Η σουηδική απάντηση στον κορωνοϊό είναι καταστροφική. Δεν μπορεί να είναι μοντέλο για τον υπόλοιπο κόσμο

Των Kelly Bjorklund και Andrew Ewing *

Το σουηδικό πείραμα με τη μη εφαρμογή έγκαιρων και αυστηρών μέτρων για την προστασία του πληθυσμού από την εξάπλωση της πανδημίας του Covid-19 έχει συζητηθεί έντονα σε όλο τον κόσμο. Σε αυτό το σημείο πλέον μπορούμε να προβλέψουμε με σχετική βεβαιότητα ότι θα οδηγήσει σε καθαρή αποτυχία προκαλώντας θανάτους και δεινά. Στις 13 Οκτωβρίου, οι απώλειες της Σουηδίας είναι 58,4 ανά 100.000 άτομα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, το 12ο υψηλότερο νούμερο στον κόσμο (δεν περιλαμβάνονται οι μικροσκοπικές χώρες της Ανδόρρας και του Άγιου Μαρίνου). Αλλά ίσως πιο εντυπωσιακά είναι τα ευρήματα μιας μελέτης που δημοσιεύθηκε στις 12 Οκτωβρίου στο περιοδικό της Αμερικανικής Ιατρικής Ένωσης, η οποία επεσήμανε ότι, από τις χώρες που ερεύνησαν οι ερευνητές, η Σουηδία και οι ΗΠΑ ουσιαστικά αποτελούν μια κατηγορία μόνες τους: είναι οι μοναδικές χώρες με υψηλά συνολικά ποσοστά θνησιμότητας οι οποίες όμως απέτυχαν να μειώσουν γρήγορα τους αριθμούς των απωλειών κατά την εξέλιξη της πανδημίας.

Σουηδία και ΗΠΑ είναι οι δύο μοναδικές χώρες που αποτυγχάνουν να μειώσουν τα ποσοστά θνησιμότητας καθώς προχωρά η πανδημία

Ωστόσο, οι αρχιτέκτονες του σουηδικού σχεδίου το παρουσιάζουν ως επιτυχία πουλώντας το στον υπόλοιπο κόσμο. Και αξιωματούχοι σε άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένου του ανώτατου επιπέδου της κυβέρνησης των ΗΠΑ, το συζητούν ως τη στρατηγική που πρέπει να μιμηθούν – παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο θα αυξήσει σχεδόν σίγουρα τα ποσοστά θανάτου και τη δυστυχία.

Χώρες που έκαναν νωρίς λοκ ντάουν ή / και χρησιμοποίησαν εκτεταμένους ελέγχους και ανίχνευση κρουσμάτων – συμπεριλαμβανομένων της Δανίας, της Φινλανδίας, της Νορβηγίας, της Νότιας Κορέας, της Ιαπωνίας, της Ταϊβάν, του Βιετνάμ και της Νέας Ζηλανδίας – έσωσαν ζωές και είχαν περιορισμένες ζημιές στις οικονομίες τους. Χώρες που έκαναν λοκ ντάουν αργά, επανήλθαν στην κανονική οικονομική ζωή πολύ νωρίς, δεν πραγματοποίησαν αποτελεσματικούς ελέγχους και καραντίνες, ή χρησιμοποίησαν μόνο μερικά και τοπικά λοκ ντάουν – συμπεριλαμβανομένων της Βραζιλίας, του Μεξικού, των Κάτω Χωρών, του Περού, της Ισπανίας, της Σουηδίας, των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου – έχουν σχεδόν όλοι καταγράψει χειρότερα ποσοστά μόλυνσης και θανάτων.

Τα συνολικά ποσοστά θνησιμότητας της Σουηδίας συγκρινόμενα με άλλες χώρες

Παρ ‘όλα αυτά, ο διευθυντής του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας της Σουηδίας Johan Carlson ισχυρίστηκε ότι «η σουηδική κατάσταση παραμένει καλή» και ότι η απάντηση της χώρας ήταν «συνεπής και βιώσιμη». Τα στοιχεία, ωστόσο, δείχνουν ότι το ποσοστό των κρουσμάτων στη Σουηδία, όπως και σε άλλα μέρη της Ευρώπης, αυξάνεται.

Ημερήσια κρούσματα στη Σουηδία

Οι μέσοι όροι των ημερήσιων κρουσμάτων αυξήθηκαν κατά 173% σε εθνικό επίπεδο από τις αρχές μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, και στη Στοκχόλμη ο αριθμός αυτός αυξήθηκε κατά 405% για την ίδια περίοδο. Αν και ορισμένοι ισχυρίστηκαν ότι η αύξηση των αριθμών των κρουσμάτων μπορεί να αποδοθεί σε αυξημένους ελέγχους, μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 5 Οκτωβρίου από το Σουηδικό Βασιλικό Ινστιτούτο Τεχνολογίας (KTH) διαφωνεί. Η αυξημένη συγκέντρωση του ιού στα λύματα, γράφουν οι ερευνητές του KTH, δείχνει άνοδο της επιδημίας στον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής της Στοκχόλμης (όπου ζει ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της χώρας) με τρόπο που είναι εντελώς ανεξάρτητος από τα τεστ. Ωστόσο, ακόμη και με αυτήν την αύξηση των κρουσμάτων, η κυβέρνηση χαλαρώνει τους λίγους περιορισμούς που είχε νωρίτερα θέσει.

