Anna Carastathis: «Το Φύλο Είναι ο Πρώτος Τρομοκράτης», Ομοφοβική και Τρανσφοβική Βία στην Ελλάδα

Το καλοκαίρι του 2015 συναντήθηκα με ακτιβιστές στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, με σκοπό να χαρτογραφήσουμε εννοιολογικά μαζί το λόγο του LGBTQ κοινωνικού κινήματος. Το σημείο εκκίνησης μου ήταν η χρήση και η σημασία του «ρατσισμού» στον LGBTQ λόγο (και πιο γενικά στην καθημερινή ομιλία στα Ελληνικά) ως μια υπερώνυμη έννοια ή έννοιας «ομπρέλας» που περιλαμβάνει «ομοφοβική» και «τρανσφοβική» αλλά επίσης «μισογυνική», «ηλικιακή», «ικανοτιστική», και βασισμένη σε τάξη ή θέση προκατάληψη, διάκριση και καταπίεση, επιπλέον φυσικά, σε εκείνες που είναι βασισμένες στη «φυλή» ή στην «εθνικότητα». Ως πολιτικός επιστήμονας στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας που έχει εστιάσει στην έννοια της διαθεματικότητας, την καταγωγή της στην Μαύρη φεμινιστική σκέψη των ΗΠΑ, και το υπερεθνικό της ταξίδι πέρα από το Αγγλο-Αμερικάνικο πλαίσιο από όπου προήλθε, ήθελα να εξετάσω πως αυτή η χρήση του «ρατσισμού» σχετίζεται με την έννοια της «διαθεματικότητας». Η διαθεματικότητα αναδύεται τώρα στο πλαίσιο του ελληνικού κοινωνικού κινήματος, ιδιαίτερα στον LGBTQ και φεμινιστικό λόγο,  ωστόσο δεν έχει απασχολήσει τους ακαδημαϊκούς, ούτε στο εκκολαπτόμενο και αγωνιζόμενο για επιβίωση πεδίο των έμφυλων σπουδών ούτε στη νομική θεωρία.

Αυτό που όμως με παρακίνησε να ξεκινήσω τις συζητήσεις που είχα με τους LGBTQ ακτιβιστές δεν απλά ένα στενά «ακαδημαϊκό» ενδιαφέρον στην διαθεματικότητα και η υιοθέτηση της – ή η έλλειψη της – στον θεσμικό και ακτιβιστικό λόγο. Με ωθούσαν πολλές, και ίσως, αντιφατικές επιθυμίες: η επιθυμία για την επιστροφή από τη διασπορά· η ομοερωτική επιθυμία· η επιθυμία για κοινωνική δικαιοσύνη και ενσαρκωμένη απελευθέρωση· η επιθυμία για κοινότητα. Αυτές οι επιθυμίες είναι αλληλένδετες με την δική μου «κυκλική» μεταναστευτική τροχιά – ως άτομο με μικτή καταγωγή που γεννήθηκε την πρώτη δεκαετία της ζωής της στην Αθήνα, πριν μεταναστεύσει στο Καναδά, και στη συνέχεια στις Ηνωμένες Πολιτείες, και επιστρέφοντας είκοσι πέντε χρόνια αργότερα για να ζήσει στην Ελλάδα. Από την μια, αυτή η τροχιά εντοπίζει την έρευνα μου στην ασαφή κατηγορία της «ανθρωπολογίας στη πατρίδα» στο βαθμό που το πεδίο της είναι η γενέτειρά μου, όπου ακούγεται η μια από τις δυο μητρικές μου γλώσσες, διανθισμένη με δάνεια από την άλλη. Από την μια, στο ελληνικό πλαίσιο, το σώμα μου συχνά αντιμετωπίζεται ως ξένο· όχι μόνο εξαιτίας της μετανάστευσης μου και της ζωής μου στο εξωτερικό για δυόμιση δεκαετίες, αλλά επίσης λόγω της «μικτής» μου εθνικότητας, της δύσκολα να προσδιορισθεί προφοράς μου, και της μη κανονιστικής σεξουαλικότητας μου. Η αμφίσημη θέση μου ως μέλους/μη μέλους (μια «μισοελληνίδα» πολίτης, μια μετανάστρια, ένα υποκείμενο της διασποράς, και queer άτομο) του οποίου οι πολιτικές προτιμήσεις διαμορφώθηκαν μέσα από την επαφή μου με φεμινισμούς γυναικών φυλετικών μειονοτήτων, διαμόρφωσαν την επαφή μου με τις έννοιες του ρατσισμού και της διαθεματικότητας.

Η διαθεματικότητα αποτελεί ένα πλαίσιο για την θεωρητικοποίηση των σχέσεων μεταξύ διάφορων συστημάτων καταπίεσης (που παράγουν προνόμια), συστήματα που βιώνονται ταυτόχρονα αλλά που είναι ψευδώς διαχωρισμένα μεταξύ τους μέσω πολύπλοκων ηγεμονικών και αντιηγεμονικών διαλεκτικών διαδικασιών. Στο βαθμό που η διαθεματικότητα – όπως είναι γενικά κατανοητή, ως πολυαξονική θεωρία καταπίεσης – μοιάζει να προϋποθέτει την μη δυνατότητα απλούστευσης πολλαπλών «αξόνων» καταπίεσης  μεταξύ τους, μου φαίνονταν πως η χρήση αυτής της έννοιας ήταν σε αντίθεση με την πιο συνηθισμένη χρήση του «ρατσισμού» ως υπερώνυμης έννοιας. Αναρωτήθηκα αν η χρήση του «ρατσισμού» για να περιγράψει την ομοφοβία και την τρανσφοβία μπορεί να εξηγηθεί με κάποιο άλλο τρόπο από την επίκληση της γενικής «άγνοιας» που αποδίδεται στην ελληνική κοινωνία για τα φαινόμενα καταπίεσης. Στο βαθμό που τα LGBTQ κινήματα παράγουν λόγο βασισμένο στην εμπειρική γνώση αυτού που αποκαλούν «ρατσισμό», η επίκληση της «άγνοιας» ή του «λάθους» για να εξηγηθούν οι γλωσσικές τους επιλογές μοιάζει πρόωρη και ακόμη και προσβλητική. Την ίδια στιγμή, είχα επιφυλάξεις για την πιθανή οικειοποίηση της λέξης ρατσισμός και τις ειδικές εμπειρίες που περιγράφει. Η ετυμολογία της λέξης μοιάζει να νομιμοποιεί τη στενή χρήση του όρου για να αναφερθεί σε καταπιέσεις που στοχοποιούν ομάδες στη βάση της «φυλής» – ή, πιο σωστά, που φυλετικοποιούν τους στόχους τους για να νομιμοποιήσουν το ρατσισμό. Ως εκ τούτου η χρήση του ρατσισμού για αναφορά στις καταπιέσεις που στοχεύουν σε LGBTQ άτομα που είναι μέλη του κυρίαρχου «εθνοφυλετικού» συνόλου (στη περίπτωση αυτή, οι Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί με το προνόμιο της ιθαγένειας)  μπορεί να θεωρηθεί ως ιδιοποίηση. Επιστρέφουμε, έτσι, στο να εξηγήσουμε την ευρεία χρήση του ρατσισμού με όρους άγνοιας, λάθους, και – ακόμη χειρότερα – οικειοποίησης.

Θέλησα να ερευνήσω τις φόρμες της «γνώσεις» που αποκαλύπτει αυτή η προφανής «άγνοια»· συγκεκριμένα, αν η οικουμενική χρήση του όρου ρατσισμός δίχως τη φυλή ως την οντολογική της άγκυρα είχε τις ρίζες της σε συγκεκριμένες μη-αναστοχαστικές ή θεωρητικοποιημένες αντιλήψεις γύρω από τη σχέση των διάφορων μορφών καταπίεσης μεταξύ τους. πως οι LGBTQ ακτιβιστές ορίζουν το αναφορικό πεδίο και τα εννοιολογικά περιεχόμενα αυτών των εννοιών, βασισμένων σε όποιες γνώσεις στηριζόμενες από βιωμένες εμπειρίες, και σε τι είδους στρατηγικών των κοινωνικών κινημάτων; Πως αυτές οι έννοιες και τα θεωρητικά τους στηρίγματα αντικατοπτρίζουν ή κατευθύνουν την πολιτική αντίσταση των ακτιβιστών στην διαδεδομένη βία που αναγνωρίζουν μέσα και στα όρια της ελληνικής κοινωνίας; Προχωρούν σε χτίσιμο συμμαχιών με άλλα μειονοτητικοποιημένων ομάδων που στοχοποιούνται από θεσμικό και διαπροσωπικό «ρατσισμό»; Προσεγγίζοντας αυτά τα ερωτήματα, θέλησα να εντοπίσω τους τρόπους με τους οποίους οι συνομιλητές μου παράγουν θεωρίες, μέσα από ποιες κοινωνικές συνθήκες φυλετικής και ετεροπατριαρχικής εξουσίας γίνονται ορατές, εξηγούνται, και αμφισβητούνται – συνθήκες που ταυτίζουν με τους θεσμούς «έθνος, θρησκεία και οικογένεια» που συνθέτουν  αυτό που ορίζουν το «τρίπτυχο» ή τη «σύνταξη της εξουσίας». Αυτό που έχει προκύψει από τις συζητήσεις μου με τους ακτιβιστές ήταν ζωντανές μαρτυρίες της ατμοσφαιρικότητας της βίας που αντιμετωπίζουν τα LGBTQ άτομα στην Ελλάδα, είναι θεσμικές και διαπροσωπικές εκφράσεις, τόσο κοινότοπες όσο και ακραίες. Πράγματι, πολλοί ακτιβιστές όρισαν την βία ως την πεμπτουσία της καταπίεσης ως τέτοιας, και ως αυτού που συνδέει διάφορα συστήματα ή φόρμες καταπίεσης – ή «ρατσισμούς» – μεταξύ τους. παρακάτω, αντλώ από αυτές τις συζητήσεις όχι για να απαντήσω τα ερωτήματα για τα οποία ξεκίνησα, αλλά κυρίως εκείνα που δημιούργησαν οι συνομιλητές μου, που αφορούν, τελικά το αβίωτο των queer και trans ζωών – τη βία που οι LGBTQ άνθρωποι αντιμετωπίζουν και στην οποία αντιστέκονται, ιδιαίτερα στο σημείο επαφής της νεότητας, της ανέχειας, της αναπηρίας, της υπαιθρότητας (ΣτΜ: επιλέχθηκε η λιγότερο κοινή απόδοση του όρου rurality έναντι του πιο συνηθισμένου «αγροτικού» καθώς αφορά περιβάλλον ζωής), της φυλετικοποίησης, της ποινικοποίησης, και της πατριαρχίας.

Μεθοδολογία

Πραγματοποίησα έντεκα διαφορετικές συζητήσεις με είκοσι δύο ανθρώπους που ανήκουν σε δέκα συλλογικότητες, ομάδες, ή οργανώσεις, οι συζητήσεις κράτησαν κατά μέσο όρο δύο ώρες. Όπως εξήγησα στο αίτημα μου, ενδιαφερόμουν στο να συναντήσω ακτιβιστές από ομάδες που ανήκουν σε διάφορους πολιτικούς χώρους στα αστικά κέντρα των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης. Στο τέλος μόνο περίπου οι μισές (δέκα από τις δεκαοχτώ) συμφώνησαν να συναντηθούν μαζί μου. Έτσι, παρά τις αρχικές μου φιλοδοξίες, η έρευνα που βασίζεται αυτό το άρθρο δεν προσφέρει ούτε αναλυτική περιγραφή ούτε καν μια μερική αλλά αναγώγιμη απεικόνιση του LGBTQ κινήματος στην Ελλάδα. Πιο απλά, χρησιμοποιώντας το απλό εργαλείο της συζήτησης, προσπαθώ να εντοπίσω τις εφήμερες, μεταβαλλόμενες, και μερικές φορές αντιθετικές εννοιολογικοποιήσεις των καταπιέσεων – τις αλληλεπιδράσεις τους και τις εκδηλώσεις τους στις βιωμένες εμπειρίες – με την επίγνωση πως η έρευνα που ανέλαβα όχι μόνο έχει σοβαρά μειονεκτήματα και ελλείμματα αλλά αυτές οι απουσίες και εξαιρέσεις οριοθετούν, σημαδεύουν, και στοιχειώνουν το χώρο – ή το «πεδίο» γνώσης – που δημιουργήθηκε από κοινού με τους συνομιλητές μου. Πράγματι, αρνούμενη την παραδοσιακή εθνογραφική μέθοδο της παρατήρησης του μετέχοντα στο «πεδίο», το «εθνογραφικό έργο» μου δεν ήταν η «ανακάλυψη» αυτού (του πάντοτε ήδη) σχηματισμένου «πεδίου» αλλά η δημιουργία αυτού του πεδίου σε ένα «plurilogue» (ΣτΜ: μπορεί να αποδοθεί σαν συζήτηση μεταξύ πολλών μετεχόντων) με τους συνομιλητές μου και με τους λόγους των κινημάτων στους οποίους συνεισφέρουν.

