Θέλουν κι άλλους νεκρούς του Πολυτεχνείου;

Αυτό που βιώνουμε τις τελευταίες μέρες στην Πάτρα είναι η αποκάλυψη του πλέον σαδιστικού προσώπου της εξουσίας. Ένας αχαλίνωτος όχλος ακροδεξιών υπανθρώπων του υποκόσμου, που φέρουν τη στολή και το κνούτο της αστυνομίας, επιτίθεται με σαδιστική εμμονή σε ελεύθερα κορίτσια και αγόρια. Χτυπούν και δέρνουν χωρίς δικαιολογία, ενώ η δολοφονική τους φύση δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε από τις εντολές του διοικητή τους, ενός τραγικού αρλεκίνου που προσπαθεί ματαίως να διατηρήσει κάποια (δημοκρατικά) προσχήματα.

Χτες η εμμονή των καθαρμάτων ξεπέρασε κάθε όριο. Κτύπησαν με ασπίδες, με τα γκλοπ τους ανάποδα, χτυπούσαν με τις μπότες στο κεφάλι, οδηγώντας πολλά παιδιά στο νοσοκομείο με εγκεφαλική διάσειση και αιμορραγίες. Πριν λίγες μέρες έκαναν ακριβώς το ίδιο. Χτύπησαν και σακάτεψαν τα πόδια μια κοπέλας, χτυπούσαν με δολοφονική πρόθεση το κεφάλι μιας φίλης πάνω στο πεζοδρόμιο.

Είμαι προφανές πως εν μέσω καραντίνας, με τη γενικευμένη κάλυψη – ατιμωρησία που τους διασφαλίζει η πολιτική ηγεσία, το δολοφονικό ένστικτο αυτών των υπανθρώπων θα ζητήσει αίμα και δολοφονίες διαδηλωτών. Και το ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι ποια είναι πραγματικά η πρόθεση της εξουσίας;

Διαισθάνομαι πως βιώνουμε την εκδίπλωση ενός καλά μελετημένου σχεδίου εκκίνησης ενός μίνι και ελεγχόμενου —έτσι πιστεύουν— εμφυλίου. Αυτό που επιζητούν είναι το πρώτο αίμα που θα τους δώσει τι δικαιολογία να χτυπήσουν συντριπτικά, να τελειώσουν μια για πάντα με την κοινωνική άρνηση.

Ο μετασχηματισμός της εξουσίας από τη φιλολογία της δήθεν ενσωμάτωσης στην εμφυλιοπολεμική ρητορεία του διχασμού είναι χαρακτηριστική. Ο Μιχάλης Χουντοχοϊδης, ουσιαστικά κατ’ εντολήν της μουσολινικής καρικατούρας βουλευτή Μπογδάνου, αποφάσισε την απαγόρευση της πορείας του Πολυτεχνείου και οποιασδήποτε συνάθροισης πέραν των τεσσάρων ανθρώπων (sic). Πρόκειται για άρση κάθε προσχήματος δημοκρατίας ακόμα και αυτού του αστικού συντάγματος.

Έχουν περάσει μόλις 8 χρόνια από τότε πως είχαμε βγάλει, ως no man’s land, μια αφίσα για το πολυτεχνείο αντιγράφοντας μια φράση του ποιητή Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου που συμπυκνώνει όλη την απαισιόδοξη ανθρωπολογία του «ό,τι επιζεί είναι η εξουσία». Η εικόνα της αφίσας έγινε viral ακριβώς γιατί συμπύκνωνε μια πανθομολογούμενη διαπίστωση: «Η εξουσία θα στήνει πάντα μνημεία στα Πολυτεχνεία του χθες και πολυβόλα στις εξεγέρσεις του σήμερα».

