Η συμμαχία της Ελλάδας με τη Γαλλία εκνευρίζει τον Ερντογάν και ενοχλεί τη Μέρκελ

Της Βασιλικής Σιούτη

Όλες οι πρόσφατες εξελίξεις στο ελληνοτουρκικό ζήτημα

H ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Γάλλο Πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν στην Κορσική για την αμυντική συνεργασία των δύο χωρών και όχι μόνο είναι ίσως το σημαντικότερο γεγονός των ημερών. Η συμμαχία Ελλάδας – Γαλλίας, τα συμφέροντα των οποίων στη Μεσόγειο συγκλίνουν, είναι αυτή που ενοχλεί περισσότερο τον Ταγίπ Ερντογάν, αλλά ούτε και η Άνγκελα Μέρκελ βλέπει με καλό μάτι. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η Γερμανία ασκεί εδώ και καιρό έντονες παρασκηνιακές πιέσεις, ώστε η ελληνική κυβέρνηση να μην προχωρήσει στην αγορά των γαλλικών οπλικών συστημάτων.

Βέβαια, η Γερμανία προσπαθεί να αποτρέψει την ενίσχυση των δεσμών μεταξύ Γαλλίας και Ελλάδας, αλλά η ίδια δεν προτίθεται να της προσφέρει τη βοήθεια που η Γαλλία είναι πρόθυμη να της δώσει. Αντιθέτως, η Γερμανία πουλάει όπλα στην Τουρκία και σε καμία περίπτωση δεν καταδικάζει τις παράνομες ενέργειες του Ταγίπ Ερντογάν με τον ξεκάθαρο και κατηγορηματικό τρόπο που το κάνει η γαλλική κυβέρνηση του Μακρόν.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που δεν διαθέτει προφίλ επαναστάτη, προφανώς δεν είχε καμία διάθεση να εξεγερθεί εναντίον της Άνγκελα Μέρκελ. Είναι όμως υποχρεωμένος να προστατεύσει τα συμφέροντα της χώρας του. Και από τη στιγμή που από τη μεριά της Γερμανίας βρίσκει τοίχο, αναγκάζεται να στραφεί προς τη Γαλλία για λόγους που υπαγορεύει το εθνικό συμφέρον. Οι Γερμανοί αυτά τα καταλαβαίνουν, αλλά δεν θέλουν να χάσουν την Ελλάδα από την επιρροή τους. Την ίδια ώρα, όμως, δεν σκοπεύουν να πιέσουν την Τουρκία όσο χρειάζεται. Και μέχρι τώρα δείχνουν ότι θεωρούν την Τουρκία πιο σημαντική για τα γερμανικά συμφέροντα από την Ελλάδα.

Από τη στιγμή που από τη μεριά της Γερμανίας βρίσκει τοίχο, αναγκάζεται να στραφεί προς τη Γαλλία για λόγους που υπαγορεύει το εθνικό συμφέρον. Οι Γερμανοί αυτά τα καταλαβαίνουν, αλλά δεν θέλουν να χάσουν την Ελλάδα από την επιρροή τους.

Σε διπλωματικό επίπεδο σημαντική είναι και η επίσκεψη του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ στην Αθήνα την ερχόμενη Τρίτη, προκειμένου να συναντηθεί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και να προωθήσει την πρόταση της πολυμερούς διάσκεψης για το ζήτημα της Ανατολικής Μεσογείου. Η πρωτοβουλία του Σαρλ Μισέλ, τον οποίο ο πρωθυπουργός εμπιστεύεται πολύ περισσότερο στην υπόθεση αυτή από τη Γερμανίδα καγκελάριο, υποστηρίζεται θερμά από την Ελλάδα, αλλά δύσκολα θα έχει τύχη.

Η ελληνική κυβέρνηση βάζει ως όρο την αυτονόητη συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, κράτους-μέλους της Ε.Ε. και χώρας της Ανατολικής Μεσογείου, της οποίας τα συμφέροντα θίγονται εξίσου από τις παράνομες ενέργειες της Τουρκίας. Με ποια λογική θα μπορούσε να αποκλειστεί; Ο Ταγίπ Ερντογάν, όμως, δεν φαίνεται διατεθειμένος να τη δεχτεί, χωρίς να έχει κανένα νόμιμο επιχείρημα να προβάλει, κάτι που φυσικά τον εκθέτει και τον αποκαλύπτει, αλλά για τον Πρόεδρο της Τουρκίας αυτό είναι αδιάφορο. Άλλωστε, με όλο και περισσότερες δηλώσεις του τελευταία φανερώνει πως δεν τον ενδιαφέρει το δίκαιο, αλλά η ισχύς. Όλο αυτό το διάστημα με το Ορούτς Ρέις και τις πολεμικές φρεγάτες που το συνοδεύουν, αυτό επιδεικνύει: την πολεμική του ισχύ και όχι το δίκαιο, που δεν είναι άλλωστε με το μέρος του.

Κι αν ως τώρα ήλπιζε πως σε μια σύγκρουση με την Ελλάδα θα «την είχε», η συνεργασία με τη Γαλλία τού καταστρέφει την προσδοκία αυτή, καθώς είναι πολύ ισχυρή δύναμη για να την αγνοήσει. Γι’ αυτό «κλαίγεται» στη Μέρκελ για τη δυναμική είσοδο της Γαλλίας και διαμαρτύρεται ότι μπλέκεται στα πόδια του ο Μακρόν. Η Γερμανίδα καγκελάριος, ωστόσο, δεν μπορεί να κάνει και πολλά και σε μεγάλο βαθμό έχει εκτεθεί και η ίδια αυτήν τη φορά.

Το πρόβλημα ωστόσο παραμένει και θα παραμένει όσο ο Ερντογάν αρνείται να αποχωρήσει με «άδεια χέρια» και ταπεινωμένος. Ως τώρα δεν έχει καταφέρει να κερδίσει τίποτα, πέρα από το να εξοργίζει όλο και περισσότερους. Αυτήν τη φορά το αποτέλεσμα της επεκτατικής μεγαλομανίας του και των παράνομων ενεργειών του ήταν να συσπειρωθούν εναντίον του όλοι εκείνοι των οποίων τα συμφέροντα θίγονται και να φέρει σε δύσκολη θέση όσους τον υποστηρίζουν.