Μπορούμε να επιβιώσουμε χωρίς ανάπτυξη;

Του Γιώργου Αλοίμονου

Μεγάλο στοίχημα η μείωση του πολλαπλασιαστή της ανισότητας

Από τις αρχές της δεκαετίας του1970 ειδικοί είχαν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για την ασυμβατότητα της ανάπτυξης με τις αντοχές του πλανήτη. Δεν ήταν η οικολογία το πρώτο τους μέλημα, απλώς η προοπτική γενικότερης κατάρρευσης της οικονομίας και του ευρύτερου χώρου όπου αυτή λειτουργεί.

Η μελέτη είχε τον τίτλο «Οι περιορισμοί της ανάπτυξης» και αναπτύχθηκε από ειδικούς του «Κλαμπ της Ρώμης» το 1972. Με αυτήν, σχεδόν 50 χρόνια πριν, οι ειδικοί είπαν: «Είτε πατάτε το φρένο στην έξαλλη ανάπτυξη χωρίς σχεδιασμό είτε θα καταβαραθρωθούμε». Δηλαδή «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε». Ως κοινωνία, ως οικονομία, ως πλανήτης.

Η μελέτη δέχτηκε σφοδρή κριτική τότε, αλλά κάποιοι είδαν την αλήθεια που έκρυβε. Ήταν μια άσκηση μέλλοντος με τα στοιχεία του παρόντος. Μάλιστα ένας γεωλόγος, όπως αναφέρει το grist.com, καταθέτοντας ενώπιον του Κογκρέσου δήλωσε: «Όποιος πιστεύει στην αέναη ανάπτυξη είναι είτε διαταραγμένος είτε οικονομολόγος».

Τα χρόνια πέρασαν, ο υπερπληθυσμός πνίγει τη Γη, προκαλεί πανδημίες, πολλαπλασιάζει τις ανισότητες και πλήττει – ως επί το πλείστον – τη Δύση. Κάποιοι προοδευτικοί ψελλίζουν το αφήγημα της «πράσινης ανάπτυξης», αλλά ελάχιστοι κατανοούν ότι δεν χρειάζεται ένα επίθετο δίπλα στη λέξη «ανάπτυξη» αλλά επανορισμός της, όπως και στη λέξη «δημοκρατία». Όλα αυτά την εποχή που ο Πρόεδρος Τραμπ επιτρέπει την εκμετάλλευση του Αρκτικού Κύκλου.

Η βία των λογιστών

Τι περιλαμβάνει ο όρος ανάπτυξη; Για πολλούς είναι άμεσα συνδεδεμένος με την παραφροσύνη του «περισσότερου», της μανίας που μετράει την επιτυχία ποσοτικά και όχι ποιοτικά, την παραφροσύνη ότι, εν τέλει, εν το πολλώ το ευ.

Οι οπαδοί της «παύσης της ανάπτυξης» ανέπτυξαν αρκετά και πειστικά εργαλεία σκέψης για να πείσουν, αλλά δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από την παγίδα του εξτρεμισμού. Αυτή η παγίδα τους αποξένωσε και επίτρεψε στους αντιπάλους τους να τους πολιτογραφήσουν ως «ακραίους επαναστάτες που απλώς ξέρουν να δημιουργούν φασαρία».

Η βία αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της οικονομικής μας πραγματικότητας. Με την οικονομία της αγοράς να αποτελεί τον βασικό τρόπο έκφρασης, όλα γίνονται με τη λογική της επιβολής από την ελίτ των λογιστών. Δεν θα ξεχάσει κανείς την επιβολή του δόγματος Σόιμπλε, τον ρόλο του ΔΝΤ, μαζί με τους «ψευτο-προοδευτικούς», που νομίζουν ότι ο πλανήτης θα σωθεί με χάρτινα καλαμάκια και υβριδικά αυτοκίνητα.

Η βία συνεχίστηκε με την αλλοίωση της δημοκρατίας με επικεφαλής την τραμπική ιδεολογία, που, επί της ουσίας, είναι η απάντηση των ακραίων θιασωτών της οικονομίας της αγοράς: καλύτερα ψεκασμένοι στην εξουσία, αρκεί να συνεχιστή η αέναη ανάπτυξη. Χωρίς ποιοτικά κοινωνικά χαρακτηριστικά, χωρίς δυνατό δημόσιο τομέα για τους πολίτες και με το κράτος λάφυρο για καιροσκόπους.

