Η εκλογή Μπάιντεν και το μέλλον του εξεγερσιακού κινήματος στις ΗΠΑ

Σε αντίθεση με πολλές δημοκρατικές χώρες των οποίων τα πολιτικά κόμματα έχουν συχνά ξεκάθαρες φασιστικές, σοσιαλιστικές ή σεχταριστικές τάσεις, τα κόμματα των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικάνων στις ΗΠΑ μπορεί μεν να εγκολπώνουν κάποια από αυτά τα χαρακτηριστικά, είναι όμως στην ουσία τους φιλελεύθερα, φιλοκαπιταλιστικά και μη σεχταριστικά. Και φυσικά όταν μιλάμε για δικομματικά πολιτικά συστήματα ο αμερικανικός δικομματισμός κατατάσσεται ίσως πρώτος στη λίστα.

Έχοντας αυτό κατά νου ας οδηγηθούμε λίγες εβδομάδες μπροστά, οπότε και οι Αμερικανοί ψηφοφόροι καλούνται από τους απανταχού «ριζοσπάστες» να καθαιρέσουν τον Τραμπ και να αναδείξουν Πρόεδρο έναν 70άρη λευκό άντρα που έχει επαινέσει στο παρελθόν του υπέρμαχους της «λευκής ανωτερότητας» και έχει ταχθεί υπέρ της ενίσχυσης των πάσης λογής ρατσιστικών σωμάτων επιβολής του νόμου. Στις 3 Νοεμβρίου είναι πιθανό να διεξαχθεί μια φαντασμαγορική παράσταση, «ωδή στην δημοκρατία», με εκατομμύρια Αμερικανούς να ζητωκραυγάζουν τη νίκη του Τζο Μπάιντεν που μέχρι στιγμής προηγείται στις δημοσκοπήσεις.

Πραγματική ωδή στην δημοκρατία και την ισότητα ωστόσο δεν θα πρέπει να θεωρείται τίποτε άλλο από το «μαύρο» κίνημα που εδώ και χρόνια αγκαλιάζει τους αγώνες των αφροαμερικανών, των μεταναστών και των αυτοχθόνων. Ένα κίνημα βάσης που θέτει επί τάπητος, και πολύ περισσότερο φέτος, σε μαζική κλίμακα όλα τα φαινόμενα καταπίεσης που αντιμετωπίζουν οι μειονότητες και η εργατική τάξη των ΗΠΑ, όταν οι Δημοκρατικοί από τους οποίους υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύονται αυτοί οι πληθυσμοί, τόσες δεκαετίες επιλέγουν να τα κρύβουν κάτω απ’ το χαλάκι. Εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν επομένως είναι αν μπορεί η δυιστική δομή του κομματικού συστήματος των ΗΠΑ να ικανοποιήσει τα αιτήματα των πλέον καταπιεσμένων τμημάτων του εκλογικού σώματος, αν ελλοχεύει ο κίνδυνος αποδυνάμωσης τέτοιων κινημάτων που ανθίζουν στην αμερικανική κοινωνία υπό τη σκέπη της αναθετικής λογικής και αν πράγματι ο Μπάιντεν και το κόμμα του πρεσβεύουν κάτι διαφορετικό από τον συντηρητικό Τραμπ.

Σε μια πρώτη ανάγνωση, είναι κοινό μυστικό ότι οι λομπίστες ασκούν μεγάλη επιρροή στην πολιτική, με τα δύο κόμματα να παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτώμενα από αυτούς για τις εκστρατείες τους. Το DNC και το RNC δέχονται δωρεές από εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων ενώ σε αντάλλαγμα, τα «αιτήματα» των διαφόρων αυτών εκπροσώπων μονοπωλούν στο σχεδιασμό της εκάστοτε πολιτικής των εκλεγμένων αντιπροσώπων με αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζονται και στη νομοθεσία. Και τα δύο εθνικά κόμματα έχουν εμπλακεί σε σκάνδαλα που αφορούν τη συγκέντρωση και αποδοχή ξένου χρήματος, όπως στη δεκαετία του 1990 που επιβλήθηκαν πρόστιμα στην εκστρατεία του DNC για τη λήψη εκατομμυρίων δολαρίων σε δωρεές από άτομα στην Κίνα, την Κορέα και τη Βενεζουέλα, ενώ μη κερδοσκοπικός οργανισμός που συνδέεται με το RNC εξασφάλισε εγγύηση δανείου αξίας 2,1 εκατομμυρίων δολαρίων από μια επιχείρηση στο Χονγκ Κονγκ. Πιο πρόσφατα, ο πρώην πρόεδρος του DNC και τώρα κυβερνήτης της Βιρτζίνια, διερευνήθηκε για αποδοχή χρημάτων από αλλοδαπές εταιρείες για την εκστρατεία του (η οποία είναι νόμιμη, σε αντίθεση με την αποδοχή χρημάτων από ξένους υπηκόους), ενώ και ο Donald Trump έχει κατηγορηθεί για παρόμοιες πρακτικές. Οι ηγεσίες και των δύο κομμάτων προσέφεραν επιχειρηματική εύνοια στους πολιτικούς υποστηρικτές τους με τον Πρόεδρος Μπους το 2008 να υπογράφει τη μη δημοφιλή διάσωση της Wall Street από τα δημόσια ταμεία και αργότερα τη διάθεση κεφαλαίων από το πρόγραμμα TARP για να υποστηρίξει τη διάσωση της αυτοκινητοβιομηχανίας. Ή η κυβέρνηση Ομπάμα, που επέκτεινε βιαστικά μια εγγύηση δανείου ύψους 535 εκατομμυρίων δολαρίων στη Solyndra, έναν πλέον πτωχευμένο κατασκευαστή ηλιακών πάνελ, του οποίου οι επενδυτές είχαν δωρίσει στην εκστρατεία Ομπάμα το 2008.