Οι ημικές κατηγορίες της «βίας» και του «βιώματος», στα οποία οι συνομιλητές μου κατέφευγαν συχνά, είναι αλληλένδετα με τους επιστημολογικούς κινδύνους που είναι εγγενείς στην απεικόνιση της ομιλίας τους μέσα από τη γραφή μου, κίνδυνοι που είναι ιδιαίτερα οξείς όταν η απεικόνιση περνά μέσα από γραμμές καταπίεσης και προνομίου – οι οποίες, όπως το διατύπωσε ένας από τους συνομιλητές, ο Αλέξης, αποτελεί τη «σύνταξη της εξουσίας». Στο βαθμό που προσφέρω αυτό το έργο ως συνέχεια και ενίσχυση της συζήτησης μας, είναι κρίσιμο για εμένα το να αναγνωρίσουν στο γραπτό μου οι συνομιλητές μου τον εαυτό τους, πως επιβιώνουν της απεικόνισης μου. Υπό την έννοια αυτή, με δεδομένη την επιθυμία μου πως η διαλεκτική απεικόνιση του λόγου τους και της γραφής πρέπει να έχει απήχηση με και σημασία για τους συνομιλητές μου, καθώς σκεφτόμουν πως θα προχωρήσω από το να κάνω συζητήσεις στο να γράφω για συζητήσεις, αναλογίστηκα τις διορατικές ερωτήσεις της Deepa Raikumar, «Θα μιλήσει το γράψιμο μου σε αυτούς; Πρέπει να μιλάνε στο γράψιμο μου;». Αντιμέτωπη με αυτούς τους επιστημολογικούς κινδύνους, που ενισχύονται μέσα από την μετάφραση, βασίστηκα σε δυο στρατηγικές: πρώτα, στο παρακάτω κείμενο, παραθέτω μεγάλα αποσπάσματα των συζητήσεων μας όχι ως στοιχεία για μια δική μου εκ των υστέρων ανάλυση, που έρχεται στο προσκήνιο μετά το γεγονός για να προσφέρει θεωρητικό βάρος στα «προ-θεωρητικά» δεδομένα. Αντίθετα, προσέγγισα αυτές τις συζητήσεις ως το τόπο που η θεωρία παράγονταν συλλογικά. Προσκαλώ τον αναγνώστη να συμμετάσχει σε μια συζήτηση που, ενώ δεν συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο, φτάνει στα αυτιά μας μέσω του κειμένου – όχι διαφορετικά από μια ηχώ. Η δεύτερη στρατηγική αφορά την ανθρωπολογική διάκριση μεταξύ ημικών και ητικών κατηγοριών και εννοιών. Προετοιμάστηκα για τις συζητήσεις μας διαβάζοντας τα κείμενα που είχε γράψει κάθε ομάδα, καθώς ήθελα, στην πρώτη περίπτωση, να εντοπίσω τις εννοιολογικές μήτρες που επικαλούνταν οι συνομιλητές μου και να τις χρησιμοποιήσω στη διάρκεια των συζητήσεων μας. δεύτερο, ήθελα οι συνομιλητές μου να συνδέσουν τις δικές τους με την δική μου αντίληψη, σκέψη, και ανάλυση· με άλλα λόγια, πως μια εννοιολογική ανταλλαγή μπορούσε να υπάρξει μεταξύ μας. οι συζητήσεις μας έτσι έγιναν σημείο συνάντησης «διαλόγου» με την έννοια του discours (ομιλία) και «λόγου» με την έννοια της λέξης (parole).καθώς και της ανθρωπολογίας και της φιλοσοφίας.

Συνειδητοποίησα πως ενώ ο τόπος και ο χώρος δεν ήταν αναλύσεις που σκόπευα να χρησιμοποιήσω, εξαρχής, σε αυτή την έρευνα, το έργο απέκτησε παρόλα αυτά μια ενδιαφέρουσα χωρική διάσταση. Όπως είναι η καθιερωμένη πρακτική, ζήτησα από τους συνομιλητές να επιλέξουν το μέρος που θα συναντηθούμε, και επιπλέον την ώρα και την μέρα της συνάντησης. Με μόνο δυο εξαιρέσεις (όταν ένας συνομιλητής με κάλεσε στο γραφείο του, και όταν μίλησα με ένα άλλο στη διάρκεια του διαλείμματος ενός συνεδρίου), μου έδωσαν ραντεβού σε ένα δημόσιο χώρο· στη στάση του λεωφορείου, του μετρό, του ηλεκτρικού· μια πλατεία· ή μια διασταύρωση. Στη συνέχεια περπατήσαμε μαζί στο προορισμό που επέλεξαν οι ίδιοι. Αυτή η περιπατητική διαδικασία και η κοινή μας περιπλάνηση στους δρόμους με έκανε να σκεφτώ για το πως, πιο γενικά, πως αυτό που κάναμε ήταν μια προσπάθεια να διεκδικήσουμε τους δημόσιους χώρους – ορισμένους από τους οποίους οι συνομιλητές μου χαρακτήριζαν ως «queer», «εναλλακτικούς», ή «πολυπολιτισμικούς»· αλλά άλλοι, ιδιαίτερα οι δρόμοι, σίγουρα δεν είναι. Εκ των υστέρων, σκέφτηκα πως αυτές οι συζητήσεις και οι διαδρομές που ακολούθησα μαζί με τους συνομιλητές μου, ακόμη και αν ήταν μόνο εφήμερες και προσωρινές, συνέβαλλαν στην απαίτηση μας να είμαστε παρόντες σε χώρους που, όπως μοιράστηκαν οι συνομιλητές μου, για τα LGBTQ άτομα και για τους μετανάστες και τις φυλετικοποιημένες ομάδες φέρουν την μόνιμη απειλή της βίας.

«Το Αναπόφευκτο Μπορεί Να Συμβεί Οπουδήποτε»

Στο κομμάτι αυτό θα μιλήσω για τη συζήτηση των συνομιλητών μου για την «ατμοσφαιρικότητα της βίας», δηλαδή, εκείνης της βίας που βιώνεται, παραδόξως, την ίδια στιγμή ως αποπνικτικά διάχυτη, αλλά και ως ξαφνική ρήξη στη ζωή τους. η ιδέα της ατμοσφαιρικής βίας χρησιμοποιήθηκε από την Kimberlé Williams Crenshaw και την Angela Harris ως αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ύπαρξη πολλαπλών, διαπλεκόμενων συστημάτων καταπίεσης. Δεν είναι τυχαίο πως η διαθεματική προσέγγιση στην Μαύρη φεμινιστική θεωρία προέρχεται από πολιτικούς αγώνες εναντίον και θεωρητικών αμφισβητήσεων πολλαπλών μορφών βίας που αντιμετωπίζουν πολλαπλά καταπιεσμένων ομάδων: διαπροσωπικά, θεσμικά, δομικά, απεικονιστικά, επιστημολογικά, νομικοκοινωνικά και αναπαραγωγικά. Επιπλέον, συμμαχικοί αγώνες εναντίον της βίας υπήρξε σημαντικός παράγοντας στην διάχυση και στην εμβάθυνση της διαθεματικότητας ως πολιτικής αρχής των φεμινιστικών και αντιρατσιστικών κινημάτων.

Ο Πάνος (ιδρυτικό μέλος της Thessaloniki Rainbow Youth, TRY), εξέφρασε την ανησυχία του πως ως ακτιβιστές, «κάνουμε κάτι επικίνδυνο: εκθέτουμε τους εαυτούς μας». ωστόσο, ο κίνδυνος που αναγνώρισε επεκτάθηκε γενικότερα σε οποιονδήποτε άνθρωπο το σώμα του οποίου γίνονταν αντιληπτό ως «ορατό» LGBTQ άτομο στο δημόσιο χώρο.

Πάνος: Είναι τρομακτικό μερικές φορές να βγεις έξω μόνος σου όταν ξέρεις η συμπεριφορά μου είναι έτσι, ή τα ρούχα μου μπορεί, εεε, να ενοχλήσουν ή να πειράξουν κάποιον και μπορεί να μου επιτεθεί. Είναι δίκοπο, είναι δίκοπο μαχαίρι: είτε θα καταπιέσω τον εαυτό μου, ή θα ζήσω επικίνδυνα. Κάπως έτσι πάει…. Και μας έχουν επιτεθεί παλιότερα: λεκτικές – αναμφίβολα – καθημερινά. Και σωματικές, πολλές φορές…. Αλλά δεν μπορούμε να σταματήσουμε, ξέρεις, μας δίνει μεγαλύτερο κίνητρο, θυμώνουμε περισσότερο…. Πολλοί μάτσο στρέιτ άνδρες θα ενοχληθούν απλά επειδή τους κοίταξες…. Πολλές φορές θα σκεφτείς, «Θέλω να πάω εκεί έξω αλλά φοβάμαι».

Πέτρος: Και το σκέφτεσαι ξανά εκατό φορές… αν θα πας…

Anna: Και το «εκεί» είναι που;

Πάνος: «Εκεί» μπορεί να είναι ένας χώρος στον οποίο μπορεί να γίνεται μια συναυλία ή μια συνάντηση…. Ένας θηλυπρεπής γκέι άνδρας μπορεί να θέλει να πάει στο γήπεδο να δει μια ομάδα να παίζει· δεν μπορεί να το κάνει αυτό, ή τουλάχιστον όχι με ασφάλεια. με τίποτα…. Για αυτό επιλέγουμε τους ασφαλείς χώρους (safe space). Για αυτό θέλαμε να έχουμε ένα χώρο για τις συναντήσεις μας· για αυτό θέλαμε να βρεθούμε μαζί, εε, να μιλήσουμε και να μην βρισκόμαστε έξω, επειδή, για τη την ώρα, φοβόμαστε.

Πέτρος: Το αναπόφευκτο μπορεί να συμβεί οπουδήποτε

Η Ελισάβετ, μέλος της ίδιας οργάνωσης, προσθέτει πως ως λεσβία πως είναι πιθανόν να είναι στόχος λεσβοφοβικής επίθεσης στο δρόμο, όχι εξαιτίας της εμφάνισης της αλλά λόγω της παρουσίας της εκεί με την κοπέλα της. Επιπλέον, ειδικά για τα νεαρά LGBTQ άτομα, ο «ιδιωτικός» χώρος του οικογενειακού σπιτιού δεν είναι απαραίτητα προστατευτικό ενάντια στο «καθημερινό φαινόμενο» των επιθέσεων που απειλούν ένα «έξω» στους δημόσιους χώρους. Αντίθετα, η Ελισάβετ περιγράφει τον έντονο φόβο που ένοιωσε με δεδομένη την πιθανότητα πως θα κακοποιούνταν σωματικά όταν «φανερώθηκε» αρχικά στους γονείς της.

Ελισάβετ: Φοβόμουν πολύ όταν το είπα για πρώτη φορά στους γονείς μου… όταν το είπα στη μητέρα μου, το πήρε τόσο άσχημα, που, ειδικά τη νύχτα, δεν μπορούσα να κοιμηθώ: «Είναι ικανή να με σκοτώσει, δεν είναι απίθανο».

