Μετά την ήττα του ΔΣΕ (29-30 Αυγούστου 1949)

Ο Εμφύλιος πόλεμος ήταν μια μεγάλη δοκιμασία για το λαό μας. Τον πόλεμο αυτό τον επέβαλαν οι Αγγλοαμερικανοί για να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους στην Ελλάδα, τη Μεσόγειο και η κυρίαρχη τάξη της χώρας μας με τους πολιτικούς της εκφραστές για να κρατηθεί στην εξουσία, στηριζόμενη στις ξένες μεγάλες δυνάμεις.

Στις 29-30 του Αυγούστου 1949 έγιναν οι τελευταίες μάχες στο Γράμμο ανάμεσα στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας και τις κυβερνητικές δυνάμεις. Μετά και από την τελευταία μάχη που δόθηκε στο Κάμενικ, το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ παίρνει την οριστική απόφαση για υποχώρηση. Μετά από έναν τρίχρονο τιτάνιο, δίκαιο μα άνισο αγώνα, ο ΔΣΕ ηττήθηκε και αναγκάστηκε να υποχωρήσει συντεταγμένα προς τη Λ. Δ. Αλβανίας.

Μια συνοπτική περιγραφή των όσων ακολούθησαν, μετά την ήττα του ΔΣΕ, μας δίνει ο Νίκος Κυρίτσης στο βιβλίο του “Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας – Βασικοί σταθμοί του αγώνα” (εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006), απ’ όπου και το απόσπασμα που ακολουθεί.

***

Μετά τη λήξη του Εμφύλιου πολέμου, ακολουθήθηκε στη χώρα μας το γνωστό μετεμφυλιακό καθεστώς της βίας και τρομοκρατίας. Όχι απλώς διατηρήθηκαν, αλλά ανασυγκροτήθηκαν κι ενισχύθηκαν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί. Αμέσως μετά το 1949, δημιουργήθηκαν τα Τάγματα Εθνικής Αμύνης (ΤΕΑ) για να τρομοκρατούν τον πληθυσμό στα χωριά.

Τα στρατοδικεία λειτουργούσαν, σε ισχύ βρίσκονταν αντιλαϊκοί νόμοι και ψηφίσματα όπως ο 509 του 1947 και ο μεταξικός νόμος περί κατασκοπίας που δε λειτούργησε ούτε επί δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, ούτε στην Κατοχή μα και ούτε στον Εμφύλιο πόλεμο, αλλά ενεργοποιήθηκε μετά τη λήξη του.

Το Συμβούλιο της Επικράτειας αποφάσισε να τηρηθεί η «ανταρσία» και μετά τον Εμφύλιο πόλεμο όπως και έγινε, συνεχιζόταν και μετά το 1962.

Στις φυλακές και στις εξορίες κρατούνταν χιλιάδες αγωνιστές που είχαν δικαστεί νωρίτερα και άλλοι που συλλαμβάνονταν μετά το 1949. Οι εκτελέσεις συνεχίζονταν και προστέθηκαν άλλοι δίπλα στις έξι χιλιάδες εκτελεσμένους. Ανάμεσά τους ήταν ο Ν. Μπελογιάννης, ο Ν. Πλουμπίδης.

Η τελευταία επίσημη εκτέλεση ήταν του Χρήστου Καρανταή και έγινε την Πρωτομαγιά του 1955.

«Με 136 Βασιλικά Διατάγματα, αφαίρεσαν την ελληνική ιθαγένεια από 22.266 Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, με το αιτιολογικό της δήθεν “αντεθνικής δράσεως εις το εξωτερικόν”. Τα 83 από τα διατάγματα αυτά (για 20.529 άτομα) εκδόθηκαν την περίοδο 1955-1963, όταν την Ελλάδα κυβερνούσε ο κ. Καραμανλής, με το τότε κόμμα του.

Η ιθαγένεια αφαιρέθηκε ομαδικά, “στα τυφλά”, ακόμα και από ανθρώπους που είχαν σκοτωθεί στον εμφύλιο πόλεμο, ακόμα και από “αβάπτιστα” βρέφη, όπως επί λέξει αναφερόταν σε κείνα τα διατάγματα. Και είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου είχε αφαιρεθεί η ιθαγένεια από 124 άτομα, μετά τον τερματισμό του αφαιρέθηκε από 22 χιλιάδες και πάνω.

