20ό. Αυτό είναι κάτι που συζητιέται. Το βέβαιο είναι ότι οι μεγάλες αφηγήσεις του 19ου αιώνα, στέκονται απαθής απέναντι στον συρρικνωμένο άνθρωπο του 20ού, στον οποίον η πεζογραφία του Μπουκόβσκι αποδίδει όλο του το πάθος, όλη τη λαγνεία της ανεπάρκειας.

Ο Μπουκόβσκι είναι περισσότερο λάγνος παρά σεξιστής. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι η οπτική του απέναντι στις γυναίκες είναι συχνά η οπτική ενός στρέιτ άνδρα που αντλεί ηδονή από αυτές –έτσι ώστε δεν θα έστεκε εύκολα σε ένα σύγχρονο εγχειρίδιο φεμινισμού. Από την άλλη, η περιγραφή αυτής της σχέσης είναι για τον Μπουκόβσκι επίσης και η περιγραφή μιας αναπηρίας, προερχόμενη εν μέρει από την αδύναμη εικόνα της μητέρας του και εν μέρει από τη γενικότερη παρακμή της εποχής μετά την κρίση, η οποία καθιστά τα πρώτα του γυναικεία πρότυπα ένα είδος ξεπεσμένου συμβόλου στις οικογενειακές αυτοκρατορίες υπό κατάρρευση. Ακόμα και κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης, ο Μπουκόφσκι διατηρεί τον ρόλο του ηδονοβλεψία περισσότερο από εκείνον του αναβάτη. Η σεξουαλική επαφή δεν αποτελεί στοιχείο ολοκλήρωσης, αλλά επιβεβαιώνει την αδυναμία ολοκλήρωσης. Ακριβώς επειδή η διαρκής ανεπάρκεια του ανθρώπου των μεγαλουπόλεων στον 20ό αιώνα (και ίσως θα ήταν δίκαιο να προσθέσουμε εδώ, του άνδρα των μεγαλουπόλεων) σωματοποιείται και βιώνεται σωματικά, το σεξ αποτελεί τη διαρκή της υπενθύμιση. Την σεξουαλική αποτυχία, ο Μπουκόβσκι τη μοιράζεται δίκαια και ίσα με τις σεξουαλικές συντρόφους του: αποφεύγει να την χρεώσει σε αυτές όσο και να την κρατήσει εγωιστικά για τον εαυτό του μόνο. Αυτό το τελευταίο, αποτελεί μια βαθιά ελευθεριακή αποστροφή του, σε έναν κόσμο που για πρώτη φορά στην ιστορία έχει μετατρέψει τη σεξουαλική πράξη σε κριτήριο επιτυχίας και έχει εγκαταστήσει τον ανταγωνισμό στα κρεβάτια των ανθρώπων. Να λοιπόν, πώς η φτηνή λογοτεχνία και η ηδονοβλεψία επιστρέφουν στην ανθρώπινη ύπαρξη του 20ού αιώνα και στον συγκινητικό της αγώνα να μην είναι περιττή.


ΓΥΝΑΙΚΑ

αυτό το πρόσωπο σαν πιατάκι
στολισμένο με τα πάντα

όπως κρατιόμαστε στόμα με στόμα
με μηχανική χαρά.
τα χέρια μου φλέγονται με τις άριες
αλλά σκέφτομαι βιβλία
ανατομίας
και πέφτω από σένα
όπως τα έθνη καίγονται από θυμό

να ανακάμπτουμε από το πιο αξιολύπητο λάθος
και να ξαναφτιαχνόμαστε, αυτό είναι
απώλεια και επαναφορά
μέχρι να μας μαζέψουν

η δόξα ενός απογεύματος Σαββάτου
όπως δαγκώνεις ένα παλιό ροδάκινο
και περπατάς στο δωμάτιο
βαριά από όλα
εκτός από τον έρωτά μου