Από την έκφραση της κατάλαβα πως η Ελισάβετ δεν υπέρβαλε. Μέλη της TRY μου είπαν πως η σωματική επίθεση ήταν ανάμεσα των «χειρότερων αντιδράσεων» που είχαν οι γονείς στην ανακοίνωση της LGBTQ ταυτότητας ή επιθυμίας από ένα νεαρό πρόσωπο. Ο έλεγχος του ιδιωτικού χώρου μέσω του οποίου οι γονείς εξασκούν ανεξέλεγκτη και νομιμοποιημένη εξουσία, χρησιμοποιείται από κάποιους για να κακοποιήσουν τα LGBTQ παιδιά τους με ατιμωρησία.

Πάνος: Είτε θα σε κλειδώσουν μέσα στο σπίτι και δεν μπορείς να βγεις, ή θα σε πετάξουν έξω από το σπίτι… ή φεύγεις και παύεις να έχεις επαφή με τους γονείς σου.

Ο Πάνος μου είπε πως με βάση την εμπειρία του μέσα στα χρόνια στην TRY, «τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι πολύ συχνές». Αυτό που είναι συχνό όμως, είναι οι συχνοί ξυλοδαρμοί.

Πέρα από το δρόμο και το σπίτι, τα νεαρά LGBTQ άτομα αντιμετωπίζουν ενδημική βία στο σχολείο. Στην απουσία κάθε πρωτοβουλίας από πλευράς κράτους, ή ακόμη και ακαδημαϊκών ερευνητών, οι εκπαιδευτές και οι ψυχολόγοι που αποτελούν την ακτιβιστική ομάδα Ομοφοβία και Τρανσφοβία στην Εκπαίδευση (σήμερα Πολύχρωμο Σχολείο) άρχισε το 2010 να ερευνά τις κυρίαρχες συνθήκες στο πεδίο της εκπαίδευσης. Η έρευνα τους συλλέγει προσωπικές μαρτυρίες αλλά επίσης προσπαθεί να «περιγράψει το φαινόμενο» πιο γενικά, χρησιμοποιώντας ποσοτικές μεθόδους  και στατιστική ανάλυση. Στην περίοδο της συνέντευξης μας (Οκτώβριος 2015), είχαν συλλέξει περισσότερες από εφτακόσιες μαρτυρίες που δόθηκαν από ενήλικες που είχαν αποφοιτήσει από το σχολείο στα τέλη της δεκαετίας του 1990, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, και από νεαρά άτομα που πήγαιναν ακόμη στο σχολείο ή που είχαν αποφοιτήσει στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2010. Καθώς τους αρνήθηκε η άδεια από το Υπουργείο Παιδείας, έρευνας και Θρησκευμάτων να πραγματοποιήσουν έρευνα μέσα στις σχολικές εγκαταστάσεις, μέλη της ομάδας μοίραζαν ερωτηματολόγια σε δημόσια γεγονότα (όπως το Pride) σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Κρήτη, και επίσης μέσω του διαδικτύου. Η κυρίως ποσοτική έρευνα επίσης επιτρέπει σε όσους απαντούν να μοιράζονται τις ιστορίες τους, που όπως το διατυπώνει εμφατικά ο Ηλίας, μεταφέρουν «έντονες εμπειρίες». Αυτά τα βιώματα μοιάζουν να έχουν αναβιώσει τις καταπιεσμένες αναμνήσεις των ίδιων των ερευνητών, όπως αφηγούνται ο Πέτρος και ο Ηλίας:

Πέτρος: Διαβάζω τα περιστατικά…. Είχα κατασκευάσει μια ιστορία για τον εαυτό μου πως δεν είχα πολλά περιστατικά [ομοφοβίας] εναντίον μου στη σχολική μου ζωή, και ούτω καθεξής. Και διαβάζοντας τα, αναγνώρισα και θυμήθηκα ξανά δέκα περιστατικά που είχα διαγράψει. Τα είχα σβήσει με τη λογική πως δεν είμαι τόσο θηλυπρεπής, έτσι – δεν ξέρω – είχα ίσως ένα, και το είχα αφήσει ως υπενθύμιση. Και μετά θυμήθηκα δεκαοχτώ.

Ηλίας: Όταν διάβασα το δικό μου [ερωτηματολόγιο], επειδή είναι ανώνυμο… είπα, «κακόμοιρο παιδί…». Και μετά θυμήθηκα πως ήταν το δικό μου. Το διαβάζω και λέω «ω, το κακόμοιρο παιδί!». Και μετά λέω, «για μια στιγμή, όλα αυτά κάτι μου θυμίζουν τελικά!»

Anna: Και τι καταστάσεις περιγράφουν;

Ηλίας: Από βιασμό ως απλές προσβολές.

Εύα: Ολόκληρο το φάσμα.

Ηλίας: Ολόκληρο το φάσμα.

Πέτρος: Από «ο μπαμπάς μου με πήγε στο γιατρό»… έτσι ώστε ο γιατρός να μπορέσει να εξετάσει αν είχε πρωκτική επαφή ως τη λεσβία [η οικογένεια της οποίας] είναι αναγκασμένη να ζήσει κάπου αλού, και να φύγει από το χωριό – επειδή στην ύπαιθρο είναι διαφορετικά – και να πάει αλλού ή σε διαφορετική πόλη επειδή τώρα η οικογένεια έχει προβλήματα με τους συγγενείς και το ευρύτερο [κοινωνικό] περιβάλλον.

Άγγελος: Και αλλαγή σχολείου, ακόμη και στην ίδια πόλη…

Εύα: Και οι καθηγητές και οι δάσκαλοι απλά κοιτάνε…

Πέτρος: Οι καθηγητές και οι δάσκαλοι είναι ελεεινοί.

Anna: Δεν κάνουν τίποτα;

Πέτρος: Συμμετέχουν, τις περισσότερες φορές…

Εύα: Έτσι, το περιστατικό γίνεται μπροστά τους και, με ένα τρόπο, είτε είναι ουδέτεροι ή ακόμη και συναινούν. Δηλαδή… ο δράστης έχει δίκιο. Πως η κακοποίηση συμβαίνει για ένα λόγο.

Ράνια: Πας αυτά [τα θύματα] «προκαλούν»…

Εύα: ¨Όπως στο, «δεν φταίω που είσαι μαύρος». Το καταλαβαίνεις;

Πέτρος: Κάποιοι μπορεί να πουν… «λοιπόν, σε βοηθάω τώρα, να προσέχεις να μην φαίνεσαι τόσο. Επειδή προκαλείς. Μην προκαλείς τόσο. Ξέρεις είμαι μαζί σου. Αλλά γιατί είσαι τόσο μεγάλη αδερφάρα;»

[Γέλια]

Ράνια: «Μην κουνιέσαι τόσο»

Πέτρος: Ναι. «Μην κουνιέσαι τόσο»

Στο απόσπασμα αυτό οι συνομιλητές μου πραγματοποιούν μια αναπαράσταση της λεκτικής βίας της οποίας είναι αντικείμενα οι LGBTQ μαθητές, όχι μόνο από τους συμμαθητές τους (στους οποίους εστιάζονται συνήθως αν όχι αποκλειστικά οι συζητήσεις για τον «εκφοβισμό» στο σχολείο) αλλά και από εκπαιδευτικούς «με τις καλύτερες προθέσεις». Για αυτό, όπως εξετάζουμε πιο προσεκτικά παρακάτω, σύμφωνα με τους συνομιλητές μου, την ομοφοβική και τρανσφοβική βία που δεν μπορεί να θεωρηθεί μόνο διαπροσωπική αλλά κυρίως κοινωνική και θεσμική. Εμφανίζεται μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα και άλλους κρατικούς θεσμούς , τους οποίους οι συνομιλητές μου περιγράφουν ως επιζήμιους και ακόμη ως εχθρικούς προς τα LGBTQ άτομα. Πράγματι, αυτή η θεσμική και θεσμοθετημένη εχθρικότητα νομιμοποιεί και ακόμη και ενθαρρύνει τις βίαιες επιθέσεις που συμβαίνουν στους δρόμους, τις πλατείες, και τα καταστήματα από πολίτες, φασιστικά τάγματα εφόδου, και επίσης από την αστυνομία και στρατιωτικούς αξιωματικούς.

Από την άλλη, όπως αναφέρει ο Νεκτάριος (μέλος της τώρα διαλυμένης ομάδας Terminal 119), δεν είναι πάντα και παντού αυταπόδεικτο πως το κράτος και οι θεσμοί του είναι «πιο ρατσιστικοί» από την κοινωνία, ή ότι επιβάλει την ομοφοβία και τρανσφοβία στην δεύτερη, που η κοινωνία στην συνέχεια την αναπαράγει αλόγιστα. Αντίθετα, η βία είναι κατανεμημένη μεταξύ των καταπιεστικών και ποινικών μηχανισμών του κράτους αλλά και επίσης σε κοινωνικούς παράγοντες που αντλούν προνόμιο από την καταπιεστική χρήση της βίας εναντίον περιθωριοποιημένων ομάδων. Για παράδειγμα, μέλη της Terminal 119 αφηγούνται τα γεγονότα του φθινόπωρου του 2006, όταν ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι βιάστηκε ομαδικά στο χωριό της Αμάρυνθου στο νησί της Εύβοιας. Τέσσερις συμμαθητές επιτέθηκαν σεξουαλικά στο κορίτσι, μετανάστρια από τη Βουλγαρία, στις τουαλέτες του γυμνασίου τους ενώ άλλοι μαθητές βιντεοσκοπούσαν το βιασμό. Ο σύλλογος καθηγητών ομόφωνα αποφάσισε να αποβάλλει την μαθήτρια που δέχτηκε την επίθεση μαζί με τους δράστες· μετά, το κορίτσι και η μητέρα της αναγκάστηκαν από τους χωρικούς να εγκαταλείψουν την Αμάρυνθο – οι τελευταίοι συντάχθηκαν με τους βιαστές της «είτε σιωπηρά, είτε ανοιχτά». Οι υποστηρικτές της μαθήτριας, μεταξύ τους και η Terminal 119, πραγματοποίησαν μια διαδήλωση στο χωριό «για να καταδικάσουν» την επίθεση και την «συνενοχή της τοπικής κοινωνίας». Το πανό της Terminal 119 που ανοίχτηκε στην Αμάρυνθο έλεγε, «Η μικρή σας κοινωνία βρωμάει ρατσισμό και πατριαρχία». Ο Μάρκο θυμάται: «Δεχτήκαμε επίθεση από τους χωρικούς», που ήταν οπλισμένοι με αγροτικά και οικοδομικά εργαλεία, πετώντας μάρμαρα και πέτρες στους διαδηλωτές, τραυματίζοντας δέκα από αυτούς τόσο σοβαρά που χρειάστηκε να νοσηλευτούν· ένα άτομο έχασε τις αισθήσεις του όταν χτυπήθηκε με ένα κομμάτι μάρμαρο στο κεφάλι. «Έδιωξαν τα λεωφορεία, έτσι ώστε να μη μπορούμε να φύγουμε»· οι χωρικοί κυνήγησαν τους διαδηλωτές στην εθνική, φωνάζοντάς τους: «βρωμιάρηδες αναρχικοί», «πουστάρες», «πουτάνες», λέει η Σάνυ. Τα γεγονότα στην Αμάρυνθο ήταν μια από τις πιο καίριες συμπυκνώσεις του εθνικιστικού τοπικισμού και του ανδρικού προνομίου», συνοψίζει ο Νεκτάριος.