Το 1962, δεκατρία χρόνια μετά την κατάπαυση του εμφύλιου πολέμου, ειδικό νομοθετικό διάταγμα της τότε κυβέρνησης του κ. Καραμανλή, το 4234/62, όριζε ότι οι Έλληνες που βγήκαν έξω από τα σύνορα της χώρας χωρίς διαβατήριο, και οι γυναίκες και τα παιδιά τους, απαγορεύεται να ξαναμπούν στο ελληνικό έδαφος.»

Η αφαίρεση ιθαγένειας από Έλληνες πολίτες, που άρχισε το 1950 γινόταν όχι μόνο από αγωνιστές του ΔΣΕ μα και από παιδάκια, και η πολιτική αυτή συνεχίστηκε επί δεκαετίες.

Οι υλικές καταστροφές του Εμφύλιου πολέμου, η υποταγή της οικονομίας στις πολεμικές ανάγκες του αστικού κράτους και τα αντιλαϊκά μέτρα της κυβέρνησης χειροτέρεψαν την κατάσταση των εργαζομένων. Άρχισε το μεγάλο κύμα της μετανάστευσης, κατά το οποίο στα χρόνια 1946-1977 μετανάστευσαν μόνιμα από την Ελλάδα 1.282.502 άτομα.

Οξύνθηκε η πολιτική και οικονομική εξάρτηση της Ελλάδας από τις ΗΠ Α και εδραιώθηκε η κυριαρχία των Αμερικανών. Οι ΗΠΑ, στα πλαίσια των στρατηγικών τους επιδιώξεων, ήθελαν την Ελλάδα βάση ενάντια στις Λαϊκές Δημοκρατίες και τη Σοβιετική Ένωση. Η πολιτική αυτή υλοποιούνταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η συμπόρευση της ελληνικής ολιγαρχίας με τα ιμπεριαλιστικά σχέδια προχωρούσε γρήγορα. Τον Οκτώβρη του 1950, με απόφαση της κυβέρνησης, στάλθηκε ελληνικός στρατός να πολεμήσει κατά της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Κορέας.

Στο διάστημα 1950-1955 στάλθηκαν στην Κορέα 10.225 στρατιώτες, υπαξιωματικοί και αξιωματικοί του ελληνικού στρατού και 9 αεροπλάνα. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, οι απώλειες στην Κορέα του ελληνικού σώματος ήταν 183 νεκροί, 610 τραυματίες, 12 νεκροί της αεροπορίας και κατεστραμμένα 4 αεροπλάνα. Την πολιτική της υποτέλειας και της εξάρτησης της χώρας μας την πλήρωσαν ακριβά τα παιδιά του ελληνικού λαού, χύνοντας το αίμα τους για τα συμφέροντα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και της ντόπιας χρηματιστικής ολιγαρχίας.

Στις 20 Σεπτέμβρη 1951, το συμβούλιο του ΝΑΤΟ στην Οτάβα αποφάσισε να δεχτεί την Ελλάδα και την Τουρκία στο ΝΑΤΟ. Στις 18 Φλεβάρη 1952, η κυβέρνηση Πλαστήρα-Βενιζέλου καταθέτει νομοσχέδιο στην ελληνική Βουλή για την προσχώρηση της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, νομοσχέδιο που το ψήφισαν όλα τα κόμματα εκτός από την ΕΔΑ και το Δημοκρατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα. Τον καιρό ακριβώς που η Βουλή επικύρωνε την ένταξη της χώρας μας στο ΝΑΤΟ, γινόταν η δεύτερη δίκη του Ν. Μπελογιάννη, που καταδικάστηκε σε θάνατο με τη σκευωρία για κατασκοπία και εκτελέστηκε στις 30 Μάρτη 1952.