Στο επίπεδο της δημόσιας οικονομίας και τα δύο μέρη είναι υπεύθυνα για την αύξηση του ομοσπονδιακού χρέους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να συσσωρεύουν σημαντικό χρέος κατά τη διάρκεια των ετών προεδρίας του Ρέιγκαν, οπότε το χρέος τριπλασιάστηκε από 900 δισεκατομμύρια δολάρια σε 2,7 τρισεκατομμύρια δολάρια, φτάνοντας σήμερα να αγγίζει τα 19 τρισεκατομμύρια δολάρια. Εξίσου υπεύθυνοι είναι και για την αύξηση του εμπορικού ελλείμματος της Αμερικής, η οποία συνέβαλε στην ανεργία και τη στασιμότητα των μισθών των εργαζομένων. Ξεκινώντας στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, το εμπορικό έλλειμμα αυξήθηκε ως αποτέλεσμα της αυξημένης ζήτησης ξένου κεφαλαίου (λόγω των ομοσπονδιακών ελλειμμάτων) και της μείωσης των εξαγωγών. Έκτοτε, ενώ υπάρχουν πολλές αιτίες της αύξησης του εμπορικού ελλείμματος – συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου που προκαλούν έλλειμμα, της μείωσης της ανταγωνιστικότητας κ.τ.λ. – και τα δύο μέρη επέτρεψαν να αυξηθεί το εμπορικό έλλειμμα από 32 δισεκατομμύρια δολάρια το 1980 σε περισσότερα από 500 δισεκατομμύρια δολάρια το 2015.

Από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι διοικήσεις και από τα δύο μέρη έχουν αναπτύξει τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις χωρίς το Κογκρέσο να έχει επικυρώσει ποτέ πρόταση για την κήρυξη πολέμου καταφεύγοντας μόνο σε εγκριτικά ψηφίσματα εκτεταμένης χρήσης βίας όπως η «εξουσιοδότηση για χρήση στρατιωτικής δύναμης κατά των τρομοκρατών» (AUMF) από το 2001. Επίσης, παρά το γεγονός ότι η αμερικανική γνώμη είναι αρκετά διχασμένη σχετικά με το εάν ή πώς να πολεμήσει τον ISIS, και τα δύο μέρη από το 2016 ευνοούν τον εναέριο βομβαρδισμό της περιοχής του ISIS για να «βοηθήσουν» τα τοπικά στρατεύματα εδάφους. Με αμφίσημες πολιτικές αποφάσεις αρνούνται να καθορίσουν μια ενιαία πολιτική αναφορικά με την αποδέσμευση ή μη των αμερικανικών στρατευμάτων αποφεύγοντας έτσι να πάρουν μια ξεκάθαρη θέση. Κατά την προεδρία του Ομπάμα περισσότερα από 8.000 στρατεύματα είχαν διατηρηθεί στο Αφγανιστάν μέχρι το τέλος της θητείας του. Επίσης, οι πλατφόρμες των δύο κομμάτων περιέχουν παρόμοιες ιδέες που σχετίζονται με το Ισραήλ και την ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση αναγνωρίζοντας το Ισραήλ ως σημαντικό σύμμαχο και επιβεβαιώνουν την ανάγκη να διασφαλιστεί η «ποιοτική στρατιωτική προοπτική» του Ισραήλ έναντι των εχθρών του. Και οι δύο πιστεύουν ότι η Ιερουσαλήμ, ως μια αδιαίρετη πόλη, πρέπει να παραμείνει η πρωτεύουσα του Ισραήλ και αμφότεροι επικρίνουν το κίνημα BDS.

Παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι Αμερικανοί αντιτίθενται στο status quo της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, με πολλούς να ζητούν τη μεταρρύθμιση ή την κατάργησή της, καμία πλατφόρμα κόμματος δεν υποστηρίζει δραστικές αλλαγές στον ρόλο ή τη δομή της κεντρικής τράπεζας. Ίδια θέση έχουν και για την Τράπεζα Εξαγωγών-Εισαγωγών η οποία παρέχει οικονομική βοήθεια σε αμερικανικές επιχειρήσεις. Αν και ο χάρτης της είχε τη δυνατότητα να λήξει το 2015, οι Ρεπουμπλικάνοι προσπαθούν να αναζωογονήσουν τις δανειοδοτικές δραστηριότητές της με τη δημοκρατική πλατφόρμα να λέει ότι το κόμμα θα «υπερασπιστεί» την Εξαγωγική-Εισαγωγική Τράπεζα επειδή «υποστηρίζει θέσεις εργασίας με καλή αμοιβή σε όλη τη χώρα και επιτρέπει στους Αμερικανούς εργαζόμενους και κατασκευαστές να ανταγωνίζονται σε ίσους όρους ανταγωνισμού».

Η παραπάνω ταύτιση δικαιολογεί τόσο την επιλογή του Μπάιντεν ως υποψηφίου όσο και το περιεχόμενο της προεκλογικής προπαγάνδας των Δημοκρατικών. Σκοπός τους δεν είναι η ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση με τους Ρεπουμπλικανούς, κάτι που αποδεικνύεται τόσο από την απόσυρση της προεκλογικής καμπάνιας του Σάντερς όσο και από το γελοίο ντιμπέιτ που επιχείρησαν Τραμπ και Μπάιντεν, αλλά η συσσώρευση του συνόλου των αγανακτισμένων ψηφοφόρων τόσο των φιλελευθέρων όσο και των πιο ριζοσπαστικών ατομικοτήτων με μοναδικό σκοπό την ανατροπή του Τραμπ και την ανάδειξή τους στην εξουσία. Ταυτόχρονα ο Μπάιντεν καλλιεργώντας την εικόνα του υπερασπιστή της λευκής εργατικής τάξης ευελπιστεί να παρασύρει τους λευκούς ψηφοφόρους μακριά από τον Τραμπ συνάμα με την υποστήριξη των μαύρων που ανέκαθεν αποτελούσαν την εκλογική βάση των Δημοκρατικών. Λίγους μήνες νωρίτερα προχώρησε σε μια αλαζονική δήλωση σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό αναφέροντας, «Αν έχετε πρόβλημα να καταλάβετε αν είστε με μένα ή με τον Τραμπ, τότε δεν είστε Μαύροι». Ωστόσο είναι λογικό η βασική προτεραιότητα των Δημοκρατικών να είναι η έκθεση και η απομάκρυνση του Τραμπ καθώς το προφίλ του υποψηφίου τους δεν διαφέρει και πολύ από αυτό του Ρεπουμπλικανού Προέδρου.

Κάνοντας μια αναδρομή στην πολιτική πορεία του Μπάιντεν, μόνο αντι-Τραμπική δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Το 2006, επί Προεδρίας Μπους, ο Μπάιντεν ψήφισε υπέρ του νόμου περί ασφαλούς φράκτη, ο οποίος προέβλεπε τη δημιουργία εκατοντάδων επιπλέον μιλίων περιφράξεων κατά μήκος των συνόρων μεταξύ Μεξικού και Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με πληροφορίες από την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE), το οικονομικό έτος 2019 οι απελάσεις αυξήθηκαν κατά 4,3% σε σύγκριση με το οικονομικό έτος 2018, αλλά δεν ξεπέρασαν τους αριθμούς της κυβέρνησης Ομπάμα. Μεταξύ των πιο αμφιλεγόμενων αποφάσεών του στην εξωτερική πολιτική, είναι η υποστήριξή του για τον πόλεμο στο Ιράκ που εγκρίθηκε το 2002 όταν οι Δημοκρατικοί ήταν η πλειοψηφία στη Γερουσία και ο Μπάιντεν ήταν πρόεδρος της επιτροπής της Γερουσίας για τις εξωτερικές σχέσεις. Υποστήριξε επίσης προγράμματα επίθεσης με αεροσκάφη στη Συρία, στρατηγική που ξεκίνησε το 2002 με τον Μπους, συνεχίστηκε και επικράτησε επί διοικήσεως Ομπάμα. Η συνεργασία του Μπάιντεν με τον μαύρο πρώην Πρόεδρο φαίνεται να εξασθένισε τη συλλογική φιλελεύθερη μνήμη για την συμπάθειά του προς τους υποστηρικτές της λευκής ανωτερότητας όπως ο Στρόμ Θάρμοντ και ο Τζέσε Χέλμς. Στην επένδυση δισεκατομμυρίων δολαρίων του Μπους στον πόλεμο κατά των ναρκωτικών ο Μπάιντεν είχε αναφέρει, «Το σχέδιο του Προέδρου δεν περιλαμβάνει αρκετούς αστυνομικούς για να πιάσουν τους βίαιους κακοποιούς, αρκετούς εισαγγελείς και δικαστές για να τους καταδικάσουν ή αρκετά κελιά φυλακής για να τους αφήσουν μέσα για μεγάλο χρονικό διάστημα», γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η πλειοψηφία των ψηφοφόρων του κόμματός του διαβιούν στα γκέτο, δέχονται την αστυνομική καταστολή και φυλακίζονται με δυσανάλογες και εξαντλητικές ποινές.