Από νωρίς, η σουηδική κυβέρνηση φάνηκε να αντιμετωπίζει ως αδιάφορο συμπέρασμα το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι θα πεθάνουν. Ο πρωθυπουργός της χώρας Στέφαν Λόφβεν είπε στη σουηδική εφημερίδα Ντάγκενς Νάιτερ στις 3 Απριλίου: «Θα μετράμε τους νεκρούς κατά χιλιάδες. Πρέπει να προετοιμαστούμε για αυτό». Τον Ιούλιο, καθώς ο αριθμός των θανάτων έφτασε τους 5.500, ο Λόφβεν είπε ότι «η στρατηγική είναι σωστή, είμαι απόλυτα πεπεισμένος για αυτό». Τον Σεπτέμβριο, ο Δρ Άντερς Τέγκνελ, ο επιδημιολόγος του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας που είναι υπεύθυνος για την στρατηγική της χώρας για τον κορωνοϊό, επανέλαβε την κομματική γραμμή ότι ένας αυξανόμενος αριθμός θανάτων «δεν σημαίνει ότι η ίδια η στρατηγική είναι λάθος». Υπήρξε έλλειψη γραπτής επικοινωνίας μεταξύ του Πρωθυπουργού και της Αρχής Δημόσιας Υγείας: όταν οι συγγραφείς ζήτησαν όλα τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τα έγγραφα μεταξύ του γραφείου του Πρωθυπουργού και της Αρχής Δημόσιας Υγείας για την περίοδο 1 Ιανουαρίου – 14 Σεπτεμβρίου, ο γραμματέας του πρωθυπουργικού γραφείου απάντησε στις 17 Σεπτεμβρίου ότι δεν υπήρχε ούτε ένα.

Παρά την επιμονή του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας για το αντίθετο, ο πυρήνας αυτής της στρατηγικής θεωρείται ευρέως ότι είναι η οικοδόμηση της ανοσίας της αγέλης – ουσιαστικά σημαίνει να αφήσεις αρκετά μέλη ενός πληθυσμού να μολυνθούν, να αναρρώσουν και στη συνέχεια να αναπτύξουν την απάντηση του ανοσοποιητικού συστήματος στον ιό ώστε τελικά αυτός να σταματήσει να εξαπλώνεται. Τόσο ο Οργανισμός όσο και ο πρωθυπουργός Λόφβεν χαρακτήρισαν τη συγκεκριμένη προσέγγιση ως συστάσεις κοινής λογικής βασισμένες στην εμπιστοσύνη των πολιτών, αποφεύγοντας αυστηρά μέτρα, όπως λοκ ντάουν, τα οποία λένε ότι δεν είναι βιώσιμα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η ανοσία της αγέλης θα είναι απλώς μια επιθυμητή πλευρά του αποτελέσματος. Ωστόσο, οι εσωτερικές κυβερνητικές επικοινωνίες υποδεικνύουν το ανάποδο.

Μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που ένας από τους συντάκτες κατόρθωσε να δει μέσω της νομοθεσίας περί ελευθερίας της πληροφόρησης (η σουηδική «Αρχή Διαφάνειας») μεταξύ εθνικών και περιφερειακών κυβερνητικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας, καθώς και μηνύματα που αποκαλύφθηκαν από άλλους δημοσιογράφους, αποκάλυψαν ότι ο στόχος ήταν στην πραγματικότητα η επίτευξη της ανοσίας της αγέλης. Πληροφορίες που λάβαμε μέσω πηγών που υπέβαλαν παρόμοια αιτήματα ή που συνομίλησαν απευθείας με κυβερνητικές υπηρεσίες, υποστηρίζουν επίσης αυτό το συμπέρασμα. Για λόγους διαφάνειας, δημιουργήσαμε έναν ιστότοπο όπου δημοσιεύσαμε μερικά από αυτά τα έγγραφα.

Ένα παράδειγμα που δείχνει ξεκάθαρα ότι οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι σκέφτονταν την ανοσία τη αγέλης από νωρίς, είναι το email της 15ης Μαρτίου που εστάλη από έναν συνταξιούχο γιατρό στον Τέγκνελ, τον επιδημιολόγο και αρχιτέκτονα του σουηδικού σχεδίου, το οποίο διαβίβασε στον Φινλανδό ομόλογό του, Μίκα Σαλμίνεν. Σε αυτό, ο συνταξιούχος γιατρός σύστηνε να επιτρέπεται σε υγιείς ανθρώπους να μολυνθούν με ελεγχόμενο τρόπο, θεωρώντας ότι αυτή είναι μια μέθοδος καταπολέμησης της επιδημίας. «Ένα σημείο θα ήταν να κρατήσουμε τα σχολεία ανοιχτά για να φτάσουμε ταχύτερα στην ανοσία της αγέλης», σημείωσε ο Τέγκνελ πάνω στο email που προώθησε.

