Χρυσή Αυγή και επιείκεια

Του Θανάση Σκαμνάκη

Εμείς είμαστε άνθρωποι της επιείκειας. Όχι εκδικητές. Ούτε τιμωροί. Θέλουμε να εξαντλήσουμε τις δυνατότητες. Να επαναδιαμορφώσουμε τις συνθήκες. Να δώσουμε τα περιθώρια στους ανθρώπους να ξαναδούν τα λάθη με άλλη ματιά. Να ξαναδούν τον εαυτό τους. Γι’ αυτό και μερικές (κρίσιμες) φορές είμαστε υπέρ της τιμωρίας. Της δικαιοσύνης που δεν εξισώνει θύτη και θύμα. Που διεκδικεί την δικαίωση του δεύτερου μέσω της τιμωρίας του πρώτου. Αλλά πρωτίστως, που υπερασπίζεται το κοινωνικό αγαθό απέναντι σε εκείνους που το επιβουλεύονται. Κι αυτή είναι μια αναγκαία επιείκεια απέναντι στην κοινωνία. Η προστασία της.

Μια δικαστική απόφαση είναι απονομή δικαιοσύνης, λένε. Για τη δικαιοσύνη δεν έχουν όλοι την ίδια άποψη. Είναι όμως βέβαιο πως αν μαζί με την κρινόμενη πράξη και δράση δεν συνυπολογίσουμε την κοινωνική διάσταση, αν δεν συνυπολογίσουμε την παγκοσμιότητα, αν δεν αναλογιστούμε την Ιστορία, αν δεν υπολογίσουμε την ουσιαστική ιδέα της επιείκειας, ό,τι απονέμεται δεν είναι δικαιοσύνη αλλά πρόσχημα, άρα άδικοπραξία.

Όταν ζητάμε, διεκδικούμε, απαιτούμε, να τιμωρηθούν οι αυτουργοί των εγκλημάτων της Χρυσής Αυγής, αλλά και η ίδια η οργάνωση ως εγκληματική που είναι, δεν πρόκειται για επιθυμία εκδίκησης. Δεν είναι για να απαιτήσουμε ζωές στη φυλακή έναντι ζωών που τις μακέλεψαν οι δράστες. Είναι η διεκδίκηση αυτής της ύψιστης δοκιμασίας για τους εγκληματίες με ιδεολογία, την ιδεολογία του φασισμού, που λόγω μιας καταδικαστικής απόφασης μπορούν να βρεθούν αντιμέτωποι κάποια στιγμή με τα εγκλήματά τους και κυρίως, ελπίζουμε, με το εαυτό τους. Να αναλογιστούν, πως ο χρόνος τους αδίκησε, αλλά κυρίως τους αδίκησαν οι επιλογές, οι αποφάσεις και οι πράξεις τους, πως αν είχαν να ξαναδιαλέξουν θα έπρεπε να σκεφτούν και να πορευτούν αλλιώς, ώστε να μην κάνουν τα ίδια. Κι αυτό είναι μια κάποια δικαίωση για τα θύματα. Είναι ένα μήνυμα προς τους ομοίους τους και προς την κοινωνία, πως η ζωή δεν ξαναγυρίζει πίσω. Κι όπως ξοδεύτηκε για ασήμαντη αιτία από τα θύματα, τον Παύλο Φύσσα, τον Σαχζάτ Λουκμάν και τους άλλους, είτε αφαιρέθηκε είτε “απλώς” υπεξαιρέθηκε και μετατράπηκε σε φόβο, έτσι κι ο φόβος χρειάζεται να κατακυριεύσει τις ψυχές και το μυαλό των θυτών, κι εκείνων που θα ονειρεύονταν να γίνουν θύτες. Είναι πράξη άμυνας εξ ονόματος των θυμάτων απέναντι σε εμάς τους άλλους.