Στη διάρκεια της συζήτησης μας, η Ομοφοβία και Τρανσφοβία στην Εκπαίδευση αναφέρει μια πιο πρόσφατη «συμπύκνωση» διασταυρούμενων προνομιών και καταπιέσεων που πραγματοποιήθηκε μέσα από μια βίαιη επίθεση που έλαβε χώρα σε ένα νυχτερινό σχολείο στην Αθήνα. Το 2012 η Άννα, μια 26χρονη διεμφυλική μαθήτρια «προσπαθεί», όπως λέει ο Πέτρος, «να ξανασυνδεθεί με την εκπαίδευση». Από την αρχή, αντιμετώπισε διακρίσεις από τις σχολικές αρχές. Η Άννα διηγήθηκε στην Διεθνή Αμνηστία την τρανσφοβική (πιο ειδικά, τρανσμισογυνική) και ομοφοβική αντιμετώπιση που δέχτηκε όταν προσπάθησε να γραφτεί στο γυμνάσιο:

Πήγα στο γραφείο του διευθυντή για να γραφτώ και με ρώτησε αν θα έγραφα τον αδερφό μου. Απάντησα όχι και του είπα το όνομά μου είναι Άννα. Ο συνάδελφος του μας διέκοψε και του είπε το όνομά μου είναι Παναγιώτης (το νομικά αναγνωρισμένο ανδρικό όνομα της Άννας). Ο διευθυντής μου είπε πως πληροφορήθηκε για την περίπτωση μου και πως δεν μπορούσε να δεχτεί κάποιο γκέι ή trans στο σχολείο του. Είπε πως έπρεπε να κόψω τα μαλλιά μου, να σταματήσω να φοράω make-up, να φοράω ανδρικά ρούχα και γενικά να φέρομαι ως άνδρας. Προσπάθησε να αλλάξει την ταυτότητα μου και να καταπιέσει τα δικαιώματα μου…. Φοβήθηκα και δέχτηκα αυτές τις προϋποθέσεις για ένα μήνα… το χειρότερο μήνα της ζωής μου. Οι άλλοι μαθητές με κορόιδευαν αλλά όταν το ανέφερα στο διευθυντή πως φέρονταν έτσι επειδή ήμουν trans άτομο απάντησε πως δεν ήμουν trans επειδή δεν είχα αλλάξει το φύλο μου. Είπε πως ήμουν γκέι άνδρας που ήθελα να επιδεικνύομαι σε γυναικεία ρούχα.

Αν και η Άννα, στο τέλος, πήρε «άδεια» από τη διεύθυνση του σχολείου να ντύνεται ,με το τρόπο που εξέφραζε την έμφυλη ταυτότητα της, οι συμμαθητές της συνέχισαν να την παρενοχλούν και να την απειλούν με βία, συμπεριφορά νομιμοποιημένη από την τρανσφοβική «επιβολή της πραγματικότητας» εξαρχής από την διεύθυνση. Αυτές οι απειλές υλοποιήθηκαν τον Ιούνιο του 2012, όταν η «Άννα έγινε θύμα σοβαρής επίθεσης όταν ένας μαθητής και ένας φίλος του έριξαν βενζίνη πάνω της και προσπάθησαν να της βάλουν φωτιά έξω ακριβώς από τις σχολικές εγκαταστάσεις…. Εν και έφτασε ένα περιπολικό στη σκηνή του συμβάντος, η επίθεση δεν διερευνήθηκε στη συνέχεια». Σύμφωνα με το Πέτρο και την Εύα, μια καθηγήτρια στο σχολείο επικοινώνησε Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών και με την Ομοφοβία και Τρανσφοβία στην Εκπαίδευση ζητώντας συμβουλές. Της πρότειναν να αναφέρει την επίθεση στον Συνήγορο του Πολίτη, κάτι που η καθηγήτρια έκανε.

Η γυναικοκτονική, τρανσφοβική επίθεση στην Άννα επίσης περιγράφεται στην έκθεση που προέκυψε από την Colour Youth, «Πες το Σε ‘Μας». όπως αποκαλύπτει η έκθεση, δεν ήταν ένα μεμονωμένο συμβάν. Η επίθεση, μάλλον, ακολούθησε την και έγινε δυνατή από την τρανσφοβική βία που ο διευθυντής άσκησε εναντίον της Άννας, που επέτρεψε να διαποτίσει ολόκληρο το σχολικό περιβάλλον. Πράγματι, παρά τις προσπάθειες της να αντισταθεί στους θεσμικά και κοινωνικά ενθαρρυμένα άτομα που της επιτέθηκαν, αυτό το βίαιο περιβάλλον ανάγκασαν την Άννα να εγκαταλείψει τις σπουδές της ξανά. Τα γεγονότα αυτά εκφράζουν τις διαπλεκόμενες μορφές θεσμικής και διαπροσωπικής εχθρικότητας που αποτελεί την ατμοσφαιρική βία που χαρακτηρίζει τις καθημερινές ζωές των trans ατόμων στην Ελλάδα. Με δεδομένη, από την μια, την κοινοτοπία της τρανσφοβικής και ομοφοβικής βίας, και από την άλλη, οι συχνές και έντονες εναντίον των LGBTQ ανθρώπων, όπως η Ειρήνη (μέλος της οργάνωσης Οικογένειες Ουράνιο Τόξο) μου είπε, η βία είναι ζήτημα κεντρικής σημασίας για τα LGBTQ κινήματα στην Ελλάδα.

Ειρήνη: Ενδιαφερόμαστε, όπως κάθε LGBT οργάνωση εδώ στην Ελλάδα… στο θέμα της οικογενειακής βίας και της βίας στα σχολεία και την κοινωνική βία γενικά. Λόγος μίσους, εγκλήματα μίσους…. Και περιλαμβάνουμε την οικογενειακή και την σχολική βία εξαιτίας του παράγωγου της. Το ζήτημα της ομοφοβίας, λεσβοφοβίας, της τρανσφοβίας· αυτό είναι κάτι που αντιμετωπίζει ολόκληρη LGBT κοινότητα, όλες οι οργανώσεις το έχουν στην ατζέντα τους.

Στο προηγούμενο απόσπασμα, έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί η εγγενής σχέση μεταξύ βίας και ομοφοβίας, λεσβοφοβίας, και τρανσφοβίας ως τέτοιες. Πράγματι, μερικοί από τους συνομιλητές μου ανέφεραν πως η βία μπορεί να γίνει αντιληπτή ως ο ίδιος ο ορισμός της καταπίεσης, και επίσης αυτή που κάνει εμφανείς τις συνδέσεις μεταξύ διαφορετικών καταπίεσης. Η διάδοση της ομοφοβικής, τρανσφοβικής, λεσβοφοβικής, και ρατσιστικής βίας προκύπτει ως ζήτημα καίριας σημασίας που σε ένα ετεροκανονικό κοινωνικό πλαίσιο που, όπως εξηγεί ο Πέτρος (μέλος της TRY), αντιδρά με αδιαφορία στο «παιδί που βγαίνει στο δρόμο, και το δέρνουν, το σκοτώνουν, το δέρνουν μέχρι θανάτου». Όπως έχουμε δει, ο «δρόμος» συχνά παρουσιάζονταν στις συζητήσεις μας ως ένας επικίνδυνος ετεροκανονικός χώρος· ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Πάνος, πολλές επιθέσεις πραγματοποιούνται σε μέρη που χαρακτηρίζονται ως «ασφαλείς χώροι».

Πάνος: Στην Αθήνα, αισθάνονται πιο άνετα στο Γκάζι ή στα Εξάρχεια αλλά οι περισσότερες επιθέσεις συμβαίνουν εκεί. Κανένας δε θα σε βοηθήσει…. Θα πουν, «γιατί τον χτυπάς; Επειδή είναι πούστης». Έτσι δεν θα παρέμβουν να σε βοηθήσουν.

Κατά αναλογία με δήθεν ασφαλείς χώρους, οι οποίοι στο τέλος αποδεικνύονται πως δεν είναι ασφαλείς, ο Πάνος παρατηρεί πως κάποιες υποομάδες της LGBTQ κοινότητας που μπορεί να θεωρηθούν λιγότερο ευάλωτες στη βία του δρόμου, επίσης αποδεικνύεται πως αυτό είναι κάτι που δεν ισχύει.

Πάνος: Γενικά είχαμε την άποψη πως επειδή στην Ελλάδα αυτό που κυριαρχεί είναι το «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», οι γκέι άνδρες και τα trans άτομα είναι εκείνοι που βρίσκονται στο μεγαλύτερο κίνδυνο φυσικής βίας και πως οι λεσβίες δεν διατρέχουν τόσο μεγάλο κίνδυνο σωματικής βίας· με βάση το στερεότυπο που έχουν οι Έλληνες πως «δεν χτυπάς μια γυναίκα, δεν σηκώνεις χέρι σε μια γυναίκα». Και ξαφνικά, φέτος [2015], είδαμε σωματικές επιθέσεις σε ζευγάρια λεσβιών… πραγματικά άσχημες… μιλάμε για πολύ σοβαρούς ξυλοδαρμούς, νοσηλείες. Και είσαι, «Τι έγινε; Πάει και αυτό;». Ή αλλιώς, ίσως [ο θύτης] σκέφτεται «αυτή είναι λεσβία έτσι δεν είναι εκατό τις εκατό γυναίκα, έτσι μπορώ να την χτυπήσω, έτσι μπορώ να την χτυπήσω, μπορώ να σηκώσω χέρι εναντίον της». Έτσι, δεν αισθανόμαστε καμιά ασφάλεια, όχι από πουθενά.

Τα λόγια της Ελισάβετ που παρέθεσα νωρίτερα δείχνουν πως η αυξημένη πιθανότητα μιας λεσβοφοβικής επίθεσης είναι άμεση αντίδραση της παρουσίας στο δημόσιο χώρο με μια άλλη λεσβία (σύντροφος ή φίλη, για παράδειγμα) – ή μια γυναίκα που θεωρείται λεσβία· δηλαδή, μια γυναίκα γίνεται ορατή ως λεσβία μέσα από τη σχέση της με μια άλλη γυναίκα. Ωστόσο, η υπόθεση πως οι λεσβίες δεν είναι «ορατές» ως τέτοιες στο ελληνικό πλαίσιο είναι, η ίδια, πιθανώς γεμάτη από στερεότυπα. Εξίσου προβληματικό είναι το κατασκεύασμα που ο Πάνος αναφέρει ως μια εξήγηση για την μειωμένη ορατότητα των λεσβοφοβικών επιθέσεων· δηλαδή, πως οι κακοποιητικοί ετεροφυλόφιλοι Έλληνες άνδρες ασκούν την αρρενωπότητα τους εξασκώντας «αυτοσυγκράτηση» σε σχέση με τις γυναίκες, τις οποίες σκέφτονται ως σωματικά πιο αδύνατες και έτσι ως ανάξιους στόχους σωματικής βίας. Αυτό το «στερεότυπο», φυσικά, μπορεί εύκολα να διαψευστεί από τα ενδημικά ποσοστά έμφυλης βίας που ασκείται από άνδρες εναντίον των γυναικών όλων των σεξουαλικοτήτων, εναντίον της οποίας οι φεμινιστικές κινητοποιήσεις οργανώνονται τουλάχιστον από το τέλος της δικτατορίας (1974) μέχρι σήμερα. Ωστόσο, αυτό που είναι ενδιαφέρον στις παρατηρήσεις του Πάνου είναι η συνάντηση της έμφυλης ταυτότητας και της σεξουαλικής ταυτότητας μπορεί να είναι πιθανό ως αντιληπτό ως κάτι που ακυρώνει την «θηλυκότητα» των λεσβιών, τοποθετώντας τες, με βάση μια λογική δυικού φύλου, «εκτός» της κατηγορίας «γυναίκα» – κάτι που έχει μελετηθεί σε άλλα κοινωνικοπολιτισμικά πλαίσιο σχετικά με τις «επικίνδυνες συναντήσεις» του φύλου, της σεξουαλικότητας, και της «φυλής» και έχει θεωρητικοποιηθεί ως καίρια πτυχή του ορισμού του ορισμού της τρανσφοβίας καθώς εκφράζει μισογυνισμό.

