Εκτόξευση του ποσοστού των εργαζομένων με μηνιάτικο έως 200 ευρώ εν μέσω πανδημίας

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση, το β’ τρίμηνο του 2020 ο μέσος μηνιαίος μισθός μειώθηκε κατά περίπου 10% σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο του 2019, ενώ στο ίδιο διάστημα το ποσοστό των απασχολουμένων που λάμβανε από 0 έως 200 ευρώ αυξήθηκε από 1% σε περίπου 12%, ενώ τουλάχιστον το 72,9% των απασχολουμένων είχε αποδοχές λιγότερες των 1.000 ευρώ. Το 31% των απασχολουμένων το β’ τρίμηνο του 2020 έλαβαν αποδοχές μικρότερες του κατώτατου μισθού, την ίδια στιγμή που το 83% όσων αμείβονται με κατώτατο μισθό δεν μπορούν να ικανοποιήσουν βασικές ανάγκες. Δείτε ολόκληρη την έκθεση του ΙΝΕ – ΓΣΕΕ

Όπως αναφέρουν τα στοιχεία της Ετήσιας Έκθεσης 2020 του ΙΝΕ – ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση, το β’ τρίμηνο του 2020 ο μέσος μηνιαίος μισθός μειώθηκε κατά περίπου 10% σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο του 2019. Στο ίδιο διάστημα το ποσοστό των απασχολουμένων που λάμβανε από 0 έως 200 ευρώ αυξήθηκε από 1% σε περίπου 12%. Το ποσοστό των ατόμων που λάμβανε από 400 έως 600 ευρώ μειώθηκε από 16,3% σε 12,3%, ενώ το β’ τρίμηνο του 2020 το 72,9% των απασχολουμένων είχε αποδοχές λιγότερες των 1.000 ευρώ.

Στην έκθεση επισημαίνεται πως παρά την αύξηση του κατώτατου μισθού τον Φεβρουάριο του 2019, το ύψος του βρίσκεται κάτω από το όριο φτώχειας και απέχει σημαντικά από το ύψος ενός μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης, ενώ επισημαίνεται ότι το στοιχείο αυτό λαμβάνει βαρύνουσα διάσταση αν αναλογιστεί κανείς ότι το 31% των απασχολουμένων το β’ τρίμηνο του 2020 έλαβαν αποδοχές μικρότερες του κατώτατου μισθού. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, το 83% όσων αμείβονται με κατώτατο μισθό δεν μπορούν να ικανοποιήσουν βασικές ανάγκες.

Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία της έκθεσης και για την αγορά εργασίας, καθώς το 8ωρο ανήκει στο παρελθόν για τους περισσότερους εργαζόμενους, αφού ακόμα και πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας, το 73% των απασχολουμένων σε όλους τους κλάδους εργαζόταν υπερωριακά, ενώ σε ορισμένους κλάδους, όπως η μεταποίηση και οι μεταφορές, το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνούσε το 80%.

Μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου η έξοδος από το εργατικό δυναμικό κυμάνθηκε μεταξύ 100 χιλιάδων και 180 χιλιάδων ατόμων σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του 2019. Ο μεγαλύτερος όγκος αυτών των ατόμων αφορά εργαζομένους που βρίσκονται σε αναστολή εργασίας για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών και λαμβάνουν εισόδημα λιγότερο από το 50% του μισθού τους, με το ΙΝΕ – ΓΣΕΕ να επισημαίνει πως ο κίνδυνος φτωχοποίησης αυτών των ατόμων είναι ιδιαίτερα υψηλός. Το κόστος απώλειας εργασίας είναι ιδιαίτερα υψηλό στην Ελλάδα, καθώς μετά από δύο χρόνια ανεργίας ο άνεργος έχει απολέσει το 47% του εισοδήματός του. Το αποτέλεσμα αυτό κατατάσσει την Ελλάδα στην τρίτη χειρότερη θέση στην Ευρωζώνη.

anemosantistasis.blogspot.com/