Ο Σαλμίνεν απάντησε ότι ο Φινλανδικός Οργανισμός Υγείας το είχε λάβει υπόψη του, αλλά αποφάσισε να το καταψηφίσει, γιατί «με την πάροδο του χρόνου, τα παιδιά θα εξακολουθούν να μεταδίδουν τη λοίμωξη σε άλλες ηλικιακές ομάδες». Επιπλέον, το φινλανδικό μοντέλο έδειξε ότι το κλείσιμο σχολείων θα μείωνε «το ποσοστό διάδοσης της νόσου στους ηλικιωμένους» κατά 10%. Ο Τέγκνελ απάντησε: «10% αξίζει πράγματι τον κόπο;»

Η πλειοψηφία των υπόλοιπων υπευθύνων χάραξης υγειονομικής πολιτικής της Σουηδίας φάνηκε να έχει συμφωνήσει: η χώρα δεν έκλεισε ποτέ τους βρεφονηπιακούς σταθμούς ή τα σχολεία για παιδιά κάτω των 16 ετών και η σχολική παρακολούθηση είναι υποχρεωτική βάσει του σουηδικού νόμου, χωρίς επιλογή για εξ αποστάσεως εκπαίδευση ή κατ’ οίκον εκπαίδευση, ακόμη και για οικογένεια με μέλη που χαρακτηρίζονται ως ομάδες υψηλού κινδύνου. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αποφάσισαν ουσιαστικά να χρησιμοποιήσουν τα παιδιά και τα σχολεία ως συμμετέχοντες σε ένα πείραμα για να δουν αν θα μπορούσε να επιτευχθεί η ανοσία της αγέλης απέναντι σε μια θανατηφόρα πανδημία. Πολλά ξεσπάσματα της επιδημίας εμφανίστηκαν στα σχολεία, τόσο την άνοιξη όσο και το φθινόπωρο.

Σε αυτό το σημείο, το αν η ανοσία τη αγέλης ήταν ο «στόχος» ή ένα «υποπροϊόν» του σουηδικού σχεδίου είναι απλώς σημασιολογικό ζήτημα. Πολύ απλά, το σχέδιο δεν έχει λειτουργήσει. Τον Απρίλιο, ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας προέβλεψε ότι το 40% του πληθυσμού της Στοκχόλμης θα νοσούσε και θα αποκτούσε προστατευτικά αντισώματα έως τον Μάιο. Σύμφωνα με τις μελέτες αντισωμάτων που δημοσιεύθηκαν στις 3 Σεπτεμβρίου για δείγματα που συλλέχθηκαν μέχρι τα τέλη Ιουνίου, το πραγματικό ποσοστό για τυχαίες δοκιμές αντισωμάτων είναι μόνο 11,4% για τη Στοκχόλμη, 6,3% για το Γκέτεμποργκ και 7,1% σε ολόκληρη τη Σουηδία. Από τα μέσα Αυγούστου, η ανοσία της αγέλης εξακολουθούσε να είναι «άπιαστος στόχος», σύμφωνα με μια μελέτη του Journal of the Royal Society of Medicine. Αυτό δεν θα έπρεπε να εκπλήξει κανέναν. Στην πράξη, η ανοσία της αγέλης σε μια μολυσματική ασθένεια δεν έχει ποτέ επιτευχθεί χωρίς εμβόλιο.

Ο Λόφβεν, η κυβέρνησή του και ο Οργανισμός Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας λένε ότι το υψηλό ποσοστό θνησιμότητας COVID-19 στη Σουηδία μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος αυτών των θανάτων υπήρξε σε γηροκομεία, λόγω ελλείψεων στη φροντίδα ηλικιωμένων.

Ωστόσο, το υψηλό ποσοστό μόλυνσης σε ολόκληρη τη χώρα ήταν στην πράξη ο υποκείμενος παράγοντας που οδήγησε σε μεγάλο αριθμό ατόμων που μολύνθηκαν σε κέντρα φροντίδας. Πολλοί άρρωστοι ηλικιωμένοι δεν πήγαν σε γιατρό επειδή τα νοσοκομεία της χώρας εφάρμοζαν ένα πρωτόκολλο διαλογής (triage) που σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε την 1η Ιουλίου στο περιοδικό Clinical Infectious Diseases, φάνηκε να στηρίζεται στην ηλικία ώστε να προβλέπει την πρόγνωση. «Αυτό πιθανότατα μείωσε το φορτίο (στις μονάδες εντατικής θεραπείας) με κόστος περισσότερους ασθενείς υψηλού κινδύνου -όπως οι ηλικιωμένοι με επιβεβαιωμένη λοίμωξη – να πεθαίνουν εκτός ΜΕΘ». Μόνο το 13% των ηλικιωμένων κατοίκων που πέθαναν από COVID-19 κατά την άνοιξη έλαβαν νοσοκομειακή περίθαλψη, σύμφωνα με προκαταρκτικά στατιστικά στοιχεία από το Εθνικό Συμβούλιο Υγείας και Πρόνοιας που κυκλοφόρησαν τον Αύγουστο.

Σε μια περίπτωση που φαίνεται αντιπροσωπευτική του τρόπου αντιμετώπισης των ηλικιωμένων, ο ασθενής Reza Sedghi δεν εξετάστηκε από γιατρό την ημέρα που πέθανε από κορωνοϊό σε ένα κέντρο φροντίδας στη Στοκχόλμη. Μια νοσοκόμα είπε στην κόρη του Sedghi, Lili Perspolisi, ότι στον πατέρα της έγινε μια ένεση μορφίνης πριν πεθάνει, ότι δεν του χορηγήθηκε οξυγόνο και το προσωπικό δεν καλούσε ασθενοφόρο. «Κανείς δεν ήταν εκεί και πέθανε μόνος του», λέει η Perspolisi.