«Το Φύλο Είναι ο Πρώτος Τρομοκράτης»

Η κουβέντα μου με τον Γαβριήλ (μέλος της Queericulum Vitae, QV) ήταν εμποτισμένη ολόκληρη με ο ζήτημα της βίας, διανθισμένη με τη σημασία που δίνει η συλλογικότητα του σε αυτό που αποκαλούν «βιοπολιτικό λόγο», ή βασισμένη στην εμπειρία θεωρητικοποίηση περί και ενάντια στην καταπίεση και το προνόμιο. «Εν τέλει», μου λέει, «το φύλο είναι ο πρώτος τρομοκράτης». Σε ολόκληρη τη συζήτηση μας ο Γαβριήλ τοποθετεί και ερμηνεύει την ετεροκανονικότητα με αναφορά στη βία· δηλαδή, ισχυρίζεται πως όχι μόνο η ετεροκανονικότητα οδηγεί  στη βία αλλά πως αποτελεί μια μορφή βίας

Γαβριήλ: αντιλαμβανόμαστε την κανονικότητα ως ένα ρυθμιστικό πλαίσιο… που έχει ειδικούς κανόνες και είναι δομημένο… από την ετεροσεξουαλική κοινωνία· έχει να κάνει με στερεότυπα, με κανονιστικά ιδανικά· είναι βασισμένο στο προνόμιο του λευκού στρέιτ άνδρα και από τη δική του οπτική…

Anna: Και η μη-κανονικότητα;

Γαβριήλ: Λέμε, ουσιαστικά, πως δεν έχουμε επιτύχει την μη-κανονικότητα [γελάει], καθώς όλοι μας κουβαλάμε τέτοιες αναφορές από το παρελθόν. Παρόλα αυτά, δεν είναι σύμπτωση να πούμε, αστειευόμενοι, πως το «γύλο είναι ο πρώτος τρομοκράτης». Όταν γεννιέσαι, βρίσκεις τον εαυτό σου σε μια κατάσταση όπου υπάρχει ένα σύστημα το οποίο – που πριν καν μπορέσεις να αντιληφθείς το κόσμο – ο γιατρός λέει αν είσαι ένα μικρό «αγόρι» ή ένα μικρό «κορίτσι»: ένα κοινωνικό κατασκεύασμα υπάρχει για εσένα πριν από εσένα. Και είναι πολύ δύσκολο να το αμφισβητήσεις ή να το αρνηθείς, αυτό που πάει ενάντια στην επιθυμία σου. Πιστεύουμε όμως πως… δημιουργώντας κοινότητες, και με το να ερχόμαστε μαζί με άλλα υποκείμενα που έχουν τις δικές τους ιστορίες, και των οποίων τα σώματα κουβαλάνε τις δικές τους ιστορίες, μπορείς να δημιουργήσεις ένα ασφαλές έδαφος και ένα ασφαλές πλαίσιο έτσι ώστε να μπορείς να είσαι… ως αυτό που θέλεις να είσαι.

Anna: Έτσι, η μη-κανονικότητα είναι ταυτόχρονα μια εμπειρική συνθήκη άλλα και επίσης – πως να το πω; – ένα εγχείρημα;

Γαβριήλ: Ναι, ναι, ακριβώς.-

Anna: -Ένα επίτευγμα;

Γαβριήλ: ναι, ναι, ναι. Για εμένα, είναι ακριβώς έτσι. Χμμ, επειδή είναι κάτι πάνω στο οποίο δουλεύεις σε δυο επίπεδα: πρώτα, σε σύγκρουση με τη κοινωνία, σωστά; Με το κυρίαρχο… με τη κυρίαρχη κοινωνία, και ταυτόχρονα έρχεσαι σε σύγκρουση με τον εαυτό σου. Σωστά; Είναι έτσι λοιπόν… μια διαδικασία, αλλά είναι επίσης μια διαδικασία μέσα από την οποία προβληματίζεις τον εαυτό σου, μαθαίνεις για τον εαυτό σου, ξεκινάς τώρα να επιλέγεις τι από όλα αυτά σου ταιριάζουν, τι δε σου ταιριάζει, τι είναι απλά επανάληψη – τι είναι παραστατικότητα – δηλαδή, μια ακολουθία, μια επανάληψη συμπεριφορών, τις οποίες έχεις διδαχθεί ή που έχουν εντυπωθεί πάνω σου· και με την απόκτηση… γνώσης για αυτά τα θέματα, αρχίζεις να ασκείς έλεγχο. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον – είναι σαν,… παίρνω την ευθύνη για τη ζωή μου, για το φύλο μου, και για την σεξουαλικότητα μου επίσης…

Anna: και ποιο είναι το κόστος αυτού του ρυθμιστικού πλαισίου;

Γαβριήλ: Χμμ… νομίζω το κόστος είναι πως, παύεις να έχεις ανθρώπινες σχέσεις με τους ίδιους όρους. Δεν μπορείς να υπάρξεις πλέον μέσα… αν αποφασίσεις να φύγεις δεν μπορείς να γυρίζεις…. Δεν μπορείς να είσαι ούτε η «καλή κόρη» ούτε ο «ευσυνείδητος γιός». [Παύση]δεν μπορείς να είσαι το «αφανέρωτο» δεκανίκι του αποτέτοιου [γελά], δεν μπορείς να κάνεις διάφορα πράγματα. Που – για την επιβίωση σου – μπορεί να έχεις ανάγκη κάποια ελαστικότητα. Τώρα είναι τόσο δύσκολο, ακόμη και να υποκριθείς…

Anna: Δύσκολα με ποιο τρόπο;

Γαβριήλ: Για παράδειγμα έχω υπάρξει το θύμα βίας, ομοφοβικής βίας. Και θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά να λέω σε ανθρώπους και συντρόφους πως «ξέρεις κάτι; Είναι πολύ διαφορετικό να δέχεσαι επίθεση… για την ιδεολογία σου, και είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό να δέχεσαι επίθεση για αυτό που είσαι». Πως, μπορείς να φοράς διαφορετικά ρούχα και να περάσεις από τους μπάτσους… αν το κάνεις αυτό, φόρα διαφορετικά ρούχα, εντάξει, δεν δείχνουν πως ανήκεις σε έναν αναρχικό [πολιτικό] χώρο, έτσι μπορεί κα να ξεφύγεις κάνοντάς το. Εγώ, ανεξάρτητα πως θα περάσω μπροστά από τους μπάτσους, η [απάντηση] είναι η ίδια. Έτσι… λοιπόν, η επίθεση – και αυτό είναι το κόστος για το οποίο μιλάμε: πως αντιμετωπίζεις επιθέσεις και βία για αυτό που είσαι…. [Η κανονικότητα] επιβάλλεται πολύ βίαια. Επιβάλλεται πολύ βίαια. Στο πλαίσιο της αποδοχής, στο πλαίσιο της αναγνώρισης, στο πλαίσιο της αδυναμίας, της λειτουργίας, της υγείας – με όλους αυτούς τους τρόπους.

Anna: Είναι πολύ περισσότερο σε μια μικρή πόλη σαν [όπου μεγάλωσες]; Επειδή έχεις το μέτρο της σύγκρισης

Γαβριήλ: έχω αυτή την εμπειρία, την εμπειρία της επαρχίας, η οποία είναι πολύ διαφορετική· είναι μια καμπάνια τρόμου, σωστά; Στην οποία πρέπει να έχεις πολύ κουράγιο, να υπερασπιστείς [τον εαυτό σου]και δεν έχουν όλοι το απαιτούμενο κουράγιο να το κάνουν αυτό· δεν ανήκω σε αυτή τη κατηγορία, περίπου, επειδή, είχα επίγνωση της σεξουαλικότητας μου από όταν ήμουν έντεκα, δέκα. Λοιπόν, είχα μια στήριξη στο σπίτι, από ένα μέρος, την αδερφή μου…. Εντάξει, ήταν το μοναδικό πρόσωπο, αλλά ήταν εκεί, αντίθετα με άλλους ανθρώπους που δεν το έχουν ούτε αυτό. Στα δεκαπέντε, δεκάξι, ασχολούμουν με πράγματα που είχαν να κάνουν με τη θέση μου στη κοινωνία ως άτομο και πολιτικό υποκείμενο, έτσι ήρθα σε [ένα αυτοοργανωμένο αντιεξουσιαστικό κοινωνικό χώρο], συνάντησα ανθρώπους… ήταν πολύ δεκτική ως προς αυτό που είμαι, είχα πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις και αισθάνθηκα λίγη ελευθερία. Στο σχολείο, υπήρχε πολύ ξύλο, πολύς εκφοβισμός. Ήταν όλο αυτό το πράγμα. Και, ξέρεις. Και εγώ ακόμη, προσπαθούσα – αν και το είχα δεχτεί – να το βάλω σε άλλο πλαίσιο όπως, εντάξει, έχω διαφορετική εμφάνιση, μου επιτίθενται επειδή, δεν ξέρω, εεε, δεν ξέρω, είμαι λίγο γκοθ, ή δεν ξέρω τι, ας πούμε… [γελάει]. Έτσι, ακόμη και για εμένα ήταν δύσκολο να δεχτώ πως αυτό που συμβαίνει είναι ΄χαμηλόφωνα] ομοφοβική επίθεση.

Anna: Και τι σε βοήθησε να το αντιληφθείς με αυτούς τους όρους;

Γαβριήλ: Με αυτούς τους όρους – ποιο; Πως-

Anna: Ως ομοφοβική επίθεση

Γαβριήλ: Χμμ. Αρχίζεις να συνειδητοποιείς πως… έχεις μια επιθυμία… [και αυτή] η επιθυμία συγκρούεται με αυτό που είναι κυρίαρχο, και η επίθεση είναι εξαιτίας αυτού. Είναι οι λέξεις, οι χαρακτηρισμοί, είναι όλα! Τα πάντα αποδεικνύουν πως σε αυτή τη στιγμή κάνεις κάτι που δεν θα έπρεπε. Σωστά;… Αυτός είναι ο λόγος που συμβαίνουν όλα αυτά τα πράγματα…. Και υπάρχουν πραγματικά [εμφατικά] μόνο δύο επιλογές: είτε συμμορφώνεσαι με αυτό το σύστημα, με αυτό το καθεστώς, ή δεν συμμορφώνεσαι [γελά}….

Anna: Υπάρχει κόστος στο να συμμορφωθείς, ή στο να μη συμμορφωθείς;

Γαβριήλ: Φυσικά υπάρχει

Anna: Αυτό-ακύρωση, θα το έλεγες;

Γαβριήλ: Κατά κάποιο τρόπο ναι, αλλά υπάρχει επίσης το γεγονός πως μπορεί να είσαι έφηβος και να σου ζητηθεί να υπερασπιστείς την επιλογή σου, με όλο της το κόστος, σωστά; Γνωρίζοντας πως γονείς θα σταματήσουν να σε στηρίζουν οικονομικά, πως μπορείς να χάσεις τους φίλους σου, εε, διαφορετικά πράγματα. Αλλά κάπως… ιεραρχείς αυτό το πράγμα [παύση] ε, κάπως, σαν λίγο μακροπρόθεσμο. Σαν, δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο [γέλιο]. Αλήθεια, δεν μπορώ να κάνω κάτι διαφορετικό. Και έχω έρθει σε επαφή με ανθρώπους που, στα τριάντα πέντε, δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί. Και καταλαβαίνω πόσο πόνο προκαλεί αυτό…. Είναι πολύ βίαιο.

Λίγο αργότερα στη συζήτηση μας, με τις κατευθυντήριες ερωτήσεις μου αναφορικά με τη διαθεματικότητα και το «ρατσισμό» στο νου μου, ρώτησα τον Γαβριήλ τι, αν υπάρχει, πιστεύει συνδέει τα συστήματα καταπίεσης μεταξύ τους: «έχει το ένα σχέση με το άλλο; Η τρανσφοβία με την ομοφοβία για παράδειγμα; Ή είναι διαφορετικά και διακριτά συστήματα;». στην απάντηση του επικαλείται τη βία ξανά:

Γαβριήλ: Κοίτα… στο επίπεδο του δημόσιου χώρου πιστεύω πως είναι εξίσου βίαια. Πιο ειδικά ωστόσο, υπάρχουν διαφορές· όπως η μια καταπίεση αφορά την έμφυλη ταυτότητα και η άλλη μια διαφορετική σεξουαλικότητα…. Εντάξει, [αυτό που] με συνδέει με το φεμινιστικό κίνημα άμεσα, είναι η βία που έχω αντιμετωπίσει σχετικά με τη θηλυπρέπεια μου στο δημόσιο χώρο. Είναι θηλυπρέπεια… πως ορίζεται, πως πρέπει να είναι…. Φυσικά, όλα προέρχονται από το δίπολο άνδρας/γυναίκα. Έχω ακούσει, δεν ξέρω, από στρέιτ φίλο, «εντάξει, αν νιώθεις πως έχεις μια ιδιαίτερη θηλυκότητα γιατί δεν προχωράς με αυτή, αν περάσεις διαδικασίες για να αλλάξεις το σώμα σου;». έτσι, μια αδυναμία κατανόησης πως το φύλο είναι πολλαπλό πλαίσιο, έχει ένα ευρύτερο φάσμα από το δίπολο άνδρας/γυναίκα. Τότε, τυπικά, καθώς μου είπε, «αντίθετα από το να είσαι θηλυπρεπές αγοράκι γιατί δεν γίνεσαι γυναίκα, και ίσως να τα καταφέρεις καλύτερα;». Κάπως… ας πούμε. Λοιπόν ναι, υπάρχει διαφορά.