Στις 12 Οκτώβρη του 1953 υπογράφτηκε η στρατιωτικο-πολεμική συμφωνία αναμεσά στις κυβερνήσεις των ΗΠΑ και Ελλάδας. Βάσει της συμφωνίας αυτής, η ελληνική κυβέρνηση εξουσιοδοτούσε την κυβέρνηση των ΗΠ Α και της παραχωρούσε το δικαίωμα να κάνει βάσεις, να χρησιμοποιεί το έδαφος, τα λιμάνια, τη θάλασσα, τον εναέριο χώρο της πατρίδας μας, να φέρνει στρατιωτικές δυνάμεις. Η μεταφορά του εξοπλισμού στην Ελλάδα δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ελέγχου των ελληνικών κρατικών αρχών, οι Αμερικανοί στρατιωτικοί εισέρχονταν στη χώρα μας και εξέρχονταν χωρίς συνεννόηση και έλεγχο από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές. Υιοθετήθηκε η αντεθνική αρχή της ετεροδικίας, που έδινε το δικαίωμα στους Αμερικανούς να μη δικάζονται από τα ελληνικά δικαστήρια για παραβιάσεις των ελληνικών νόμων. Σε συνέχεια, υπογράφτηκαν με τις ΗΠ Α και το ΝΑΤΟ 120 συμφωνίες για βάσεις, διευκολύνσεις και στρατιωτική συνεργασία. Οι ξένες στρατιωτικές βάσεις, στη χώρα μας, εκσυγχρονίζονται και οι συμφωνίες συνεχώς ανανεώνονται μέχρι σήμερα.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με τη σύμφωνη γνώμη της ΝΔ, επέτρεψε τη δημιουργία του στρατηγείου του ΝΑΤΟ στη Λάρισα και δημόσια παραδέχτηκε ότι υπάρχουν πυρηνικά όπλα στην Ελλάδα.

Παραχωρήθηκαν ταπεινωτικά προνόμια από το ελληνικό κράτος στο ξένο κεφάλαιο. Αυτή η πολιτική ενισχύθηκε με την ψήφιση του νόμου 2687/1953 «Περί προσελκύσεως ξένων κεφαλαίων».

Με την ήττα του ΔΣΕ και το μετεμφυλιακό κράτος, η αστική τάξη της Ελλάδας δεν κατάφερε να εκμηδενίσει το λαϊκό και επαναστατικό κίνημα. Το λαϊκό και αριστερό κίνημα, με πρωτοπορία τους κομμουνιστές, γρήγορα ανασυγκροτήθηκε και προχώρησε σε σκληρούς αγώνες, σε αφάνταστα δύσκολες συνθήκες. Αυτό ανησύχησε την ελληνική χρηματιστική ολιγαρχία και τους ξένους ιμπεριαλιστές. Έκαναν το εκλογικό πραξικόπημα το 1961 με το «Σχέδιο Περικλής». Η κυρίαρχη τάξη συνέδεσε την Ελλάδα, το 1961, με την ΕΟΚ, για να εξασφαλίσει τα ταξικά της συμφέροντα.

Ακολούθησε η δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη, το βασιλικό πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου 1965, η δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα, με αποκορύφωμα τη φασιστική στρατοκρατική δικτατορία στις 21 Απρίλη 1967, που κράτησε μέχρι το 1974.

Τα μπουντρούμια, οι φυλακές και τα ξερονήσια γέμισαν από δημοκράτες, αριστερούς και, κυρίως, από κομμουνιστές.

Με την πολιτική αλλαγή του 1974, η αστική τάξη υποχρεώθηκε να επαναφέρει ορισμένες αστικές δημοκρατικές ελευθερίες, να νομιμοποιήσει το ΚΚΕ και να εκσυγχρονίσει αστικούς θεσμούς, έτσι ώστε να διασφαλίζουν το καπιταλιστικό σύστημα. Όμως το ζήτημα της επιστροφής των αγωνιστών του ΔΣΕ το 1974 δε λύθηκε συνολικά, αλλά κατ’ εξαίρεση ατομικά.

Με την απόφασή της, από 29 Δεκέμβρη 1982, για τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με πρόσχημα «το γένος», αφαίρεσε το δικαίωμα επαναπατρισμού σε Έλληνες πολίτες (αγωνιστές του ΔΣΕ και παιδιά).

Παρά την ψήφιση του νόμου 1863/1989 περί «Άρσης των συνεπειών του εμφύλιου πολέμου», υπάρχουν ακόμη άλυτα προβλήματα, όπως της συνταξιοδότησης περίπου 10.000 αναπήρων του ΔΣΕ, που μένουν στην Ελλάδα, ζητήματα περιουσιών, απόδοσης ιθαγενειών.

*

Ο Εμφύλιος πόλεμος ήταν μια μεγάλη δοκιμασία για το λαό μας. Τον πόλεμο αυτό τον επέβαλαν οι Αγγλοαμερικανοί για να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους στην Ελλάδα, τη Μεσόγειο και η κυρίαρχη τάξη της χώρας μας με τους πολιτικούς της εκφραστές για να κρατηθεί στην εξουσία, στηριζόμενη στις ξένες μεγάλες δυνάμεις.