Ο Μπουκόφσκι γεννήθηκε στο Άντερναχ, μια μικρή γερμανική κωμόπολη στις όχθες του Ρήνου. Η μητέρα του ήταν Γερμανίδα, ο πατέρας του ήταν Αμερικανός που ξεχάστηκε στη Γερμανία μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στον οποίον οι ΗΠΑ συμμετείχαν προς το τέλος. Η γέννηση του Μπουκόφσκι έρχεται δύο χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Άλλα δύο χρόνια αργότερα, η οικογένεια θα επιστρέψει στην Αμερική και θα εγκατασταθεί στο Λος Άντζελες. Ο πατέρας του Μπουκόφσκι, μορφή που τον κατατρέχει μέχρι το τέλος της ζωής του, θα είναι ένα από τα θύματα της οικονομικής κρίσης του 1929. Θα μείνει χωρίς δουλειά, θα κάθεται πάρα πολλές ώρες στο σπίτι, θα ηθικολογεί ασταμάτητα, προσπαθώντας να επιβάλει μια υπερσυντηρητική αντίληψη για τη ζωή στο σπίτι του και θα γίνεται συχνά βίαιος. Η μητέρα του θα προσχωρήσει στον υπερσυντηρητισμό του άντρα της και θα επιχειρεί να «νοικοκυρέψει» το αποτυχημένο σπίτι. Οι δύο γονείς θα σημαδέψουν τον τρόπο που ο Μπουκόφσκι αντιλαμβάνεται τα δύο φύλα, ενίοτε ως αντεστραμμένα είδωλα.

Η εφηβεία του θα είναι γεμάτη από ασήμαντες αποδράσεις, στις οποίες θα φροντίζει να δίνει χρώμα με λέξεις και κυβιστικές αναπαραστάσεις για να πάρουν σχήμα. Θα σημαδευτεί επίσης από την έντονη ακμή του προσώπου του, το οποίο θα γεμίσει σπυριά που θα του αφήσουν για πάντα ένα πρόσωπο σκαμμένο, σχεδόν παραμορφωμένο. Για τα παιδικά του χρόνια, την εφηβεία του, αλλά και τα χρόνια του στο πανεπιστήμιο, όπου θα αναπτύξει έναν πρώτο ιδιότυπο μηδενισμό, ο Μπουκόφσκι θα μιλήσει στο μυθιστόρημά του HumonRye[ελληνική μετάφραση Τοστ Ζαμπόν], που θα κυκλοφορήσει το 1982.

Θα γράφει ασταμάτητα και από μικρός. Τα χειρόγραφά του θα έχουν μια εντελώς ιδιότυπη μορφή, τα γράμματα θα είναι εντελώς άνισα και ανισόπεδα, δεν θα τηρούνται ορθογραφικοί κανόνες, θα απουσιάζουν τα σημεία στίξης. Η σεξουαλικότητα είναι από την αρχή ένα βασικό θέμα των κειμένων του, που στηρίζονται σε μια λαγνεία προς την απώλεια. Οι γυναίκες που συγκινούν τον Μπουκόφσκι μοιάζουν με ιέρειες της παρακμής, που περιφρονούν την αμερικανική εμμονή με την δύναμη: είναι παχύσαρκες, έχουν στραβά δόντια, φοράνε άτσαλα φτηνές ρόμπες, μεθάνε. Ενίοτε είναι οι μανάδες των φίλων του. Η δική του μητέρα θα γίνει –κατά τύχη- ο πρώτος αναγνώστης των πρωίμων γραπτών του Μπουκόφσκι και το σοκ της θα είναι μεγάλο. Τα πρώτα γραπτά του Τσαρλς θα καταλήξουν στη μηχανή κουρέματος του γκαζόν για να καταστραφούν ολοσχερώς.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίον θα αποφύγει, θα καταλήξει να κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού, συνηθέστερα εκείνη του ταχυδρομικού υπαλλήλου. Και για αυτό το κομμάτι της ζωής του θα μιλήσει, στα βιβλία Post Office [Ταχυδρομείο] και Factotum [Ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές], το 1971 και το 1975. Η ζωή του περιλαμβάνει πολύ γράψιμο, το οποίο περνάει σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητο, με εξαίρεση κάποια εναλλακτικά λογοτεχνικά φανζίν, πολύ αλκοόλ (το οποίο θα του προσφέρει μια πρώιμη γεύση του θανάτου, όπως θα την αναφέρει στο ποίημά του How to be a good writer), πολλές γυναίκες, η σχέση με τις οποίες θα είναι πάντα μια διαπάλη με την αρνητική εικόνα της μητέρας του, και κάμποσο ιππόδρομο, τον οποίον ο Μπουκόφσκι θα επισκέπτεται ασταμάτητα και θα καμαρώνει ότι έχει βρει ένα δικό του σύστημα για να συμπληρώνει το εισόδημά του.


ΠΩΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

χρειάζεται να γαμηθείς με έναν μεγάλο αριθμό γυναικών
όμορφων γυναικών
και να γράψεις μερικά ανεκτά ερωτικά ποιήματα


και να μη σε νοιάζει ο χρόνος
και τα νέα ταλέντα που βγαίνουν


πίνε απλά περισσότερη μπύρα
ολοένα και περισσότερη μπύρα


να επισκέπτεσαι τον ιππόδρομο μια φορά την εβδομάδα
και να κερδίζεις
όσο γίνεται


το να μάθεις να κερδίζεις είναι δύσκολο
κάθε κόπανος μπορεί να γίνει ένας καλός χαμένος


και μην ξεχνάς τον Μπραμς σου
και τον Μπαχ σου
και τη μπύρα σου


μην ασκείσαι πολύ

να κοιμάσαι ως το μεσημέρι

απέφυγε να πληρώνεις με πιστωτικές κάρτες
ή πλήρωνε τα πάντα στην ώρα τους


να θυμάσαι ότι δεν υπάρχει σε αυτό τον κόσμο
κανένας κώλος που να αξίζει πάνω από $50
(σε ισοτιμίες του 1977)


κι αν έχεις την ικανότητα να αγαπάς
αγάπα πρώτα τον εαυτό σου

αλλά πάντα να έχεις το νου στην πιθανότητα
μιας ολοκληρωτικής αποτυχίας
ανεξάρτητα αν αυτή θα είναι δίκαιη
ή άδικη


μια πρώιμη γεύση θανάτου δεν είναι αναγκαστικά
κάτι κακό


μείνε μακριά από εκκλησίες και μπαρ και μουσεία
και σαν την αράχνη να είσαι
υπομονετικός-

ο χρόνος είναι του καθενός ο σταυρός,
κι ακόμα
η εξορία του
η ήττα του
η προδοσία του


όλα αυτά τα κέρατα.

μείνε με τη μπύρα
η μπύρα είναι το διαρκές αίμα
ο διαρκής έρωτας

πάρε μια μεγάλη γραφομηχανή
κι όπως τα ποδοβολητά ακούγονται
έξω από το παράθυρό σου

έτσι να χτυπάς αυτό το πράγμα
χτύπα το δυνατά


κάντο να μοιάζει με μάχη πυγμαχίας βαρέων βαρών
κάντο να μοιάζει με τον ταύρο όταν μπαίνει στην αρένα

και θυμήσου όλα τα παλιόσκυλα
που το πάλεψαν καλά:
τον Χέμινγουεϊ, τον Σελίν, τον Ντοστογιέσφκι, τον Χάμσουν


Αν νομίζεις ότι αυτοί δεν τρελάθηκαν
μέσα σε μικροσκοπικά δωμάτια
όπως εσύ τώρα


χωρίς γυναίκες
χωρίς φαγητό
χωρίς ελπίδα


τότε δεν είσαι έτοιμος.

πιες κι άλλη μπύρα.

υπάρχει χρόνος

κι αν δεν υπάρχει
και πάλι δεν πειράζει.  

Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950, έχει αποκτήσει μια πρώτη μικρή φήμη σε εναλλακτικούς λογοτεχνικούς κύκλους, δημοσιεύει τη στήλη Notesofadirtyoldman στην εφημερίδα Open City του Λος Άντζελες και θα αρχίσει να έχει μια μικρή επιτυχία στην Ευρώπη –όχι τέτοια που να του επιτρέπει να ζει από αυτήν. Τα κείμενά του στην Open City θα δημοσιευθούν δέκα χρόνια αργότερα σε βιβλίο, το οποίο στα ελληνικά κυκλοφορεί με τον τίτλο Σημειώσεις ενός πορνόγερου –μία από τις πρώτες μεταφραστικές ατασθαλίες που έχει υποστεί ο Μπουκόβσκι στα ελληνικά.

Το 1969 ένας μεσαίος εκδότης, ο Τζον Μάρτιν, ενθουσιασμένος από τα ποιήματα και τα πεζά του, θα προσφέρει στον Μπουκόφσκι $100 τον μήνα εφ όρου ζωής, προκειμένου να μη χρειάζεται να δουλεύει και να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Ο Μπουκόφσκι θα εγκαταλείψει τότε τη θέση του στο ταχυδρομείο και θα ξεκινήσει να ζει γράφοντας. Τα πεζά του κείμενα θα αποκτήσουν με τα χρόνια έναν ισχυρό σαρκασμό, στα όρια του κυνισμού, για την ανθρώπινη ύπαρξη, την ώρα που η ποίησή του θα αποτελεί μια ομολογία της πηγής αυτού του σαρκασμού, αφήνοντας ελεύθερη να διαφανεί τη μελαγχολία για τη ματαίωση μιας τρυφερότητας που έμαθε να κρύβεται. Η φήμη του θα μεγαλώσει, πάντα περισσότερο στην Ευρώπη παρά στην ίδια τη χώρα του, και μαζί θα καλλιεργηθεί και ένας ιδιότυπος μύθος, του μπεκρή συγγραφέα που διηγείται τη ζωή του στο περιθώριο. Χωρίς ποτέ να αναπτύξει την παραμικρή πολιτική θέση, ο Μπουκόφσκι θα δημιουργήσει ένα έργο μανιφέστο ενάντια στη συνθήκη του ανταγωνισμού, την οποία αντιλαμβάνεται ως άσκοπη, αντιανθρώπινη και γελοία ταυτόχρονα. Η αναφορά του στον θάνατο είναι συχνή, πάντα με την επισήμανση ότι αυτός οφείλει να έρχεται όχι ως κατάληξη αλλά ως αποτέλεσμα της ζωτικότητας -όπως το περιγράφει η πολύ διάσημη φράση του «βρες αυτό που αγαπάς και άφησέ το να σε σκοτώσει».

Το 1976, σχετικά γνωστός πια, θα γνωρίσει τη Λίντα Λι Μπέιγκ και θα ζήσει μαζί της μέχρι το τέλος της ζωής του, αρκετά πιο ήρεμος και εξαιρετικά παραγωγικός. Σε αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής του θα γράψει τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του [πέρα από το Hum on Rye και το Pulp, θα γράψει επίσης το Women (ελ. μτφ. Γυναίκες), το Hot Water Music (ελ. μτφ. Η πόλη των Αγγέλων) και το Hollywood], θα γράψει κινηματογραφικά σενάρια, θα δώσει αναρίθμητες διαλέξεις (δημιουργώντας την κάπως τυποποιημένη εικόνα του συγγραφέα που μιλά κρατώντας ένα μπουκάλι κρασί) και θα γνωριστεί με πάρα πολλούς νέους συγγραφείς και ποιητές που τον αναγνωρίζουν ως βασικό εκπρόσωπο της μεταπολεμικής λογοτεχνίας.


ΤΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ

Υπάρχει ένα σπουργίτι στην καρδιά μου και θέλει να βγει έξω
αλλά είμαι πολύ σκληρός για αυτό
του λέω, θα μείνεις μέσα
δεν θα αφήσω κανέναν να σε δει

Υπάρχει ένα σπουργίτι στην καρδιά μου και θέλει να βγει έξω
αλλά του ρίχνω ουίσκι και καπνό για να εισπνέει
και οι πόρνες, οι μπάρμαν και οι υπάλληλοι των μαγαζιών
δεν ξέρουν ποτέ ότι είναι εκεί

Υπάρχει ένα σπουργίτι στην καρδιά μου και θέλει να βγει έξω
αλλά είμαι πολύ σκληρός για αυτό
του λέω
κάτσε κάτω, τι θες, να τα κάνεις όλα σκατά;
θες να γαμήσεις όλη τη δουλειά μου;
θες να διαλύσεις τις πωλήσεις βιβλίων μου στην Ευρώπη;

Υπάρχει ένα σπουργίτι στην καρδιά μου
αλλά είμαι πολύ έξυπνος, το αφήνω να βγει έξω μόνο καμιά φορά τη νύχτα
όταν όλοι κοιμούνται
του λέω, το ξέρω ότι είσαι εκεί
μην είσαι τόσο θλιμμένο
και μετά το βάζω πίσω
αλλά τραγουδάει λιγάκι εκεί, δεν το έχω αφήσει να πεθάνει τελείως
και κοιμόμαστε μαζί έτσι με αυτή
τη μυστική συμφωνία μας
και αυτό είναι αρκετό για να κάνει έναν άνδρα
να σπαράζει.

Αλλά εγώ δεν σπαράζω.
Εσύ;

Ο Μπουκόβσκι θα πεθάνει ήσυχος και διάσημος στο κρεβάτι ενός δημόσιου νοσοκομείου της Καλιφόρνια στις 9 Μαρτίου του 1994, λίγο πριν κλείσει τα 74 χρόνια του. Ο θάνατός του δεν αντιστοιχεί σε αυτό που θα φανταζόταν κανείς καθώς διαβάζει τη ζωή του, αποτελεί ωστόσο αποτέλεσμα της δικής του ζωτικότητας, που αφιερώθηκε στον πρώτο ανθρώπινο κώδικα, τα λόγια. Υπερήφανος εκπρόσωπος μιας εποχής που δεν είχε πολλά για να υπερηφανεύεται, κατηγορείται για φυγή κι όμως είναι κατ’ εξοχήν ο συγγραφέας που αρνείται τη φυγή και επίμονα μιλά για την πικρή, χωρίς νοήματα και σπαρακτικά μοναχική εποχή του, για τον 20ό αιώνα που ματαίωσε όλα τα μεγάλα σχέδια και κατέστησε τον άνθρωπο κομπάρσο σε μια μηχανή που γυρίζει χωρίς λόγο. Γι’ αυτό ήταν ο σημαντικότερος επί της αρχής συγγραφέας του 20ού αιώνα, αυτού του γελοίου, ανήμπορου και αποτυχημένου αιώνα, που με τρυφερότητα πρέπει να τον κάνουμε τη βάση για την εκτόξευση του ανθρώπου έξω από την θλιβερή αστική νευρωτική μονοτονία στην άγρια χαρά μια δημιουργικής εποχής. Μιας εποχής που οι ήρωες του Μπουκόφσκι θα αναζητούν αυτό που αγαπούν για να το αφήσουν να τους σκοτώσει, χωρίς η λαγνεία τους να κινδυνεύει από το αυστηρό βλέμμα του προϊστάμενου.


ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ
Οι καλοί άνθρωποι σώζουν τον κόσμο
έτσι ώστε καθάρματα όπως εγώ να συνεχίζουν να κάνουν τέχνη
και να γίνονται αθάνατοι.

Αν το διαβάζεις αυτό ενώ έχω πεθάνει
σημαίνει ότι το κατάφερα.
  • Οι μεταφράσεις των ποιημάτων έγιναν από τον συντάκτη του άρθρου
  • galopar.gr/