Προκειμένου να γίνουν δεκτοί για νοσοκομειακή περίθαλψη, οι ασθενείς έπρεπε να έχουν αναπνευστικά προβλήματα και ακόμη και τότε, πολλοί φέρεται να στερήθηκαν φροντίδας. Οι περιφερειακοί μάνατζερς υγειονομικής περίθαλψης σε καθεμία από τις 21 περιοχές της Σουηδίας, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τη φροντίδα στα νοσοκομεία καθώς και για την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας, ισχυρίστηκαν ότι κανένας ασθενής δεν στερήθηκε ιατρικής φροντίδας κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ωστόσο, εσωτερικά έγγραφα της τοπικής αυτοδιοίκησης κατά τον Απρίλιο από ορισμένες περιοχές της Σουηδίας – συμπεριλαμβανομένων αυτών που καλύπτουν τις μεγαλύτερες πόλεις, τη Στοκχόλμη, το Γκέτεμποργκ και το Μάλμο – αποκαλύπτουν επίσης οδηγίες για το πώς ορισμένοι ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που λαμβάνουν φροντίδα στο σπίτι, εκείνοι που ζουν σε γηροκομεία και οίκους ευγηρίας, και άτομα με ειδικές ανάγκες δεν μπορούσαν να λάβουν οξυγόνο ή ακόμα και νοσηλεία σε ορισμένες περιπτώσεις. Η εφημερίδα Dagens Nyheter δημοσίευσε έρευνα στις 13 Οκτωβρίου, δείχνοντας ότι οι ασθενείς στη Στοκχόλμη στερήθηκαν την ιατρική φροντίδα ως αποτέλεσμα αυτών των οδηγιών. Επιπλέον, μια έρευνα του Σεπτεμβρίου από το Sveriges Radio, τον εθνικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό της Σουηδίας, διαπίστωσε ότι περισσότερα από 100 άτομα ανέφεραν στη Σουηδική Επιθεώρηση Υγείας και Φροντίδας ότι οι συγγενείς τους με COVID-19 είτε ότι δεν έλαβαν οξυγόνο ή θεραπευτική αγωγή, είτε ότι δεν τους επιτράπηκε να προσέλθουν στο νοσοκομείο.

Αυτά τα ζητήματα δεν επηρεάζουν μόνο τους ηλικιωμένους ή εκείνους που είχαν COVID-19. Οι κατευθυντήριες γραμμές του Εθνικού Συμβουλίου Υγείας και Πρόνοιας για εντατική περίθαλψη σε έκτακτες περιστάσεις σε ολόκληρη τη Σουηδία, αναφέρουν ότι πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε ασθενείς με βάση τη βιολογική και όχι τη χρονολογική ηλικία (σ.μ. η βιολογική ηλικία παίρνει υπόψη παράγοντες όπως διατροφή, υγεία, συνήθειες κλπ). Η Sörmlands Media, σε μια έρευνα που δημοσιεύθηκε στις 13 Μαΐου, ανέφερε αρκετές πηγές που ισχυρίζονταν ότι σε πολλά μέρη της χώρας, το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης λειτουργούσε ήδη με τέτοιο τρόπο ώστε οι ασθενείς στερήθηκαν τη νοσοκομειακή περίθαλψη που θα είχαν λάβει σε κανονικές συνθήκες. Οι περιφερειακοί οργανισμοί υγείας χρησιμοποιούσαν μια Κλινική Κλίμακα, ένα εργαλείο αξιολόγησης που έχει σχεδιαστεί για να προβλέπει την ανάγκη περίθαλψης σε ένα κέντρο φροντίδας ή νοσοκομείο και το προσδόκιμο ζωής των ηλικιωμένων εκτιμώντας την ευαλωτότητά τους, για να προσδιορίσουν εάν κάποιος πρέπει να λάβει νοσοκομειακή περίθαλψη. Αυτό εφαρμόστηκε σε νοσηλευτικές αποφάσεις σχετικά με κάθε είδους θεραπεία, όχι μόνο για τον COVID-19. Αυτές οι οδηγίες οδήγησαν πολλά άτομα με ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης μη σχετιζόμενες με τον COVID-19 να μην λάβουν τη φροντίδα που χρειάζονται, με μερικά από αυτά τα άτομα να πεθαίνουν ως αποτέλεσμα – παράπλευρη ζημία της σουηδικής στρατηγικής για τον COVID-19.

Ο Δρ Μικαέλ Μπρουμέ, επικεφαλής ιατρός της ΜΕΘ του νοσοκομείου Karolinska της Στοκχόλμης, λέει ότι ο φόρτος του τμήματος τριπλασιάστηκε κατά την άνοιξη. Το προσωπικό του, λέει, «αισθάνθηκε συχνά αδύναμο και ανεπαρκές. Έχουμε χάσει αρκετούς νέους, προηγουμένως υγιείς, ασθενείς με ιδιαίτερα σοβαρές παθήσεις. Έχουμε επίσης αναγκαστεί επανειλημμένα να πούμε όχι σε ασθενείς που κανονικά θα είχαμε δεχτεί λόγω έλλειψης έμπειρου προσωπικού, κατάλληλων εγκαταστάσεων και εξοπλισμού».