Anna: Έχω διαβάσει ένα επιχείρημα που λέει, βασικά, πως η παρακολούθηση και η αστυνόμευση ιδιαίτερα των γκέι ανδρών αλλά επίσης των λεσβιών γύρω από τη σεξουαλικότητα τους εκφράζεται με όρους φύλου. Με την έννοια πως η θυματοποίηση ακολουθεί από μια έμφυλη οπτική του επιτιθέμενου-

Γαβριήλ: -πως δεν μπορείς να ορίσεις το φύλο σου, το βιολογικό σου φύλο. Είναι αλήθεια…. Προσπαθούμε να πούμε πως το φύλο είναι ο πρώτος τρομοκράτης – με κανένα τρόπο ο μοναδικός, αλλά ο πρώτος – επειδή από την αρχή σε καθορίζει στη κοινωνία… δίχως αναγνωρίσιμο φύλο, δεν είναι δυνατό…

«Η Γλώσσα Κόκαλα Τσακίζει Και Κόκαλα Δεν Έχει»

Στη διάρκεια της συζήτησης μου με τα μέλη της TRY, προκύπτει συχνά το ζήτημα της γλώσσας και οι λεκτικές επιλογές. Οι συνομιλητές μου περιγράφουν και μου δείχνουν βίντεο που έκαναν στα πλαίσια της διαδικτυακής εκστρατείας «Project Unicorn» για την «αποστιγματοποίηση» και «ανάκτηση» των LGBTQ βρισιών. Η καμπάνια απευθύνεται κυρίως σε νεαρά LGBTQ άτομα, τα οποία συμβουλεύει: «Μην δίνεται σημασία στις λέξεις… Η γλώσσα κόκαλα τσακίζει και κόκαλα δεν έχει». Αντίθετα από την αγγλική εκδοχή αυτής της παροιμίας (Sticks and stones may break my bones, but words will never hurt me), το ρητό «η γλώσσα κόκαλα τσακίζει και κόκαλα δεν έχει» αναγνωρίζει την πιθανή βία του λόγου, την ικανότητα της να προκαλεί φυσικό τραύμα. Ωστόσο κάπως αντιφατικά, η συμβουλή της TRY στα νεαρά άτομα είναι να αγνοήσουν τις λέξεις που τους πληγώνουν, ή να επανακαθορίζουν τη σημασία τους, με το να τις σουρεαλικοποιούν με το να εστιάζουν στις κυριολεκτικές σημασίες των ομοφοβικών και τρανσφοβικών βρισιών ώστε να υποσκάψουν την βλαπτικότητα τους.

Πέτρος: Και λέμε αυτό: πως θα ακούσεις πολλά πράγματα, αλλά είναι μόνο λέξεις· έτσι, δεν σας αφορούν…

Πάνος: Επηρεάζει κυρίως νέους ανθρώπους…

Πέτρος: Είναι λεκτική βία, μπορείς να το πεις έτσι, αλλά μη δώσεις σημασία, επειδή ξέρεις ποιος είσαι, ότι και αν σου προσάπτουν οι άλλοι, δεν έχει σημασία· το αποδέχεσαι μόνο αν το θες.

Πάνος: Συν το γεγονός πως στην Ελλάδα υπάρχει ένα κίνημα που είναι κίνημα ανάκτησης της γλώσσας… θα ακούσεις πολλούς γκέι άνδρες να λένε «Είμαι αδερφή, πούστης». Ο όρος έχει αποστιγματοποιηθεί, έτσι δεν μπορεί να σε πληγώσει. Αυτό γίνεται με πολλές λέξεις, εκτός από κάποιες συγκεκριμένα: για παράδειγμα, ας πούμε, η λέξη τραβέλι είναι κακοποιητική λέξη προς τα trans άτομα, όπως και να το δεις. Και καθώς δεν υπάρχουν trans άτομα που να χρησιμοποιούν αυτή τη λέξη για τους εαυτούς τους δεν μπορούμε να την αποστιγματίσουμε: επειδή αυτό πρέπει να γίνει από τα ίδια τα trans άτομα και μόνο αν το επιθυμούν…. Όταν ήμουν νεότερος, με στοχοποιούσαν πολύ συχνά με αυτές τις λέξεις, ως βρισιές, στο περίγυρο μου – επειδή έτσι με αντιμετώπιζαν – εξελίχθηκα ως πρόσωπο έτσι ώστε να πω πως αυτές οι λέξεις δεν θα με πληγώσουν ξανά, εγώ ο ίδιος θα τις χρησιμοποιώ για εμένα και τελείωσε…. Από την άλλη ωστόσο, μπορεί να υπάρχει ακόμη ένα γκέι αγόρι που επίσης έχει στοχοποιηθεί από αυτές τις προσβολές… και μπορεί ακόμη να τον ενοχλούν όταν τις ακούει τώρα. Προβληματίζομαι περισσότερο με τη λέξη «ομοφυλόφιλος» παρά με τη λέξη «πούστης», επειδή η λέξη «ομοφυλόφιλος» επικαλείται μια παθολογικοποίηση του όλου πράγματος· σαν, να μου ακούγεται σαν μια ασθένεια. «Γκέι», ναι το προτιμώ, απόλυτα. Από εκεί και πέρα έχω ακούσει αναρίθμητα πράγματα: «κουδουνίστρα», «συκιά», εμ, «πούστης», «νεράιδα»…

Πέτρος: -Αυτό [«νεράιδα»] είναι το καλύτερο. Νομίζω με εκφράζει απόλυτα [γελάει].

Ενώ οι συνομηλιτές μου τόνισαν την δυνατότητα και τη σημασία της επανοηματοδότησης της γλώσσας ως αντι-ομοφοβικής και αντι-τρανσφοβικής στρατηγικής (με όρια), τους παρακίνησα να συζητήσουμε την συχνότητα του λόγου μίσους και την αναπαραγωγή του από κρατικούς θεσμούς (επιπρόσθετα των παρακρατικών παραγόντων, όπως τα φασιστικά τάγματα εφόδου, που επιτίθενται τακτικά σε LGBTQ, μετανάστες, και φυλετικοποιημένους ανθρώπους).

Anna: Στο επίπεδο της γλώσσας, τουλάχιστον, υπάρχει ένας πολύ σημαντικός θεσμός που συγκρούεται με… την LGBTQ κοινότητα-

Πάνος: -Μιλάμε για την Εκκλησία. Ω, το αγαπώ [γέλιο]

Πέτρος: Ναι, όντως, όντως

Anna: Ίσως να μην φτάνει τα άκρα της [σωματικής] επίθεσης, αλλά έχει-

Πέτρος: -έχει πολεμικό χαρακτήρα. Λοιπόν εντάξει. Η Ελλάδα είναι γενικά ένα κράτος στα χέρια της θρησκείας. Δηλαδή, η εκκλησία ασκεί εξουσία εξαιτίας της γης που κατέχει. Της ανήκει γη.

Πάνος: Αρχικά, έχει οικονομική εξουσία. Αυτό είναι ουσιώδες· τα λεφτά κάνουν κουμάντο παντού.

Πέτρος: Και έχει λόγο στη Βουλή, για το λόγο αυτό, εξαιτίας της δύναμης της. Κάτι που είναι τραγικό σήμερα σε αυτή την εποχή…

Πάνος: Κοίτα, μας αρέσει η Εκκλησία… [γέλιο]. Άσε με να σου πω γιατί. Ο χρυσαυγίτης θα με ενοχλήσει. Ο συντηρητικός πολιτικός, είτε δεξιός, είτε αριστερός, θα με ενοχλήσει. Ακόμη και ο γείτονας θα με ενοχλήσει. Αλλά ο παπάς είναι πολύ γραφικός για να με ενοχλήσει άλλο. Αυτό είναι που βρίσκω πιο διασκεδαστικό από οτιδήποτε στο να ακούω τις ομοφοβικές τους δηλώσεις.

Πέτρος: Είναι λίγο πολύ υπέρ μας, επειδή, σε γενικές γραμμές μας κάνουν διαφήμιση για εμάς.

Πάνος: ναι. Όταν ο αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης βγαίνει [στη τηλεόραση] και λέει, «Μην πάτε, μην πάτε στο Pride» –

Πέτρος: -Βγαίνει στη τηλεόραση και λέει «μην πάτε» στους ‘Έλληνες· λοιπόν, οι Έλληνες θα πάνε. Επειδή βγήκε ο αρχιεπίσκοπος και είπε να «μην πάνε»

Πάνος: επειδή ο συγκεκριμένος αρχιεπίσκοπος ήδη δεν είναι δημοφιλής φιγούρα, ακόμη και μεταξύ των πιστών. Δηλαδή, δεν τον συμπαθούν· έτσι, λένε, «Τι είναι αυτό που είπε; Θα κάνω το αντίθετο». Και άνθρωποι έρχονται στο Pride και μας λένε, «Ήρθα επειδή είπε στη τηλεόραση ο Άνθιμος να μην έρθουμε». Έτσι, να το. Κάνουν διαφήμιση εκ μέρους μας… ίσως και να το κάνουν εσκεμμένα, δεν ξέρω· ίσως πραγματικά θέλουν να μας βοηθήσουν. Δεν ξέρω. Αυτό όμως που καταλήγουν στο τέλος να κάνουν, βασικά, είναι να βοηθούν.

Ελισάβετ: Ναι, και το κάνουν χρησιμοποιώντας αντίστροφη ψυχολογία.

Πέτρος: Είναι αστείο. Είναι αστείο πως η εκκλησία φέρεται στην Ελλάδα. Επειδή, ο… πραγματικά – ο λόγος της έχει σημασία στη Βουλή, κάτι, που κατά τη γνώμη μου, δεν θα έπρεπε, να συμβαίνει σε καμιά χώρα…

Πάνος: Κοίτα, δεν θα ζητήσουμε ποτέ από την Εκκλησία τη στήριξη της…. Αυτό που θα θέλαμε ωστόσο, είναι η εκκλησία να σέβεται το νόμο, επειδή αν λειτουργεί σε αντίθεση με το αντιρατσιστικό νόμο με το να κηρύσσει μίσος…. Φυσικά, οι παπάδες το κάνουν πολύ έξυπνα επειδή δεν μιλάνε μόνο· έχουν ανθρώπους στο παρασκήνιο που τους λένε τι να πουν. Και ο λόγος τους είναι τόσο προσεκτικός, που όταν πας να τους μηνύσεις για αυτό που είπαν, σου λένε «αυτή ή η άλλη λέξη δεν χρησιμοποιήθηκε, έτσι δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόσκληση σε βία, δεν μπορείς να τους μηνύσεις. Οι λέξεις τους είναι επιλεγμένες πολύ προσεκτικά. Και πολλοί από αυτούς είναι μορφωμένοι. Ο αρχιεπίσκοπος Πειραιά, νομίζω, έχει σπουδάσει νομική. Έτσι… τι μπορείς να του κάνεις; Ξέρει τι να πει. Αλλά στις περιπτώσεις που συμβαίνει, υπάρχει μαζική κινητοποίηση. Μόνο σε τέτοιες περιπτώσεις συγκεντρώνεται η κοινότητα μαζί. Όπως: «ρατσιστικός λόγος; Συλλογική μήνυση από τις οργανώσεις». Για να το αντιμετωπίσει. Και κοιτάμε σε ποιο βαθμό ο νόμος έχει αποτέλεσμα. Δηλαδή δεν είναι αρκετό πως [ο νόμος] υπάρχει, αλλά [πρέπει να δούμε] πως δουλεύει επίσης. Αυτό επίσης φυσικά, είναι ένα καλό είδος ακτιβισμού, το να είσαι ικανός να χρησιμοποιήσεις το νόμο προς όφελός σου. Όπως έγινε με τους γάμους στη Τήλο… έτσι. Όταν το Ελληνικό Σύνταγμα λέει πως δυο άνθρωποι μπορούν να παντρευτούν και δεν εξηγεί το φύλο, φυσικά και θα το δοκιμάσεις· θα παντρευτείς και θα προκαλέσεις το νόμο. Και αυτή η κίνηση ήταν πολύ έξυπνη, και χάρη σε αυτή τη κίνηση ψήφισε νόμο για το σύμφωνο συμβίωσης, και έκανε το λάθος να μην συμπεριλάβει τα ομόφυλα ζευγάρια – και όχι μόνο να μη τα συμπεριλάβει, αλλά να τα αποκλείσει, κάτι που θεωρείται διάκριση με βάση το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, και έτσι έγινε καταγγελία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Και τα ζευγάρια κέρδισαν. Και τώρα υπάρχει ακόμη μια καταγγελία εκεί, ξανά για το ίδιο ζήτημα, τον νόμο αστικής συμβίωσης, ας δούμε σε ποιο βαθμό θα λειτουργήσει. Αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υποχωρήσει στην απόφαση του δικαστηρίου.