Γιατί, το τελευταίο διάστημα, διαρρέουν τα ποντίκια του φασισμού ένα ένα από σκάφος με το οποίο έκαναν “καριέρα” στην πολιτική και στο έγκλημα, και κατασκευάζουν νέα σκάφη, για να κάνουν την ίδια δουλειά αλλά με πιθανόν περισσότερα προσχήματα. Και, με την κάλυψη των ίδιων εκείνων παραγόντων, οικονομικών, πολιτικών, αστυνομικών και την ευγενική φροντίδα των κατάλληλων μέσων της κατ’ ευφημισμόν ενημέρωσης, επανακάμπτουν. Ένας άνεμος παρακμής και σήψης φέρνει στους δρόμους μας τις οχληρές και θανατηφόρες οσμές του φασισμού, με πολλές μορφές και τρόπους εμφανιζόμενου. Η άγνοια, η έλλειψη μνήμης, η βλακεία περισσεύουν σε έναν κόσμο που χάνει τα σημεία αναφοράς του.

Σα να ξεχάσαμε μέσα στα χρόνια που μεσολάβησαν, με τόσα συμβάντα (αλλάζουν και οι γενιές), την πικρή εμπειρία της φασιστικής κορύφωσης όταν κυριάρχησε το ναζιστικό τέρας. Γι’ αυτό είναι αναγκαία η επιστροφή στη μνήμη και στην εξ αυτής γνώση. Είναι ένα έδαφος που μπορείς να πατήσεις.

“Κατά την αναμέτρηση με τους βασανιστές μου, με όσους τους βοήθησαν αλλά και με όσους απλώς παρακολουθούσαν αμέτοχοι και σιωπηλοί, κάθε απαίτηση για αντικειμενικότητα μου φαίνεται εντελώς παράλογη. Το έγκλημα ως έγκλημα δεν έχει αντικειμενικό χαρακτήρα. Από αντικειμενική άποψη, οι ομαδικές σφαγές, τα βασανιστήρια, οι ψυχικές και οι σωματικές βλάβες δεν είναι παρά αλυσίδες φυσικών συμβάντων, τα οποία ερμηνεύονται με την τυποποιημένη γλώσσα των θετικών επιστημών: Πρόκειται για γεγονότα εντός ενός φυσικού συστήματος, όχι για πράξεις εντός ενός ηθικού συστήματος. Τα εγκλήματα του εθνικοσοσιαλισμού δεν είχαν ηθική ποιότητα για τον δράστη ο οποίος υπάκουσε τυφλά στις νόρμες του Φύρερ και το Ράιχ του. Ο εγκληματίας ο οποίος ενεργεί δίχως να δεσμεύεται η συνείδησή του, αντιμετωπίζει από τη δική του σκοπιά την πράξη του μόνο ως αντικειμενικοποίηση της βούλησής του και όχι ως ηθικό συμβάν.

Θυμάμαι καλά πως όταν δεν έσκαβα αρκετά γρήγορα, ο Βάις, ο Φλαμανδός λακές των Ες Ες, εμψυχωμένος από τους Γερμανούς αφέντες του, με χτυπούσε με το στειλιάρι του φτυαριού στο κεφάλι, νιώθοντας το εργαλείο σαν προέκταση του χεριού του και τον ξυλοδαρμό σαν κυματαγωγή της ψυχοσωματικής του δυναμικής. Το γεγονός ότι μόνο εγώ γνώριζα και ακόμα γνωρίζω την ηθική αλήθεια των χτυπημάτων, που βουίζουν μέχρι σήμερα μες στο κεφάλι μου, με καθιστά πολύ πιο αρμόδιο ως κριτή εν συγκρίσει όχι μόνο με το δράστη αλλά και με την κοινωνία, η οποία δεν νοιάζεται παρά μόνο για την επιβίωσή της…