Τον Ιούνιο, η εφημερίδα Dagens Nyheter ανέφερε μια υπόθεση που δείχνει πόσο καταστροφικό μπορεί να είναι ένα τέτοιο σενάριο. Η Γιανίνα Λουσέρο ήταν άρρωστη για αρκετές εβδομάδες τον Μάρτιο με σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα, πυρετό και διάρροια, ωστόσο τα τεστ COVID-19 δεν ήταν διαθέσιμα εκείνη τη στιγμή παρά μόνο για εκείνους που επέστρεφαν από περιοχές υψηλού κινδύνου και εμφάνιζαν συμπτώματα, για εκείνους που εισάγονταν στο νοσοκομείο και όσους εργάζονταν στην υγειονομική περίθαλψη. Η Γιανίνα ήταν μόλις 39 ετών και δεν είχε υποκείμενες ασθένειες. Ο σύζυγός της Κρίστιαν την έφερε σε ένα μη κατονομαζόμενο νοσοκομείο στη Στοκχόλμη, αλλά τους είπαν ότι ήταν γεμάτο και τους έστειλαν σπίτι, όπου η υγεία της Λουσέρο επιδεινώθηκε. Μετά από αρκετές μέρες όταν πλέον με τη βία μπορούσε να περπατήσει, ένα ασθενοφόρο έφτασε και η Λουσέρο μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Huddinge, όπου νοσηλεύθηκε και μπήκε σε αναπνευστήρα. Πέθανε στις 15 Απριλίου χωρίς να της γίνει τεστ COVID-19 στο νοσοκομείο.

Η Σουηδία δοκίμασε ορισμένα πράγματα για να προστατεύσει τους πολίτες της από την πανδημία. Στις 12 Μαρτίου η κυβέρνηση περιόρισε τις δημόσιες συγκεντρώσεις σε 500 άτομα και την επόμενη μέρα ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας εξέδωσε δελτίο τύπου που συνέστηνε στους ανθρώπους με πιθανά συμπτώματα COVID-19 να μείνουν στο σπίτι. Στις 17 Μαρτίου, ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας ζήτησε από τους εργοδότες στην περιοχή της Στοκχόλμης να επιτρέψουν στους υπαλλήλους να εργάζονται από το σπίτι, αν αυτό ήταν εφικτό. Η κυβέρνηση περιόρισε περαιτέρω τις δημόσιες συγκεντρώσεις σε 50 άτομα στις 29 Μαρτίου. Ωστόσο, δεν υπήρχαν συστάσεις για τις ιδιωτικές εκδηλώσεις, ενώ το όριο των 50 ατόμων δεν ισχύει για σχολεία, βιβλιοθήκες, εταιρικές εκδηλώσεις, πισίνες, εμπορικά κέντρα και πολλές άλλες περιπτώσεις. Από την 1η Απριλίου, η κυβέρνηση απαγόρευσε τις επισκέψεις σε οίκους ευγηρίας (οι οποίες επιτράπηκαν ξανά στους επισκέπτες την 1η Οκτωβρίου χωρίς να συστήνονται μάσκες για τους επισκέπτες ή το προσωπικό). Όμως όλες οι παραπάνω συστάσεις ήρθαν αργότερα από ό,τι στις άλλες σκανδιναβικές χώρες. Εν τω μεταξύ, διάφοροι οργανισμοί αναγκάστηκαν να λάβουν τις δικές τους αποφάσεις. Μερικά γυμνάσια και πανεπιστήμια έκαναν διαδικτυακή διδασκαλία και τα εστιατόρια και τα μπαρ τοποθέτησαν τραπέζια με απόσταση, και ορισμένες εταιρείες θέσπισαν κανόνες σχετικά με τη χρήση μάσκας και την ενθάρρυνση των εργαζομένων να εργάζονται από το σπίτι.

Εν τω μεταξύ, η Σουηδία δεν δημιούργησε ούτε διαδικασίες μαζικών τεστ, ούτε μηχανισμούς ανίχνευσης επαφών κρουσμάτων στα οποία προχώρησαν άλλες πλούσιες ευρωπαϊκές χώρες. Μέχρι το τέλος Μαΐου (και πάλι τον Αύγουστο), η Σουηδία έλεγχε το 20% του πληθυσμού αναλογικά με τη Δανία και ακόμα λιγότερο από τη Νορβηγία και τη Φινλανδία Η Σουηδία είχε συχνά τα χαμηλότερα ποσοστά τεστ στην Ευρώπη. Ακόμη και με τα αυξημένα τεστ του φθινοπώρου, η Σουηδία εξακολουθεί να ελέγχει τέσσερις φορές λιγότερους από ό,τι η Δανία.

Ποσοστά ελέγχων για Covid-19 στις Σκανδιναβικές χώρες

Η Σουηδία δεν απομόνωσε ποτέ αυτούς που έφταναν από περιοχές υψηλού κινδύνου ούτε έκλεισε τις περισσότερες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εστιατορίων και των μπαρ. Τα μέλη της οικογένειας εκείνων που έχουν βγει θετικοί σε τεστ COVID-19 πρέπει να φοιτούν στο σχολείο με φυσική παρουσία, σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες όπου αν ένα άτομο σε ένα νοικοκυριό έβγαινε θετικό, όλη η οικογένεια έμπαινε σε καραντίνα, συνήθως για 14 ημέρες. Οι εργαζόμενοι πρέπει επίσης να παρουσιάζονται κανονικά στην εργασία τους και σε περίπτωση που έχουν συμπτώματα COVID-19, η απουσία τους απαιτεί συμφωνία με τον εργοδότη τους ή εντολή γιατρού για απομόνωση στο σπίτι.