Ο ΔΣΕ ήταν λαϊκός και επαναστατικός στρατός που με απαράμιλλη αυτοθυσία αγωνίστηκε επί τρία χρόνια ενάντια στους ξένους ιμπεριαλιστές και την εγχώρια ολιγαρχία. Ο αγώνας του ΔΣΕ ήταν δίκαιος και είχε χαρακτήρα απελευθερωτικής και αντιιμπεριαλιστικής πάλης.

«Ο αγώνας τον ΔΣΕ ήταν ένας αγώνας βαθιά πατριωτικός και βαθιά ταξικός: Βαθιά πατριωτικός γιατί αποτελούσε τη συνέχεια της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης και τον ένοπλου αγώνα του ΕΛΑΣ ενάντια στην ξενική φασιστική κατοχή.»

Ήταν αγώνας ταξικός της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και των άλλων εργαζομένων ενάντια στην αντιλαϊκή εξουσία της χρηματιστικής ολιγαρχίας, ενάντια στην ασύδοτη και σκληρή καπιταλιστική εκμετάλλευση. «Στο διπλό, πατριωτικό και ταξικό χαρακτήρα της πάλης του ΔΣΕ έγκειται και το μεγαλείο του: Μέσα από αυτήν την πάλη, καταδείχθηκε η διαφορά δύο ολόκληρων κόσμων.»

Από τη μια, του κόσμου της ντόπιας εκμεταλλεύτριας καπιταλιστικής τάξης που, με τη στήριξη των Αγγλοαμερικανών, ήθελε να κατοχυρώσει τη διατήρηση των ταξικών της συμφερόντων και, από την άλλη, τμήματα της εργατικής τάξης, της εργαζόμενης αγροτιάς και των άλλων καταπιεζόμενων στρωμάτων που αφοσιώθηκαν σε έναν τιτάνιο αγώνα για την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, για μια λαϊκή εξουσία και λαϊκή οικονομία με εργατικό έλεγχο που θα απάλλασσε τον άνθρωπο από την εκμετάλλευση.

«Ο Δημοκρατικός Στρατός», έγραφε η ΚΟΜΕΠ το 1947,«έχει πρωτοπόρα ιδεολογία που τον εξοπλίζει στο νου και στο σώμα. Αποτελεί συμπαγές ηθικοδυναμικό συγκρότημα… Όλοι όσοι αποτελούν το Δημοκρατικό Στρατό εμφορούνται από πρωτοπόρες αντιλήψεις».

Επίσης σημαντική ήταν η διεθνής προσφορά του αγώνα του ΔΣΕ, ιδιαίτερα προς τις βαλκανικές λαϊκές δημοκρατίες, μια προσφορά που πρέπει να ερευνηθεί και να αποτιμηθεί.

Ο ΔΣΕ ηττήθηκε μετά από τρίχρονη σκληρή πάλη και αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Ο αγώνας του ήταν δίκαιος, με οράματα και ιδανικά, αγώνας πατριωτικός, αντιφασιστικός, αντιιμπεριαλιστικός για εθνική κυριαρχία και για λαϊκή εξουσία. Η τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ αποτελεί αστείρευτη πηγή φρονηματισμού, είναι μια πολύτιμη εμπειρία, που πρέπει να τη μελετάμε στη δύσκολη πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ενάντια στη νέα τάξη πραγμάτων, στην καταπίεση και εκμετάλλευση, ενάντια στην υποτέλεια και το ραγιαδισμό, στο σημερινό αγώνα ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς για τη δημιουργία του λαϊκού μετώπου ενάντια στα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, για την εθνική ανεξαρτησία, για την κοινωνική πρόοδο και το σοσιαλισμό.

Οι μαχητές, οι μαχήτριες και τα στελέχη του ΔΣΕ μάς άφησαν πλούσια παρακαταθήκη αξιών, ιδανικών και σκοπών, να αγωνιζόμαστε και να μην υποχωρούμε μπροστά στις δυσκολίες. Ακριβώς η αφοσίωση στα ανώτερα ιδανικά ανέδειξαν μέσα στην τρίχρονη εποποιία ήρωες και μάρτυρες που αποτελούν παράδειγμα για τους σημερινούς και μελλοντικούς αγώνες.

Αθήνα 28 Οκτώβρη 2001

katiousa.gr/