Πέρασαν μόλις 8 χρόνια από εκείνη την αφίσα και διαισθάνομαι πως βιώνουμε την υπέρβαση ακόμα και αυτού του δόγματος. Η εξουσία δεν θέλει πλέον να στήνει μνημεία στα πολυτεχνεία του χτες, παραδίδει απροκάλυπτα το τριήμερο μνήμης στον εσμό του ακροδεξιού υποκόσμου, στα λυσσασμένα σκυλιά των πραιτοριανών της.

Η εικόνα των (εκτός ΑΣΕΠ) ειδικών φρουρών να ποζάρουν μπροστά στα παραδομένα θύματά τους στο Πολυτεχνείο, σαν αιμοσταγείς κυνηγοί που φωτογραφίζονται μπροστά στο ψόφιο κουφάρι ενός άγριου ζώου, είναι δηλωτικού του διαχρονικού ΕΙΝΑΙ των δολοφόνων. Από τον ασήμαντο πράκτορα της CIA που φωτογραφήθηκε μπροστά στο νεκρό σώμα του Τσε Γκουεβάρα στην Βολιβία, μέχρι τις σέλφι που έβγαζαν με τα θύματά τους οι πεζοναύτες στις μυστικές φυλακές του Αμπου Γκράιμπ, η διαχρονική εικόνα των λυσσασμένων σαδιστών της εξουσίας δεν αλλάζει.

Γιατί παρά τις επίπονες προσπάθειες καλλωπισμού με δημοκρατικούς μανδύες, το κράτος και η εξουσία στον ύστερο καπιταλισμό της διαρκούς κρίσης που ζούμε παραμένει η ίδια: ένα τέρας που ο άνθρωπος όσο ζει είναι αναγκασμένος να αντιμάχεται, ανεξάρτητα αν τελικά θα επικρατήσει.

Γι’ αυτό λοιπόν και ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, θα είμαστε στις 17 στο δρόμο. Γιατί το Πολυτεχνείο δεν είναι γιορτή, είμαι μνήμη εξέγερσης. Και η μνήμη, η τόσο ζωτική για την ζωή και την ύπαρξη, δεν μπορεί να απαγορευτεί. Παρά τις απαγορεύσεις λοιπόν, παρά τα εξαντλητικά πρόστιμα, παρά την άρση του συντάγματος, παρά το ξύλο και τους χουντικούς νόμους, εμείς θα είμαστε στον δρόμο. Άλλωστε αυτός είναι ο μαύρος κόσμος που ανατέλλει και σε αυτόν τον κόσμο μας έλαχε να ζούμε, να ερωτευτούμε και να πεθάνουμε.

Θα είμαστε στον δρόμο ξανά, ξεπερνώντας τους φόβους μας. Θα είμαστε στον δρόμο που γράφει ιστορία. Άλλωστε η ιστορία, όπως λέει και φίλος μας ο Κώστας, δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια διαρκής μάχη ανάμεσα στους ποιητές και στους χωροφύλακες…


«Από τη μια μεριά η “μεταφυσική του χρήματος” – από την άλλη η σάρκα του ροδάκινου.
Από τη μια μεριά ένα στρατσόχαρτο, μια υπογραφή, μια φούσκα – από την άλλη το χώμα, το νερό, ο ιδρώτας.
Από τη μια μεριά το “επιχειρείν” – από την άλλη ένας ψαράς κι η βάρκα του.
Από τη μια μεριά το νεκρό χρυσάφι – από την άλλη το ψωμί και το αλάτι.
Από τη μια μεριά ο υποθηκευμένος ουρανός, ένα παγκόσμιο μαύρο τίποτα – από την άλλη σύμπας ο κάτω κήπος.
Από τη μια μεριά ο τσιφλικάς, ο τραπεζίτης, τα “στελέχη” – από την άλλη ο Σάκκο, ο Βαντσέτι, ο Αντύπας.
Αυτός ο πόλεμος δεν έχει τέλος».

(Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, περιοδικό “Σημειώσεις”, τχ. 73.)

ΑΛΕΡΤΑ