Την 1η Οκτωβρίου, ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας εξέδωσε μη υποχρεωτικούς «κανόνες συμπεριφοράς» που δίνουν τη δυνατότητα στους γιατρούς να συστήνουν σε συγκεκριμένα άτομα να παραμείνουν στο σπίτι για επτά ημέρες εάν τυχόν ένα μέλος του νοικοκυριού τους βγει θετικό σε τεστ κορωνοϊού. Αλλά υπάρχουν σημαντικά κενά σε αυτούς τους κανόνες: δεν ισχύουν για παιδιά (όλων των ηλικιών, από τη γέννηση έως την ηλικία των 16 ετών που είναι το έτος που ξεκινά το γυμνάσιο), ούτε για άτομα του οικογενειακού περιβάλλοντος που προηγουμένως είχαν βγει τα ίδια θετικά σε τεστ PCR ή αντισωμάτων, ούτε για άτομα στα κοινωνικά σημαντικά επαγγέλματα, όπως το προσωπικό υγειονομικής περίθαλψης.

Δεν υπάρχει επίσης χρονικό όριο για το πότε θα τεθεί σε πλήρη ισχύ ο κανονισμός. «Μπορεί να μην συμβεί ταυτόχρονα, η Στοκχόλμη θα ξεκινήσει γρήγορα, αλλά ορισμένες περιοχές μπορεί να χρειαστούν περισσότερο χρόνο για να τον θέσουν σε ισχύ», δήλωσε ο Τέγκνελ σε συνέντευξη τύπου την 1η Οκτωβρίου. Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τις τρέχουσες οδηγίες του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας που εκδόθηκαν στις 15 Μαΐου και εξακολουθούν να ισχύουν, όσοι έχουν θετικό τεστ COVID-19 αναμένεται να συνεχίσουν να εργάζονται ή να πηγαίνουν σχολείο αν έχουν ήπια συμπτώματα, εφόσον έχουν περάσει επτά ημέρες από την έναρξη των συμπτωμάτων και είναι χωρίς πυρετό για 48 ώρες.

Μια πολυσύχναστη παραλία στη Λόμα της Σουηδίας τον Αύγουστο

Στην πράξη επίσης, η Σουηδία προτείνει να μην χρησιμοποιούνται μάσκες παντού, εκτός από τα μέρη όπου οι εργαζόμενοι στην υγεία νοσηλεύουν ασθενείς με COVID-19 (ορισμένες περιοχές αποτρέπουν τη χρήση μάσκας ακόμα και σε υγειονομικούς που αντιμετωπίζουν ύποπτα περιστατικά). Τα φθινοπωρινά κρούσματα κορωνοϊού στα νοσοκομεία των περιοχών Νταλάρνα, Γιονκόπινγκ, Λολέα, Μάλμο, Στοκχόλμη, Ουπσάλα, επηρέασαν τόσο το νοσοκομειακό προσωπικό όσο και τους ασθενείς. Σε ένα email στις 5 Απριλίου, ο Τέγκνελ έγραψε στον Μάικ Κάτσποουλ, τον επικεφαλής επιστήμονα στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC): «Ανησυχούμε πολύ για τη δήλωση που ετοιμάζει το ECDC για τις μάσκες». Ο Τέγκνελ επισύναψε ένα έγγραφο στο οποίο εκφράζει την ανησυχία του ότι η σύσταση του ECDC υπέρ της χρήσης μάσκας «θα υπονοεί ότι η εξάπλωση είναι αερομεταφερόμενη, πράγμα που θα βλάψει σοβαρά την περαιτέρω επικοινωνία και την εμπιστοσύνη μεταξύ του γενικού πληθυσμού και των εργαζομένων στον τομέα της υγείας», και καταλήγει στην προτροπή «θα θέλαμε να προειδοποιήσουμε να μη δημοσιευτεί μια τέτοια προτροπή». Παρόλα αυτά, στις 8 Απριλίου το ECDC συνέστησε μάσκες και στις 8 Ιουνίου ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επίσης υιοθέτησε τη σύσταση για χρήση μάσκας.

Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι της Σουηδίας έχουν κολλήσει στην κομματική γραμμή. Η Κάριν Τέγκμαρ Βίσελ του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου στις 14 Ιουλίου ότι «βλέπουμε σε όλο τον κόσμο ότι οι μάσκες χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο που μάλλον επιταχύνουν την εξάπλωση της λοίμωξης». Δύο εβδομάδες αργότερα, η Λένα Χάλενγκρεν, η Υπουργός Υγείας και Κοινωνικών Υποθέσεων, μίλησε για τις μάσκες σε συνέντευξη τύπου στις 29 Ιουλίου και είπε: «Δεν έχουμε αυτήν την παράδοση ή τον πολιτισμό» και ότι η κυβέρνηση «δεν θα επανεξετάσει την απόφαση του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας να μην προτείνει μάσκες».

Όλα αυτά δημιουργούν μια κατάσταση που αφήνει τους δασκάλους, τους οδηγούς μέσων μεταφοράς, τους υγειονομικούς και το προσωπικό φροντίδας στο σπίτι, πιο εκτεθειμένους, χωρίς μάσκες προσώπου, σε μια εποχή που ο υπόλοιπος κόσμος υποστηρίζει σαφώς τη διαδεδομένη χρήση μάσκας ως μέσο αποτροπής της γρήγορης μετάδοσης.

Στις 13 Αυγούστου, ο Τέγκνελ είπε ότι το να συστήσει μάσκες στον γενικό πληθυσμό «απαιτεί πολλούς πόρους. Χρειάζονται αρκετά χρήματα να δαπανηθούν αν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν γενικευμένα μάσκες». Πράγματι, τα ηλεκτρονικά μηνύματα μεταξύ του Τέγκνελ και των συναδέλφων του στον Οργανισμό Δημόσιας Υγείας και του Αντρέας Γιόχανσον του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικών Υποθέσεων δείχνουν ότι οι προβληματισμοί και οι συστάσεις των υγειονομικών αρχών επηρεάστηκαν από οικονομικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων των ανησυχιών για την εμπορική και τουριστική κίνηση των αερολιμένων της Σουηδίας.