Αν κάποιοι από τους συνομιλητές μου βρίσκουν τον ομοφοβικό και τρανσφοβικό λόγο μίσους που αναπαράγεται από μέλη της εκκλησιαστικής ιεραρχίας ως «γραφικό» – και ακόμη και αν το βλέπουν σαν ένα είδος «διαφήμισης» για τα LGBTQ δικαιώματα – ομόφωνα όλοι ζητούν την εκκοσμίκευση του κράτους και θεωρούν την επιρροή και ανάμειξη της Εκκλησίας στην πολιτική ως παράνομη και «οπισθοδρομική». Πράγματι, όλοι οι ακτιβιστές με τους οποίους μίλησα ήταν υπέρ ενός διαχωρισμού Εκκλησίας και κράτους και χαρακτήριζαν την ανάμειξη της εκκλησίας στη πολιτική ως μεγάλο εμπόδιο στην νομική και κοινωνική αλλαγή· η Εκκλησία συχνά υποδαυλίζει διαπροσωπική και θεσμική βία. Ένα ιδιαίτερα ξεκάθαρο – αν και όχι τρομερά μοναδικό – παράδειγμα του τελευταίου είναι η ομιλία που έγινε από τον αρχιεπίσκοπο Καλαβρύτων Αμβρόσιο, σε αντίδραση προς τους επικήδειους στη κηδεία του ιδιαίτερα γνωστού ηθοποιού και LGBTQ ακτιβιστή, Μηνά Χατζησάββα. Ο Κώστας Γαλεκάκης, σύντροφος του Χατζησάββα για είκοσι πέντε χρόνια, ζήτησε από τους πενθούντες «αντί συλλυπητηρίων» να παλέψουν για την «δυνατότητα» «να ζεις με αξιοπρέπεια και να πεθαίνεις με αξιοπρέπεια», και απαίτησε από το κράτος να νομιμοποιήσει την «γαμημένη αστική συμβίωση», την πρόσφατη ψήφιση της οποίας ο Χατζησάββας δεν είδε να υλοποιείται, και δίχως την προστασία της οποίας ο Φαλεκάκης σχεδόν στερήθηκε το δικαίωμα να συλλέξει τη σωρό του συντρόφου του και να εκτελέσει την επιθυμία του και να τον αποτεφρώσει. Ο Αμβρόσιος χρησιμοποίησε την ευκαιρία για να πει:

Η ομοφυλοφιλία είναι παρέκκλιση από τους νόμους της φύσης! Είναι κοινωνικό κακούργημα! Είναι αμαρτία! Έτσι, εκείνοι που είτε την βιώνουν, είτε την υποστηρίζουν, δεν είναι φυσιολογικοί άνθρωποι Είναι αποβράσματα της κοινωνίας!… Περιθωριακοί, ελλατωματίες, εξευτελισμένοι άνθρωποι του σκότους, οι οποίοι τώρα πια με την ευκαιρία της υπεροχής της αριστεράς σήκωσαν πια κεφάλι! Σας συμβουλεύω: Μη τους πλησιάζεται! Μη τους ακούτε! Μη τους εμπιστεύεστε! Είναι οι κολασμένοι της Κοινωνίας! Δικαίωμα τους, βέβαια, είναι κρυφά – ιδιωτικά – να ζουν όπως θέλουν! Αλλά κάποιοι ξεφτιλισμένοι δεν μπορούν να υπερασπίζονται δημοσίως της ψυχής των! Την Ελλάδα μας διοικούν σήμερα πια άθεοι άνθρωποι!… Ε, λοιπόν, αυτούς τους ξεφτιλισμένους φτύστε τους! Αποδοκιμάστε τους! Μαυρίστε τους! Δεν είναι άνθρωποι! Είναι εκτρώματα της φύσεως! Ψυχικά και πνευματικά πάσχουν! Είναι άτομα με νοητική διαταραχή! Δυστυχώς αυτοί είναι τρις-χειρότεροι και πολύ πιο επικίνδυνοι από κάποιους ου ζουν στο τρελοκομείο! Μη διστάζετε, λοιπόν! Όταν και όπου τους συναντάτε, φτύστε τους! Μην τους αφήνετε να σηκώνουν κεφάλι! Είναι επικίνδυνοι! Η Εκκλησία μας προσεύχεται για αυτούς ως εξής: «Ας εξαφανιστούν από τη γη όλοι οι αμαρτωλοί και όλοι οι άνομοι, ώστε να μην υπάρχουν! Στον αγύριστο να πάνε όλοι αυτοί που είναι καταραμένοι!

Διατυπώθηκαν απειλές από μέλη της εκκλησιαστικής ιεραρχίας για τον αφορισμό μελών του κοινοβουλίου που θα ψήφιζαν να τροποποιηθεί ο νόμος της αστικής συμβίωσης για να συμπεριλάβει ομόφυλα ζευγάρια, δεν κατόρθωσαν να αποτρέψουν την ψήφιση του νόμου. Ο νέος νόμος αναπαράγει και δεν καταπολεμά την ανισότητα και την διάκριση, ιδιαίτερα όσον αφορά τα γονικά δικαιώματα και υποχρεώσεις (αναγνωρίζονται για τους ετερόφυλους αλλά στερούνται από τα ομόφυλα ζευγάρια)· μεταβατική διαμονή και δικαιώματα πολίτη (επηρεάζοντας συντρόφους, γονείς, ή παιδιά που δεν είναι Έλληνες υπήκοοι ή που τους έχουν αρνηθεί ξεχωριστά νομική προστασία)· και η νομική αναγνώριση των έμφυλων ταυτοτήτων των διεμφυλικών ατόμων (αναγνωρίζονται μόνο αφού περάσουν από μια βίαιη διαδικασία που απαιτεί ψυχιατρική παθολογικοποίηση και αναγκαστική στείρωση και μπορούν να προχωρήσουν σε αστική ένωση μόνο με το φύλο που τους αποδόθηκε αναγκαστικά κατά την γέννηση). Ένας από τους συνομιλητές μου χαρακτήρισε τη νομοθεσία (την στιγμή της συνομιλίας μας, νομοσχέδιο ακόμη που δεν είχε περάσει ως νόμος) ως «άθλιο πράγμα», ενώ ένας άλλος σήκωσε το προσπέρασε: «δεν είμαι εναντίον του, ούτε και ακριβώς υπέρ του».

«Οριζόμαστε Μέσα Από Το Λόγο»

Όταν άρχισα την έρευνα πάνω στην οποία βασίζεται αυτό το άρθρο, ήθελα να μάθω πώς οι LGBTQ ακτιβιστές σχηματοποιούσαν τις σχέσεις μεταξύ διάφορων μορφών καταπίεσης, και αν η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν αντανακλούσε αυτές τις αντιλήψεις, και αν ήταν έτσι, πως. Συγκεκριμένα, ενδιαφερόμουν στη χρήση που έκαναν στον όρο ρατσισμός για να περιγράψουν καταπιέσεις που μοιάζουν να στερούνται τη φυλή ως την οντολογική τους άγκυρα, μια ετυμολογικά «απρόσεκτη» χρήση που είναι κοινή ιδιόλεκτο στα ελληνικά (και, έμαθα, σε κάποιες άλλες λέξεις που μιλιούνται ευρέως επίσης στην Ελλάδα, όπως τα αλβανικά και τα αραβικά). Πως αυτή η νοηματοδότηση το ρατσισμού σχετίζεται με την έννοια της διαθεματικότητας, με την τελευταία να έχει αναδυθεί πλέον στον LGBTO και φεμινιστικό ακτιβιστικό λόγο στην Ελλάδα (αν, και ενδιαφέρον, κυρίως απών σε ακαδημαϊκό και αντιρατσιστικό πλαίσιο), ή με αυτά που θεωρούνται υποκατηγορίες της έννοιας «ομπρέλας» του «ρατσισμού», κυρίως, ομοφοβία και τρανσφοβία, η ίδιες λεκτικά δάνεια στα ελληνικά με ελληνικές ρίζες; Στο άρθρο αυτό δεν προσπάθησα να απαντήσω αυτά τα ερωτήματα άμεσα – ερωτήματα που, όπως κάποιοι από τους συνομιλητές μου μου έδωσαν να καταλάβω, δεν τους είχαν απασχολήσει προηγουμένως, ακόμη και αν είχαν την ευγένεια να τα σκεφτούν και να διατυπώσουν τη γνώμη τους πάνω σε αυτά στη διάρκεια των συζητήσεων μας. Αν τα ερωτήματα μου φάνηκαν σε κάποιους από αυτούς κάπως μυστήρια, τα ερωτήματα τους – που είχαν να κάνουν με την επιβίωση και την εξέλιξη μέσα σε έναν ατμοσφαιρικά εχθρικό κόσμο – υπογράμμισαν την καταπνικτική κοινοτοπία τα βίας, της ικανότητας να εξαπλώνεται στις ζωές μας  όχι μόνο με τυχαίο τρόπο αλλά μέσα στην ίδια την δομή των ενσαρκώσεων μας. Εκ των υστέρων, δεν αποτελεί σύμπτωση που μια κουβέντα που ξεκίνησα με σημείο αφετηρίας το ρατσισμό και την διαθεματικότητα κατέληξε να περιστρέφεται γύρω από τη βία, γιατί η διαθεματικότητα ως έννοια στις αρχικές της εκφράσεις εμφανίστηκε ακριβώς για να θεωρητικοποιήσει την ενδημική βία εναντίον των γυναικών των φυλετικών μειονοτήτων, περιλαμβανόμενης και της απεικονιστικής βίας που πραγματοποιείται μέσα από τον διαλεκτικό αποκλεισμό των εμπειριών τους. Σε αυτό το καταληκτικό τμήμα θέλω να παρουσιάσω δυο αποσπάσματα από τις συζητήσεις με τον Γαβριήλ (από την QV) και τον Πέτρο και τον Άγγελο (από την Ομοφοβία και τρανσφοβία στην Εκπαίδευση), στην οποία το ενδιαφέρον μου για την κατηγοριοποίηση, νοηματοδότηση, και απεικόνιση συγκρούεται με την έμφαση τους στην γνωσιολογική βία.

Anna: Έχω μια τελευταία ερώτηση, η οποία έχει να κάνει με την ορολογία, τη γλώσσα που χρησιμοποιείται.έχει να κάνει με τον όρο «ρατσισμός», ο οποίος χρησιμοποιείται με ένα γενικευμένο τρόπο, έτσι δεν είναι;

Γαβριήλ: Χμμ…. Ναι, ναι.