Και τώρα;

Το ερώτημα παραμένει: Μπορεί η παγκόσμια οικονομία – αυτός ο γιγαντιαίος κινητήρας, που έχει περάσει αιώνες απορροφώντας ορυκτά καύσιμα και «φτύνοντας» υλικά αγαθά – να διαχωριστεί από την καταστροφή του περιβάλλοντος;

«Ιστορικά οι μεγάλες βιομηχανίες βασίστηκαν στον άνθρακα και το πετρέλαιο – και έτσι η ρύπανση, ιδίως οι εκπομπές άνθρακα, ακολούθησε τη μεγέθυνση της οικονομίας. Κατά τη διάρκεια της ύφεσης, όπως η Μεγάλη Ύφεση, οι εκπομπές μειώνονται – μερικές φορές απότομα, αλλά μόνο για να εκτιναχθούν όταν η οικονομία αποκαθίσταται.

Πάρτε την πανδημία της Covid-19: Στη διάρκεια της καραντίνας τον Απρίλιο οι εκπομπές άνθρακα παγκοσμίως μειώθηκαν κατά 17%. Μέχρι τα μέσα Ιουνίου, ωστόσο, καθώς τα αυτοκίνητα επέστρεψαν στους δρόμους της πόλης και οι επιχειρήσεις άνοιξαν ξανά προσεκτικά, οι εκπομπές είχαν σχεδόν επιστρέψει στα προ-πανδημικά επίπεδα» αναφέρει αναλυτής στο gist.com.

Με τη φτώχεια τι θα γίνει;

Οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης, φυσικά, δεν μπορούν να αγνοήσουν την παγκόσμια φτώχεια. Στην πραγματικότητα πολλοί πιστεύουν ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες θα πρέπει να συνεχίσουν να μεγαλώνουν για να απομακρύνουν τους πληθυσμούς τους από τη φτώχεια, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι οι εκπομπές τους αυξάνονται. Για να εξισορροπήσει τον αντίκτυπο στο σύνολο του πλανήτη, ο Τζέισον Χίκελ, ένας ανθρωπολόγος στο London School of Economics, αναφέρει ότι οι πλουσιότερες χώρες θα έπρεπε να κάνουν περισσότερα με λιγότερα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, παράγουν περίπου 65.000 δολάρια οικονομικών αγαθών και υπηρεσιών ανά άτομο. «Φανταστείτε να μειώσετε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ των ΗΠΑ σε λιγότερο από το μισό του σημερινού μεγέθους του σε πραγματικούς όρους» έγραψε ο Χίκελ αναφερόμενος στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, το κυρίαρχο μέτρο οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό θα έφερνε τους Αμερικανούς σχεδόν ισοδύναμους με τους Ευρωπαίους.

«Ζω στην Ευρώπη» πρόσθεσε ο Χίκελ. «Δεν είναι ακριβώς μια δυστοπία».

Με λίγα λόγια, σε ένα πολυδυναμικό οικονομικό σύστημα, που έχει «μεταλλαχθεί» από την ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση, η άσκηση είναι πολυπαραγοντική. Δηλαδή, εντάξει να μην θέλουμε την ανάπτυξη ως αυτοσκοπό, αλλά τι θα γίνει με την παγκόσμια φτώχεια; Πώς θα ακυρώσουμε ή, έστω, θα μειώσουμε τον πολλαπλασιαστή της ανισότητας, η οποία προσφέρει απλόχερα δυστυχία και γεννά ακρότητες, ψεκασμένα αδιέξοδα και ψευδοδιλήμματα προοδευτικού αμοραλισμού;

Εδώ λοιπόν αρχίζει η ανάγκη να ανακαλυφθεί το «εμβόλιο» για την πανδημία της φτώχειας που γέννα τους Τραμπ, τους φονιάδες στο όνομα της θρησκείας, αυτούς που δεν θέλουν τη γνώση και την πρόοδο. Κάποιοι λένε ότι είναι εφικτό, αλλά δεν είναι ασφαλές για τις αντοχές του συστήματος. Δηλαδή; Ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε…

Ποντίκι