Επιχειρώντας μια αναλογική ερμηνεία του πυλώνα του καπιταλιστικού συστήματος που έχει καταφέρει να αποτελεί συνώνυμο της αμερικανικής κοινωνίας, οι καταναλωτές αγοράζουν προϊόντα όχι μόνο για ό,τι κάνουν, αλλά για όσα λένε για τους ανθρώπους που τα αγοράζουν. Αντίστοιχα πολλοί ψηφοφόροι, και δυστυχώς όχι μόνο στις ΗΠΑ, έλκονται και αυτοκαθορίζονται από οποιονδήποτε θα επιχειρήσει να αναγάγει σε «δημοκρατική υποχρέωση» την ψήφο τους, καθησυχάζοντας έπειτα τους εαυτούς τους ότι όταν κρίθηκε αναγκαίο εκείνοι κατεγράφησαν στη «δημοκρατική» σελίδα του βιβλίου της ιστορίας άμα τη παύσει οποιασδήποτε άλλης μορφής διεκδίκησης.

Όμως η ίδια η ιστορία δείχνει πως τίποτε δεν χαρίζεται. Οι υπερασπιστές ενός σάπιου και απολυταρχικού συστήματος δεν παραχωρούν αμαχητί ούτε το ελάχιστο ψήγμα εξουσίας που διαθέτουν, αλλά είναι πάντα εκεί για να εκβιάσουν την παραχώρηση της εξουσίας του λαού. Καμία συνθήκη δεν θα είναι ποτέ πρόσφορη για συνδιαλλαγή με την παγκόσμια ελίτ και τους εκπροσώπους της. Αυτή η παραδοχή φαίνεται να διχάζει το σύνολο των αφροαμερικανών και παραδοσιακά δημοκρατικών ψηφοφόρων. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία δηλώνουν διατεθειμένοι να ψηφίσουν υπέρ του Μπάιντεν. Οι νέοι ωστόσο αρνούνται να συνεχίσουν τον φαύλο κύκλο καταπίεσης που τους κληρονόμησαν και τα δύο μέρη. Όπως ανέφερε και η συνιδρύτρια του BLM Αλίσια Γκάρζα, «Για δεκαετίες οι Δημοκρατικοί πολιτικοί σαν τον Μπάιντεν θεωρούν δεδομένους του μαύρους ψηφοφόρους. Υπόσχονται μεγάλες αλλαγές πριν τις εκλογές και από τη στιγμή που πατάνε το πόδι τους στην Ουάσιγκτον σας εγκαταλείπουν και σας πουλάνε». Πολλοί είναι εκείνοι που έχουν πάψει πια να εναποθέτουν τις ελπίδες τους στους Δημοκρατικούς και εναντιώνονται στην επαναφορά της προηγούμενης κοινωνικής σταθερότητας, μιας και ακριβώς αυτή η σταθερότητα ήταν που αποτέλεσε το καύσιμο που πυροδότησε τη φωτιά των εξεγέρσεων. Για να εναντιωθεί ο οποιοσδήποτε στον ρατσισμό θα πρέπει να εναντιωθεί στη συστημική ανισότητα που εκκολάπτεται αιώνες τώρα στις ΗΠΑ, τις συνέπειες της οποίας καλείται πια να αντιμετωπίσει η νέα γενιά.

Πράγματι η απομάκρυνση του Τραμπ είναι ζωτικής σημασίας αλλά δεν αρκεί. Και δεν αρκεί, σύμφωνα με τα λεγόμενα των εξεγερμένων, ακριβώς επειδή το ζητούμενο για αυτούς τους ανθρώπους δεν είναι η αντικατάσταση απλά ενός φασίζοντος προσώπου, αλλά όλου του συστήματος που γεννά την καταπίεση.

Δήμητρα Μπέη

infowar