Anna: Και όμως, έχουμε άλλους όρους που είναι περισσότερο-

Γαβριήλ: -Ειδικοί-

Anna: Ναι. «Τρανσφοβία», «ομοφοβία»… Τι πιστεύεις για αυτό;

Γαβριήλ: Νομίζω είναι χρήσιμο… να έχουμε όλες αυτές τις περιγραφές. Με την έννοια πως οριζόμαστε μέσα από το λόγο. Ο λόγος συνήθως περιγράφει μια εμπειρία και είναι σημαντικό αυτή η εμπειρία να καταγραφεί… με τα γνωρίσματα που έχει, επειδή είναι διαφορετικά για το καθένα, αλλά είναι σημαντικό η φωνή του να αναγνωρίζεται…. Έτσι για εμένα, είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν μπαίνει στην γλώσσα… στην ηγεμονική γλώσσα. Επειδή, δεν ξέρω… υπάρχει μια προσπάθεια… να κρυφτεί η στοχευμένη βία… ο λόγος για την οποία συνέβη. Όπως συνέβη, για παράδειγμα, με το νεαρό που χάθηκε…. Γονείς, [τηλεοπτικά] κανάλια, συγγενείς κάλυπταν το λόγο…. [Αυτοί] κάλυπταν το γεγονός πως αυτός ήταν ο λόγος που εξαφανίστηκε…. Για μήνες, σωστά; Όπως,… «ήταν κάπως πράος»· «οι φίλοι του του έκαναν πλάκα»· «δεν ήταν αρκετά άνδρας»…. Διάφορες περιγραφές κυκλοφορούσαν, δίχως όμως να το κάνουν ξεκάθαρο πως ήταν μια ομοφοβική επίθεση. Για εμένα είναι πολύ σημαντικό να καταγραφεί κάπως στο δημόσιο χώρο…. Έτσι, όχι, ένας ευρύτερος «ρατσισμός’ δεν λειτουργεί για εμένα.

Εδώ ο Γαβριήλ αναφέρεται στην αυτοκτονία του Βαγγέλη Γιακουμάκη – που μέσα στο κίνημα καταγγέλθηκε ως «φόνος από λεβέντες». Ο Γιακουμάκης ΄ήταν ένα νεαρό άτομο από την Κρήτη που φοιτούσε σε μια γαλακτομική σχολή στα Ιωάννινα, στην ηπειρωτική χώρα, όπου στοχοποιήθηκε με συνεχή ομοφοβική βία, εξευτελίζοντας συγκεκριμένα την «θηλυπρεπή» έμφυλη έκφραση του, και λέγεται πως υποβλήθηκε σε βασανιστήρια από συμφοιτητές του. Στις 6 Φεβρουαρίου 2015, τερμάτισε τη ζωή του. Κάποια μέλη της LGBTQ κοινότητας αντιστάθηκαν στην καταγγελία της ως ομοφοβικής βίας, επιμένοντας πως δεν είχαν το δικαίωμα να «φανερώσουν» τον νεκρό δίχως τη συναίνεση του, και άλλοι ανησυχούσαν μη στιγματίσουν την οικογένεια του, ο συνομιλητής μου τόνισε την σημασία η ομοφοβική βία να κατονομάζεται ως τέτοια στο δημόσιο λόγο. Όπως με το γενικό λόγο για τον εκφοβισμό μπορεί να παραλείψει την ομοφοβική και τρανσφοβική φύση της διαπροσωπικής βίας, για παράδειγμα σε σχολικά περιβάλλοντα, εκκλήσεις σε μια γενική έννοια του ρατσισμού – που αποκρύπτει τους όσον αφορά τους στόχους της βίας ή τα συστήματα εξουσίας που αναπαράγει – μπορεί να αποκρύψει πως διάφορες μορφές καταπίεσης και προνομίου δομούν τις ζωές των ανθρώπων – και, πως επιπλέον διασταυρώνονται.

Μια τέτοια ακριβώς περίπτωση σημασιολογικής βίας αναφέρθηκε στη διάρκεια της συζήτησης με τα μέλη της Ομοφοβία και Τρανσφοβία στην Εκπαίδευση, όταν ο Πέτρος αναφέρθηκε στη δημιουργία του κρατικού Παρατηρητηρίου κατά της Σχολικής Βίας και του Εκφοβισμού τρία χρόνια νωρίτερα. Εν μέρει αυτό που οδήγησε στη δημιουργία του ήταν τα ευρήματα ενός ερευνητικού προγράμματος που είχε ανατεθεί σε μια μη κυβερνητική οργάνωση , την Εταιρεία Ψυχοκοινωνικης Υγείας του Παιδιού και Εφήβου, που εξέτασε το φαινόμενο που έχει γίνει διεθνώς γνωστό, ως σχολικός εκφοβισμός. Με την έγκριση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, μέρος της έρευνας πραγματοποιήθηκε μέσα σε σχολικές εγκαταστάσεις, όπου σε μαθητές δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου δόθηκε ένα ερωτηματολόγιο για τις εμπειρίες τους με το σχολικό εκφοβισμό. Ο Πέτρος ανέφερε πως το ερωτηματολόγιο για τις εμπειρίες τους που ζητήθηκε να συμπληρώσουν δεν είχε καμία αναφορά στον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την έμφυλη ταυτότητα ως πιθανές κατηγορίες ταυτότητας στη βάση της οποίας μπορεί να γίνονταν στόχοι βίας.

Anna: Θυμάσαι ποιες ήταν αυτές οι κατηγορίες;

Πέτρος: Θρησκεία, χρώμα, εμφάνιση…. Και μετά… έδιναν επίσης στα παιδιά την ευκαιρία να γράψουν τις λέξεις που ίσως άκουγαν. Φάνηκε πως το 70 με 80% των λέξεων ήταν… ξανά το είχαν χαρακτηρίσει κάπως διαφορετικά, κάπως έτσι ώστε να μην… το είχαν χαρακτηρίσει ως «σεξουαλικό» – πως το έλεγαν;

Άγγελος: «κακοποίηση»; «Σεξουαλική παρενόχληση»;

Πέτρος: «Σεξουαλική παρενόχληση»; Όχι, κάτι άλλο.

Άγγελος: «Σεξουαλικό εκφοβισμό»

Πέτρος: Αυτό είναι «σεξουαλικό εκφοβισμό»; Κάτι τέτοιο. Δίχως να ξεκαθαρίζουν αν ήταν ομοφοβικός, αν ήταν σεξιστικός αν ήταν… δεν έγινε καμιά τέτοια κατηγοριοποίηση. Άνθρωποι που συνάντησα αργότερα, που ήταν ψυχολόγοι και εργάζονταν στο εγχείρημα, μου περιέγραψαν πως ο/η υπεύθυνος/η, φυσικά, ήθελε να ωραιοποιήσει, να καλύψει, να αποσιωπήσει όλα αυτά: το τελικό προϊόν έπρεπε να συμφωνεί με τις προσδοκίες του υπουργείου και την νοοτροπία της ελληνικής κοινωνίας έτσι ώστε να συνεχίσει η χρηματοδότηση αυτού του οργανισμού…. Ήταν όμως κυρίως ομοφοβικά σχόλια, που δεν εμφανίστηκαν πουθενά σε ολόκληρη την έρευνα. Και έτσι, έγινε η έρευνα πάνω στον εκφοβισμό…. Και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά ήταν ο ομοφοβικός εκφοβισμός και κατάφεραν να τον αποσιωπήσουν εντελώς. Αλλά παρόλα αυτά βγήκε προς τα έξω, αν και είχαν φροντίσει εξαρχής να τον κρύψουν.

Παραδόξως, η αποσιώπηση των queer σεξουαλικοτήτων και των έμφυλων ταυτοτήτων που δομήθηκαν ως παρεκβατικές από μια επιθετικά ετεροκανονική κοινωνία γίνονται ορατές στον απόηχο «εντυπωσιακών» ξεσπασμάτων βίας αλλά επίσης μέσα από και μέσω πολιτική αντίσταση σε τέτοια βία – η συνθήκη της πιθανότητας που είναι η συνηθισμένη, θεσμοθετημένη ατμοσφαιρική βία που δομεί την καθημερινή ζωή για τα LGBTQ άτομα. Τόσο με την άσκηση της όσο και με την αντίσταση σε αυτή, η βία έχει καταλυτική δράση, αποκαλύπτοντας τα άκρα και το ανάγλυφο των κοινωνικών συνθηκών που είναι κανονικοποιημένες, δικαιολογημένες και τυλιγμένες στην ιδεολογία ή και ακόμη δοξάζονται ως θέλημα θεού. Είναι ερχόμενοι ενάντια σε αυτά τα άκρα, τρίβοντας ενάντια σε αυτό το ανάγλυφο που οι LGBTQ ακτιβιστές παλεύουν να δημιουργήσουν χώρους στους οποίους, όπως είπαν οι συνομιλητές μου, «μπορούμε απλά να ζήσουμε τις ζωές μας». Η έμφυλη βία βιώνεται ποικιλοτρόπως ως ρήξη στην χρονικότητα και την χωρικότητα της «καθημερινής ζωής», η μια αποπνικτική κοινωνική σύμβαση που μας αφήνει διαρκώς σε αβεβαιότητα για το αν μπορούμε να συνεχίσουμε, αναγκάζοντάς μας να αντιμετωπίσουμε όχι μόνο τη «φυσική» μας θνητότητα αλλά την πολιτικά δημιουργημένη επισφάλεια μας. Όπως εκμυστηρεύτηκαν οι συνομιλητές μου, αντιμετωπίζοντας την έμφυλη βία ως πολιτική πραγματικότητα προκαλεί την συνειδητοποίηση πως όχι μόνο οι άνθρωποι που ξεκάθαρα και αναμφίβολα μας μισούν, αλλά επίσης, ίσως πιο επώδυνα, εκείνοι που ισχυρίζονται πως μας αγαπούν, μπορεί να τρέφουν μια ευχή να μας δουν νεκρούς, ή δεν θα θρηνούσαν το χαμό μας αν παύαμε να υπάρχουμε ως φορείς συγκεκριμένων επιθυμιών και ενσαρκώσεων: ως απείθαρχες κόρες και γιοι ή ατίθασα παιδιά· ως «μη-αναπαραγωγικοί» πολίτες· ως οντολογικές απειλές στην αίσθηση του ανήκειν τους, η στη φαντασιακή τους συμπαντική τάξη. Στις κοινότοπες μορφές της, αυτοί που αποτελούν έτερο- και cisκανονιστικά φύλα ως τέτοια, η βία είναι μια ύπουλα προσωπική τρομοκρατία, κατασκευάζοντας τις υποκειμενικότητες μας ως (μη-)βιώσιμες και (μη-)αγαπησιμες μέσα από ένα λαβύρινθο από διπλά δεσμά και απίθανες συμβατικότητες που συστηματικά μας αρνούνται τον αυτοπροσδιορισμό, την φυσική ακεραιότητα, την ηθική ευαισθησία, και το βασικό σεβασμό.

Οι συνομιλητές μου βασίστηκαν σε μια πληθώρα εννοιών στις προσπάθειες τους να φέρουν τις εμπειρίες τους της βίας στο λόγο. Κάποιες από αυτές τις έννοιες, όπως ο ρατσισμός, ήταν όροι με τους οποίους μεγάλωσαν ακούγοντας τους· άλλοι – ομοφοβία, τρανσφοβία, διαθεματικότητα – αυτοί, ή προηγούμενοι ακτιβιστές, έπρεπε να παλέψουν να τους κάνουν να ακουστούν. Λαμβάνοντας μέρος σε τέτοιες συζητήσεις, οι συνομιλητές μου προχωρούσαν σε κάποιο τύπο ακτιβισμού κατά της βίας; Αναζητούσαν ένα μάρτυρα; Αναγνώριση; Επανόρθωση; Σημαδεμένοι από τις αποτυχίες τους, τις σιωπές τους , και τις απουσίες τους, οι συζητήσεις μας μπορεί να τοποθετούνται στο θεωρητικό διάλογο που αφορά την μη απεικόνιση της βίας, αλλά επίσης και την βία των απεικονίσεων. Αλλά πιο χειροπιαστά ίσως, δείχνουν το λόγο ως πεδίο καθημερινής πάλης, ένα κοινότοπο πεδίο διάσπαρτο με σπασμένα κόκαλα και ψυχωμένης αντίστασης.

Αρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Frontiers: A Journal of Women Studies 39. Η Anna Carastathis είναι ακαδημαϊκός και συγγραφέας, και είναι συν-διευθύντρια στο Feminist Autonomous Centre for Research στην Αθήνα. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

geniusloci2017.wordpress.com/