Η Swedavia, η ιδιοκτήτρια εταιρεία του μεγαλύτερου αεροδρομίου της χώρας, της Αρλάντα στη Στοκχόλμη, είπε στους υπαλλήλους της την άνοιξη και τις αρχές του καλοκαιριού ότι δεν έπρεπε να φορούν μάσκες ή γάντια για να εργαστούν. Ένας υπάλληλος είπε στην εφημερίδα Upsala Nya Tidning στις 24 Αυγούστου: «Πολλοί από εμάς ήταν άρρωστοι κατά την έναρξη της πανδημίας και δύο συνάδελφοι έχουν πεθάνει λόγω του ιού. Υπολογίζω ότι το 60% -80% του προσωπικού στους ελέγχους ασφαλείας είχε μολυνθεί».

«Οι εκπρόσωποι των συνδικάτων μας ζήτησαν από την εταιρεία να έχουμε μάσκες στη δουλειά», είπε ο υπάλληλος, «αλλά η απάντηση του αεροδρομίου ήταν ότι είμαστε ένας οργανισμός που δεν θα μεταδίδει τον φόβο, αλλά θα επιχειρεί να δείξει στους ανθρώπους ότι ο ιός δεν είναι τόσο επικίνδυνος». Η απάντηση της Swedavia ήταν ότι είχαν ήδη υιοθετήσει όλα τα μέτρα ελέγχου των λοιμώξεων που συνιστούσαν οι αρχές. Την 1η Ιουλίου, η εταιρεία άλλαξε την πολιτική της, συνιστώντας μάσκες για όσους καταφθάνουν στο αεροδρόμιο – αλλά, σύμφωνα με έναν εκπρόσωπο της Swedavia, αυτή η αλλαγή δεν ήρθε ως «ένα μέτρο ελέγχου της μόλυνσης που υποστηρίχθηκε από τις σουηδικές αρχές», αλλά μάλλον, λόγω της κοινής σύστασης του Οργανισμού Ασφάλειας για την Αεροπλοΐα της Ε.Ε. και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου Λοιμώξεων (ECDC) για όλη την Ευρώπη.

Ήδη από τον Ιανουάριο, ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας προειδοποιούσε την κυβέρνηση για το κόστος. Σε ένα ανακοινωθέν της 31ης Ιανουαρίου, ο διευθυντής του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας Γιόχαν Κάρλσον (διορισμένος από τον Λόφβεν) και η διευθύνουσα σύμβουλος Μπίτε Μπράσταντ έγραψαν στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικών Υποθέσεων, προειδοποιώντας την κυβέρνηση σχετικά με το κόστος που προκαλείται από την ταξινόμηση του COVID-19 ως επικίνδυνης για την κοινωνία ασθένεια: «Μετά την απόφαση σχετικά με την καραντίνα, το κόστος για αυτήν [περιλαμβάνει] την αποζημίωση που σύμφωνα με τον Νόμο πρέπει να καταβληθεί σε εκείνους που, λόγω της καραντίνας, απέχουν από κερδοφόρες δραστηριότητες. Οι παράγοντες αβεβαιότητας είναι πολλοί ακόμη και για τον υπολογισμό αυτών των δαπανών. Η κοινωνία μπορεί επίσης να υποστεί παραγωγικές απώλειες λόγω της καραντίνας [και] εμποδίζεται να ασκήσει κερδοφόρες δραστηριότητες που σε διαφορετική περίπτωση θα εκτελούσε». Η Σουηδία δεν εφάρμοσε ποτέ καραντίνα στην κοινωνία, ούτε καν για όσους επέστρεφαν από ταξίδια στο εξωτερικό ή για μέλη οικογενειών που είχαν άλλο μέλος τους με θετικό αποτέλεσμα από τεστ COVID-19.

Αυτή η έλλειψη μέτρων όχι μόνο είχε αποτέλεσμα περισσότερες μολύνσεις και θανάτους, αλλά δεν βοήθησε καν την οικονομία: η Σουηδία έχει χειρότερα οικονομικά αποτελέσματα από άλλες σκανδιναβικές χώρες σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας.

Ο σουηδικός τρόπος απέδωσε λίγα πέρα από θάνατο και δυστυχία. Και, αυτή η αποτυχία δεν παρουσιάστηκε ειλικρινώς στον σουηδικό λαό ή στον υπόλοιπο κόσμο.

Μια έκθεση του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας που δημοσιεύθηκε στις 7 Ιουλίου περιελάμβανε δεδομένα για καθηγητές δημοτικών σχολείων που εργάζονται με φυσική παρουσία, καθώς και για δασκάλους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που πέρασαν σε εξ αποστάσεως εκπαίδευση μέσω διαδικτύου. Στην έκθεση, συνδύασαν τα δεδομένα και συνέκριναν το αποτέλεσμα με τον γενικό πληθυσμό, συμπεραίνοντας ότι οι εκπαιδευτικοί δεν διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο και υπονοώντας ότι τα σχολεία είναι ασφαλή. Στην πραγματικότητα, όμως, το ποσοστό μόλυνσης αυτών που δίδασκαν στις τάξεις ήταν 60% υψηλότερο από εκείνους που δίδασκαν μέσω διαδικτύου – υπονομεύοντας εντελώς το συμπέρασμα της έκθεσης.