Ο Βάις, ο συνεργάτης των Ες Ες από την Αμβέρσα, κατ’ επανάληψη δολοφόνος και επιτήδειος βασανιστής, έμελλε να πληρώσει με τη ζωή του. Τι άλλο θα ήθελε η αχρεία δίψα μου για εκδίκηση; Εντούτοις, όσο κι αν βασανίζω το μυαλό μου, δεν νομίζω ότι πρόκειται για εκδίκηση ή για εξιλέωση. Σε τελευταία ανάλυση, το βίωμα της καταδίωξης ισοδυναμούσε με κατάσταση ακραίας μοναξιάς. Για μένα, το ζήτημα είναι να λυτρωθώ από το φάντασμα της εγκατάλειψης, που έκτοτε δεν έχει πάψει να με στοιχειώνει. Ο Βάις, ο Φλαμανδός συνεργάτης των Ες Ες συνειδητοποίησε την ηθική αλήθεια των εγκλημάτων του όταν στάθηκε ο ίδιος απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα. Εκείνη τη στιγμή ήταν μαζί μου – κι εγώ δεν ήμουν πια μόνος με το στειλιάρι του φτυαριού. Θέλω να πιστεύω ότι τη στιγμή της εκτέλεσης του ποθούσε, όσο ακριβώς και εγώ, να γυρίσει πίσω το χρόνο, να μην αφήσει να συμβούν όσα είχαν συμβεί. Όταν το οδήγησαν στον τόπο της εκτέλεσης, από αντι-άνθρωπος είχε μεταμορφωθεί και πάλι σε συνάνθρωπο”.

Όποιος συγχωρεί από οκνηρία και ευτέλεια, υποτάσσεται στην κοινωνική και βιολογική αίσθηση του χρόνου, η οποία, εν γένει, αποκαλείται “φυσιολογική”… Ό,τι έγινε, έγινε: η ρήση είναι τόσο αληθινή όσο και εχθρική προς την ηθική και το πνεύμα. Η ηθική αντοχή εμπεριέχει τη διαμαρτυρία, τον ξεσηκωμό ενάντια στην πραγματικότητα, η οποία παραμένει λογική μόνο όσο διατηρείται ηθική. Ο ηθικός άνθρωπος απαιτεί την κατάργηση του χρόνου – πράγμα το οποίο στην προκειμένη περίπτωση επιτυγχάνεται με την ενσφήνωση του εγκληματία στο έγκλημα του, ούτως ώστε, μέσα από την ηθική αναστροφή του χρόνου, ο εγκληματίας να σμίξει με το θύμα του ως συνάνθρωπος”.

Ο Ζαν Αμερί που τα γράφει αυτά στο βιβλίο του Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (εκδ. Άγρα), εβραίος της Αυστρίας, αντιστασιακός, γνώρισε τα στρατόπεδα. Τόλμησε το 1964 να μιλήσει γι’ αυτά. Και προειδοποίησε πως το τέρας δεν έχει εξαληφθεί. Από τότε ακόμα και με τα εξασκημένα μάτια του έβλεπε τι γίνεται, κατ’ αρχήν στη Γερμανία.

Ο Βάις επέστρεψε. Χρειάζεται να του κλείσουμε το δρόμο. Δεν είναι το θέμα αν θα ξανακάνει ακριβώς τα ίδια. Ο καινούργιος Βάις δεν έμαθε από τον παλιό. Ίσως θα επιθυμούσε να κάνει τα ίδια, αν του δινόταν η ευκαιρία. Το σημαντικό όμως, και το πραγματικό, είναι ότι βουλιάζει τη ζωή εδώ και τώρα. Την κάνει μίσος μεταδιδόμενο. Την κάνει ρατσισμό. Τραμπουκισμό. Φόνο, αν χρειαστεί. Ακόμα κι έτσι, και χωρίς εξουσία, αρκεί για να δηλητηριάζει το νερό της καθημερινότητάς μας. Αλλοίμονο αν δεν κλείσουμε τώρα, στην ιστορική αυτή στιγμή, το δρόμο σε αυτή την έρπουσα βρωμερότητα.

Ο Αμερί έδωσε το ουσιαστικό νόημα στην τιμωρία και την επιείκεια. Για να μη χρειαστεί σε κάποιον επόμενο χρόνο να βρεθούν στην ανάγκη αυτή, κριτές και θύτες, να σκεφτούν πως πρέπει να γυρίσει ο χρόνος, ώστε να μην κάνουν το ίδιο λάθος.

Κι όλοι οι άλλοι, οι “αθώοι”, να μη χρειαστεί να νοιώσουμε το βάρος μιας συλλογικής ενοχής για πράξεις που παραλείψαμε να κάνουμε ώστε να αποτρέψουμε το κακό.

Κάθε ευθύνη μετράει στην ώρα της.

kommon