Η έκθεση συγκρίνει επίσης τη Σουηδία με τη Φινλανδία από το Μάρτιο έως τα τέλη Μαΐου και καταλήγει λανθασμένα στο συμπέρασμα ότι το «κλείσιμο σχολείων δεν είχε μετρήσιμη επίδραση στον αριθμό των κρουσμάτων COVID-19 μεταξύ των παιδιών». Δεδομένου ότι οι δοκιμές μεταξύ των παιδιών στη Σουηδία ήταν σχεδόν ανύπαρκτες εκείνη την εποχή σε σύγκριση με τη Φινλανδία, αυτά τα δεδομένα ήταν εσφαλμένα. Ένας καλύτερος τρόπος να βγάλουμε σχετικό συμπέρασμα θα ήταν να δούμε το γεγονός ότι η Σουηδία είχε επτά φορές περισσότερα παιδιά κατά κεφαλήν που υποβλήθηκαν σε θεραπεία στις ΜΕΘ κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου.

Όταν ο επιδημιολόγος του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας Γιέρκερ Γιόνσον πιέστηκε για τις ασυμφωνίες στην έκθεση, απάντησε στις 21 Αυγούστου μέσω email: «Ο τίτλος είναι κάπως παραπλανητικός. Δεν είναι μια άμεση σύγκριση της κατάστασης στη Φινλανδία με την κατάσταση στη Σουηδία. Αυτή είναι απλώς μια έκθεση και όχι μια επιστημονική μελέτη με ομότιμους κριτές. Επρόκειτο απλώς για μια γρήγορη αναφορά στην κατάσταση και τίποτα περισσότερο». Ωστόσο, ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας και το Υπουργείο Παιδείας συνεχίζουν να κουνάνε αυτήν την έκθεση ως σημαία για να δικαιολογήσουν ότι τα σχολεία παρέμειναν ανοιχτά, ενώ και σε άλλες χώρες αναφέρεται ως παράδειγμα.

Αυτή δεν είναι η μόνη περίπτωση όπου Σουηδοί αξιωματούχοι έχουν διαστρεβλώσει δεδομένα σε μια προσπάθεια να κάνουν την κατάσταση να φαίνεται πολύ περισσότερο υπό έλεγχο από ό,τι στην πραγματικότητα είναι. Τον Απρίλιο, μια ομάδα 22 επιστημόνων και ιατρών επέκρινε την κυβέρνηση της Σουηδίας για τους 105 θανάτους την ημέρα που είχε η χώρα εκείνη τη στιγμή και ο Τέγκνελ και ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας απάντησαν λέγοντας ότι ο πραγματικός αριθμός ήταν μόλις 60 θάνατοι την ημέρα. Τα αναθεωρημένα κυβερνητικά στοιχεία δείχνουν σήμερα, έξι μήνες μετά, ότι ο Τέγκνελ είχε λάθος και οι επικριτές του είχαν δίκιο. Ο Οργανισμός Δημόσιας Υγείας αναφέρει ότι η ασυμφωνία στους θανάτους οφειλόταν σε καθυστερημένη λογιστική καταγραφή των θανάτων, αλλά στην πραγματικότητα καθυστερούσαν την καταγραφή θανάτων συστηματικά σε όλη την πανδημία, καθιστώντας δύσκολη την παρακολούθηση και τον υπολογισμό του πραγματικού αριθμού των απωλειών σε πραγματικό χρόνο.

Η Σουηδία δεν μπήκε ποτέ σε επίσημο λοκ ντάουν, αλλά εκτιμάται ότι 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι έχουν απομονωθεί, κυρίως οι ηλικιωμένοι και εκείνοι που βρίσκονται σε ομάδες υψηλού κινδύνου. Αυτός ήταν πιθανώς ο μεγαλύτερος παράγοντας για την επιβράδυνση της εξάπλωσης του ιού στη χώρα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Ωστόσο, πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ότι τα κρούσματα αυξάνονται και πάλι στη χώρα και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι κυβερνητικές πολιτικές θα αλλάξουν.

Οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας, οι επιστήμονες αλλά και οι απλοί πολίτες έχουν εκφράσει ανησυχίες σχετικά με τη σουηδική προσέγγιση απέναντι στην πανδημία. Αλλά η Σουηδία είναι μια μικρή χώρα, περήφανη για την ανθρωπιστική της πολιτική, τόσο πολύ, που δεν μπορούμε να καταλάβουμε πότε την παραβιάζουμε.

Δεν υπάρχει απλώς τρόπος να δικαιολογηθεί ο αριθμός τόσων απωλειών, η χειροτέρευση της υγείας, η έκθεση ομάδων υψηλού κινδύνου σε μακροχρόνια απομόνωση.

Δεν δικαιολογείται πολύ περισσότερο όταν επιχειρείται να επιτευχθεί μια ανοσία που πολύ απλά δεν μπορεί να επιτευχθεί.

Οι χώρες πρέπει να προσέξουν πολύ πριν υιοθετήσουν τον «σουηδικό τρόπο».

Θα μπορούσε κάτι τέτοιο να έχει τραγικές συνέπειες, είτε για αυτήν την πανδημία, είτε για την επόμενη.

*Η Kelly Bjorklund είναι συγγραφέας και ακτιβίστρια, ο Andrew Ewing είναι καθηγητής μοριακής βιολογίας και χημείας στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ.

Πηγή: TIME

antapocrisis